Τρίτη, 26 Μαΐου 2009

Låt den rätte komma in / Let the Right One In (2008)

Αυτός είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι. Αυτή ένα συνομήλικο κορίτσι. Ίσως λίγο περισσότερο δωδεκάχρονη από αυτόν. Γνωρίζονται, γουστάρουνε ο ένας τον άλλο και τα πίνουνε μαζί, ο ένας στην υγειά του άλλου. Μόνο που αυτή πίνει αίμα...


Πολυδιαφημισμένο (και πολυλατρεμένο από ότι μαθαίνω) από Σουηδία ορμώμενο, αυτό το όμορφο σαν ιδέα, εντυπωσιακό σαν υλοποίηση, film, έρχεται να διδάξει ότι δεν χρειάζεται να εντυπωσιάζεις με ανούσια (πλην όμως πάντα εντυπωσιακά) εφέ και δήθεν μελοδραματικούς έρωτες για να φτιάξεις μια καλή ταινία. Αρκεί να αντιλαμβάνεσαι ο ίδιος τι είναι αυτό που θέλεις να πεις και να το λες με σωστό τρόπο, δίνοντας έμφαση πρώτα στην ουσία και μετά στην κατανάλωση. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, πετυχαίνει και στα δύο…μάλλον...

Η μεγαλύτερη πρόκληση που έχει να αντιμετωπίσει ένας σκηνοθέτης είναι να σκηνοθετήσει παιδιά. Πόσο μάλλον όταν αυτά καλούνται να υπερβούν μια φυσιολογική κατάσταση σεναρίου και να παρουσιάσουν έναν ρεαλιστικό εαυτό σε ρόλους που όχι απλά δεν γνωρίζουν (και πως θα μπορούσαν) αλλά δεν υπάρχουν καν στην δική μας πραγματικότητα(?). Και σε αυτό τον τομέα βγάζω το καπέλο στον Tomas Alfredson διότι έχοντας στα χέρια του δύο πραγματικά αστέρια, κατάφερε να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο του και μάλιστα με εκπληκτικά αποτελέσματα (αναφέρομαι πάντα στους δύο μικρούς πρωταγωνιστές).


Μια νέο-vampir-ική ιστορία παντρεύεται με μια άλλη, αυτή της απρόσμενης γνωριμίας δυο σχεδόν εφήβων, (αποξενωμένων από το περιβάλλον τους, ο καθένας για τους δικούς του λόγους), που μέσα από την ακαθόριστα αθώα(?) ματιά τους προσπαθούν να καταλάβουν ο ένας την φύση του άλλου, προσπαθώντας να την αποδεχτούν και βρίσκοντας ταυτόχρονα ο καθένας τoν δικό του (κρυμμένο) τρόπο έκφρασης των συναισθημάτων του. Το τελικό αποτέλεσμα δεν θα μπορούσε να είναι πιο παράλογα όμορφο, χωρίς να υστερεί σε κανένα απ’ τους τομείς που καταπιάνεται και χωρίς να λείπουν ούτε οι (ματωμένες) εντάσεις του «φανταστικού», ούτε και οι (απονήρευτες(?)) ανησυχίες και οι προβληματισμοί που (συν)υπάρχουν στο μυαλό ενός μικρού παιδιού.

Απροσδόκητα συναισθηματικό εκεί που πρέπει, ακροβατεί (φιλόδοξα) ανάμεσα στα δύο είδη, από τον πρωτόπειρο έρωτα, την ανασφάλεια και τον ρομαντισμό που γεννάει κάθε νέα γνωριμία, στην απειλή, τον τρόμο και την εκδικητική μανία που μπορεί (εύκολα) να καταλάβει όλων των ειδών τις ψυχές που κυκλοφορούν ελεύθερες στον (μικρό μας) κόσμο (πράττοντάς το όμως τόσο σοφά ώστε να αποφεύγει να χαρακτηριστεί απλά μια ιστορία εκδίκησης).

Σε απόλυτα χιονισμένο και κατάλευκο τοπίο, όπως ακριβώς θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η αδιάφθορη αγνότητα των δύο, αλλά ταυτόχρονα παγωμένα έξυπνο και επικίνδυνα μοχθηρό, όπως θα πρέπει να είναι μία εύστοχα καλή ταινία τρόμου, καταφέρνει τόσο να συγκινήσει με την αγνή τρυφερότητά της, όσο και να τρομοκρατήσει εκεί που χρειάζεται με την στιλιστική της ψυχρότητα, δημιουργώντας ανάμεικτα συναισθήματα, που όμως συνυπάρχουν σε απόλυτη αρμονία δίχως να δημιουργούν σύγχυση.

Όσο όμως και αν προσπαθεί να μας πείσει ότι ο κ. Alfredson με τις πολλές δηλώσεις του περί άγνοιάς του σε σχέση με το σινεμά τρόμου, η αλήθεια μάλλον είναι διαφορετική. Τρανή απόδειξη η ξεδιάντροπη λογοκλοπή της σκηνής με τα close up στα (μικρά) μάτια των (μεγάλων) πρωταγωνιστών και το αίμα να τρέχει από τις κόγχες τους, όπως ακριβώς και στο (αιρετικό) City of the Living Dead του τρισμέγιστου Lucio Fulci (που ο ίδιος με τη σειρά του είχε εμπνευστεί από τον εξαιρετικό Christopher Lee κ.ο.κ) . Γιαυτό και δεν χρειάζεται να πιστεύεις αυτά που συχνά ακούγονται μιας και στα δικά μου μάτια, απλά καταθέτει τη προσωπική του άποψη πάνω σε ένα γνώριμο θέμα που μοιάζει να έχει μελετήσει αρκετά καλά. Χωρίς όμως να τον χρεώνω και την κατηγορία της επανάληψης μιας και το αποτελέσματα μοιάζει υπερβολικά φρέσκο και ανανεωτικό για τα σημερινά δεδομένα.


Φυσικά και υπάρχουν λάθη. Φυσικά και υπάρχουν (μεγάλα) κενά και ατέλειες. Και σίγουρα δεν πρόκειται για τη καλύτερη ταινία της χρονιάς. Σίγουρα όμως αξίζει να στρέψεις το βλέμμα σου προς αυτήν. Γιατί ουσιαστικά, για σκοτεινό παραμύθι πρόκειται, οπότε και δεν χρειάζεται να παραφιλολογούμε για οτιδήποτε δεν μας αρέσει σε αυτό. Η παραμυθένια του υπόσταση δε, είναι αυτή που του χαρίζει τους επιπλέον πόντους και το διαφοροποιεί από τις γνωστές (κλασικές) ιστορίες τρόμου. Μόνο έτσι δεν βλέπεται, αλλά μόνο έτσι απολαμβάνεται!
«Άσε το κακό να μπει» και χάρισε στον εαυτό σου δύο ώρες μινιμαλιστικής κινηματογραφικής ηδονής, ρομαντικής μυθοπλασίας, ερεθιστικού τρόμου. Από εκείνες που τόσο έντονα ψάχνεις τελευταία αλλά τόσο σπάνια πια καταφέρνεις να βιώσεις. (Ή μήπως όχι...?)


Chris Zafeiriadis


Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

X-Men Origins: Wolverine (2009)

Κάπου κάπως κάποτε, είναι κάποιος ο οποίος κάνει κάτι και μάλιστα αυτό που κάνει το κάνει καλά. Όταν όμως γίνεται κάτι, σταματάει να κάνει αυτό που κάνει και γίνεται κάτι άλλο. Είναι κάποιοι όμως, που θέλουν κάτι, γιαυτό παίρνουν κάτι από αυτόν. Αυτός εκνευρίζεται και ξαναγίνεται αυτό το κάτι που ήταν πρώτα και ακόμα κατί-τερος, ζητώντας εκδίκηση. Κάτι καθόλου εύκολο...

Αναγκασμένος να μιλήσω με γρίφους, ακόμα φοβάμαι να γράψω κάτι αρνητικό για τη ταινία, μη τυχόν και ξεπεταχτεί από πουθενά ο ίδιος ο Wolverine και με αρχίσει στις νυχιές. Διότι όπως αποδεικνύεται και από την ταινία, έχει την δυνατότητα να το κάνει και μάλιστα διεκδικώντας αυτό που εξαρχής όλοι οι καρτουνίστικοι (και μη) φίλοι του διεκδικούν.

Από το μακρινό πουθενά λοιπόν και με την υπογραφή του πολυμήχανου Jackman στη παραγωγή, έρχεται ο θυμωμένος αυτός ήρωας να διαμαρτυρηθεί για την αδικία που υπέστη στις προηγούμενες (3) ταινίες της σειράς, κερδίζοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο που με τόση μαεστρία του είχαν αρνηθεί οι υπόλοιποι μεταλλαγμένοι. Η ώρα της δικαίωσης έφτασε.

Υιοθετώντας ένα κοινωνικά αποδεκτό αλλά κινηματογραφικά χιλιοειπωμένο σενάριο και προσαρμόζοντάς το στα μέτρα και σταθμά μιας πολυδιαφημισμένης παραγωγής, το Wolverine χάνει το παιχνίδι πριν ακόμα αυτό αρχίσει. Χωρίς να έχει τίποτα το αξιόλογο να επιδείξει και παίρνοντας σαν αφετηρία τα θυμωμένα εφέ και όλη την οργή που αυτά κρύβουν μέσα τους, ξεκινάει, συνεχίζει και εντέλει τελειώνει, χωρίς να έχει καταφέρει τελικά τίποτα, πέραν της επαλήθευσης όλων όσων πέρασαν από το μυαλό του θεατή από τη πρώτη κιόλας μέρα που άκουσε για τη ταινία.

Ανελέητα προβλέψιμο αλλά και σαφώς ανώτερο από την μπαρούφα που μας σέρβιραν προ τριετίας (The Last Stand), αυτοχαρακτηρίζεται ως prequel αλλά πλασάρεται και ως αυτόνομο, μόνο και μόνο για να μας κάνει να αναρωτηθούμε πόσες εκατοντάδες - χιλιάδες είναι συνολικά όλοι οι X-Men και πόσοι από αυτούς αξίζουν δικό τους franchise (το οποίο φυσικά δεν σταματά στη μπομπίνα του φιλμ αλλά ενδέχεται να επεκταθεί ακόμα και σε λαμπάδες). Και κατά συνέπεια, πόσο ελεύθερο χρόνο μάς έχουν αφήσει ώστε να ασχολούμαστε για κάθε έναν από δαύτους ξεχωριστά...

Μετριότητα που δεν είναι καν χρυσή.... Ουούπςς, λάθος, τέλεια ταινία τέλεια... :)


Chris Zafeiriadis


Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Badlands (1973)

“Dramatization of the Starkweather-Fugate killing spree of the 1950's, in which a teenage girl and her twenty-something boyfriend slaughtered her family and several others in the Dakota badlands.”


Τα αληθινά εγκλήματα λειτουργούν πάντα σαν ένας ισχυρός μαγνήτης, ανθεκτικός στον χρόνο(χώρο) ο οποίος μέσα από την ακατάβλητη έλξη του καταφέρνει και εμπνέει σεναριογράφους, σκηνοθέτες και παραγωγούς, καταλήγοντας τελικά, τις περισσότερες φορές, σε μεγάλα blockbusters, αναλώσιμα είδωλα και περήφανους αιθουσάρχες. Αρκετές δε από τις φορές αυτές, ανοίγει και τον δρόμο προς μεγάλες βραβεύσεις, εμπορικότητα και αναγνώριση , χαρίζοντας έτσι απλόχερα μια άτυπη διαχρονικότητα, τόσο στο «προϊόν» όσο και στους συντελεστές παραγωγής του.

Ακόμα και αν ο Terrence Malick δεν αναγνωριστεί ποτέ ως ένας από τους πιο διαχρονικούς και καλύτερους αφηγητές που πέρασαν ποτέ (που όμως είναι), το Badlands θα στέκεται πάντοτε ανάμεσα στα διαμάντια μιας περασμένης χρυσής δεκαετίας (70ς), δίπλα σε τόσα αριστουργήματα του τότε, που όπως και εκείνα έτσι και αυτό, μεγάλωσε γενιές cinefil, επηρέασε και έθρεψε χιλιάδες ανθρώπους της κινηματογραφικής βιομηχανίας (ρωτήσετε τον Tarantino να σας πει γι αυτό).


Εντυπωσιακό σαν ντεμπούτο και διαφοροποιημένο από τις κοινές εγκληματικές ιστορίες, ο Malick παίρνει την (αληθινή) ιστορία δύο νεαρών outlaws, οι οποίοι χωρίς να καταλαβαίνουν σε απόλυτο βαθμό τις πράξεις τους, και χωρίς να έχουν πλήρη επίγνωση των «πιστεύω» τους, εγκληματούν χωρίς δεύτερη σκέψη και ζούνε – έστω για λίγο - την ελευθερία που ονειρεύτηκαν. Μαζί, απορρίπτουν την κοινωνία του πολιτισμένου (μας) κόσμου και αφού τον ρημάξουν και εξωτερικεύσουν όλη την πίεση που τους δημιουργεί, επιστρέφουν σε έναν πρωτόγονο τρόπο ζωής, στην καρδιά της μητέρας φύσης.

Από την “boy-meets-girl” αθώα γνωριμία τους στον εφηβικό έρωτά τους και από τις αφελείς και απλοϊκές σκέψεις τους στον τραγικό μαρασμό τους, η ιστορία δεν αναλώνεται στα γεγονότα πριν, μετά ή κατά την διάρκεια της δράση τους. Άντ’ αυτού, εστιάζει στον χαρακτήρα και την προσωπικότητα δύο ανθρώπων οι οποίοι little by little ερωτεύτηκαν και προσπάθησαν να ζήσουν το δικό τους παραμύθι, όπως το είχαν πλάσει στην ανώριμη αλλά και άδολη φαντασία τους, ο καθένας τους ξεχωριστά.

Ωστόσο η διαφορετικότητα (ιδιαιτερότητα) του film έγκειται στον τρόπο με τον οποίο ο Mallick χειρίζεται την ιστορία. Μη θέλοντας να παρουσιάσει τα αίτια των πράξεών και τον αντίκτυπο που είχαν στους γύρωθεν, δίνει έμφαση περισσότερο στη σχέση των δύο, τις σκέψεις που αυτοί κάνουν και τρόπο με τον οποίο βλέπουν και αντιμετωπίζουν τον κόσμο και, κατ’ επέκταση, την ίδια τη ζωή. Χρησιμοποιώντας δε τον ακραιφνή ρομαντισμό της αφήγησης δια στόματος Spacek, ξεπερνάει την απλή καταγραφή γεγονότων και σκέψεων, μελοποιώντας ουσιαστικά ένα ποίημα και μετατρέποντάς το σε μια μπαλάντα για δύο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ηθικολογεί, ούτε και, εν μέρει, να δικαιολογεί• πως θα μπορούσε άλλωστε.


Σπάνια υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά όμως γιαυτό και το Badlands δεν είναι μόνο η κατάδειξη δύο επιπόλαιων νέων ή ο νεανικός αυθορμητισμός που οδηγεί σε αμφισβητούμενα/ λάθος αποτελέσματα (ή τραγικότητες). Είναι η απέραντη αντανάκλαση μιας ολόκληρης (και κάθε) νέας γενιάς που μπορεί να μη γνωρίζει αν έχει την δυνατότητα να αγαπήσει πραγματικά, σίγουρα όμως έχει την ανάγκη να το κάνει. Η καταγραφή μιας απέραντης κοινωνίας που (αρέσκεται στο να) δημιουργεί είδωλα μέσα από τα είδωλα και που (δυστυχώς) παρακμάζει μέσα στην (αέναη) ακμή της.


Chris Zafeiriadis


Δευτέρα, 4 Μαΐου 2009

Zack and Miri Make a Porno (2008)

Το ότι ο καρτουνίστας Kevin Smith είναι από τους πιο ιδιόρρυθμους, αγενείς και ταυτόχρονα απολαυστικούς σκηνοθέτες της εποχής μας, το ξέραμε. Αυτό που δεν ξέραμε ήταν ότι ήρθε η ώρα να αλλάξει ρότα και να μας παρουσιάσει το νέο του σκηνοθετικό πρόσωπο και το νέο του “καλλιτεχνικό” στόχο. Και τι εννοώ όταν λέω το νέο του “καλλιτεχνικό” στόχο?

Μέσω των προηγούμενων ταινιών του μπορούσαμε να δούμε έναν σκηνοθέτη καυστικό (Clerks), αυθάδη (Dogma), με εσωστρεφείς χαρακτήρες που όμως δεν δίσταζαν ούτε στο ελάχιστο να πούνε τα πράγματα με το όνομά τους (Chasing Amy). Οι ταινίες του πάντα χαρακτηρίζονταν ως ένα περίεργο μείγμα χιούμορ, ρομαντισμού, κυνισμού και χυδαιότητας, που για κάποιους ήταν εντελώς ανούσιο, προσβλητικό και μικροπρεπές, για κάποιους άλλους άκρως διασκεδαστικό και υπέρ-επιτυχημένο.

Αυτό που έχει αλλάξει σήμερα είναι η προσπάθεια που καταβάλλει τον τελευταίο καιρό να κάνει το όνομά του ευθέως αναγνωρίσιμο και περισσότερο εμπορικό. Η εξυπνάδα του δε, και η ικανότητα του να παρουσιάζεται (ελάχιστα) διαφοροποιημένος από το παρελθόν, ίσως να είναι ικανά να τον κάνουν κάποια στιγμή να πραγματοποιήσει το νέο του αυτό στόχο.

Στο δια ταύτα τώρα• η ταινία διαθέτει το γνωστό κάφρικο στιλ και στο ίδιο μοτίβο κινούνται τόσο ο Zack και η Miri, όσο και οι (πολλοί) παρελκόμενοι χαρακτήρες, χωρίς να μασάνε τα (πολλά) λόγια τους (The f-word is said 229 times). Ζούνε σε έναν δικό τους κόσμο και αντιμετωπίζουν το σήμερα με έναν δικό τους ρεαλιστικό τρόπο, σε ένα ημι-σουρεαλιστικό σενάριο όπου τίποτα δεν παίρνεται στα σοβαρά και όλα είναι φιλτραρισμένα με το πολύ εύστοχο χιούμορ του δημιουργού. Πολλές και οι σινεφιλικές αναφορές καθώς και μια διάχυτη πορνοδιάθεση, η οποία, ως γνωστόν, πάντα εξιτάρει τον θεατή (έχει πάψει όμως προ πολλού να εντυπωσιάζει).

Όσο εξελίσσεται όμως η ταινία, γίνεται όλο και πιο προβλέψιμη (και ταυτόχρονα όλο και πιο εμπορική), κλισαρισμένη και προσαρμοσμένη στα γούστα του νέο-αμερικανικού κοινού (=πολυπληθές κοινό το οποίο έχει κατεβάσει τον μέσο όρο των επιλογών του, ανεβάζοντας τον αριθμό αυτών και ταυτόχρονα αυξάνοντας τα κέρδη των παραγωγών). Το γεγονός αυτό βέβαια δεν ενοχλεί καθώς ο Smith αποδεικνύεται πολύ έξυπνος για να χάσει τον θεατή τόσο εύκολα μέσα από τα χέρια του. Χρησιμοποιώντας σαν δικαιολογία την ελευθερία της έκφρασης, αδιαφορεί για σχόλια πουριτανών κριτικών και χτίζει ένα εξωφρενικό περιβάλλον, διανθισμένο από απίθανες ατάκες που μόνο αυτός θα μπορούσε να τοποθετήσει τόσο πετυχημένα στους διάλογους του (“taking normal and making it abnormal…..by fucking It”).

Χρησιμοποιώντας παράλληλα το (υπέρμετρο) ταλέντο του Seth Rogen, την (όμορφη) παρουσία της Elizabeth Banks, τα (πλαστικά) βυζιά της Katie Morgan και τις (ροζ) φούσκες της Tracy Lords, καταλήγει τελικά σε ένα όμορφο love story, επιπόλαιο σε σημεία, που καταφέρνει όμως να φτάσει κοντά στον ρομαντισμό και να δημιουργήσει την όμορφη διάθεση - που ήθελε - στον θεατή. Οπότε και το αποτέλεσμα χαρακτηρίζεται από αποδεκτό έως απολαυστικό.

Προτροπή? Πάρτε όλοι την πιο απλή κάμερα και αρ-χύστε! Που ξέρετε, κάπου ανάμεσα στα γυρίσματα, μπορεί να βρείτε τον μεγάλο έρωτα της ζωής σας.


Chris “Skinny legs and all” Zafeiriadis


P.S. : Miri : “Nobody wants to see us fuck, Zack!”
Zack : EVERYBODY wants to see ANYBODY fuck..!!


Παρασκευή, 1 Μαΐου 2009

ROTTING CHRIST- Non Serviam (A 20 Year Apocryphal story)

Είναι κάπου γύρω στο 3ο-4ο κομμάτι όταν συνειδητοποιείς ότι η συναυλία που δόθηκε στις 8/12/07 στο Gagarin ήταν κάτι παραπάνω από ένα απλό event για τους Rotting Christ. Πρόκειται ουσιαστικά για μια ολοκληρωμένη γιορτή, ένα mini festival για να γιορτάσουν τα 20 χρόνια παρουσίας στην μουσική σκηνή. Και καταφέρνουν να τα γιορτάζουν με τον καλύτερο τρόπο, μαζί με τους οπαδούς τους.

Απόλυτα συνειδητοποιημένο ως προς τον προσανατολισμό και την πορεία που ακολουθεί εδώ και χρόνια, το συγκρότημα παρουσιάζεται δεμένο και ώριμο, παίζοντας τα κομμάτια με το πάθος και τον ενθουσιασμό ενός εφήβου, κομμάτια που τα χαίρονται τόσο το κοινό όσο και οι ίδιοι. Σκοτάδι, φωτιά, riffs, ατμόσφαιρα, επιθετικότητα (αλλά και διαχρονικότητα) είναι τα συστατικά ενός παθιασμένου/κολασμένου set το οποίο καλύπτει όλες τις περιόδους του group, από το πρόσφατο “Theogonia” ως το all-the-way-back “Mighty Contract” και μια διασκευή στο alter ego του Σάκη (λιγότερο «alter» και περισσότερο «ego») Thou Art Lord, δύο ώρες πραγματικό show (και όχι αρπαχτή).

To πακέτο συμπληρώνεται στο 2ο dvd, με όλη την ιστορία του συγκροτήματος διηγημένη από τον ίδιο τον Σάκη (εννοείται στα Ελληνικά με αγγλικούς υπότιτλους), σκηνές από backstage, Live footage, τέσσερα επίσημα video clips, φωτογραφίες, videos από διάφορες εποχές και δύο επιπλέον δισκάκια με όλη την συναυλία σε audio μορφή, plus ένα set από εμφάνιση στη Λάρισα. Όλα τα παραπάνω μετατρέπουν την συγκεκριμένη κυκλοφορία της Season Of Mist σε ένα μεστό οπτικοακουστικό δημιούργημα, αντικείμενο λατρείας για τους φανατικούς, παράδειγμα προς μίμηση για όλα τα συγκροτήματα που σέβονται τον εαυτό τους.

Και επειδή το black metal δεν «δείχνεται» με μπογιές, ανάποδους σταυρούς, τραγιά και λοιπά καραγκιοζιλίκια αλλά πάνω απ’ όλα είναι συναίσθημα, το πραγματικά καλό group πρέπει να είναι ικανό να περάσει αυτό το συναίσθημα στους οπαδούς του. Oι ιαχές του κοινού εδώ αποδεικνύουν πρώτον ότι οι Rotting Christ το καταφέρνουν και μάλιστα σε απόλυτο βαθμό και δεύτερον ότι είναι ένα συγκρότημα που όσο ψηλά και αν φτάσει, την ψηλότερη κορυφή και να κατακτήσει, στην ψυχή θα παραμένει πάντα τόσο underground όσο και Ελληνικό. Δεν το λεω εγώ, αποδεδειγμένα και εμπεριστατωμένα το λεει η ιστορία. The black cult lives….

“Αθάνατοι έστε οι τολμηροί, οδοιπόροι των αισθήσεων πραγματικοί...”

Chris “Skinny legs and all” Zafeiriadis


P.S. : Κάπου πήρε το μάτι μου και ένα DVD με την θρυλική Fuck Christ Tour του ’93 όπου οι Rotting Christ χαλαρά έκλεψαν την παράσταση, τόσο από τους επιπόλαιους Immortal όσο και από τους «κουλούς» Blasphemy. Για πιο μερακλίδικες καταστάσεις...