Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Arizona Dream (1993)

Στο αντίκρισμα του πρώτου πλάνου της ταινίας, μια απρόσμενη φωνή μέσα μας θα μπορούσε να πει μια και μόνο λέξη: “'Άσχετο”. Όμως, όταν μιλάμε για όνειρα τίποτα δεν είναι άσχετο, αλλά ακόμη και εάν φαίνεται έτσι, αξίζει να ψάξουμε τον λόγο ύπαρξης αυτής της πρώτης εντύπωσης, όχι μόνο επιδερμικά άλλα κυρίως ουσιαστικά. Κάποιος φαίνεται να το κάνει. Άσχετα ή μη, πολύπλοκα ή αστεία, ακραία ή “ανόητα” δεν έχει σημασία για τον Emir Kusturica, γιατί το μόνο που δείχνει να τον απασχολεί είναι να αποκαλούνται “Όνειρα”...

Ο Axel (ένας συνεσταλμένος νεαρός που ασχολείται με την καταμέτρηση των ψαριών), ο Leo (ένας μακρινός θείος που τον προσκαλεί για να παραβρεθεί στον επικείμενο γάμο του), η Elaine (μια μητέρα εγκατεστημένη “στην κοσμάρα της”) και η Grace (μια κόρη η οποία έχει πλήρη επίγνωση της “κοσμάρας” της μητέρας της) υπάρχουν, συναντιούνται, γνωρίζονται. Και δύο τινά μπορούν να συμβούν όταν γνωρίζονται άνθρωποι μεταξύ τους• ή να ταιριάξουν ή να μην ταιριάξουν. Εδώ όμως φαίνεται να συμβαίνουν και τα δύο ταυτόχρονα.

Ιδιαίτεροι χαρακτήρες - με ιδιαίτερες συμπεριφορές - , οι οποίοι όμως δεν δυσκολεύονται ιδιαίτερα να εκθέσουν τα κρυφά τους πάθη και όνειρα. Έχοντας λοιπόν ως βάση το έμφυτο χαρακτηριστικό του ανθρώπου να ποθεί και να ονειρεύεται, η ταινία αυτή σκαλίζει τα ευαίσθητα κομμάτια του κάθε χαρακτήρα που έχει την ανάγκη να πιαστεί από κάποιον δυνατότερο που θα τον κρατήσει μακριά από όλους εκείνους τους λόγους που δεν τον αφήνουν «ελεύθερο». Ο κάθε ένας βλέπει στα μάτια του άλλου την προσωπική του σωτηρία, το μέσον για να πραγματοποιήσει την βαθύτερη επιθυμία του - ακόμα και την πιο ακραία• να ζήσει κάπου αλλού, να αγαπηθεί, να πετάξει μακριά. Ο Axel, ως ένας υπέρ-ευαίσθητος νέος ο οποίος αφουγκράζεται τα όνειρα των ψαριών, θα «ακούσει» και τα όνειρα των υπολοίπων και θα γίνει - άθελά του - ο πόλος έλξης, ο απρόσμενος εκείνος άνθρωπος που όλοι θέλουν να έχουν στην ζωή τους, ο καθένας με τον δικό του - ιδιαίτερο πάντα – τρόπο.

Δεν είναι όμως τόσο το θέμα του ονείρου που συγκινεί, όσο ο τρόπος που αυτό αποδίδεται. Το Arizona Dream, μέσα από τους "λασκαρισμένους" χαρακτήρες τους (οι οποίοι ζουν την προσωπική τους "τρέλα" στο μελαγχολικό τοπίο της ερήμου) σε παρασύρει να τους παρακολουθήσεις να τους ψάξεις. Αλλά προσοχή, αυτό είναι εφικτό εφόσον και εάν μπορείς να τους νιώσεις. Το - ίσως όχι τυχαία - μοναχικό σκηνικό από μόνο του ενισχύει την σχεδόν εμμονική ερημιά των ηρώων οι οποίοι από την μία νιώθουν έντονη την ανάγκη της συντροφικότητας και από την άλλη την επιθυμία να κλειστούν ερμητικά στον εαυτό τους, προσπαθώντας να εξισορροπήσουν την διαφορετικότητα που τους κυριεύει. Αλλά όταν ενυπάρχουν τόσες αντιφατικές συμπεριφορές, αναπόφευκτα συγκρούονται, άλλοτε ελεγχόμενα, τις περισσότερες όμως φορές ανεξέλεγκτα...

Η ιδιότυπη σκηνοθετική ματιά του Kusturica (ενός μη Αμερικανού που επιλέγει να αποδώσει το όνειρο μέσα από μια αμερικάνικη ταινία), δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε λιγότερο από ένα ηλιοκαμένο και ιδιόμορφο παζλ με τόσο διαφορετικά και ανόμοια μεταξύ τους κομμάτια, που όμως φαίνεται να κολλάνε τόσο απόλυτα μεταξύ τους. Όλη η δημιουργική του «τρέλα» βγαίνει στην επιφάνεια, εκφραζόμενη μέσα από σουρεαλιστικές λεπτομερειακές εικόνες ανέμελων Εσκιμώων, περιφερόμενων χελωνών, αυτοσχέδιων ιπτάμενων μηχανών και παράφωνων ακορντεόν, τις οποίες κεντά ο Goran Bregovic με τις έθνικ μελωδίες του, επιβεβαιώνοντας την σκέψη ότι σε αυτήν την ταινία καμιά επιλογή δεν είναι τυχαία.

Το Arizona Dream δεν είναι μια ταινία για όλα τα γούστα, δεν είναι όμως και απρόσιτη. Προσωπικά διαχρονικά αγαπημένη, σου δίνει την ελευθερία να την πλησιάσεις όσο εσύ θέλεις, καλλιεργώντας παράλληλα μια κρυφή επιθυμία να κάνεις ένα ταξίδι στα δικά σου σαλεμένα όνειρα. Δεν έχει σημασία πόσες φορές θα δεις μια ταινία για να την αγαπήσεις, πόσες φορές θα κοιτάξεις κάποιον για να τον ερωτευθείς, αλλά ούτε κι αν ονειρεύεσαι ψάρια και με τα δυο τους μάτια από την μία πλευρά να πετάνε νωχελικά στον αέρα. Σημασία έχει τι χαράζει μέσα σου η κάθε εμπειρία και πόσο σε κάνει να νιώθεις ζωντανός.
And as - cranky & hypnotic - Iggy sings:
“In the death car we are alive...”


Πηνελόπη Παπαδοπούλου

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Laura (1944)

Ο Laura είναι όμορφη. Όχι πρόστυχη ή χυδαία, απλά όμορφη. Η Laura είναι όμως και έξυπνη. Όχι σοφιστικέ ή δήθεν, απλά έξυπνη. Σοβαροφανής αλλά με χιούμορ, ευφυής αλλά με περιπαιχτική διάθεση, μαγνητίζει τους πάντες με την ζωντάνια, την ομορφιά και την χάρη της. Οι άνδρες την θαυμάζουν, οι γυναίκες την ζηλεύουν. Όλοι όμως θέλουν να βρίσκονται κοντά της. Όλοι θέλουν να κλέψουν λίγο απ’ τον ενθουσιασμό τής παρουσίας της, τον δυναμισμό τής νιότη της. Τώρα η Laura είναι νεκρή. Somebody shot her in the face. Laura is no longer beautiful.........

Στον αστερισμό των noir, στη γκριζωπή απόχρωση αυτών των εγκλημάτων, η Laura ξεχωρίζει τόσο για την σκηνοθετική της αρτιότητα όσο και για την σεναριακή της ασυνήθεια. Δεν είναι τόσο η σχεδόν ευθεία ταύτιση της ταινίας με την χρυσή εποχή που το είδος ευδοκίμησε και άνθισε, αλλά η στάση που επι-κράτησε στο πέρασμα του κριτικώς αλάθητου χρόνου. Μέσα στη Laura βρίσκονται όλα εκείνα τα συστατικά που χαρακτηρίζουν μια τέτοια παραγωγή, στην πιο λιτή αλλά ουσιαστική μορφή τους, ικανά να σε κάνουν να αγαπήσεις ένα ολόκληρο cinema, χωρίς καν να χρειάζεται να το γνωρίσεις.

Η ιστορία της Vera Caspary βοηθάει από μόνη της τον Otto Preminger να αναπτύξει ένα ακαταμάχητα ερωτεύσιμο και ανθρωπίνως σπάνιο – φονευθέν πάντα – πορτραίτο. Το απλό αλλά άρτια εκτελεσμένο έγκλημα που συντελείται δεν θα λυθεί με την «ευκολία» της λογικής της διερεύνησης και της εικασίας από τον «λύτη» θεατή, αλλά θα του χαρίσει απλόχερα μια φαινομενικότητα που υποστηρίζεται από την σεναριακή εξυπνάδα της ανατρεπτικής πλοκής, κυρίως από την μέση της ταινίας και μετά. Ωστόσο ο Preminger δεν μένει μόνο εκεί.

Αλαζόνες μεγαλοαστοί, ραδιούργοι ζιγκολό, φθοροποιοί αριστοκράτες, δολοπλόκοι είρωνες και ένας ασταθώς πανούργος (αλλά ρομαντικά ευγενικός εκεί που πρέπει) ντετέκτιβ αποτελούν τον περίγυρο της (παράταιρης) Laura. Κομψότητα και γούστο ισορροπούν με την απληστία και την ζηλοφθονία, άνθρωποι αφοσιωμένοι στα πανύψηλα διαμερίσματα της νεοϋορκέζικης ζωή τους, ευτυχισμένοι (αλλά τελικά μόνοι) στα φωτισμένα τους δωμάτια με τα ψηλά ρολόγια και τα φτηνά liqueurs. Και το ασπρόμαυρο του φόντου εδώ μοιάζει να τους πηγαίνει πιο πολύ από ποτέ.

Μπορεί η συνεισφορά του Preminger να συνεχίστηκε την αμέσως επόμενη χρόνια με το εξίσου αναγνωριστικό Fallen Angel, είναι η Laura όμως που τον καθιέρωσε και του χάρισε την αναγνωρισιμότητα και την διαχρονική αξία του. Και είναι η Laura που μαζί με τα υπόλοιπα «πρώτα» της εποχής (The Maltese Falcon, Murder my Sweet, Double Indemnity, The Woman in the Window) μετέτρεψαν την μορφή του Αμερικανικού noir σε παγκόσμιας εμβέλειας κινηματογραφικό είδος, φέρνοντάς το πρώτα πρώτα από την άλλη άκρη του ατλαντικού, στο απαιτητικό Γαλλικό κοινό που κοιτούσε με περιέργεια από την κλειδαρότρυπα.

Η Laura είναι από εκείνα τα noir που – στην εποχή του - έφεραν το είδος στην επικαιρότητα και έκαναν πολύ κόσμο να στρέψει το βλέμμα του σε αυτό το «κάτι νέο» που ζυμωνόταν από καιρό. Ή για να το πω ακόμα καλύτερα ως μεταγενέστερος, η Laura είναι από τις ταινίες που έχουν την δυνατότητα να βγάλουν ένα ολόκληρο και καλά κρυμμένο (πια) cinema από την αφάνεια και την άγνοια των επόμενων γενεών. Ταινίες σαν την Laura βγαίνουν πολύ σπάνια σήμερα. Όχι γιατί δεν υπάρχουν ικανοί σκηνοθέτες, αλλά γιατί δεν υπάρχουν γυναίκες για να τους εμπνεύσουν.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Drag Me to Hell (2009)

Ο Raimi, τα Δαιμόνια, η εκπνοή των ‘00s και το καταραμένο άσθμα μιας γριάς μπαμπέσας που σέρνει τον χορό.

Η αλήθεια είναι ότι ο περισσότερος κόσμος ανα-γνωρίζει τον Sam Raimi από τις τελευταίες comic-o-τραγικές δουλειές, της τελευταίας δεκαετίας, άντε και λίγο πιο πίσω. Και πως να μην το κάνει άλλωστε την στιγμή που οι πρώτες (και πιο αναγνωρίσιμες) ταινίες του όχι απλά ήταν τελείως διαφοροποιημένες από τις επόμενες, αλλά αφορούσαν και είχαν τελείως διαφορετικούς αποδέκτες. Χωρίς (εμφανή) πρόθεση θριαμβολογίας, το παρόν κείμενο (μοιάζει να) αφορά περισσότερο εκείνους που γνωρίζουν (την) ιστορία, παρά όλους τους υπόλοιπους. Ωστόσο...

...Θα ήταν τουλάχιστον άδικο (αν όχι αφελές) να προσπαθεί κάποιος να συγκρίνει άμεσα το Drag me to Hell με το παρελθόν του σκηνοθέτη. Άλλες εποχές τότε, άλλοι άνθρωποι. Και ο Raimi τελείως διαφορετικός, απενοχοποιημένος από πρέπει, μεγάλες συμφωνίες και ακριβά studios. Σήμερα έχει όνομα, έχει καριέρα και πρέπει να φανεί αντάξιος όλων αυτών που τον περιβάλουν. Τουλάχιστον μέχρι ένα βαθμό (Ένα Απλό Σχέδιο ποτέ δεν είναι αρκετό για να αναλάβει κάποιος το "βαρύ" franchise του αραχνάνθρωπου). Ωστόσο, η επιστροφή του στο είδος που τον ανέδειξε και που ο ίδιος μοιάζει να αγαπάει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μόνο χαμόγελα μπορούσε να φέρει στα πρόσωπα των οπαδών.

Σαν δαιμονισμένη ιστορία τρόμου βγαλμένη από την παλιά καλή σχολή του χτες αλλά τοποθετημένη στο ευφάνταστο σήμερα, το Drag Me to Hell μοιάζει να ξεπήδησε από τις σελίδες ενός αυθεντικά σατανικού comic, όχι απόλυτα σκοτεινού, ούτε όμως και τρομερά πε-φωτισμένου. Χρησιμοποιώντας με χειρουργική ακρίβεια όλα τα κλισέ του είδους (πράγμα το οποίο ούτε στο ελάχιστο ενοχλεί), μετατρέπεται στο απόλυτο demon-movie, τρομερά απολαυστικό για την αφέλεια & το χιούμορ του αλλά και ακαταμάχητα ένοχο για τα ανεξάντλητα τρομάγματα που προσφέρει, πράγμα που είναι και ο σκοπός του, για να μη ξεχνιόμαστε.

Το είδος δεν μπορεί να επαναπροσδιοριστεί, μπορεί όμως να ανανεωθεί - μέσα από τον εαυτό του. Κολασμένες φιγούρες, φωνές από το υπερπέραν, ψαλμωδίες, μαύρη μαγεία, κατάρες, τελετές, κατσίκες, δαιμονισμοί, εξορκισμοί, evil dances, a gypsy old woman και μια υποβόσκουσα ειρωνεία για την δια-μορφωμένη κοινωνία και την εξιδανικευμένη μας πραγματικότητα, συνθέτουν αυτό το σαλιωμένο requiem που χορεύει η όμορφη Christine (καθόλου τυχαία επιλογή ονόματος) παλεύοντας να σώσει την ψυχή της, την οποία είχε αλλά έχασε όταν η υπευθυνότητα της τραπεζοϋπαλληλικής θέσης που κατέχει την αναγκάζει να πάρει μια παραβολικά και αμφισβητήσιμα λάθος απόφαση.

Εν μέσω μιας διφορούμενης οικονομικής κρίσης και δεδομένου του σνομπαρίσματος που επρόκειτο να επι-δεχτεί η ταινία (λόγω της φύσης της, καθαρά), ο - πάνω απ’ όλα - fan Raimi πατάει το γκάζι στο τέρμα χρησιμοποιώντας την εξυπνάδα, τα πάθη και τις κρυμμένες εμμονές του, και δίχως καν να σοκάρει με κάποιο ματωμένο περιεχόμενο (όπως συνηθίζεται τελευταία), δημιουργεί ένα fan-made τρομο-κράτημα, μπολιασμένο με μια συνεχή αίσθηση αγωνίας, φόβου και αφέλειας. Και η αλήθεια είναι ότι δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα ο άτιμος.

Το Drag Me to Hell, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες. Η πρώτη θέλει τον Raimi να τραβάει το βλέμμα του νεανικού - και όχι μόνο - κοινού (μαζί με ό,τι συνεπάγεται αυτό) προς το μέρος του, δημιουργώντας φασαρία, αναστάτωση και ντόρο. Η δεύτερη τον δείχνει κατακλυσμένο από νεανική αφέλεια, ζήλο και αυθορμητισμό, να προσπαθεί να δημιουργήσει όπως αυτός πιστεύει και αγαπά, αναλογιζόμενος το (βαθύ) παρελθόν και φέρνοντάς το στο (απαιτητικό) παρόν. Και στις δυο περιπτώσεις είμαστε τελείως μαζί του και επικροτώντας στο full, χαλαρώνουμε, γουστάρουμε και χειροκροτούμε για μια από τις πιο γαμηστερές ταινίες της χρόνιας. Τα βιολιά ξεκίνησαν να παίζουν, Avanti Maestro…

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

Bad Taste (1987)

“I must impress upon you the importance of remaining in human form, no matter how awkward, uncomfortable and ugly it makes you feel.”

Ούτε ο ίδιος ο Jackson δεν περίμενε ότι η χάρη τού αρχικά δεκάλεπτου Roast of the Day (το οποίο γύριζε με ερασιτεχνικά μέσα στα πλαίσια ενός τοπικού διαγωνισμού ερασιτεχνικών film μικρού μήκους της Νέας Ζηλανδίας) θα έφτανε τόσο μακριά στον χωροχρόνο. Μέσα από κακουχίες, αναποδιές, ευτράπελα και ύποπτες συνομωσίες, το σενάριο αλλοιώνεται, η διάρκεια μεγαλώνει και το όλο project υιοθετεί το τωρινό του όνομα, έτοιμο για world wide distribution.

Περισσότερο κωμωδία (ή καλύτερα παρωδία) παρά οτιδήποτε άλλο, το ολοκληρωμένο ντεμπούτο του (εκκολαπτόμενου μέχρι τότε) Peter Jackson χαρακτηρίζεται σαν το αποτέλεσμα των πολλών επιρροών που είχε ο (καταξιωμένος πια) σκηνοθέτης από το cinema του φανταστικού (και όχι μόνο). Επιπλέον το Bad Taste φέρνει εις πέρας ένα δύσκολο έργο πολλών χρόνων, σκληρής δουλειάς και αστείρευτης επιμονής του δημιουργού του.

Γνωρίζοντας από πολύ μικρός τον κινηματογράφο και μεγαλωμένος με τα monster movies της Universal και της Hammer τα οποία λάτρευε, ο Jackson έδειξε το πρωτόγονο ένστικτο του οραματιστή κινηματογραφιστή από νωρίς. Νιώθοντας έντονη την ανάγκη τόσο της δημιουργίας όσο της ικανο-ποίησης, καταφέρνει να μαζέψει ένα all male cast αποτελούμενο κυρίως από (το ίδιο τρελαμένους) φίλους και γνωστούς, και γυρίζει το δικό του film με εξωγήινους εισβολείς, δημιουργώντας τελικά όχι το πιο αναγνωρίσιμο b-movie των 80ς, αλλά ένα από τα πιο καλοφτιαγμένα και μερακλίδικα ντεμπούτα ever.

Το ανώριμο σχετικά σενάριο, διαμορφώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε οι χοντράδες και οι αφέλειες όχι απλά δεν ενοχλούν αλλά, από ένα σημείο και μετά θεωρούνται και απαραίτητες. Οι εξωγήινοι έχουν έρθει στη γη για να μαζέψουν ανθρώπινη σάρκα για αλυσίδα fast food του πλανήτη τους. Μια ομάδα αποτελούμενη από high-trained professionals ονόματι AIDS (Astro Investigation & Defence Service) καταφθάνουν για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Εννοείται πως κανείς δεν παίρνει τίποτα στα σοβαρά εκτός από τον ίδιο τον Jackson o οποίος δείχνει πρωτοφανή ζήλο και επαγγελματισμό για την ολοκλήρωση της ταινίας.

Με περίσσιο στιλ, αχόρταγη άποψη και .....τρομερή γεύση, το Bad Taste δεν σταματά πουθενά. Τρομερές ατάκες πάνε και έρχονται συνεχώς, τα λογοπαίγνια άπειρα, το χιούμορ αστείρευτο και οι σινεφιλικές αναφορές παρούσες καθόλη της διάρκεια της ταινίας. Πάνω απ όλα όμως το Bad Taste είναι splatter. Κεφάλια ανοίγουν, μυαλά κρέμονται, τσεκούρια ακρωτηριάζουν ανθρώπινα μέλη, πρόβατα ανατινάζονται. Μέσα σε όλα αυτά, οι παπατοκέφαλοι, με κρεμάμενες κοιλιές και τουρλωμένα κωλομέρια, εξωγήινοι του Jackson μοιάζουν σαν να ήρθαν πραγματικά από το διάστημα με άγριες διαθέσεις.

Τι και αν σε στιγμές το αποτέλεσμα δεν ήταν το επιθυμητό? Τι και αν κάπου χάνεται η μπάλα με τα ατελείωτα gunfights και τους ακόρεστους παλιμπαιδισμούς? Οι αναπόφευκτοι ερασιτεχνισμοί και τα αναμενόμενα λάθη δεν στάθηκαν ικανά να ανακόψουν την πορεία του film που για ολοκλήρωσή του χρηματοδοτήθηκε τελικά από το ("ανοιχτόμυαλο" όπως αποδείχθηκε) κέντρο κινηματογράφου της Νέας Ζηλανδίας.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν πως αυτός ο άνθρωπος κατάφερε να γίνει ένας από τους πιο ακριβοπληρωμένους και περιζήτητους σκηνοθέτες της εποχής μας. Ούτε είναι τυχαίο ότι κάθε βήμα του και υπογραφή αποτελεί είδηση και λαχτάρα για τους αμετανόητους κινηματογραφόφιλους (και όχι μόνο-επιτέλους) σε ολόκληρο τον κόσμο. Το Bad Taste είναι η επιμονή, το μεράκι και το ταλέντο ενός σπουδαίου και πανέξυπνου ανθρώπου, μετουσιωμένα σε τέχνη. Είναι η καλλιτεχνική ελευθερία του Jackson. Με το Bad Taste… he is born again


Chris Zafeiriadis