Τετάρτη, 20 Ιανουαρίου 2010

Avatar (2009)

“Outstanding”

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, από πολύ μικρό ακόμα, οι ταινίες επιστημονικής φαντασίας είχαν πάντα κάτι το ξεχωριστό, κάτι το απροσδιόριστα γοητευτικό, κάτι που με έκανε να τις αναζητώ, να τις χαίρομαι. Και τελικά, να τις αγαπώ. Μετά όλοι μεγαλώσαμε, αλλάξαμε, διδαχτήκαμε, είδαμε τον κόσμο όπως πραγματικά(?) είναι και σταματήσαμε να πιστεύουμε στα παραμύθια. Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου ως ενήλικα, ελάχιστες ήταν οι φορές που βλέποντας μια ταινία (ανεξαρτήτου είδους) ένιωθα και πάλι σαν μικρό παιδί, με την ανεμελιά, την άνεση και την ευκαιρία που μου έδινε κάθε προβολή να χαίρομαι όπως τότε. Δεν έχει αλλάξει ο κινηματογράφος επ’ουδενί. Εμείς όμως άρδην.

Αρχίζω να μακρηγορώ όμως και δεν είναι σωστό.

Περισσότερο φαντασίας και λιγότερο επιστημονικής, το Avatar ενοχοποιείται περισσότερο για αυτά που είναι και λιγότερο για αυτά που δεν είναι, λατρεύεται και κατηγορείται από οπαδούς και πολέμιους και μάλιστα για τους ίδιους ακριβώς λόγους. Από την μία υπάρχουν αυτοί που το λάτρεψαν, οι οποίοι μαγεμένοι από τα χρώματα που σχεδόν άγγιζαν μπροστά τους, το εκθειάζουν υπερασπίζοντας όλα αυτά για τα οποία (δια)φημίζεται. Έπειτα υπάρχουν και οι άλλοι, αυτοί που δεν το λάτρεψαν, οι οποίοι όμως μοιάζουν επίσης θαμπωμένοι από την τεχνολογία του και που δυστυχώς το κατακρίνουν για τους δικούς τους λάθους λόγους. Η αλήθεια δεν κρύβεται κάπου στο ενδιάμεσο αλλά μέσα στον καθένα μας ξεχωριστά. Διότι το Avatar ήρθε όχι για να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε σινεμά (πράγμα που στη τελική το καταφέρνει), αλλά να μας παρουσιάσει έναν θαυμαστό καινούριο κόσμο, τον οποίο σίγουρα φθονούμε αλλά ποτέ δεν θα έχουμε.

Πέρα από το εντυπωσιακό οφθαλμόλουτρο και τα πολύχρωμα δάση, τις σεναριακές επιπολαιότητες και τις αποθεωτικά επικές σκηνές μάχης, η ιστορία που χτίζεται εδώ αφήνει να εννοηθούν πολλά περισσότερα από τα προφανή αδιάσειστα στοιχειώδη αναγνώσιμα πρώτα συμπεράσματα. Για να τα αντιληφθείς όμως πρέπει να αφήσεις για λίγο το δικό μας κόσμο και τον δικό μας τρόπο σκέψης, να πάρεις το δικό σου avatar και να προσπαθήσεις έστω και για λίγο να μπεις στο περιβάλλον της Pandora, να γίνεις ένας από τους γαλάζιους Na’vi. Και ο Cameron σου δίνει την δυνατότητα να το κάνεις αυτό. Ακόμα και χωρίς γυαλιά.


“There is nothing that we have that they want”

Στην μέχρι τώρα διαγαλαξιακή μας ιστορία, οι εξω-γήινοι ήταν αυτοί που, ως επί το πλείστον, επισκέπτονταν τον πλανήτη μας, άλλοτε φιλικοί και με ειρηνικές διαθέσεις επικοινωνίας και άλλοτε απόλυτα εχθρικοί, έτοιμοι να μας εξολοθρεύσουν. Εμείς από την άλλη ήμασταν πάντοτε επιφυλακτικά περίεργοι μαζί τους (μιας και δεν δίνουμε πια εύκολα το χέρι μας σε κάποιον άγνωστο). Τώρα όμως όλα αυτά έχουν αλλάξει, ανήκουν στο παρελθόν. Αναλογιζόμενοι την ελλιπή (πια) προσφορά του δικού μας κόσμου, αφήνουμε το δυσαρμονικό μας εγώ και με την υπεροψία μας στο full εισβάλουμε σε ένα ξένο αλλά πάντα αναλώσιμο για εμάς περιβάλλον, με μοναδικό σκοπό να ικανοποιήσουμε τα προ-υπάρχοντα από την φύση μας πάθη, αναζητώντας κάτι που για τους φυσικούς κατοίκους της Pandora δεν έχει καμία αξία.

Και εδώ είναι που ο μέγας Cameron σχολιάζει, όχι μεμονωμένα την χώρα που ζει, αλλά το ανθρώπινο είδος στο σύνολό του. Το μήνυμα δεν είναι αντιαμερικανικό, ούτε αντιιμπεριαλιστικό. Είναι όμως ξεκάθαρο. Καταγγελτικό απέναντι σε όλους μας. Εδώ και αιώνες βαδίζουμε σε ένα μονοπάτι ανάπτυξης και ευημερίας. Όμως ο δρόμος που διαλέξαμε δεν είναι ο μοναδικός. Είναι όμως μονόδρομος πια. Οι Na’vi από την άλλη δεν έχουν τίποτα κοινό με εμάς και δεν ταυτίζονται με τις αξίες και τους πολιτισμούς μας. Με κανέναν μας. Απόλυτα εναρμονισμένοι με την φύση (τους) και αναπτυγμένοι με έναν ολότελα διαφορετικό τρόπο, παραμένουν ασφαλείς στον πλανήτη τους, στην «αγκαλιά» της «μητέρας» τους. Όπως ήμασταν κάποτε όλοι μας. Παρόλα αυτά δεν μπορούμε να τους δούμε όπως πρέπει και αφήνουμε την παρωπιδική μας όραση να κοιτάει μόνο τον (φαινομενικά) μινιμαλιστικό εξ-οπλισμό και το (εντυπωσιακό) γαλάζιο χρώμα τους. Και εισβάλουμε. Η σύγκρουση των δύο λαών φέρνει την φύση στα όρια της και αυτή με την σειρά της επεμβαίνει για να επέλθει η ισορροπία. Χωρίς να κρίνει και χωρίς παίρνει το μέρος κανενός. Όπως πρέπει.

Η υπεροψία μας όμως δεν περιορίζεται μόνο στις προθέσεις τις εισβολής μας. Δυστυχώς έχει απλωθεί και στην κριτική μας. Το Avatar δεν είναι το μέλλον του σινεμά, είναι το παρόν και (μας) δείχνει τον δρόμο. Όμως στις μέρες μας έχουμε μάθει να κρίνουμε με αντικειμενικά κριτήρια και λεξικολογικούς ορισμούς, μιλώντας πάντα με αυστηρούς επικοινωνιακούς όρους. Μάθαμε περισσότερο να μιλάμε με κομπλεξισμό και λιγότερο να απολαμβάνουμε με την καρδιά μας τα απλά πράγματα. Ο Cameron εδώ καταφέρνει κάτι πολύ σπάνιο και σημαντικό. Να γυρίσει τον χρόνο πίσω, να μας πάει ξανά στο τότε. Όταν το γοητευτικό συναντούσε το ξένο και η αγνότητα την επιθυμία της αναζήτησης. Από όλους εμάς που ασπαζόμαστε τις αξίες και τα πάθη του δημιουργού, εκ μέρους όλων. Ευχαριστούμε…

Chris Zafeiriadis

P.S.: …ακόμα και αν είναι μόνο για τρεις ώρες…

Δευτέρα, 11 Ιανουαρίου 2010

When Harry Met Sally... (1989)

"- Harry, we are just going to be friends.
- Great, friends, the best thing…"

Όταν ο Harry γνώρισε τη Sally, ήταν λίγο έξω από ένα πανεπιστήμιο, «εξυπηρετώντας» αμφότεροι δια-προσωπικά (οικονομικά) συμφέροντα και «ανταλλάσσοντας» θα έλεγε κανείς, εμπιστοσύνη, όπως δύο άγνωστοί νέοι που μοιράζονται ένα μακρύ ταξίδι με το αυτοκίνητο. Κανείς όμως (ούτε και οι ίδιοι) δεν περίμενε ότι η αρχική αυτή, ιδιοτελής γνωριμία τους, θα κατέληγε σε μια (κινηματογραφική) σχέση η οποία συζητιέται, αναλύεται και τελικά βρίσκει ανταπόκριση σε τόσο μεγάλο αριθμό ανθρώπων, ακόμα και δεκαετίες μετά την πρώτη της εμφάνιση στο λευκό πανί. Διότι τέτοιοι άνθρωποι υπήρχαν, και θα υπάρχουν πάντα σε κάθε εποχή, σε κάθε μέρος του κόσμου. «Αναπόφευκτα».

Η ιστορία των δύο, όσο μικρή, προσωπική ή σεναριακά φιλοεμπορική και αν φαίνεται αρχικά, χτίζεται αργά (ή και πιο γρήγορα σε στιγμές) μέσα από ερωτήματα και προβληματισμούς του σύγχρονου κόσμου (μας), πατώντας όμως σε ένα από τα βασικότερα ένστικτα του ανθρώπου, την αρμονική συναισθηματική επιβίωση. Μια συναισθηματική επιβίωση αναγκαία για την ψυχή και το σώμα, αιώνια επιδιωκόμενη και επικίνδυνα ταυτόσημη με την δια-χρονική μας ύπαρξη.. Την ίδια συναισθηματική επιβίωση που ενίοτε μας κάνει να μουλαρώνουμε και άλλοτε να τρέχουμε σαν τρελοί, αδυνατώντας τις περισσότερες φορές να εξηγήσουμε τις ίδιες μας τις πράξεις.

Όταν ο Harry γνώρισε τη Sally, δύο τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες έκαναν την εμφάνισή τους. Ανεξάρτητοι και οι δύο, έμοιαζαν (να θέλουν) να ξέρουν όχι μόνο τους εαυτούς τους αλλά και όλο τον υπόλοιπο κόσμο και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί και αναπτύσσεται. Από την μία «αυτή», αξιαγάπητη, ρομαντική, έξυπνη, ψιλοσυντηρητική σε σημεία και πάντα αισιόδοξα περήφανη (“basically a happy person”), και από την άλλη «αυτός», νευρωτικός, πολυλογάς, ενίοτε εξυπνάκιας, αλάνι της εποχής (του) και του περιβάλλοντος (του), έχοντας πάντα γνώμη για το καθετί. Η μία σκέφτεται και μετά πράττει, ο άλλος πράττει και μετά σκέφτεται αυτά που έπραξε – η μεγάλη αλήθεια των δύο φύλων.

Η διαφορετική αντιμετώπιση της πραγματικότητας, η διαφορετική στάση ζωής, και ο μερικά αντίθετος τρόπος σκέψης, είναι μεν συστατικά που θα μπορούσαν να αποτρέψουν μια μακροχρόνια γνωριμία και – κατ’ επέκταση – μια εν δυνάμει σχέση, η ουσία της ιστορίας του Harry και της Sally όμως δεν εντοπίζεται στην αμφιλεγόμενη φιλική σχέση μεταξύ δύο ετερώνυμων ανθρώπων και η μετατροπή της σε σεξουαλική. Ούτε καν το ερώτημα μεταξύ φιλίας και έρωτα το οποίο τίθεται. Γιατί μέσα από τον εγωισμό, τις αντιπαραθέσεις και τις εξομολογήσεις τους, θέτονται, λέγονται και αποκαλύπτονται ερωτήματα και πραγματικότητες, τα οποία κάτω από τα τους νευρωτικούς διαλόγους και την οποιαδήποτε σεναριακή (ή μη) παραδοξότητα, καταλήγουν σε ένα βασικό και άκρως ανθρωπιστικό συμπέρασμα, αναλλοίωτο στο χρόνο, και τόσο επαναλαμβανόμενο όσο και η ίδια η ζωή.

Διότι, ο κινηματογράφος έχει αποδείξει ότι μπορεί αν θέλει να μιλήσει την γλώσσα της ζωής, λέγοντας την δική μας αλήθεια. Από το Lady Vanishes και την Casablanca μέχρι τον ίδιο τον Harry και την Sally, μακριά από ταμπέλες και καταστάσεις, μπορεί η ανομοιότητα των ανθρώπων να τονίζεται και να χρησιμοποιείται (άμεσα ή έμμεσα) για να χτιστούν σχέσεις, ιστορίες και πρωταγωνιστές, βασίζει όμως την αποδοχή (άμεση ή έμμεση και αυτή) και την διαχρονικότητα του στην ειλικρίνεια. Ελλείψει αυτής, οποιαδήποτε μορφή σχέσης είναι - και θα είναι πάντοτε - καταδικασμένη. Ειλικρίνεια στους διαλόγους και τις εικόνες, στις λέξεις και τα βλέμματα (μας). Την ίδια ειλικρίνεια που αποπνέουν τα λόγια των ηλικιωμένων ζευγαριών στα διαλείμματα της ταινίας, μαρτυρώντας σεβασμό, αγάπη και συναισθηματική πληρότητα του εγώ.


“Then the world discovers – As my book ends
How to make two lovers – Of friends….”

Chris Zafeiriadis


Αφιερωμένο σε ένα ζευγάρι φίλων οι οποίοι γνωρίστηκαν, φιλήθηκαν, πήραν πτυχίο και τελικά - μετά από μερικά χρόνια - ανακάλυψαν ότι πρέπει να είναι μαζί. Ευτυχώς ευτυχισμένοι. Καιρός να ανεβαίνετε προς τα πάνω, δε νομίζετε?