Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

The Best of 2009-2010. Οι καλύτερες ταινίες της σεζόν.

Λένε ότι οι μανιασμένοι κινηματογραφόφιλοι δεν πιστεύουν σε βαθμολογίες και λίστες, πιστεύουν όμως στην δύναμη που κρύβει κάθε ταινία ξεχωριστά. Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο με μια τέτοια σκέψη, δεν θα μπορούσα όμως και να αρνηθώ το πόσο διασκεδαστικό είναι να τα βάζεις όλα σε μια σειρά, να «κρίνεις» με βάσει το πόσο σε έχει επηρεάσει μια προβολή, το πόσο σου έχει μιλήσει μια ταινία. Τα πολλά λόγια είναι φτώχεια όμως γι αυτό και παρακάτω «παρατάσσονται» κάποιες από τις ταινίες που δύσκολα θα σβηστούν από την μνήμη, η κάθε μια για τον δικό της λόγο. Η λίστα αφορά ταινίες που παίχτηκαν στις Ελληνικές αίθουσες από τέλη Αυγούστου ‘09 μέχρι τέλη Αυγούστου ’10. Περίπου…


20. The Limits of Control - Jim Jarmusch
Η μόνη ταινία από αυτή την λίστα που δεν θα πρότεινα σε κάποιον άλλο να δει. Όχι γιατί δεν έχει να προσφέρει, το αντίθετο μάλιστα, όσο περισσότερο αφηγηματικά ελλιπής μοιάζει η ιστορία τόση περισσότερη τροφή για σκέψη μπορεί να χαρίσει στο θεατή. Όμως για κάποιο περίεργο λόγο, εκτιμάται κυρίως από αμετανόητους jarmushικούς. Νομίζω όμως πως ο Jarmush εδώ δεν νοιάζεται και πολύ. Artistique.

19. The Hurt Locker - Kathryn Bigelow
Στον πόλεμο δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, υπάρχουν μόνο θύματα. Ζωντανός ή νεκρός δεν έχει σημασία όταν η ψυχή σου έχει χαθεί, όταν δεν έχει απομείνει πια κανένα νόημα για να συνεχίσεις από εκεί που είχες σταματήσει. Όταν έσκασε η βόμβα της Bigelow, κάποιοι καθήμενοι στη πολυθρόνα του σπιτιού τους την κατηγόρησαν για προπαγάνδα και άλλες ασυναρτησίες που ήθελαν και έπρεπε να δούνε. Ακόμα τις ψάχνουν.

18. Lebanon - Samuel Maoz
June, 1982 - The First Lebanon War. Μέσα από ένα μοναχικό tank με τέσσερις άπειρους στρατιώτες, ο Ισραηλινός Samuel Maoz, φωτογραφίζει μέσα από τον φακό του άρματος όλες τις λάθος εμπειρίες του πολέμου, εκτός και εντός του τεθωρακισμένου οχήματος, χωρίς να χρειάζεται τίποτα παραπάνω για να αναπαράγει το αυτονόητο: όπου υπάρχουν σφαίρες δεν υπάρχει ζωή, όπου υπάρχει πόλεμος, δεν υπάρχει ελπίδα.

17. Les Herbes Folles - Alain Resnais
Ο Alain Resnais επιστρέφει μετά το προ τριετίας υπέροχο Coeurs με τα εξίσου υπέροχα αγριόχορτά του, αφηγούμενος μια ιστορία ερωτικού ρομαντισμού, ανέμελης ειλικρίνειας και ιπτάμενων πρωταγωνιστών. Και όλα αυτά με τα αόρατα σημάδια του χρόνου που μοιάζει να μη πέρασε ποτέ πάνω απ’ τον αειθαλή δημιουργό. Υπέροχο σαν βόλτα με ένα μικρό αεροπλανάκι.

16. Drag Me to Hell - Sam Raimi
Πισωγύρισμα στο είδος που το ανέδειξε για τον Sam Raimi ο οποίος κατασκευάζει ένα φιλοεμπορικό μεν, διασκεδαστικότατο δε, σαλιωμένο requiem για τις χαμένες ψυχές μιας εποχής άκρατου καταναλωτισμού, φανατικού εγωϊσμού και εμπορευματοποίησης των ιδανικών. Ένα τρομοκρατικά εξιδανικευμένο ταξίδι, από εδώ μέχρι την κόλαση. Χαμένοι από χέρι είμαστε όλοι μας.

15. Στρέλλα - Πάνος Κούτρας
Ο Κούτρας δεν θέλει να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε κινηματογράφο αλλά τον τρόπο που βλέπουμε κάποιους ανθρώπους που υπάρχουν δίπλα μας. Διότι μεταξύ μας τώρα, δεν διαφέρουμε τόσο πολύ όσο πιστεύουμε. Μια οικογένεια ψάχνουμε όλοι, μια αγκαλιά. Κάποιον να νοιάζεται. Από της σημαντικότερες και πιο αναγκαίες ταινίες για τον Ελληνικό κινηματογράφο.

14. District 9 - Neill Blomkamp
Μοιάζει σαν αστείο αλλά οι εξωγήινες γαρίδες του District 9 εκθέτουν με χαρακτηριστική άνεση την υποκρισία δεκάδων πολιτισμένων λαών απέναντι στο σημαντικότερο πρόβλημα της εποχής μας, την μετανάστευση. Με το Peter Jackson στην παραγωγή, ο πρωτοεμφανιζόμενος Neill Blomkamp καταθέτει αυτό που θα λέγαμε άποψη ντοκουμέντο. Και το φινάλε του, εμπορικά απολαυστικό.

13. A Single Man - Tom Ford
Μεγάλος μάστορας ο Tom Ford, ακόμα μεγαλύτερος ο Colin Firth, ο οποίος παραδίδει μαθήματα ηθοποιίας σε μια καλλιτεχνικά σπαρακτική ιστορία για τον πόνο της απώλειας και την ανησυχία του να είσαι αχρείαστος στους γύρω σου. Παίζουν και μερικές αναφορές στον Huxley. Τι κρίμα που κάποιοι την θεώρησαν μια ομοφυλοφιλική ταινία.

12. The Ghost Writer - Roman Polanski
Ο Polanski σε μεγάλα κέφια σκιαγραφεί ένα καλά καμουφλαρισμένο πολιτικό έγκλημα και αφήνει έναν ανώνυμο ερευνητή να χρωματίσει τις λεπτομέρειες. Με την χαρακτηριστική ειρωνεία του δημιουργού και μια αγωνιώδη ατμόσφαιρα που οφείλει πολλά στην μουσική του Alexandre Desplat, ο αόρατος ψάχνει τον δρόμο που οδηγεί τη διαφάνεια αλλα τελικά διασχίζει την δική του ένατη πύλη. Μαγεία.

11. Unmade Beds - Alexis Dos Santos
Η πιο ανέμελη ταινία της χρονιάς ξεχνάει να στρώσει το κρεβάτι της (ή καλύτερα δεν θέλει), δεν ξεχνάει όμως να αναζητήσει ένα χαμένο πρόσωπο, είτε αυτό λέγεται πατέρας, είτε σύντροφος, είτε απλά ένας άγνωστος που θα σου χαρίσει ένα τραγούδι και ύστερα θα χαθεί στην φασαρία μιας καπνοφορτισμένης νύχτας. Με black eyeliner πάντα.

10. Κυνόδοντας - Γιώργος Λάνθιμος
Από κάποιους λατρεύτηκε, από άλλους μισήθηκε. Κάποιοι το αναγνώρισαν ως εξαιρετικά πρωτοποριακό, ενώ άλλοι το απέρριψαν ως βίαια προσβλητικό. Η πνευματικά θρασύτολμη και κινηματογραφικά αξέχαστη εμπειρία του «Κυνόδοντα» προκαλεί ανοιχτά τον θεσμό της οικογένειας, διαστρεβλώνει την έννοια της ελευθερία της σκέψης, ενώ παράλληλα αμφισβητεί τις αρετές ενός κοινωνικού συστήματος το οποίο όλοι μας υπηρετούμε. Μέχρι πότε;

9. Shutter Island - Martin Scorsese
Το ψυχασθενικό αυτό b-movie που σκάρωσε ο κύριος Scorsese για φέτος, ξεκινάει ως ένα λαβυρινθώδες παιχνίδι χαρακτήρων (και) χιτσκοκικού τρόμου για να καταλήξει σε μια σπαρακτική διαπίστωση μιας θανατερής αλήθειας που πονάει όσο χίλιοι θάνατοι μαζί. Βγαλμένο από μια άλλη εποχή, κλασικό για όλες τις επόμενες.

8. Welcome - Philippe Lioret
Το βλέπεις μια και το θυμάσαι για πάντα. Το μικρό αυτό διαμαντάκι του Philippe Lioret εκθέτει την υποκρισία μας απέναντι στους μετανάστες αλλά αφιερώνεται στην οδύσσεια ενός ανθρώπου έτοιμου να διασχίσει ωκεανούς ολόκληρους για αυτήν που αγαπάει. Εσύ μέχρι που μπορείς να φτάσεις?

7. Un Prophète - Jacques Audiard
Ξεχειλισμένη από έναν ωμό ρεαλισμό που τσακίζει κόκκαλα, η τελευταία μέχρι στιγμής ταινία του Audiard αναρωτιέται ξεκάθαρα πόσο στοιχίζει η ανθρώπινη ζωή. Όχι μόνο αυτή που χάνεται αλλά και αυτή που αλλοιώνεται. Λίγη ψευδαίσθηση, λίγη ελευθερία, λίγο θάνατο μήπως; Και τελικά, πόσους χτύπους μπορεί να χάσει μια καρδιά;

6. Inglourious Basterds - Quentin Tarantino
Όταν ο απολαυστικά (και αναγκαία) αυθάδης Tarantino παίρνει στα σοβαρά τον εαυτό του τότε σπάει πλάκα με την ιστορία των ανθρώπων και του σινεμά, γράφοντας ένα δικό του υπέροχο κεφάλαιο. Δεν γίνεται να μην παρασυρθείς από το ταλέντο αυτού του ανθρώπου. Αυτό λέει είναι το αριστούργημά του αλλά εγώ δεν τον πιστεύω.

5. Lourdes - Jessica Hausner
Οι άνθρωποι έχουν φαντασία έχουν και την δύναμη να πλάθουν Θεούς, Δαίμονες, χρυσοεισπρακτικούς ναούς και ουρανοκατέβατα θαύματα. Με μίνιμαλ αποχρώσεις και μια εξαίσια υπόγεια επίθεση που εξαπολύεται προς κάθε μορφής εμπορευματοποιημένης πίστης, η Αυστριακή σκηνοθέτις παραδίδει ένα σπάνιας αισθητικής αριστούργημα, που μόνο με ένα θαύμα δεν θα ενοχλήσει τους βαθύτερα θρησκευόμενους θεατές.

4. Avatar - James Cameron
Ο Cameron καταφέρνει κάτι σπουδαίο εδώ. Δεν μεταφέρει απλά τον ανθρώπινο πολιτισμό σε έναν άλλο, τελείως διαφορετικό κόσμο δείχνοντάς του τον λάθος δρόμο που έχουμε πάρει εμείς εδώ στη γη, αλλά ταυτόχρονα διακτινίζει τον θεατή πίσω στο χρόνο, χαρίζοντάς του ένα παραμύθι που απολαμβάνεται με την ακραιφνή αφέλεια ενός παιδιού. Ήταν να πω ευχαριστώ εδώ αλλά το έχω ήδη πει.

3. Das weisse Band - Michael Haneke
Ο σπουδαιότερος ίσως σκηνοθέτης της εποχής μας στη σπουδαιότερη και πιο επιβλητική στιγμή του. Ο Haneke διδάσκει πως η βία γεννάει βία και ο πόλεμος θρέφει τον θάνατο. Όλα όμως ξεκινάνε από το σπίτι. Και όλα εδώ θα πληρωθούν, κάποια στιγμή. Κοιμήσου για λίγο άνθρωπε και ετοιμάσου να θερίσεις αυτό που έσπειρες. Καληνύχτα και καλή τύχη.

2. A Serious Man - Joel Coen, Ethan Coen
Οι αδερφοί Coen παίρνουν στα σοβαρά την ειρωνεία της ζωής, και μεγαλουργούν με μια ταινία που μοιάζει με αέναη μαθηματική εξίσωση αλλά λύνεται μόλις στα τελευταία της δευτερόλεπτα. Βλέπετε, η ζωή μας παίζει περίεργα παιχνίδια και εμείς συνεχίζουμε με μανία να αναλωνόμαστε στις λάθος στιγμές της. Ένας τυφώνας έρχεται, κάποια στιγμή για όλους μας. Αριστούργημα.

1. EL Secreto de sus ojos - Juan José Campanella
Όταν μια ταινία είναι αφιερωμένη στα αιώνια συναισθήματα ενός ανθρώπου που δεν μπορεί να ξεχάσει, υμνώντας την ισόβια – γι’ αυτό και ασύγκριτη – αγάπη, τότε σε αυτή την ταινία δεν αξίζει τίποτα παραπάνω από την κορυφή. Ελπίζω κάποια στιγμή να μπορέσουμε να αγαπήσουμε(ή να μισήσουμε) και εμείς με τον ίδιο τρόπο. Ίσως τότε νιώσουμε πραγματικά ζωντανοί.


Βέβαια, πέραν των παραπάνω αριστουργημάτων για την σεζόν που μόλις μας άφησε, δεν θα μπορούσα να ξεχάσω και κάποιες που έμειναν απ’ έξω όπως Whatever Works, Moon, Los cronocrímenes, Fantastic Mr. Fox, Get him to the Greek, Watchmen, Up, The Road, katalyn Varga, Where the Wild Things Are, Los abrazos rotos, Nowhere Boy, Antichrist, Politist adjectiv, Darbareye Elly, Mary and Max, Taking Woodstock, Ψυχή βαθιά, Zombieland, (500) Days of Summer, Soul Kitchen, La teta asustada, Kick-Ass, Nanjing! Nanjing!, Revanche, και φυσικά το Kimssi pyoryugi (Ναυαγός στο Φεγγάρι – αριστοτέχνημα που πέρασε φευγαλέα από φεστιβάλ της χώρας μας, δεν κατάφερε να περάσει τα διανομικά μας σύνορα, αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία), ταινίες που χρωμάτισαν την χρονιά που πέρασε και κάθε μια άφησε το δικό της στίγμα στο πανί.

Καλή συνέχεια εύχομαι σε όλους μας, καλές προβολές και καλή δύναμη σε όσους την χρειάζονται…

Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 21 Σεπτεμβρίου 2010

Κυνόδοντας (Dogtooth) - (2009)

Η ταινία που μας απειλεί λέγεται «Κυνόδοντας». Είναι η πιο επικίνδυνη Ελληνική ταινία που υπάρχει. Ο Κυνόδοντας τρέφεται με συνειδήσεις και συγκεκριμένα, με τις συνειδήσεις αυτών που τον παρακολουθούν. Όσοι δεν σκέφτονται, όσοι φοβούνται και αυτοί που παραμένουν έγκλειστοι στα όρια της νοητικής τους πραγματικότητας δεν κινδυνεύουν, είναι προστατευμένοι. Παρ’ όλα αυτά πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι, σε περίπτωση που κάποιος αναγνωρίσει την αξία αυτής της ταινίας και καταφέρει να μιλήσει για τις αλλαγές που επρόκειτο να επιφέρει η προβολή της, τόσο στους υποψιασμένους θεατές που θα βρεθούν αντιμέτωποι μαζί της, όσο και στο ληθαργικό σύμπαν του κατά τ’ άλλα, σύγχρονου Ελληνικού κινηματογράφου. Μια για πάντα.

Ο Κυνόδοντας παρουσιάζει ένα ολόκληρο κοινωνικό σύνολο κλεισμένο μέσα σε τέσσερις τοίχους. Και ένα κήπο. Με πισίνα. Το κυνοδοντικό αυτό σύμπαν διέπεται από κάποιους νόμους που ορίζουν την ζωή των εγκλεισμένων, όπως και στην δική μας κοινωνία. Το μόνο που αλλάζει είναι οι νομοθέτες και κατ’ επέκταση, κάποιοι από τους κανόνες. Οι γονείς αποφασίζουν, διδάσκουν και ορίζουν ενώ τα παιδιά δέχονται, μαθαίνουν και εκτελούν, πάντα με τιμή και πίστη στα λόγια των ανωτέρων τους, γιατί έτσι έχουν μάθει και αυτό δύσκολα αλλάζει. Σε αυτό το περιφραγμένο σύμπαν όπου οι καθημερινές έννοιες αλλοιώνονται και τα όρια μεταξύ ομαλού και ανώμαλου μπερδεύονται, εκτίθονται με μαεστρία οι ανθρώπινες δυνάμεις και αδυναμίες, σε συνάρτηση πάντα με ζοφερά βάθη της ανθρώπινης «ορθής σκέψης».

Αυτή την ορθή σκέψη παίρνει ο Λάνθιμος, την καταρρίπτει και από τα συντρίμμια την ανακατασκευάζει από την αρχή, απαιτώντας την ολοκληρωτική προσήλωση του θεατή ο οποίος με την σειρά του καλείται να χρησιμοποιήσει την εναπομένουσα πνευματική του δύναμη για να αντιληφθεί αυτό που του δείχνεται. Η αφηγηματική από-δόμηση του Λάνθιμου μπορεί να μοιάζει αρχικά ελλειπτική, κοιτάζοντας όμως κάτω από την επιφάνεια μπορεί κάποιος να ανακαλύψει ένα ανεξάντλητο σενάριο γεμάτο από συμβολισμούς και νοήματα απέραντης εγκεφαλικότητας, τα οποία μάλιστα ενισχύονται και εδραιώνονται με κάθε δευτερόλεπτο που περνάει, με κάθε σκέψη που κάνει ο θεατής-δέκτης. Στον Κυνόδοντα κάθε σκηνή αποτελεί και ένα μικρό δοκίμιο για την πραγματικότητά μας, για τον κόσμο που μας έδωσαν και δεχτήκαμε αβίαστα.

Όμως, ο Κυνόδοντας, όσο και αν φαίνεται, δεν μιλάει την Ελληνική. Δεν μιλάει καν την λογική ανθρώπινη. Γι αυτό και αποκρυπτογραφείται δύσκολα, επίπονα. Για να μπορέσει κάποιος να αποκωδικοποιήσει τα λεγόμενα του Λάνθιμου, θα πρέπει πρώτα να αποκωδικοποιήσει τα λεγόμενα ενός εκπαιδευτή σκύλων ο οποίων φέρει στον λόγο του φράσεις κλειδιά για την φιλοσοφία της ταινίας. Ο ακατέργαστος σκύλος (ή άνθρωπος) είναι σαν πηλός. Και ως ακατέργαστος που είναι, πλάθεται όπως όμως ορίζει ο πλάστης, περιμένοντας να του δείξει πως θα συμπεριφερθεί, πως θα σκεφτεί και πως μάθει να σκέφτεται. Έτσι, ο χαρακτήρας του δια-μορφώνεται, έχοντας σαν βάση ένα ακατέργαστο μυαλό. Όμως δεν έχει σημασία αν είναι σκύλου ή ανθρώπου, αρκεί να μην έχει ολοκληρωμένη συνείδηση (δεν είναι τυχαία η εγκυμοσύνη της μάνας, η οποία εξισώνει τα ακατέργαστα είδη ζωής, φέροντας στη κοιλιά της δύο παιδιά και ένα σκύλο).

Η αλληγορική φύση της ταινίας ισχυροποιείται ακόμα περισσότερο από την απροσωπία των χαρακτήρων παράλληλα με την αχρονικότητα των συμβάντων εντός και εκτός του φαινομενικά όμορφου αυτού σπιτιού. Συμβάντων, που όπως οδηγούν τα παιδιά του Κυνόδοντα στην προσωπική τους αποπνευμάτωση, καταλήγουν τελικά υπέρ των έμφυτων ανθρώπινων ενστίκτων ελευθερίας, πρωτίστως δια-νοητικής και τελικά φυσικής.

Και αυτό είναι ένα από τα μεγάλα όπλα του σκηνοθέτη. Λένε ότι ο καλλιτέχνης εκθέτει τον εαυτό του μέσω του έργου του όμως στην προκειμένη περίπτωση ο Λάνθιμος καταφέρνει να εκθέσει τον ίδιο τον θεατή, τον ίδιο άνθρωπο. Και με αυτό παίζει. Από τον τεμαχισμένο λόγο των παιδιών μέχρι τα τεμαχισμένα κάδρα των σωμάτων, ο Κυνόδοντας είναι μια απειλητικά αυθάδικη δήλωση αμφισβήτησης των πάντων, ξεκινώντας από το λεξιλόγιο που διδάσκεται και τις έννοιες που δίνονται στις λέξεις, μέχρι τις αδιαφιλονίκητες αρετές ενός κοινωνικού συστήματος το οποίο όλοι μας υπηρετούμε. Και σαν δήλωση, παραμένει προκλητική, αποκαλύπτοντας παράλληλα ένα λαμπρό σινεμά που τόσο ανάγκη έμοιαζε να έχει αυτός ο τόπος.

Ωστόσο, στη χώρα αυτή που ζούμε, μέσα στη περήφανη και περιφραγμένη Ελληνική πραγματικότητα, υπάρχει ένας κρυφός αλλά απαράβατος νόμος: Για κάθε μεγάλη επιτυχία, πρέπει να υπάρχει και μια μεγάλη αδικία. Γι αυτό και πάντα θα υπάρχουν αυτοί που αναγνωρίζουν τον Κυνόδοντα ως μια εξαιρετικά πρωτοποριακή θρασυτολμία, ενώ άλλοι θα το απορρίπτουν ως μια βίαια προσβλητική ανουσιότητα. Οι πρώτοι είναι και οι πιο ευνοημένοι γιατί αυτοί κατέχουν την πραγματική ελευθερία, την ελευθερία της σκέψης. Για τους άλλους, εκείνους που αντί-στέκονται ακριβώς απέναντί του χωρίς ούτε καν ένα επιχείρημα, δεν υπάρχει σωτηρία. Όσο και αν (δεν) θέλουν, δεν θα καταλάβουνε ποτέ. Δεν θα ματώσουνε ποτέ. Ίσως μόνο όταν τους πέσει ο δεξιός κυνόδοντας και στη θέση του φυτρώσει άλλος.
Ή ο αριστερός, δεν έχει σημασία.

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη, 15 Σεπτεμβρίου 2010

The Expendables (2010)

"An old-school, kick-ass action movie where people are fighting with knives and shooting at each other."
- Dolph Lundgren -

Από την αρχή ακόμα της αναγνωρισμένης καριέρας του, από τα ματωμένα ring που σύχναζε ο Balboa και τα βρώμικα σοκάκια του Paradise Alley, μέχρι και τις τελευταίες επανεκτιμήσεις των Rocky και Rambo, ο αγαπητός Stallone έχει φάει πολλές κλωτσιές και ακόμα περισσότερες μπουνιές. Ανέκαθεν υπήρχαν αυτοί που στήριζαν και απολάμβαναν την “τέχνη” του και εκείνοι που απλά τον αγνοούσαν κρίνοντάς τον μάλλον με αρνητικό τρόπο. Αν με ρωτούσε κάποιος σήμερα, μάλλον θα έλεγα ότι οι δεύτεροι ήταν αδικαιολόγητα οι περισσότεροι. Δεν προσπαθώ να αγιοποιήσω κανέναν, ίσα ίσα. Η ξεροκεφαλιά του και η ευκολία που του παρείχε η κινηματογραφική βιομηχανία ήταν που τον εγκλώβισαν σε μια κατάσταση φθοράς και αφθαρσίας τα τελευταία χρόνια. Ίσως η ζωή του να ήταν πιο δύσκολη από αυτό που πίστευε ο κόσμος, από που πιστεύαμε όλοι μας. Όμως ό,τι δεν σε σκοτώνει σε κάνει πιο δυνατό λένε, και αφού ο Stallone ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τις αξίες και τα πιστεύω των ακαδημαϊκών, δεν καταλαβαίνω γιατί θα έπρεπε να το κάνει τώρα.

Βέβαια, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι οι περισσότερες ταινίες του είχαν απήχηση (και επιπτώσεις) κυρίως σε μικρότερες ηλικίες (βλ. «Son of Rambow»), όπως κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει το γεγονός ότι η απήχηση εκείνη δεν κατάφερε να αναλωθεί με το πέρασμα του χρόνου. Για να μπορέσεις όμως να δεις και τελικά να κρίνεις τους σημερινούς Expendables χωρίς να υποπέσεις σε χλιαρές κινηματογραφικές κριτικοπαγίδες, θα πρέπει πρώτα να κοιτάξεις τον δημιουργό τους στα μάτια και στη συνέχεια κρίνοντας αυτό που βλέπεις, να αποφανθείς: Ένα σκουπίδι παλιμπαιδισμού ή μια αξιοσέβαστη δήλωση παρουσίας ενός ανθρώπου που αρνείται πεισματικά να χαθεί στη λήθη?

Οι Αναλώσιμοι δεν είναι η καλύτερη στιγμή του Stallone. Είναι όμως μια από τις πιο ιδιαίτερες γιατί είναι αφιερωμένη στους δικούς του ανθρώπους. Και όταν λέω δικούς του ανθρώπους, δεν εννοώ μόνο τους άπαντες καλεσμένους που κατάφερε να μαζέψει για να σταθούνε δίπλα του στο πανί, αλλά και όλους εκείνους που θα θελήσουν να βρεθούν ξανά(!) μέσα στην σκοτεινή αίθουσα για να καμαρώσουν τα κατορθώματα ενός ήρωα γεννημένου από τις απιθανότητες που ξεχείλιζαν κάποτε στα 80’s. Όχι για αυτούς που κοιτάνε μόνο μπροστά αλλά για εκείνους που θυμούνται το παρελθόν και το χαίρονται όπως τότε. Και αυτοί μπορούν να έχουν ό,τι ακριβώς θα μπορούσαν να ζητήσουν από έναν 64χρονο πλέον Stallone.

Οι Αναλώσιμοι έχουν τα πάντα: Μερικές υπέροχα φτιαγμένες Bourget, μια γκαζωμένη σπάνια Dukati , αρκετά φουσκωμένα κορμιά (μερικά ζωγραφισμένα, κάποια άλλα ταλαιπωρημένα, όλα τους όμως καλλιτεχνικά ιδρωμένα), αρκετές σκηνές πάλης ικανές να φέρουν δάκρυα στα μάτια των πιο ρομαντικών, κοφτερά μαχαίρια και ατελείωτες σφαίρες που σφυρίζουν στον αέρα προτού εισβολήσουν στα σώματα των περίσσιων κομπάρσων, ένα team από βίαιους, βρώμικους και μπρουτάλ χαρακτήρες να φτύνουν ατάκες και πειράγματα όπως αυτοί γουστάρουν, ένα απλοϊκό σενάριο που δίνει την δυνατότητα στην σχηματική ιστορία του να (μην) αναπτυχθεί, και έναν Mickey Rourke σε μια μικρή αλλά υπέροχη σκηνή εσωτερικής εξομολόγησης η οποία μέσα από την ηθική της αυτοτέλεια δίνει νόημα σε ολόκληρη την ταινία.

Διότι ο Stallone δεν είναι τόσο γρήγορος ούτε τόσο δυνατός όσο παλιότερα. Και το ξέρει. Γι αυτό και την μισή δόξα την δίνει αλλού. Εκθέτει τον ψευτοauterισμό του και αυτοσαρκαζόμενος χωρίς να τον νοιάζει πλέον (ίσως λίγο), χαρίζει την όχι guilty αλλά total pleasure σε αυτούς που μετράνε περισσότερο για αυτόν σ’ αυτή την ζωή, στους φίλους του. Άλλωστε θαρρώ πως μετά από τόσο καιρό, ο Sly δικός μας είναι. Και εμείς δικοί του. Και αυτή η φιλία μόνο αναλώσιμη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Εδώ δεν υπάρχουν ενοχές, ούτε και σκοπιμότητες. Υπάρχει μόνο ένας άνθρωπος που κοιτάει μέσα στη ψυχή του και σου την δείχνει, έτοιμος να σ’ την χαρίσει απλόχερα. Take it or leave it…

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 9 Σεπτεμβρίου 2010

Nord - (North) - (2009)

Την πρώτη φορά που είδα το North ήταν στο Φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ήταν από εκείνες τις βιαστικές προβολές, της στιγμιαίας αυθόρμητης απόφασης, της μιας ταινίας ακόμα. Δεν ήξερα τι θα αντιμετωπίσω τότε μιας και το όνομα του ντοκουμενταρίστα Rune Denstad Langlo δε μου ήταν γνώριμο, αλλά η προσδοκία του άγνωστου πάντα δίνει στην ταινία κάτι το μαγικά ευχάριστο. Ασχέτως με το τελικό αποτέλεσμα. Στην προκειμένη περίπτωση το παγωμένο North μου επιφύλασσε μια μικρή έκπληξη.

Από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας ήρθε στο μυαλό μου ένας παλιός γνώριμος, ο Ι. Πάντα τον θυμάμαι να λέει ότι θέλει να τα παρατήσει όλα και να μετακομίσει στον άγνωστο βορρά της παγωμένης Νορβηγίας, να ζήσει για πάντα εκεί ως ψαράς, ή ως ξυλουργός, δεν έχει σημασία. Έχει κάτι το απροσδιόριστο αυτή η χώρα που τραβάει κάποιους ανθρώπους, κάτι που σε κάνει να αδιαφορείς για την γενικότερη ανάπτυξη του βαβουριάρικου πολιτισμού μας και την καθημερινή φασαρία του τόπου μας. Όλα αυτά δεν θα είχαν καμία σημασία στην παρούσα φάση, αν το North δεν ήταν τόσο αυθόρμητο, εγωιστικό και κατά βάση μελαγχολικό όπως είναι.

Η ταινία ξεκινάει με τον Jomar, έναν τριαντάρη, μόνο Νορβηγό ο οποίος παρέα με τα τσαλακωμένα τσιγάρα και τις τσαλακωμένες του σκέψεις για το χτες και το σήμερα, αποφασίζει να κάψει (στην κυριολεξία) όλες τις λάθος επιλογές που έχει κάνει, να ανέβει σε ένα snowmobile και να ταξιδέψει βόρεια, προς την αρχέγονα χιονισμένη Tomak Valley του πολύ ιδιαίτερου Trondheim. Εκεί όπου βρίσκονται ένα χαμένο πρόσωπο που κάποτε πλήγωσε και ένας γιος που ποτέ δεν γνώρισε αλλά πρόλαβε να αγαπήσει πριν αυτός σβηστεί τελείως από την μνήμη του. Στα υπέροχα χιονισμένα βουνά της νορβηγικής υπαίθρου ο Jomar θα συναντήσει τρείς απομονωμένους ανθρώπους διαφορετικής ηλικίας και θα διανυχτερεύσει σε τρία απομονωμένα σπίτια διαφορετικής “αισθητικής”. Από αυτούς όμως θα λάβει την ίδια αποδοχή, την ίδια φιλοξενία και την επαλήθευση της ανθρώπινης ψυχής του.

Και εδώ ο Langlo εδώ καταφέρνει κάτι περίεργο. Μέσα στη μυθοπλασία του ξεχνάει λίγο τον …μύθο και πλάθει ένα σχεδόν Wenderικό ταξίδι εσωτερικής αναζήτησης και ενδοσκοπικής αυτοκριτικής. Από τον κρύο αέρα που φυσάει στις περισσότερες σκηνές, αναδεικνύεται η ιδιαίτερη αλλά μόνη καρδιά του Jomar ο οποίος πρέπει να συνεχίσει να ταξιδεύει. Λένε όμως ότι δεν έχει σημασία ο προορισμός αλλά η διαδρομή που ακολουθείς σε κάθε ταξίδι. Το North μέσα από την παγωμάρα του και τα μόλις 78 λεπτά του, αποκαλύπτει μερικά από τα υλικά με τα οποία είναι φτιαγμένη μια ανθρώπινη καρδιά που δεν θέλει να μένει μόνη, καταλήγοντας τελικά σε μια ταινία για το παρελθόν που μόλις μας προσπέρασε, για τις αποφάσεις που δεν πάρθηκαν ποτέ, και τις σκέψεις που δεν κατάφεραν να γίνουν στιγμές στις ζωές των ανθρώπων. Και όλα αυτά με έναν ψυχρό ρεαλισμό που τόσο αγαπάμε να μισούμε κάποιοι από εμάς.

Όταν τελείωσε η προβολή του North κατάλαβα ότι κάποιοι το απέρριψαν γιατί δεν τους είπε απολύτως τίποτα. Δεν τους κατηγορώ, αυτοί ίσως να τα έχουν βρει με τον εαυτό τους. Έχω όμως την εντύπωση πως ο Langlo δεν είχε σκοπό την πολυπληθή αναγνώριση. Περισσότερο με ταινία προσωπικής εξομολόγησης μοιάζει, από εκείνες που καταφέρνουν να μιλήσουν σε ελάχιστους, σε μερικούς “περίεργους”. Το North κατάφερε να μου θυμίσει τις στιγμές εκείνες με τον Ι. όπου συζητούσαμε για τα υποτιθέμενα ταξίδια στη Νορβηγία, αυτά που τελικά έγιναν και αυτά που δεν μπόρεσαν να πραγματοποιηθούν ακόμα. Ζεστές κουβέντες. Και είμαι σίγουρος πως αυτός θα απολαύσει ετούτη την ταινία όπως ακριβώς την απόλαυσα και εγώ. Αυθόρμητα, εγωιστικά. Όπως πρέπει να απολαμβάνεται μια τέτοια ταινία. Και αν έπρεπε να συνοψίσω τον λόγο μου, θα έλεγα ότι το North μιλάει μια ιδιαίτερη, σπάνια γλώσσα, άγνωστη σε πολλούς και γι αυτό δεν είναι το αριστούργημα που περιμένει κάποιος να ανακαλύψει, ούτε και πρόκειται ποτέ να γίνει μεγάλη επιτυχία. Ευτυχώς όμως…

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Soul Kitchen (2009)

Ανέκαθεν πίστευα ότι οι μεγάλοι δημιουργοί έχουν την ικανότητα να ελίσσονται ανάμεσα στα κινηματογραφικά είδη και μάλιστα με μια χαρακτηριστική ευκολία που δεν αλλοιώνει ούτε την προσωπικότητά τους, ούτε και τον χαρακτήρα του έργου τους. Με το Soul Kitchen, ο Fatih Akin προσθέτει στη φιλμογραφία του το πιο παρεξηγημένο ίσως είδος, αυτό της κωμωδίας, διατηρώντας όμως την βαθειά, κοφτή και ανθρώπινη ουσία του δράματος, αλλά προσεγγίζοντάς το με τις ανέμελες μυρωδιές ενός εναλλακτικού εστιατορίου τοποθετημένου στην βιομηχανική περιοχή του Αμβούργου. Σε μια χώρα όπου η Έλληνες μετανάστες έχουν γράψει κατά κάποιο τρόπο την δική τους ιστορία.

Ο Ιδιοκτήτης αυτού του εστιατορίου, ο Ζήνος Καζαντζάκης, μοιάζει με χαρακτήρα βγαλμένο από κάποια χαμένη Ελληνική ταινία. Άτυχος, ανεπιτυχής, αυτοκαταστροφικός αλλά καλόκαρδος, δέχεται τα απανωτά χτυπήματα της μοίρας και τα αντιμετωπίζει όλα με τον δικό του τρόπο. Ένας κατά βάση οπτικός χαρακτήρας (άψογος ο Αδάμ Μπουσδούκος) που με τις γκριμάτσες και τις κινήσεις του καταφέρνει να επικοινωνήσει άμεσα με τον θεατή, μεταφέροντας του το κωμικό στοιχείο των καταστάσεων στις οποίες μπλέκει. Χαρισμένος στο ιδιότροπο εστιατόριό του, δεν προσπαθεί πολύ, απλά βγάζει αυτό που έχει μέσα του, ψάχνοντας την ειλικρίνεια και την ευτυχία, μέσα από τις - όχι πάντα πετυχημένες - συνταγές του.

Όμως ένα εστιατόριο δεν είναι μόνο το φαγητό. Είναι η μουσική, η ατμόσφαιρα, η παρέα, οι άνθρωποι. Πάνω απ’ όλα οι άνθρωποι. Αυτοί είναι που μας πληγώνουν, μας ζηλεύουν, μας χειροκροτούνε και μας παρηγορούν. Ίσως τελικά κάποιοι να μας αγαπάνε κιόλας. Γι αυτούς τους ανθρώπους υπάρχει το Soul Kitchen έτοιμο να τους ψυχα-αγωγήσει. Μέσα στα τοιχώματά του όμως κρύβεται ένα βαθύτερο νόημα, καμουφλαρισμένο με τον αέρα του αστείου. Σε αυτό το εστιατόριο, εκτός από τις γεύσεις και τις μυρωδιές αναδεικνύεται και η ανάγκη που έχει ο άνθρωπος να κυνηγήσει και να εκπληρώσει τα πρέπει που τον στοιχειώνουν. Ο Ζήνος έχει την ανάγκη του προσωπικού του χώρου, η κοπέλα την ανάγκη της προσωπικής της αναγνώρισης, ο εκκεντρικός σεφ πρέπει να δημιουργήσει, η ενοχλητική εφορεία πρέπει να πληρωθεί. Και οι θαμώνες νιώθουν την ανάγκη να έχουν κάποιον δίπλα τους. Με οποιοδήποτε κόστος. Και εδώ είναι που ο Fatih Akin προσπαθεί να βγάλει προς τα έξω κάτι πολύ σημαντικό που φαίνεται να πιστεύει.

Μπορεί κάποιοι να ισχυρίζονται ότι στη ζωή όλα είναι δανεικά αλλά κάποια πράγματα αξίζει να χαρίζονται απλόχερα, χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς αντάλλαγμα. Έτσι και ο δημιουργός κινηματογραφεί με μια γοητευτική απλότητα, σερβίροντάς μας τις ιστορίες ενός πραγματικού κόσμου, τις όμορφες και άσχημες εμπειρίες ηρώων που υπάρχουν δίπλα μας. Και ευτυχώς, δεν μπορείς να μην παρασυρθείς από μια ταινία που παίζει μουσική με παλιά βινύλια στο πικάπ, μεθάει στους ήχους της Φραγκοσυριανής, και ερωτεύεται ψιθυριστά χορεύοντας μέσα στο σκοτάδι. Μια ταινία που αγωνιά με τα λάθη των ανθρώπων, ξέρει όμως και να συγχωρεί. Μέσα στο Soul Kitchen, ο Ζήνος θα βρει την άκρη του δικού του ουρανού, έτοιμος πια να τον διασχίσει με την αφέλεια ενός ταξιδευτή που δεν έχει ακόμα φτάσει στον τελικό προορισμό του. Ας ελπίσουμε πως κάποια στιγμή θα κάνουμε και εμείς το ίδιο.

Chris Zafeiriadis