Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2009

It Came from Outer Space (1953)

“Star light, star bright, first star I’ve seen tonight
I wish I may, I wish I might, have the wish I wish tonight…”

Υπάρχουν αυτοί (οι ελάχιστοι) που ηδονίζονται (κυριολεκτικά) βλέποντας παλιές, ασπρόμαυρες ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Αυτές με τα περίεργα σενάρια, τα στρόγγυλα διαστημόπλοια, τα “συγκεκριμένα” soundtracks, και τα μέτρια (πολλές φορές) εφέ. Υπάρχουν και οι άλλοι (οι περισσότεροι) που απλά αδιαφορούν για το συγκεκριμένο είδος (μερικοί μάλιστα δεν τον θεωρούν καν είδος αλλά υπό-είδος) και που για αυτούς η προβολή τέτοιων ταινιών θεωρείται απλά χάσιμο χρόνου. Και οι δύο με κάποιο τρόπο έχουν τα δίκια τους. Με αυτό το κείμενο δεν θέλω ούτε να τιμήσω τους πρώτους, ούτε και να υπό-τιμήσω τους δεύτερους. Διότι η αλήθεια κρύβεται κάπου «στο ανάμεσα».

Η ιστορία αυτού που «Ήρθε από το Διάστημα» είναι λίγο πολύ κλασική, μιας και η πτώση ενός μετεωρίτη είναι εύκολος σαν ιδέα αλλά σοφός σαν λειτουργικότητα τρόπος για να φτάσει έξω-γήινη ζωή στον πολύπαθο πλανήτη μας. Αρκετές φορές έχει ειπωθεί στο παρελθόν και αρκετές, εικάζω, θα ειπωθεί στο μέλλον. Ωστόσο, μια ιδιαιτερότητα που μπορεί με ευκολία κάποιος να παρατηρήσει σε σχέση με τις πάμπολλες science fiction ταινίες των 40ς και 50ς, είναι ο ιδιάζων τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται εδώ οι “εισβολείς”.

Χωρίς προφανή αιτία (κατά λάθος θα έλεγε κανείς) προσγειώνονται ακούσια σε μια ερημική τοποθεσία στα προάστια μιας κωμόπολης και σε αντίθεση πάντα με τα θέλω των παραγωγών αλλά και του κόσμου που διψάει για μάχες μέχρι τελικής πτώσης, διακατέχονται από μάλλον ευπρεπείς ειρηνικές διαθέσεις. Το μόνο που (δυστυχώς) δείχνουν να έχουν ανάγκη είναι ο χρόνος. Χρόνος που απαιτείται για να επισκευάσουν το διαλυμένο σκάφος τους και να μπορέσουν να αναχωρήσουν πάλι στο βαθύ σκοτάδι του ουρανού.

Παρατηρείται όμως και μια κομψοτεχνική διαφορά στο «φαίνεσθαι» αυτών. Οι εξωγήινοι (και εδώ) έχουν την δυνατότητα να αντιγράφουν την ανθρώπινη μορφή και να παρά-βρίσκονται ανάμεσα στο πλήθος χωρίς να γίνονται αντιληπτοί, με την διαφορά ότι δεν λειτουργούν σαν άλλοι Body Snatchers, αλλά διατηρούν τα σώματα άθικτα μα παγιδευμένα στο κρυμμένο σκάφος τους. Δίνεται όμως η δυνατότητα στον θεατή να φανταστεί την πραγματική τους μορφή, παρατηρώντας τις αντιδράσεις αυτών που έρχονται σε επαφή μαζί τους, μιας και οι μορφασμοί στο αλαφιασμένο πρόσωπο τους αποδεικνύουν το αηδιαστικό της πραγματικότητας που τους περιβάλει.

Επιπλέον, πρόκειται για μια από τις ελάχιστες ταινίες (δεν λεω η μόνη μιας και ο διάολος έχει πολλά ποδάρια λένε) στην οποία ο θεατής βλέπει τον τρομαγμένο κόσμο μέσα από το ένα(!) μάτι του κυκλωπικού εισβολέα, κάτι το οποίο αμυδρά διακρίνεται στη μια και μοναδικά στημένη σκηνή λίγο πριν το (τσιγκούνικο) φινάλε όπου μέσα από τις παχιές σκιές, καθυστερημένα αλλά εντυπωσιακά, κάνει την εμφάνισή του ο πληθωρικός εξωγήινος, χωρίς όμως να αποκαλύπτει πλήρως τη γλοιώδη, κολλώδη και απόλυτα αποκρουστική, αληθινή μορφή του.

Η σπουδαιότητα της ταινίας όμως, που με δυσκολία πια διακρίνεται, έγκειται στη επιρροή της στο σινεμά του φανταστικού στις επόμενες γενεές. Μέσα από μια πλειάδα τέτοιων παραγωγών (The day the earth stood still, Invaders from mars, War of the worlds, Earth vs. the Flying Saucers κ.α.) και χωρίς να υποτιμάται ούτε στο ελάχιστο η αξία των υπολοίπων, έχει συμβάλει τα μέγιστα για την δημιουργία πραγματικών αριστουργημάτων της 7ης τέχνης, επηρεάζοντας ουκ ολίγους σκηνοθέτες και σεναριογράφους του χτες αλλά και του σήμερα, με πρώτο και καλύτερο εκείνο τον μουσάτο πια κύριο με τα κοκάλινα γυαλιά που έγινε διάσημος με τα διαστημικά παιχνίδια που μας χάρισε και που τόσο χαιρόμαστε εμείς για αυτό.

Μπορεί ο Jack Arnold να μην έγινε ποτέ το μεγάλο όνομα που ονειρευόταν, μπορεί αργότερα να σκάρωσε και τον Incredible Shrinking Man με περιττό ζήλο και δεξιοτεχνία, αυτό που «Ήρθε από το Διάστημα» όμως στέκεται σκουριασμένο αλλά περήφανο πια στις λίστες με τα καλύτερα sci-fi films μιας ένδοξης εποχής που έχει φύγει ανεπιστρεπτί και δια παντός από τα ταλαιπωρημένα κινηματογραφικά δρώμενα. Επουδενί όμως, έχει ξεχαστεί.


Chris Zafeiriadis

Τετάρτη, 17 Ιουνίου 2009

The Beyond - E tu vivrai nel terrore - L'aldilà (1981)

“Οι επτά πύλες της κολάσεως είναι σφραγισμένες σε επτά καταραμένα μέρη. Κατάρα σε όποιον πλησιάσει χωρίς να έχει γνώση. Κατάρα σε όποιον ανοίξει μια από τις επτά πύλες. Γιατί μέσα απ’ αυτή την πύλη το Κακό θα εισέλθει στο κόσμο...”

Αν έπρεπε να δώσω μόνο έναν χαρακτηρισμό στο Fulci (πράγμα καθόλου εύκολο φυσικά) αυτός θα ήταν του οραματιστή. Σαν γνήσιος σκεπτόμενος καλλιτέχνης δεν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά από το να προσπαθεί να φτάσει πιο κοντά (και κατ’ επέκταση να προσαρμόσει την τέχνη του) σε αυτό που είχε σαν “εικόνα” μέσα στο μυαλό του. Καλώς ή κακώς, η εικόνα αυτή ήταν πολύ συγκεκριμένή, πνευματικά θεμελιώδης και σταθερά καθορισμένη. Μια καθαρά σαφή εικόνα του τόπου στον οποίο ζούμε και αναπνέουμε, ανόθευτη από ακαδημαϊσμούς, δήθεν φιλοσοφημένες απόψεις και πρέπει. Μια εικόνα λίγο πολύ γνώριμη σε όλους μας.

Το φαινόμενο Lucio Fulci δύσκολα εξηγείται από κάποιον μη ακαδημαϊκό και ακόμα δυσκολότερα υποστηρίζεται από κάποιον ο οποίος λατρεύει τόσο το έργο, όσο και την ίδια την περσόνα αυτού του αγέρωχου μουσάτου άντρα. Παραγνωρισμένος από πολλούς, παραγκωνισμένος από ακόμα περισσότερους, ενώ έχει καταφέρει να λατρεύεται με μανία από εκατομμύρια οπαδούς του φανταστικού, στον αντίποδα ακριβώς με τον ίδιο απαράμιλλο ζήλο αγνοείται από γιγαντιαίο αριθμό κριτικών, οι οποίοι ως επί το πλείστον στέκονται (και ανέκαθεν στέκονταν) στις λίμνες αίματος που πλημμυρίζουν τις εικόνες του, αδυνατώντας να δούνε πίσω, μπρος και ανάμεσα από αυτές.

Αφού έφτιαξε, έραψε και έκανε τα κουμάντα του στα 70’ς, κάπου γύρω στις αρχές των 80ς αποφάσισε να παρουσιάσει σε κοινή θέα την “Εικόνα” που είχε για τον κόσμο μας. Νύξεις βέβαια υπήρχαν και παλιότερα, άλλοτε πρόδηλες, άλλοτε καλά κρυμμένες. Αλλά ήταν εκεί. Και η λατρεία του για την σκοτεινή πλευρά έκδηλη και μετουσιωμένη στο έργο του, μακράν διαφοροποιημένη από το συνταγοποιημένο σινεμά τρόμου, που έμοιαζε όλο και περισσότερο να γίνεται “μόδα”. Η «Έβδομη Πύλη της Κολάσεως» στέκεται σαν ορόσημο στη φιλμογραφία του, πανύψηλη όπως είναι, καταφέρνει να φτάσει το ακραίο στα όρια του, παρουσιάζοντας ένα θαυμαστό αριστούργημά το οποίο πολλοί ζήλεψαν αλλά απειροελάχιστοι πλησίασαν, πόσο μάλλον αντιλήφθηκαν. Αν με το (προηγούμενο) City of the Living Dead η κόλαση άφηνε μια χαραμάδα σκότους(!) να περάσει, με το Beyond οι πύλες ανοίγουν διάπλατα και η κόλαση είναι έτοιμη να μας καλωσορίσει.. Προσωπική επιδίωξη? Ίσως. Δεξιοτεχνικό επίτευγμα? Αναμφίβολα…

Θέλοντας να επιδείξει την «κόλαση» (ή αυτό που τελοσπάντων υπάρχει «μετά», αφού έτσι και αλλιώς όλοι “κάπου” καταλήγουμε) καταφέρνει να μας φέρει ένα βήμα πιο κοντά σε αυτό που οι περισσότεροι από εμάς φανταζόμαστε ότι υφίσταται ως η “άλλη πλευρά”. Αυτό που όλοι μας σχεδόν κάποια στιγμή έχουμε περιέργως φανταστεί και που σίγουρα ο καθένας μας το αντιλαμβάνεται με διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με τα προσωπικά του βιώματα, πάθη και φόβους φυσικά.

Θέτοντας σαν βάση μια φαινομενικά απλή ιστορία τρόμου (η οποία αν και χαρακτηρίζεται από μια σχετική αναρχία στη δομή της, μοιάζει βατή, έχοντας μια αμυδρή συνοχή) και εμπλουτίζοντάς της με Lovecraftικούς μύθους, σιγά σιγά οικοδομεί ένα σιχαμερό περιβάλλον τρόμου και αποστροφής. Στο δικό του, μαεστρικά χτισμένο, θέατρο του παραλόγου, ο πιο άνθρωπος γίνεται απάνθρωπος, η κάθε οντότητα επαναπροσδιορίζεται από τον τόπο γύρω της, οι χαρακτήρες πνίγονται στην ακατάσχετη αιμορραγία (τους), η καταχνιά κυριαρχεί, και τα μουγκρητά των νεκροζώντανων σέρνουν το χορό.

Όσο όμως υπάρχει εξέλιξη, η ατμόσφαιρα μετατρέπεται σε ένα (υπερ)σύμπαν όπου τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας(?) αρχίζουν να θολώνουν, το νόημα σιγά σιγά καταρρέει, η λογική πάει περίπατο και η παρακολούθηση γίνεται δυσβάσταχτη. Εικόνες που μοιάζουν βγαλμένες από σουρεαλιστικό πίνακα , σαν σκοτεινή ακολουθία, σκοπός της οποίας να σε φέρει αντιμέτωπο με το απόλυτο θεατρικό φινάλε, σε μια και μοναδική εικόνα του απόλυτου Μηδέν. Μια εικόνα όπου δεν υπάρχει ζωή, δεν υπάρχει φως, δεν υπάρχουν σκιές, δεν υπάρχει αέρας, δεν υπάρχει τίποτα. Και το χειρότερο απ’ όλα, ο Θεός είναι ο μεγάλος Απών. Μακρινός Παρατηρητής, ολικής απραξίας.
Ωστόσο...

“He who fights with monsters should look to it that himself does not become a monster. And when you gaze long into an abyss, the abyss also gazes into you…” (F. N.)

..... Παράλληλα με όλα τα παραπάνω ο Fulci ρίχνει και μια - πολύ καλά κρυμμένη - κλεφτή ματιά στη θλιβερή πλευρά της ανθρώπινης φύσης. Στην εναρκτήρια σκηνή της ταινίας, μια ομάδα ανθρώπων από διάφορες αστικές τάξεις(!), επιτίθεται οργανωμένα σε έναν ζωγράφο τον οποίο θεωρούν υπαίτιο για όλα τα κακά που βρίσκουν την πόλη τους. Δεν είναι τόσο η ανάγκη του ανθρώπου να αποποιηθεί κάθε ευθύνη και κατ’ επέκταση να κατηγορήσει κάποιον τρίτο, όσο η υπέρμετρη βία που πηγάζει από αυτό το πλήθος, που ανεξαρτήτου αιτίας και αφορμής, παρουσιάζει μια άκρως νοσηρή φύση και έναν (ηδονικό) σαδισμό που δεν καθοδηγείται από σατανάδες και μάγους, αλλά προϋπάρχει μέσα τους και απλά περιμένει – τη στιγμή – να βγει στην επιφάνεια.


«And you will face the sea of darkness, and all therein that may be explored...»


Ως εκ τούτου, το “L'aldilà” γίνεται αυστηρά δηκτικό και συγκεκριμένο, ο ίδιος ο Fulci δε μετατρέπεται σε έναν κοινωνικό ανατόμο του ανθρώπινου εγωισμού και της αστείρευτης υποδούλωσης του στα πάθη και τα “θέλω” του. H θνησιμότητα της ύπαρξης καταδικάζει το πνεύμα σε – μερική έστω – ανυπαρξία, καθιστώντας μας ανίκανους να αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε τα προφανή (τον εαυτό μας). Λίγοι είναι αυτοί που καταφέρνουν να στρέψουν το βλέμμα προς το εσωτερικό της ψυχής τους, ακόμα λιγότεροι αυτοί που καταφέρνουν να αποτυπώσουν αυτό που διαπιστώνουν, μετουσιώνοντας το στην τέχνη τους.

Το Κακό ως δύναμη, ως πράξη, ως ανάγκη, και ως συναίσθηση, δεν απεικονίζεται με διαβόλους, τραγιά, μάγισσες και δαιμόνια. Δεν γεννιέται, δεν μεταβιβάζεται, μήτε και αποζητά τίποτα. Το ακατάλυτο Κακό προ-υπάρχει στη συνείδηση και την αντίληψη του ανθρώπου, εξαίρετο, πρωτόλειο και μοχθηρό όπως είναι, έτοιμο πάντα να εκδηλωθεί, αναδεικνύοντας την σκοτεινή πλευρά μας, η οποία είναι και η πιο καταπιεσμένη. Υφίσταται ως δυναμική του χαρακτήρα, κομμάτι του εαυτού μας, προϊόν της σύστασής μας. Για αυτό και είναι ένα από τα πιο έντονα και αιώνια χαρακτηριστικά της ανθρώπινης υπόστασης.


Ο Lucio Fulci έφυγε από τη ζωή στις 13 Μαρτίου 1996 από κρίση διαβήτη. Έκτοτε κατοικεί σε ένα ειδικά διαμορφωμένο για αυτόν ρετιρέ στην «άλλη πλευρά», με θέα το απέραντο σκοτάδι (που τόσο τίμησε στις ταινίες του) και με χαμόγελο παππού - δασκάλου περιμένει υπομονετικά να καλωσορίσει όλους εμάς που ασπαστήκαμε τις ιδέες και τα πάθη του... “Welcome”...


Chris Zafeiriadis


P.S.: Αδιαμφισβήτητα, αν η μισή ταινία ανήκει στον Fulci, η άλλη μισή ανήκει στον τρισμέγιστο Fabio Frizzi, και στην εφιαλτικά υπέροχη μουσική του που ντύνει τις περισσότερες σκηνές. Δεν ξεχάστηκε, απλά η αναφορά του σε αυτό το σημείο κρίνεται ουσιαστικότερη και σίγουρα χαίρει καλύτερης “αντιμετώπισης” από τον αναγνώστη.


Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

Terminator Salvation (2009)

Υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι απολαμβάνουν τις ταινίες επιστημονικής φαντασίας περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο είδος. Για τους περισσότερους από αυτούς ο «Εξολοθρευτής» κρατάει μια περίοπτη θέση στη καρδιά τους μιας και ταυτίζεται με τα κινηματογραφικά παιδικά τους χρόνια (συμπεριλαμβανομένου και του γράφοντος). Από τον μεγάλο αυτό αριθμό ανθρώπων όμως, οι μισοί τουλάχιστον, ντρέπονται να παραδεχτούν την λατρεία τους δημοσίως, παρακολουθώντας τις περισσότερες φορές τα τεκταινόμενα στην κινηματογραφική πραγματικότητα μέσα από την κλειδαρότρυπα (μη συμπεριλαμβανομένου του γράφοντος).

Για όλους εμάς λοιπόν, το Salvation αποτελούσε μια από τις πιο αναμενόμενες ταινίες της χρονιάς και μάλιστα, χωρίς καν να νιώθουμε την ανάγκη να το χαρακτηρίσουμε ως «guilty pleasure» (τουλάχιστον όχι περισσότερο από άλλα κινηματογραφικά «σκουπίδια» που κατά καιρούς κάνουν την εμφάνισή τους από το πουθενά, ζητώντας το δικό τους κομμάτι από την πίτα).

Το Salvation βέβαια, εκτός από τα παραπάνω, έχει και μια ακόμα ιδιαιτερότητα. Είναι η πρώτη ταινία της σειράς όπου ο πολυκυνηγημένος John Connor των προηγούμενων επεισοδίων, έχει αποποιηθεί πλέον την εικόνα του “αδύναμου” ανθρωπάκου και έχει αναχθεί πια σε αυτό για το οποίο ακούμε (αλλά δεν βλέπουμε) από την πρώτη κιόλας ταινία, τον αρχηγό μιας επανάστασης ενάντια στις μηχανές, έναν θαρραλέο, γεμάτο αξιώσεις, ήρωα, πάνω στον οποίο βασίζεται (κυριολεκτικά) το μέλλον της ανθρωπότητας. Βέβαια, για το αν ο Bale ήταν ο ιδανικότερος για να ενσαρκώσει αυτό τον ρόλο, φορώντας το βαρύ όνομα του Connor, δεν είμαι βέβαιος, σίγουρα όμως η θυμωμένη μούρη του μοιάζει ικανή να κρύψει την όποια βαρεμάρα επικρατούσε στα πλατό κατά την διάρκεια των γυρισμάτων.

Το Terminator Salvation όμως, δυστυχώς, δεν μπορεί να σταθεί αντάξιο του μεγάλου ονόματός του.

Υπερβολικά γρήγορο, εντυπωσιακό σαν εικόνα και ακόμα πιο εντυπωσιακό σαν κόστος, μαγνητίζει το βλέμμα (και το αυτί) με τα γενναιόδωρα εφέ του και τα ακόμα πιο εφετζίδικα “ρομπότ” του, παρουσιάζοντας όμως το μέλλον που όλοι περιμέναμε να δούμε, σαν μια «σαλάτα» παλιότερων φουτουριστικών ταινιών, με λίγο πιο “συννεφιασμένη” ατμόσφαιρα, όπου άνθρωποι, μηχανές (και μηχανές!) συγκρούονται με overdose ταχύτητες και υπερβάλλοντα ζήλο, σε έναν αγώνα χωρίς αύριο ίσως, τόσο για αυτούς, όσο και για το ίδιο το franchise του “Εξολοθρευτή”.

Ο σκηνοθέτης McG (με ευκολία) καταφέρνει να μας αποδείξει ότι δεν είναι Cameron και η ανικανότητα του να χειριστεί όπως πρέπει την ιστορία, μας φέρνει αντιμέτωπους με μια τσιχλόφουσκα η οποία αφού πρώτα φουσκώσει (και τελικά) σκάσει, στη συνέχεια δεν αφήνει τίποτα πίσω της. Απολύτως. Η έλλειψη οράματος είναι εμφανέστατη, το “επιμελημένο” σενάριο μοιάζει με κακό ανέκδοτο που δυστυχώς το έχουμε ξανακούσει παλιότερα και η μεγάλη διάρκεια αναλώνεται σε ωκεανούς ψηφιακών εφέ, και υπερμεγέθεις-ανούσιες, “αψιμαχίες” μεταξύ των πολλών εμπλεκόμενων. Μόνο κοινό σημείο με το παρελθόν, το εξαιρετικό κεντρικό theme, μερικές κλασικές ατάκες, και ένα γνώριμο πρόσωπο, ικανό να προκαλέσει κάποια χειροκροτήματα στην αίθουσα με την (ψηφιακή έστω) εμφάνισή του στο πανί.

Αποτέλεσμα όλων, η ταινία να μοιάζει με άψυχο κατασκεύασμα το οποίο καπηλεύεται ένα πόλεμο που μαίνεται χρόνια τώρα, για να σύρει τον κόσμο στα ταμεία και να μεγαλώσει για άλλη μια φορά τα έσοδα των παραγωγών, χωρίς να έχει τίποτα να προσφέρει σε όλους εμάς που μάταια περιμέναμε μια (1) εξέλιξη της ιστορίας, και που δυστυχώς παρακαλάμε τώρα να έχουν τελειώσει όλα εδώ, μιας και η πολυπόθητη σωτηρία δεν φαίνεται πουθενά στον μαυρισμένο ορίζοντα. Σαν εφετζίδικη υπερπαραγωγή τοποθετημένη στο προσεχές μέλλον, με αρκετή υπομονή ίσως και να δουλεύει. Σαν Terminator όμως, έτσι όπως το μάθαμε και το αγαπήσαμε, στέκεται εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Κυρίως το δεύτερο...

Τεράστια απογοήτευση....

Chris Zafeiriadis


P.S.: Εκπληκτικός ο Sam Worthington του κροκοδειλένιου Rogue (o οποίος θα πρωταγωνιστεί και στο επερχόμενο Avatar του Cameron), εισαγωγική η Helena Bonham Carter και χαμένη στο σενάριο (δυστυχώς) η ταλαντούχα Bryce Dallas Howard, την οποία δεν χορταίνουμε να κοιτάμε. Επίσης δευτεραγωνιστεί και η Moon Bloodgood, καλλιτεχνικές φωτογραφίες της οποίας μπορείτε να δείτε εδώ, εδώ και εδώ...

Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

Coraline (2009)

Φρεσκομετακομισμένο κοριτσάκι με κοραλλί όνομα, ζει σε παράλληλο σύμπαν μια παράλληλη ζωή, με καθρεπτιζόμενους χαρακτήρες όπως αυτή θα τους ήθελε σε έναν ιδανικό για αυτή κόσμο. Σε αντίθεση πάντα με την πραγματικότητα η οποία έχει το προσόν να είναι πραγματική.

Το γεγονός ότι ο σκηνοθέτης Henry Selick έχει διδαχθεί από τον μέγιστο κινηματογραφικό παραμυθά της εποχής μας (Tim Burton) δεν θα πρέπει να αποτελεί κριτήριο για το αν η Coraline αξίζει μια θέση στη καρδιά σου, ούτε βέβαια και το όνομα του (άγνωστου στη χώρα μας) συγγραφέα που της έδωσε ζωή, μιας και πρόπερσι μια άλλη μεταφορά βιβλίου του μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι πολύ καλύτερο από αυτό που τελικά εξελίχθηκε. Αντίθετα, το Nightmare Before Christmas, η προηγούμενη ταινία του κ.Selick, θα έπρεπε τουλάχιστον να σε κάνει να στρέψεις το βλέμμα σου προς τη μικρή ατίθαση (animated) πρωταγωνίστρια.

Η Coraline είναι όπως όλα τα μικρά παιδιά, θέλει να παίξει, να γελάσει, να ανεμελιάσει, να γκρινιάξει. Οι συνθήκες όμως είναι τέτοιες που δεν την αφήνουν να “εκφραστεί” όπως πρέπει με αποτέλεσμα να κλείνεται στη βουβή μοναξιά της. Μια κρυφή πόρτα που ανακαλύπτει τυχαία μεταμορφώνεται σε δίαυλο επικοινωνίας με έναν παράλληλο κόσμο, ο οποίος λειτουργεί καθαρτικά για την μικρή, όπως θα λειτουργούσε και για όλους εμάς που, έχοντας σαν άτυπη δικαιολογία το νεαρό της ηλικίας μας, φανταζόμασταν τον κόσμο διαφορετικό, μέσα από τα μικρά, αθώα (και ανέμπειρα) μάτια μας. Η διαφορετικότητα αυτή βέβαια ήταν πάντα προς όφελος δικό μας, μιας και οι παράμετροι που μας αφορούσαν ήταν περιορισμένοι και η κατανόηση αυτών ελάχιστη. Για αυτό το λόγο και η αστείρευτη παιδική φαντασία (παρα)πλανάται σχετικά εύκολα...


Ωστόσο, τα όρια μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας καταρρέουν εντυπωσιακά, με αποτέλεσμα η Coraline να κάνει τις επιλογές της, απαξιώνοντας κάθε τι αληθινό, επιλέγοντας να απολαυσει μια δεύτερη ζωή. “I didn’t know I had an other mother” μαρτυράει η Coraline, “Everybody has one” ανταποκρίνεται περήφανα η other mother της, θυμίζοντας σε όλους εμάς ένα καλά κρυμμένο κομμάτι του εαυτό μας, σχεδόν ξεχασμένο στο χρόνο. Τα πράγματα πολλές φορές όμως δεν είναι έτσι όπως φαίνονται και όπως όλοι ξέρουμε (και έπρεπε να μεγαλώσουμε για να το μάθουμε) τίποτα σε αυτή τη ζωή δε χαρίζεται απλόχερα, τα πάντα έχουν ένα – τουλάχιστο - μοναδικό και ολοδικό τους τίμημα.

Τα μάτια, λένε, είναι ο καθρέπτης της ψυχής (μας). Στον παράλληλο κόσμο, τα μάτια έχουν αντικατασταθεί από κουμπιά, αποδεικνύοντας το άψυχο των φερόμενων τους. Σε έναν mist-ήριο κόσμο, γεμάτο εντυπωσιακά χρώματα & αρώματα, όχι τόσο αλλόκοτο όσο θα ήθελε ο σκηνοθέτης, ούτε τόσο μπουντρούμιασμένο όσο περίμενες εσύ (αν και σε στιγμές φλερτάρει έντονα με το μισοσκόταδο), η μικρή Coraline καλείται να πληρώσει ένα τίμημα μεγαλύτερο από αυτό που περίμενε, επαναπροσδιορίζοντας έτσι την ταπεινή ύπαρξή της και μαζί και αυτή του θεατή, που με αγωνία(?) παρακολουθεί την εξέλιξη (η οποία με τη σειρά της μοιάζει λίγο ελλιπής, ειδικά όσο πλησιάζει προς τη κορύφωση(?)).

Και αν τυχαίνει να είσαι και φίλος της λογοτεχνίας και ιδιαίτερα του φανταστικού (χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είσαι και βιβλιοφάγος), τότε ίσως να έχεις πέσει πάνω στο βιβλίο του Clive Barker που κυκλοφόρησε κοντά μια δεκαετία πριν το Coraline του Neil Gaiman (και που τον τίτλο δεν θα αναφέρω εδώ για ευνόητους ή μη λόγους) και ίσως τότε να νοιώσεις μια μικρή αδικία που εκείνο δεν πρόλαβε να γίνει πρώτο κινηματογραφική διασκευή. Αν δε, λάβεις υπόψη σου και την τρίτη διάσταση η οποία ξέχασε να έρθει στην Ελλάδα, τότε ίσως τοποθετήσεις την Coraline λίγο πιο κάτω από την κορυφή (την οποία σκόπευε ο δημιουργός).

Αν από την άλλη, δεν είχες ποτέ καμία σχέση με την ανάγνωση βιβλίων, ούτε ποτέ σε ενδιέφεραν το πολύπλοκα φινάλε και οι επιδέξιες ανατροπές, τότε το πιο πιθανό είναι να λατρέψεις τη ταινία ως έχει, ένα παιδικό (όχι όμως παιδαριώδες) παραμύθι, το οποίο σε στιγμές ενηλικιώνεται προσπαθώντας να μοιάσει σε κάτι ωριμότερο, καταλήγοντας τελικά στο ίδιο ακριβώς σημείο από το οποίο ξεκίνησε, μη μπορώντας να απαρνηθεί την καρτουνίστικη φύση του. Όλα αυτά (νιώθοντας) ως ενήλικας πάντα, διότι ως οτιδήποτε άλλο, το πιο πιθανό είναι να πιαστείς στον ιστό της, χαζεύοντας παράλληλα με ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη.

Chris Zafeiriadis