Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

Sideways (2004)

“…and it tastes so fuckin’ good!”

Το Sideways είναι από τις ελάχιστες εκείνες ταινίες που κατέχουν ένα πολύ έντονο και σπάνιο χαρακτηριστικό: Καταφέρνει και εσωκλείει στα τοιχώματά του κάποια από τα γνωρίσματα των ηρώων του, οικειοποιώντας μερικά από τα πιο έντονα διακριτικά των θεμάτων του(ς). Όπως το καλό κρασί, έτσι και αυτό, όσο περνάει ο καιρός τόσο ωριμάζει (μέσα σου), όσο περνούν τα χρόνια τόσο περισσότερο το απολαμβάνεις σαν να μη το ένιωσες την πρώτη φορά. Ξεχειλισμένο από μυρωδιές σταφυλιού, γαρύφαλλου , φρούτα του δάσους και αλκοόλ, το γεύεσαι και το ευχαριστιέσαι σε κάθε σου ανάσα, σε κάθε τζούρα που τραβάς από το μισογεμάτο ποτήρι σου. Το Sideways είναι σκέτη απόλαυση.

Πρέπει όμως να διευκρινίσω. Η αναβλύζουσα απόλαυση στην οποία αναφέρομαι δεν πηγάζει από το διασκευασμένο σενάριο του βιβλίου του Rex Pickett, ούτε από τις διατρητικές ερμηνείες των Church και Giamatti (ο οποίος βαδίζει σιγά σιγά στο δρόμο για την τρισμεγιστοποίησή του), ούτε καν από την κωμική, δραματική και ταυτόχρονα ρομαντική σκηνοθεσία του Alexander Payne. Η απόλαυση του Sideways έρχεται πρώτα από τις αλήθειες που κρύβει μέσα της μια τέτοια ταινία, από τον τρόπο που διαχειρίζεται τις αλήθειες αυτές, από την σχεδόν μεθυστική της ατμόσφαιρα και τους σχεδόν μεθυσμένους της χαρακτήρες. Και λέω σχεδόν διότι με το κρασί και ειδικά το κόκκινο, ποτέ δεν μπορείς να είσαι απόλυτα σίγουρος.

Αυτό το ίδιο κρασί που οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες, ο Miles και ο Jack, φαίνεται να καταναλώνουν με ευκολία σε ποικίλες ποιότητες αλλά και ποικίλες ποσότητες, είναι και το κλειδί για την πνευματική και αυτογνωστική τους λύτρωση. Ο σχεδόν αποτυχημένος συγγραφέας και ο σχεδόν πετυχημένος ηθοποιός μοιάζουν να μοιράζονται πολλά περισσότερα από αυτά που αρχικά θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει και , εν τέλει, να αναγνωρίσει σε αυτούς ως κοινά. Ο ένας έχει μάθει να κυνηγάει με μανία την απόλαυση του οίνου, ο άλλος δεν έχει πρόβλημα αλλά προτιμά να κυνηγάει την απόλαυση της γυναίκας. Ό,τι είναι το καλό κρασί για τον πρώτο, είναι το καλό σεξ για τον δεύτερο. Κάτι που και οι δύο γνωρίζουν καλά, κάτι που επιδιώκουν γιατί τους χαρίζει στιγμιαία ηδονή και ευχαρίστηση, τους στερεί όμως την διαχρονική τους γαλήνη και ευτυχία.

Και όμως, αυτοί οι δύο ζορισμένοι kind of friends δεν διαφέρουν και πολύ από (όλους) τους υπόλοιπους. Έχοντας υποκύψει σε μια άστοχη καθημερινότητα και αγνοώντας τι είναι αυτό που τους κάνει πραγματικά ευτυχισμένους, ξεκινούν λίγο πριν τον αμφίβολο γάμο του ενός, για ένα ιδιαίτερο bachelor road-trip το οποίο δεν τους αλλάζει σαν ανθρώπους, επηρεάζει όμως τις μελλοντικές τους επιλογές, κάνοντας τους λίγο πιο αισιόδοξους , λίγο πιο τολμηρούς και λίγο πιο σοφούς όσον αφορά το μέλλον που έρχεται.

Και εδώ είναι που το πάντα μεθυστικό κρασί κάνει το θαύμα του χαρίζοντας κάποιες από τις κρυμμένες του ιδιότητες, τόσο στους χαρακτήρες που το καταναλώνουν, όσο και στην ίδια την ταινία. Λέγεται ότι αν πλαγιάσεις το ποτήρι σου και αφήσεις το κρασί να κυλίσει προς τα άκρα, μπορείς να αναγνωρίσεις την πυκνότητα, την ποιότητα και κάποια από τα αόρατα χαρακτηριστικά του. Στη συνέχεια αν το ταρακουνήσεις ελαφρά, ξεκλειδώνονται τα αρώματα, οι γεύσεις και όλα εκείνα που κρύβει μέσα του, ικανά να χαρίσουν το χαμόγελο στο πρόσωπο αυτού που το γεύεται.

Ομοίως, οι δύο πρωταγωνιστές πλαγιάζουν τις ζωές τους προς τα άκρα του ρεαλισμού της, και έτσι πλαγίως όπως είναι, βγαίνουν από τους καθημερινούς και - μέχρι τώρα - άστοχους στοχασμούς τους (οι οποίοι βρίσκονται πολύ εύστοχα τοποθετημένοι μέσα στην ταινία) και ταρακούνιουνται, ή καλύτερα σωριάζονται - κυριολεκτικά - στο έδαφος (κάτι που μαρτυρά και το πεσμένο μπουκάλι του εξωφύλλου). Στη συνέχεια ορθώνονται σοφότεροι, και με ένα χαμόγελο λιγότερο μεθυσμένο αυτή την φορά, πορεύονται προς το άγνωστο της αυριανής μέρας, διεκδικώντας ένα μικρό κομμάτι της προσωπικής τους ευτυχίας, αυτό που τόσο καιρό τους έλειπε και που τόσο το είχανε ανάγκη.

Και αυτό είναι μια από τις αλήθειες που κρύβει μέσα του το Sideways. Θα μπορούσα να μιλάω και να γράφω ώρες για αυτό, προτιμώ όμως να το απολαμβάνω και να το γεύομαι, κάθε φορά σαν να είναι η πρώτη. Να το αναγνωρίζω σαν ένα φιλοσοφικό σύμβολο για την νιότη που φεύγει, για την ευκαιρία που χάνεται και την ευκαιρία που σου κλείνει το μάτι για να της χτυπήσεις την πόρτα και να την αρπάξεις. Και αν είσαι τυχερός, μπορεί να είναι εκεί να σε υποδεχτεί. Να, όπως και ο Miles λίγο πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους στην οθόνη. Μην περιμένεις όμως κάποια ιδιαίτερη στιγμή για να το κάνεις. Γιατί η στιγμή που θα το κάνεις θα είναι και η πιο ιδιαίτερη. Μια ταινία τελειώνει για εμάς, μια νέα ζωή ξεκινά για εκείνους. And it’s going to be great. Here’s to us...

Chris Zafeiriadis

Για τον Αλέξη που είπε ότι του αρέσει αλλά ξέχασε να μου είπε το γιατί.

Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Alice in Wonderland (2010)

Θα ήταν ανώφελο να προσπαθεί κάποιος να συγκρίνει την σημερινή Αλίκη του Burton με οποιαδήποτε άλλη εκδοχή του πολύχρωμου αυτού παραμυθιού, όπως ανώφελο θα ήταν να προσπαθεί κάποιος να συγκρίνει οποιαδήποτε ταινία του σκηνοθέτη με κάποια άλλη κινηματογραφική παραγωγή του παρελθόντος. Όχι γιατί ο Burton είναι τόσο μοναδικά σπουδαίος (που μεταξύ μας, μπορεί και να είναι) αλλά γιατί οι ταινίες του ξεχωρίζουν από χιλιόμετρα μακριά, διαθέτοντας την ασύγκριτη μοναδικότητα τόσο ενός ονειροπόλου δημιουργού, όσο και ενός φαντασιόπληκτου παιδιού που αρνείται πεισματικά να μεγαλώσει. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτή η ιστορία μοιάζει να του ταιριάζει γάντι.

Δεδομένου του ότι κανείς δεν είναι σε θέση να αμφισβητήσει την αφηγηματική ικανότητα του μεγάλου αυτού παραμυθά, το παιχνίδι κρίνεται περισσότερο στις λεπτομέρειες και κυρίως από εκείνους στους οποίους ο Burton απευθύνεται. Tα παιδιά. Άλλωστε, μετά από καμπόσες μοναδικές επιτυχίες και με μια μεγάλη μερίδα φανατικών οπαδών στο πλευρό του, δεν νομίζω πως ο ίδιος έχει την διάθεση να αποδείξει τίποτα σε κανέναν, ούτε φυσικά να παρεκκλίνει από το προσωπικό μονοπάτι που βαδίζει χρόνια τώρα, αυτό της δημιουργίας εικόνων.

Με λιγότερα τραπουλόχαρτα απ’ ότι κάποιος θα περίμενε αλλά περισσότερη φαντασία στην αναπαράσταση, με ελάχιστη παραμυθιακή διάθεση αλλά περισσότερη κινηματογραφική τεχνολογία, η Αλίκη υπόσχεται και πραγματοποιεί το μαγικό αυτό ταξίδι σε έναν θαυμαστό κρυμμένο κόσμο, ψάχνοντας παράλληλα μέσα στο κοινό που την παρακολουθεί αυτούς που θα θελήσουν να ταξιδέψουν μαζί της. Μόνο που εσύ δεν χρειάζεται να πιεις τίποτα για να συρρικνώσεις την αντίληψή σου για να βρεθείς στο κόσμο των θαυμάτων. Αρκεί μόνο να γυρίσεις τον χρόνο πίσω και να προσπαθήσεις να σκεφτείς όπως τότε που ήσουν παιδί. Και όσο πιο μικρός γίνεις, τόσο πιο χαμογελαστός θα καταλήξεις.

Στον μαγικό αυτό κόσμο που βρίσκεται η ανυποψίαστη Αλίκη, ο Burton έχει στήσει ένα πραγματικό ονειρικό πανηγύρι. Ένα πολύχρωμο freak show με τρεχάμενους γιλεκοτούς λαγούς, μισότρελους ημίψηλους καπελάδες, τετράποδα τριχωτά τέρατα που μοιάζουν να τα ξέρουν όλα, ραδιούργες βασίλισσες, φτερωτούς δράκους και αιωρούμενες κάμπιες, αναπόσπαστοι χαρακτήρες ενός ανορθόδοξου τόπου που παραμένουν ζωντανοί κάτω από τον λαμπερό ουρανό, ακόμα και μετά το τέλος του παραμυθιού, αρνούμενοι όλοι τους να ξεθωριάσουν. Και όλα αυτά μέσα σε μια χαοτική κουνελότρυπα που μοιάζει να μην έχει τέλος. Γιατί ο απέραντος κόσμος της ψευδαίσθησης όπως τον φαντάστηκε ο Lewis Carroll, για κάποιους μπορεί να είναι ο κόσμος της αλήθειας.

Σ’ αυτό τον φανταχτερό κόσμο, όπου η ζωή δεν διαφέρει από το όνειρο και η φαντασία μπερδεύεται με την πραγματικότητα, το αιώνια οικείο σηματάκι της Disney είναι αυτό που εμφανίζεται πριν από οτιδήποτε άλλο στην οθόνη. Γιατί ο κύριος Burton εδώ δεν έκανε μια ταινία για να επαληθεύσει τις υποψιασμένες σκέψεις ενός ενήλικα επάνω σε αυτή την σουρεαλιστική ιστορία. Έφτιαξε μια ταινία για να ευχαριστήσει πρώτα τους μικρούς του φίλους, να θρέψει την δική τους ανόθευτη φαντασία. Σε αυτούς που νομίζω το χρωστούσε κιόλας. Τώρα για το αν θα σου αρέσει ή όχι εσένα η ταινία, θα πρέπει απλά να αναρωτηθείς: Σε ποια ηλικία (θέλεις να) βρίσκεσαι?

Chris Zafeiriadis