Παρασκευή, 18 Ιουνίου 2010

Earth vs. the Flying Saucers (1956)

Θα ταξιδέψω λίγο προς τα πίσω. Θα μπω στο δικό μου διαστημόπλοιο και θα μεταφερθώ στην προσωπική μου αγαπημένη δεκαετία επιστημονικής φαντασίας. Τότε που οι εξωγήινοι και τα σκάφη τους δεν είχαν χρωματιστεί ακόμα, τότε που ο πλανήτης μας άρχισε να απειλείται ανοιχτά από το άγνωστό του ουρανού, τότε που το κοινό αγκάλιασε αυτό το ευρέως αποδεκτό νέο είδος.

Το Earth vs. the Flying Saucers εμφανίστηκε στη μεγάλη οθόνη την χρυσή (ή μήπως πρέπει να πω ασημένια, λόγω χρώματος) εποχή του αμερικάνικου sci-fi. Αν όμως έπρεπε να διαλέξω την καλύτερη ταινία της εποχής, σίγουρα δεν θα διάλεγα την συγκεκριμένη. Αλλά σε τέτοιες ταινίες δεν χωράει κρίση-κριτική, τουλάχιστον όχι έτσι όπως νοείται σήμερα. Διότι για να φτάσει κάποιος να διαβάζει και να λαμβάνει υπόψη ένα τέτοιο κείμενο αναφερόμενο σε μια τέτοια ταινία, έχει ήδη κάνει τη δική του έρευνα στο είδος, έχει ήδη καταλήξει τι του αρέσει και τι όχι, γνωρίζοντας τι να περιμένει και τι να απολαμβάνει σε μια τέτοια προβολή. Οπότε και μια παραδοσιακή κριτική το πιο πιθανό είναι να μη τον αγγίζει καν.

Χωρίς καμία προειδοποίηση (όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές) τα αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενα αντικείμενα που εισέρχονται στην ατμόσφαιρά της γης μεταφέρουν τους επιζώντες ενός διαλυμένου ηλιακού συστήματος (μια μικρή υπενθύμιση ότι και τα ηλιακά συστήματα έχουν διάρκεια ζωής), «επισκέπτες» για εμάς, οι οποίοι έρχονται στο κέντρο της πολιτικής εξουσίας (Washington) για να κατακτήσουν και στην συνέχεια να αποικίσουν τον πλανήτη Γη.

Σε αντίθεση με τον υπέροχο Πόλεμο των Κόσμων του Wells, το σενάριο του E.vsF.S. από τους Yates και Siodmak (το μυαλό των οποίων γέννησε ουκ ολίγα α(χ)ριστουργήματα της εποχής) παρουσιάζει τους εξω-γήινους καταστροφείς μεν, διαλλακτικούς δε. Αρμονικοί υποδουλωτές ενός πρωτόγονου πληθυσμού, ενός (σχεδόν) εύπορου πλανήτη. Γιατί ο πόλεμος είναι καταστροφή και κανείς δεν χρειάζεται ούτε μπορεί να επιβιώσει σε έναν κατεστραμμένο τόπο (και αυτό θα έπρεπε να είναι το πρώτο μάθημα της ταινίας).

Όμως ο άνθρωπος είναι γήινος. Και όπως κάθε γήινος που κατέχει μια οποιαδήποτε μορφή εξουσίας (μεγάλη ή μικρή) και με δεδομένη την ανωτερότητά του, δεν ανέχεται διαταγές και εκβιασμούς. Και είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να παρακολουθείς τους ανθρώπους κάθε εποχής να παλεύουν πρώτα με την υπεροψία και τον εγωισμό τους και στη συνέχεια με το πραγματικό πρόβλημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν (και αυτό θα έπρεπε να είναι το δεύτερο μάθημα της ταινίας). Άλλωστε το μέγεθος ενός ανίσχυρου λιλιπούτειου ανθρωπάκου δίπλα σε έναν γιγαντιαίο ιπτάμενο δίσκο (εικόνα την οποία δανείστηκε αρκετά χρόνια αργότερα ο Burton για τους δικούς του Αρειανούς) μοιάζει τουλάχιστον αστείο και δεν χωράει παραλληλισμούς.

Και μετά έρχεται ο ασυμβιβασμός. Και επιτίθενται. Καταστρέφουν, καίνε, εξαϋλώνουν οτιδήποτε γήινο θεωρούνε ότι τους απειλεί. Όμως ο άνθρωπος είναι πολλά περισσότερα από αυτό που φαίνεται. Μια συμμαχία επιστημόνων από ολόκληρο τον κόσμο είναι αυτή που θα δώσει την λύση, θα φέρει την σωτηρία στον πλανήτη. Together we stand, devided we fall έχουμε μάθει να λέμε (και αυτό θα έπρεπε να είναι και το τρίτο μάθημα της ταινίας). Κάπου εδώ όμως θα πρέπει να δώσουμε συγχαρητήρια στον εφετζή Ray Harryhausen ο οποίος με τα πρωτοποριακά για την εποχή εφέ του, αν και σε στιγμές λάθος, καταφέρνει και μαγνητίζει το κοινό, αφήνοντας το δικό του στίγμα στην βιομηχανία του θεάματος.

Βέβαια κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι όλα αυτά είναι ξεπερασμένα. Ότι τα έχουμε όλα ξαναδεί και μάλιστα σε καλύτερες versions. Είπαμε όμως, εδώ δεν χωράει καμία κρίση. Και όταν μια ταινία, μετά το πέρας των ογδόντα λεπτών της, στο σημείο που θα πέσουν οι τίτλοι τέλους, σε κάνει να κοιτάξεις με περιέργεια το βαθύ μπλε του μακρινού ουρανού, τότε αυτή η ταινία έχει πετύχει τον στόχο της. Και αυτό εμένα μου αρκεί.

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή, 11 Ιουνίου 2010

The Maltese Falcon (1941)

“Well, if you loose a son it’s possible to get another. But there’s only one Maltese falcon…”

Και αυτό ήταν μόνο η αρχή, θα μπορούσαμε να πούμε, για έναν σκηνοθέτη ο οποίος όχι μόνο θεμελίωσε αυτό που λίγο αργότερα θα αποκαλούσαμε αμερικανικό νουάρ, αλλά κατάφερε με αυτή εδώ την πρώτη του προσωπική σκηνοθετική δημιουργία, να χαρακτηρίσει μια ολόκληρη κινηματογραφική εποχή, δημιουργώντας μια από τις διαχρονικότερες και πιο αναλλοίωτες ταινίες στην ιστορία της αγαπημένης μας τέχνης.

Ενώ όμως κάπως έτσι θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός θρασύτολμου κειμένου τοποθετημένου και αφιερωμένου στο υπερμεγέθες κινηματογραφικό Γεράκι της Μάλτας, εντούτοις, πριν από όλα τα υπόλοιπα, πιστεύω ότι μια τέτοια πράξη, προϋποθέτει μια προσωπική και κυρίως αναγκαία εξομολόγηση προς τους (επίσης) θρασύτολμους αναγνώστες. Άλλωστε, νομίζω πως κάτι τέτοιο, για πολλούς λόγους, το οφείλω.

Όσον αφορά το γούστο και την προσωπικότητα του γράφοντος, ο εν λόγω σκηνοθέτης-δημιουργός δεν αποτελεί απλά μια ευρέως αναγνωρισμένη φιγούρα στην μακρά ιστορία της έβδομης τέχνης. Αποτελεί κυρίως μια προσωπικότητα (αστείρευτης) έμπνευσης, (διδακτικού) ταλέντου και (προσωπικού) θαυμασμού, τόσο προς το πρόσωπό και τον βίο του, όσο και στο αδιαφιλονίκητο έργο του. Ως εκ τούτου, το παρόν (περισσότερο προσωπικό και λιγότερο κινηματογραφικό) κείμενο χαρακτηρίζεται μάλλον ως μια υποκειμενική ματιά και όχι ως μια αντικειμενική προσέγγιση του Γερακιού. Οπότε τώρα μπορώ να τα πάρω όλα από την αρχή (όσο σχετικό και αν ακούγεται αυτό).

Σε μια κινηματογραφικά εκκολαπτόμενη ακόμα εποχή για την Δύση, το Γεράκι της Μάλτας αποτελεί την γέννηση τριών σημαντικών παραμέτρων για την μετέπειτα εξέλιξη του κινηματογράφου. Πρώτον, βγάζει από την (σχετική πάντα) αφάνεια τον σαρανταδυάχρονο τότε Bogart, χαρίζοντάς σε αυτόν έναν από τους χαρακτηριστικότερους ρόλους της καριέρας του (παράλληλα με το επίσης πανύψηλο High Sierra της ίδιας χρονιάς) και σε εμάς έναν ειδωλολατρεμένο ηθοποιό που όσες φορές και αν τον παρακολουθήσεις στην οθόνη τόσες θα καταφέρει να σε μαγέψει. Δεύτερον, σηματοδοτεί την σκηνοθετική πια παρουσία του Huston ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι η σεναριογραφή δεν τον γεμίζει όσο θα ήθελε, χαρίζοντας στον εαυτό του ένα αδιαμφισβήτητο ντεμπούτο και σε εμάς μια μυθική πλέον ταινία. Τρίτον και σημαντικότερον, το Γεράκι της Μάλτας θα σημάνει την γέννηση του αμερικάνικου νουάρ, χαρίζοντας σε όλους (και ιδίως στους λάτρεις του είδους) ένα διαχρονικό μέτρο σύγκρισης όσων θα (το) ακολουθήσουν. Και νομίζω ότι ελάχιστες είναι οι ταινίες οι οποίες έχουν καταφέρει τόσα πολλά με τα ελάχιστα που διέθετε ο δημιουργός τους.

Όλα αυτά βέβαια ελάχιστη σημασία είχαν εκείνη την εποχή. Άλλωστε η ιστορία είχε ήδη γραφτεί στα thirties με τον Hawks, τον Capra, τον Vidor, τον Whale, τους αδελφούς Marx και τον Chaplin να δίνουν το δικό τους κινηματογραφικό ρεσιτάλ (αν και προσωπικά πάντα μου άρεσε περισσότερο ο Keaton, αλλά αυτό είναι μια ιστορία η οποία δεν χωράει εδώ). Οπότε και η επιδιωκόμενη επιτυχία του Γερακιού, η τρίτη κατά σειρά προσέγγιση της νουβέλας του Dashiell Hammett, από έναν περιπλανώμενο, άσημο και άπειρο σκηνοθέτη φάνταζε ως κάτι το ακατόρθωτο.

Όμως η καλλιτεχνική ανησυχία, η αφηγηματική δεινότητα και η επαγγελματική αφοσίωση του Huston μετέτρεψαν την ταινία σε πρωτοποριακό αριστούργημα. «Κάθε σκηνή που γυρίζεται είναι η σπουδαιότερη της ταινίας» του είχε πει ο παραγωγός και αυτός έβαλε σκοπό να το κάνει πραγματικότητα. Ένα αδαμάντινο γεράκι, αγέρωχο, αγέραστο και μεγαλοπρεπές όπως είναι, αποτελεί το αντικείμενο του πόθου των περισσοτέρων χαρακτήρων (κατά ένα profit-ικό τρόπο sierramadrικοί όλοι τους), έχοντας την δύναμη όχι να μεταλλάσσει τους ανθρώπους αλλά να μαγνητίζει εκείνους με τα πιο έντονα, εγωκεντρικά και κυρίως ανεξίτηλα χαρακτηριστικά. Ένας φίλαυτος μαφιόζος (Greenstreet), μια ψεύτρα γυναίκα (Astor) ένας μικροκαμωμένος μικροαπατεώνας (Lorre) και ένας αδίστακτος ντέντεκτιβ (Bogart) θα συγκρουστούν με τα ψέματά, την ευστροφία και τα ένστικτά τους, διεκδικώντας το πολυπόθητη θέση τους στην ιστορία.

Αυτός ο τελευταίος, που τυχαίνει να διαθέτει και όλα τα χαρακτηριστικά των υπολοίπων, θα είναι και ο πρώτος αγαπημένος του Hustonικού σύμπαντος. Κατέχοντας την εκφραστική δύναμη που του χαρίζει η κάμερα και υπερασπιζόμενος έναν χαμένο κώδικα ηθικής, θα απαξιώσει και θα αρνηθεί το υλικό από τα οποία φτιάχνονται τα όνειρα ενώ ταυτόχρονα θα απαρνηθεί και τον (αμφίβολο) έρωτα εκείνης, αφήνοντας μόνο την ηχώ των χαμένων υποσχέσεων και τον χαμένων ευκαιριών να σιγοσβήνει σε ένα άδειο δωμάτιο. Θα μείνει μόνος, αλλά ως ο μόνος τίμιος που δεν χαρίστηκε σε κανέναν, παρά μόνο σε εμάς που ακόμα και σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά, θαυμάζουμε την δύναμη και το ακέραιο ενός τέτοιου χαρακτήρα.

Και αυτό ήταν μόνο η αρχή.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 3 Ιουνίου 2010

Unmade Beds (2009)

“If they are so secret then it’s almost like as if they are not part of our lives”

Ανεπιτήδευτο, ανεπιτήδειο, ανήσυχο και πνευματικά ανέμελο, το Unmade Beds δεν είναι έχει φτιαχτεί για να μιλήσει για εκκεντρικούς χαρακτήρες, άσπονδες αγάπες, ή πληγωμένους νοσταλγούς ενός χαμένου και μακρινού (πια) ονείρου. Το Unmade Beds φτιάχτηκε από την αναγκαία προσπάθεια αναζήτησης εκείνων που θα θέλαμε αλλά δεν μπορούσαμε να έχουμε, εκείνων που πονάνε αλλά δύσκολα γιατρεύονται και όλων εκείνων που θα έπρεπε να υπάρχουν για να συμπληρώνουν την ζωή μας, αλλά η μοίρα φύσηξε χωρίς να ρωτήσει κανέναν, παίρνοντάς τα όλα μακριά. Ως εκ τούτου, το Unmade Beds έχει την δυνατότητα να μιλάει με διαφορετικό τρόπο στο καθέναν από εμάς. Αρκεί να είμαστε εκεί για να ακούσουμε.

Έχοντας υιοθετήσει την (φυσικά αναγκαία αλλά καλλιτεχνικά υπέροχη) indie νοοτροπία τόσο στη σκέψη όσο και στην εκτέλεση της ταινίας, ο νεαρός Alexis Dos Santos μοιάζει περισσότερο ανήσυχος (αλλά και περισσότερο συγκεντρωμένος) από τους περισσότερους συναδέλφους του που έχουν ασχοληθεί με παρόμοια θεματική και έχοντας πιάσει (και πιαστεί) από τις δύο παράλληλες ιστορίες που συμβαίνουν εδώ, καταφέρνει με μεγάλη ευκολία, όχι να αφουγκραστεί, αλλά να επικοινωνήσει με το ανεκποίητο συναίσθημα μιας παθιασμένης γενιάς έτοιμης να αγαπήσει και να αγαπηθεί, να δημιουργήσει και να δημιουργηθεί, όχι όμως και να συμβιβαστεί.

Ο εικοσάχρονος Ισπανός που βρίσκεται στο Λονδίνο αναζητώντας έναν πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ, είναι και ο πιο αντισυμβατικός ήρωας της ταινίας. Μικροκαμωμένος αλλά ευδιάκριτος, αντισεξουαλικός αλλά όμορφος, χαμένος σε έναν κόσμο που αδυνατεί να καταλάβει, μπλέκεται στο παιχνίδι της αναζήτησης ενός ανθρώπου που πρέπει να είναι σημαντικός, πρέπει να τον αποδεχτεί αλλά πάνω απ’ όλα, πρέπει να υπάρχει. Παράλληλα στέκεται η ιστορία μιας πιο καθημερινής κοπέλας (που επίσης βρίσκεται στο Λονδίνο τυχαία) η οποία έχοντας ξεμείνει από τύχη, ψάχνει την ευκαιρία να ερωτευτεί, να πάρει την σωστή στροφή στη ζωή της χωρίς να χρειάζεται να ξέρει τι ακολουθεί. Οι δύο αυτοί ήρωες που μένουν στο ίδιο κοινοβιακό σπίτι χωρίς να έχουν συναντηθεί ποτέ (μέχρι λίγο πριν το φινάλε) μοιράζονται πολλά περισσότερα από αυτά που αρχικά φαίνεται. Ο καθένας προσπαθεί να καλύψει το δικό του συναισθηματικό κενό, να βρει εκείνο που του λείπει, τον άνθρωπο που θα τον συμπληρώσει.

Και αν από τα πρώτα κιόλας λεπτά γνωστοποιείται το ιδιαίτερο προτέρημα του νεαρού σκηνοθέτη να αποφεύγει με εξυπνάδα τα κλισεδιάρικα σκηνοθετικά τρικ, χρησιμοποιώντας την υπέροχη μουσική όχι για να εκβιάσει τον θεατή αλλά για να συμπληρώσει τις καταστάσεις και να εμβαθύνει στους χαρακτήρες (υπέροχη η σκηνή όπου εκείνος χορεύει μόνος μπροστά στον καθρέφτη, όπως λίγα λεπτά αργότερα κάνει και εκείνη, επίσης μόνη, στο δικό της χώρο),σε αυτή την μουσική στην οποία μοιάζει να χρωστάει πολλά η ταινία, τελικά, δεν της χρωστάει τα πάντα.

Βέβαια αν ήθελες θα μπορούσες να ψάξεις για αφηγηματική συνοχή, σκηνοθετική αρτιότητα, εντυπωσιακή φωτογραφία και ό,τι άλλο χαρακτηρίζει μια παραγωγή που θα σε έκανε ευτυχισμένο. Και δύσκολα θα τα έβρισκες. Θα έχανες όμως τον sense-beat χτύπο μιας γενιάς που ανασαίνει δίπλα σου αλλά σε προσπερνάει χωρίς καν να σε κοιτάξει. Διότι εδώ δεν θα βρεις τις απαντήσεις που ψάχνεις, ούτε κάποιο intellectual τρόπο να επιβιώσεις στο χάος της ζωής. Εδώ θα γνωρίσεις τους ανθρώπους του πάρτι και της μουσικής, του φτηνού αλκοόλ και της φασαρίας, αυτούς που συναντιούνται στο δρόμο και παραμένουν εκεί για να χαρούν, που ψάχνουν μια άγνωστη ηλιοβασιλεύουσα παραλία για να κάνουν τις εξομολογήσεις τους, που βάφονται, φιλιούνται, πασαλείφονται με μπογιές και ξέρουν να χαμογελούν κάνοντας έρωτα σε ένα μονό στρώμα στο πάτωμα.

Για να καταφέρεις να γίνεις μέρος όλου αυτού και να νιώσεις την διάχυτη φεστιβαλική αύρα (δεν είναι τυχαία η συμμέτοχη σε αμέτρητα φεστιβάλ του κόσμου) θα πρέπει να κοιτάξεις από το δικό σου ξέστρωτο κρεβάτι. Διότι η πιο ιδιαίτερη ίσως ταινία της χρονιάς έχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό. Όπως ένα παλιό πικάπ επιλέγει ποιους δίσκους που θα παίξει και ποιους όχι, έτσι και αυτή επιλέγει σε ποιους θα αρέσει και ποιους όχι. Το μόνο που μπορείς να κάνεις εσύ σαν θεατής είναι να ανακαλύψεις σε ποια από τις δύο κατηγορίες ανήκεις. Έστω και αν είναι μόνο για μια νύχτα, Live…!!

Chris Zafeiriadis