Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

Machete (2010)

Θα ήταν άδικο, για να μη πω αφελές, να προσπαθεί κάποιος να κρίνει τον Machete με βάση την καλλιτεχνική αύρα που (δεν) αποπνέει μια τέτοια παραγωγή, όπως εξίσου άδικο θα ήταν να απορρίψει κάποιος την ταινία λόγω της εμφάνισης του πρωταγωνιστή, των πελώριων μαχαιριών που κρύβει κάτω από το δερμάτινο μπουφάν του και την τάση που έχει να τεμαχίζει/πετσοκόβει - με μαεστρία είναι η αλήθεια - τους πολυάριθμους εχθρούς του. Διότι οι ταινίες του Rodriguez φτιάχνονται για να διασκεδάσουν κυρίως εκείνους που διασκεδάζουν με τέτοιου είδους ταινίες, χωρίς ιδιαίτερες προσδοκίες και χωρίς περαιτέρω εμβαθύνσεις και αναζητήσεις. Βέβαια, μπορεί ο δημιουργός τους να μην έχει την φαντασία και το ταλέντο του κολλητού του Quentin, έχει όμως την ίδια αγάπη για το «βρώμικο» και «κακό» cinema που τόσο αγαπάμε (χωρίς να το μισούμε), μια αγάπη που προσπαθεί να διοχετεύσει και στις δικές του ταινίες, με επιτυχία θα έλεγα, τις περισσότερες φορές.

Ο Machete δεν είναι τόσο κακός όσο θα ήθελε ο δημιουργός του, αλλά δεν είναι και όσο καλός θα ήθελε η εταιρία παραγωγής. Βγάζει όμως μια ιδρωμένη αυθεντικότητα την οποία δύσκολα συναντάς σε μεγάλες και γυαλισμένες παραγωγές του Hollywood. Μια αυθεντικότητα η οποία δεν συνάδει πάντα με το pop-cornίστικο σινεμά του multiplexά, στην προκειμένη περίπτωση όμως λειτουργεί άμεμπτα, εξ-υπηρετώντας πρώτα το δικό του συμφέρον και μετά των υπολοίπων. Για αυτό και ο Machete εκδικείται διπλά.

Σε πρώτο επίπεδο, υπάρχει η σχηματική ιστορία με την προδοσία του πρωταγωνιστή, ο οποίος τιμωρεί αυτούς που θέλησαν να τον εξαπατήσουν, δίνοντας την δυνατότητα στον σκηνοθέτη Rodriguez, να επαληθεύσει για ακόμα μια φορά την αφέλεια του κινηματογραφικού του χαρακτήρα. Διεφθαρμένοι γερουσιαστές, έμποροι ναρκωτικών, υπερόπτες μαφιόζοι, ερεθιστικές (και ερεθισμένες) καλλονές, μπαλτάδες, εκρήξεις, headshots και tattoos, όλα τοποθετημένα κάτω από ένα υπέροχο (για ακόμα μια φορά) soundtrack και φιλτραρισμένα απ’ το βρώμικο αλλά πετυχημένο χιούμορ που χαρακτηρίζει τις απλοϊκές ιστορίες του σκηνοθέτη. Με Trejo, Marin και Savini να αποδεικνύουν ότι οι φιλίες είναι παντοτινές, De Niro, Alba, Seagal και Lohan να προσπαθούν να κλέψουν λίγη από την λάμψη (ή καλύτερα την σκόνη και τον ιδρώτα) τους και την Michelle Rodriguez να επιβεβαιώνει πόσο άνετα νιώθει με τους badass χαρακτήρες που υποδύεται(;), χωρίς ούτε στιγμή να χάνει την θηλυκότητά της. Όμως η ταινία δεν είναι μόνο τα παραπάνω.

Σε δεύτερο επίπεδο ο Machete τα βάζει με το ίδιο το Hollywood, στέκεται ακριβώς απέναντι και του δείχνει πόσο λάθος πράττει κάποιες φορές. Βλέπετε, τα λαμπερά φώτα μιας τέτοιας βιομηχανίας ποτέ δεν είναι στραμμένα σε φυσιογνωμίες σαν του Danny Trejo. Το «θέαμα» ποτέ δεν έχει ανάγκη από μούρες σαν και την δική του και αν ποτέ χρειαστεί τέτοια πρόσωπα, δεν τα αναζητεί αλλά τα παράγει. Όμως τώρα είναι τα φώτα που τον έχουνε ανάγκη, έστω για μια τυχαία στιγμή. Τώρα ο Trejo είναι ο πρωταγωνιστής, είναι αυτός που φέρνει κόσμο στις αίθουσες, που τραβάει πίσω του τα μεγάλα ονόματα και τις αιθέριες παρουσίες. Και το έχει καταφέρει για πολλούς λόγους, κυρίως όμως γιατί έχει παλέψει. Διότι ξέχασα να πω, αυτός ο άνθρωπος είναι παλαιστής. Γι αυτό και μόνο αξίζει το χειροκρότημα όλων μας. Άλλωστε, με τόσα μαχαίρια δεν μας παίρνει να πούμε κακό λόγο.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 18 Νοεμβρίου 2010

Meet the Feebles (1990)

“The entire movie was made so we could be as disgusting as possible with puppets. “
- Peter Jackson -

Με τους Feebles (υγειές αποκύημα της αστείρευτης φαντασίας του δημιουργού τους) ο Peter Jackson δεν αστειεύεται. Το επόμενο βήμα μετά την Τρομερή Γεύση που είχε το πετυχημένο (για τα δεδομένα της παραγωγής) κινηματογραφικό του ντεμπούτο έπρεπε να ήταν ακόμα πιο ακραίο, ακόμα πιο επαγγελματικό και ακόμα πιο …τρομερό. Όχι για να αποδείξει το οτιδήποτε στον οποιοδήποτε (άλλωστε ο Jackson μόνο επιδειξιομανής δεν είναι) αλλά για να εξωτερικεύσει την εκκολαπτόμενη καλλιτεχνική του έκφραση, πραγματοποιώντας με σταθερά βήματα το όραμά του. Ακόμα και αν αυτό σήμαινε ότι έπρεπε αν κατακρεουργήσει με το πλέον ολοκληρωμένο τρόπο τα ίδια τα Muppets.

Η ιστορία ξεκινάει λίγες μόλις ώρες προτού βγει live στη σκηνή μια ζωντανή μουσική παράσταση, «the most spectacular show in entertainment history» όπως οι ίδιοι οι Feebles το αποκαλούν και τελικά αποδεικνύεται ότι ακριβώς αυτό είναι. Ένα φαντασμαγορικό και άκρως εντυπωσιακό show αποτελούμενο από τα πιο άσχημα, παραποιημένα και ανθρωπομορφικά (για αυτό και βρωμερά) ζώα που μπορεί να (μη) φανταστεί ο ανθρώπινος νους. Μόνο που ο Jackson δεν ενδιαφέρεται και τόσο για όσα συμβαίνουν on stage, αλλά περισσότερο παρουσιάζει τα backstage τεκταινόμενα, αυτά που έχουν και το περισσότερο ενδιαφέρον.

Στους Feebles υπάρχουν τα πάντα. Ένας big fat bastard θαλάσσιος ελέφαντας που είναι ο παραγωγός, η μικροκαμωμένη σέξυ γάτα ερωμένη who sucks him under the table, ένας τραγουδοποιός σκηνοθέτης ο οποίος μοιάζει επικίνδυνα με τον fantastic mr fox, ένας απελπισμένος μπλε ελέφαντας που δεν αναγνωρίζει τον γιο που έχει με την κότα φίλη του, ένας αφελής σκαντζόχοιρος που ερωτεύεται μια όμορφη σκυλίτσα χορεύτρια, ένας ναρκομανής βάτραχος που πετάει μαχαίρια σε ζωντανούς στόχους (και ενίοτε τους πετυχαίνει), ένα γερασμένο σκουλήκι που εκτελεί χρέη stage manager, μια κοπρολάγνα και κοπροφάγα μύγα δημοσιογράφος που όλοι αντιπαθούν, κρυφές πορνοταινίες που γυρίζονται στο υπόγειο, drug deals, ξερατά, εντόσθια, πυροβολισμοί, εκβιασμοί, το πέρασμα στην Ινδία και μια σκηνή παρμένη κατευθείαν από την αφιλόξενη ζούγκλα του Ελαφοκυνηγού.

Φυσικά δεν θα μπορούσε να λείπει η πρωταγωνίστρια του show, η πληθωρική ιπποποταμίνα (ή καλύτερα ιπποποταμινάρα) Heidi, πρώην star ένδοξου μεγέθους η οποία ξεχάστηκε από τον κόσμο και ξεπεράστηκε από την βιομηχανία, ενώ τώρα σαν άλλη Norma Desmond προσπαθεί να διεκδικήσει ξανά την χαμένη της δόξα και την από καιρό ξεθωριασμένη της λάμψη. Όχι όμως με την καλλιτεχνική εμμονή της αλλά με τον πλέον διακεκριμένο τρόπο, χαρίζοντας το κορμί της στον παραγωγό αυτού του show που όμως στη θέα της γύμνιας της μοιάζει περισσότερο αηδιασμένος παρά γοητευμένος. Γεγονός που την οπλίζει με ένα αλά Rambo machine gun και μέσα στη θολή διαπίστωση της αλήθειας, εκδικείται άπαντες για την άδικη εκμετάλλευση που υπέστη (αξεπέραστη η σκηνή όπου η αρχή του τελικού μακελειού ντύνεται με το ερμηνευμένο live τραγούδι “sodomy”).

Όμως αυτό το show είναι πολλά περισσότερα από ένα λουτρό αίματος, ναρκωτικών, σιχαμάτων και βρισιών. Μπορεί οι Feebles να κατέχουν παντός τύπου χαριτωμένες μορφές του ζωικού βασιλείου, διακατέχονται όμως από μια λιγότερο σατιρική και περισσότερο ειρωνική διάθεση ταύτισης με το ανθρώπινο είδος. Μια ταύτιση που τους προσφέρει την επικινδυνότητα που έψαχνε ο σκηνοθέτης για να οργιάσει κινηματογραφικά και μαζί να οργιάσουν και οι λούτρινοι πρωταγωνιστές του. Άλλωστε ο Jackson ήταν αξιοσημείωτος σκηνοθέτης πολύ πριν αναγνωριστεί το ταλέντο του και εδώ παραδίδει μαθήματα κινηματογραφικής γραφής για έναν άπειρο πλην όμως φιλόδοξο σκηνοθέτη.

Κατ-έχοντας υποδειγματικό επαγγελματισμό και υπέρμετρο μεράκι για το έργο του, ο Jackson καταφέρνει να δομήσει μια διεφθαρμένη showbiz κοινωνία και στην συνέχεια να την εξολοθρεύσει και μάλιστα με την εκ των έσω επίθεση της μανιασμένης του πρωταγωνίστριας. Όμως η δική του κοινωνία θεάματος (η οποία θα μπορούσε να μοιάζει με κάποια εκσυγχρονισμένη Φάρμα των Ζώων τοποθετημένη σε κάποια σημερινή μεγαλούπολη) δεν έχει πάψει να υπενθυμίζει την αθλιότητα τέτοιου είδους μηχανισμών, μια βίαιη κοινωνία που σχολιάζει με τον δικό του αποκρουστικό τρόπο ο Jackson (και στην οποία αργότερα κατάφερε να διεισδύσει, όχι για να την εξυπηρετήσει αλλά για να την χρησιμοποιήσει προς όφελός του). Ο ειρωνικός (και ταυτόχρονα αδιάκοπος) σχολιασμός είναι τόσο πετυχημένος που καταφέρνει εν μέρει να χαρίσει έναν ουμανιστικό χαρακτήρα στα βρώμικα ζώα, γεγονός που ελάχιστοι έχουν καταφέρει στην κινηματογραφική ιστορία χωρίς την χρήση πραγματικών ανθρώπων (τα animation είναι άλλη ιστορία και αξιολογούνται διαφορετικά).

Αυτός είναι και ο λόγος που το show των Feebles, ενώ διαθέτει εξ ολοκλήρου μη ανθρώπινες φιγούρες, παράγει μια διεστραμμένα ανθρώπινη οικειότητα, η οποία σε κάνει να θαυμάζεις τον δημιουργό για το θάρρος και την φαντασία του, ενώ ταυτόχρονα, με έναν ύπουλο τρόπο δημιουργεί στον θεατή την πολύ εύστοχη απορία: Σε αυτόν τον ζωώδη θεατρικό μικρόκοσμο, όπου οι χαρακτήρες μοιάζουν τόσο με τους ανθρώπους και όλοι εμείς τόσο έντονα μαζί τους, ποιοι ακριβώς είναι οι τελικοί πρωταγωνιστές της ταινίας;

Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 9 Νοεμβρίου 2010

The Social Network (2010)

“I want to create something substantial in order to get the attention of the clubs.”
- Fincher’s Zuckerberg -

Για να μπορέσει κάποιος να παρακολουθήσει και τελικά να αποκωδικοποιήσει το Social Network, θα πρέπει να πρώτα απ’ όλα να αποστασιοποιηθεί από το φαινόμενο του facebook και στη συνέχεια να λάβει τις πληροφορίες που δίνονται από τον σκηνοθέτη για την κατανόησή του. Διότι η πιο κοινωνικά δικτυωμένη ταινία του Fincher δεν έχει να κάνει μόνο με την (οποιαδήποτε μορφής) δικτύωση, ούτε και με τους (οποιαδήποτε μορφής) εκατομμύρια δικτυωμένους ανά τον κόσμο. Κυρίως, έχει να κάνει με την προσωπικότητα ενός ανθρώπου που σε λίγα μόλις λεπτά άλλαξε τον τρόπο προσέγγισης των σχέσεων. Είτε τα γεγονότα που παρουσιάζονται είναι πραγματικά, είτε καθαρά μυθοπλαστικά.

Το δράμα που παρουσιάζεται εδώ (γιατί περί δράματος πρόκειται) ξεκινά από μια ατμοσφαιρικά ηλεκτρισμένη βραδιά σε μια αμερικάνικη pub, με έναν χωρισμό. Έναν χωρισμό που συντελείται γιατί εκείνος είναι περισσότερο μαλάκας απ’ όσο εκείνη μπορούσε να ανεχτεί. Για αυτό και εκείνη γίνεται η αφορμή (αλλά όχι η αιτία) για να δημιουργηθεί μια εγωιστική σελίδα στο διαδίκτυο, μια σελίδα προβολής και εξωτερίκευσης γενικευμένου απωθημένου ενός ανθρώπου που μόλις είχε απορριφθεί.

Βέβαια αυτός ο άνθρωπος μόνο τυχαίος δεν ήταν στην ιστορία της σύγχρονης πληροφόρησης. Είχε τις γνώσεις, τα μέσα και τον χρόνο, είχε και την δυνατότητα να αφουγκραστεί αυτό που ζητούσε μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων από την ζωή. Όχι μόνο ανθρώπων της εποχής του αλλά κάθε εποχής. Κυρίως όμως, αυτό που ο ίδιος ζητούσε. Την αναγνώριση του κοινωνικού (του) συνόλου. Σε αυτή την ανάγκη πάτησε και επάνω της έχτισε. Ο ευφυής Mark Zuckerberg χάρισε στον κόσμο αυτό που τόσο έμοιαζε να είχε ανάγκη, το μέσο που δίνει την δυνατότητα στους ανθρώπους να αναπληρώσουν την κοινωνική δικτύωση (και κοινωνική αναγνώριση) που λείπει από την καθημερινότητά τους. Χωρίς αυτό να είναι απόλυτα κακό, είναι όμως απόλυτα ειλικρινές.

Η τελική μορφή του facebook όπως την ξέρουμε, είναι τρομερά εθιστική για κάποιους διότι δίνει την δυνατότητα στον καθένα να παρουσιάσει τον εαυτό του όπως αυτός θέλει, είτε είναι αληθινός είτε όχι, δεν έχει σημασία. Παράλληλα δίνει την δυνατότητα στους χρήστες να κοιτάνε τις ζωές των άλλων, να κρυφοκοιτάζουν δηλαδή, χωρίς να γίνονται αντιληπτοί και μάλιστα με την συγκατάθεση του κρυφοκοιταζόμενου.

Οι σημερινοί άνθρωποι όμως έχουν την ανάγκη για γρήγορο έρωτα, για απενοχοποιημένο και γρήγορο σεξ. Το λέει και ο ίδιος ο δημιουργός της ιστοσελίδας, το ασπάζεται ο σκηνοθέτης, το επαληθεύουν και οι ήρωες. Γεγονός που κάνει το δημιούργημα του Zuckerberg ακόμα πιο ελκυστικό ενώ ταυτόχρονα δίνει την δυνατότητα στον Fincher όχι να σχολιάσει αλλά να παρουσιάσει τις ανάγκες, τις ανασφάλειες και τα πιστεύω μιας γενιάς που κάποιοι δεν θα καταλάβουνε ποτέ γιατί δεν θα μπορέσουν να πλησιάσουνε ποτέ. Χωρίς να έχει σημασία ποιος είναι πιο σωστός, ποιος έχει δίκιο και ποιος όχι.

Όμως από την μέση της ταινίας και έπειτα, όταν οι δικαστικές διαμάχες για την πατρότητα του δημιουργήματος φουντώνουν, ο σκηνοθέτης γίνεται πιο συγκεκριμένος και κεντράρει σε ένα πρόσωπο (ο λόγος για τον οποίο υπάρχει το άρθρο «The» στον τίτλο της ταινίας). Ο (κατά Fincher) Zuckerberg πέφτει στην παγίδα που ο ίδιος έστησε για τους υπόλοιπους. Ο δημιουργός αντι-λαμβάνει τον εαυτό του ως τον απόλυτα ικανό (προγραμματιστή) και ως ο ποτέ μέχρι τότε ευρέα αποδεκτός, αποδέχεται δίπλα του μόνο τους απόλυτα ικανούς (“capable” είναι η λέξη που ο ίδιος χρησιμοποιεί) και τους υπόλοιπους τους …διαγράφει. Όποιοι και αν είναι αυτοί. Αυτή μοιάζει να είναι και η πρώτη ύλη που χρησιμοποιεί ο Fincher παρουσιάζοντας τόσο την υπεροψία ενός πραγματικά ικανού ανθρώπου που ήθελε να τραβήξει την προσοχή του κόσμου, όσο και την αλλαγή που επιδέχεται όταν η προσοχή είναι πλέον στραμμένη προς το πρόσωπό του. Άλλωστε μοιάζει αδιανόητο να έχεις αλλάξει τα πάντα γύρω από τους άλλους χωρίς να έχεις αλλάξει τίποτα γύρω απ’ τον εαυτό σου.

Και είναι μόλις στα τελευταία κρίσιμα δευτερόλεπτα του φινάλε που αποκαλύπτεται η πραγματική και δραματική φύση αυτής της ταινίας. Ο Fincher έχει επιλέξει να παρουσιάσει το δράμα ενός anti-social ανθρώπου λίγο πιο δικτυωμένου, λίγο πιο αληθινού και λίγο πιο κοντινού σε εμάς. Ενός ανθρώπου που ξεκίνησε με λίγα χρήματα και ελάχιστους φίλους και κατέληξε με πολλά χρήματα αλλά καθόλου φίλους, που άλλαξε τους επικοινωνιακούς κώδικες, εκσυγχρόνισε την μοναξιά αλλά κατέληξε συμβιβασμένος και μόνος με μοναδική συντροφιά την δυαδική εικόνα μιας γυναίκας και την ηχώ μιας ακόμα συναισθηματικής απόρριψης να αργοχάνεται σε μια άδεια αίθουσα…

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

The Haunting (1963)

Σκάνδαλα, φόνοι, παράνοια και αυτοκτονίες είναι τα κύρια συστατικά που χαρακτηρίζουν τον άφεγγο μύθο γύρω από το Hill House, έναν στοιχειωμένο πύργο τοποθετημένο στο πιο κρύο και απομονωμένο μέρος της Νέας Αγγλίας. Έναν πύργο “εκ γενετής” κακό, ο οποίος έχει την τάση να αφαιρεί τις ζωές από τους κατά καιρούς ιδιοκτήτες του, χωρίς όμως να τους δίνει την δυνατότητα να γαληνεύουν μετά τον θάνατό τους, κρατώντας τις ψυχές τους αιχμάλωτες μέσα στα αραχνιασμένα του τοιχώματα. Ή τουλάχιστον, έτσι λέει ο μύθος.

Σε ένα σκοτεινό βιβλίο της Shirley Jackson ανήκει αυτή στοιχειωμένη ιστορία που επέλεξε να μεταφέρει στην σκοτεινή αίθουσα ο Robert Wise και το αποτέλεσμα δεν κρίνεται μόνο τρομακτικά(!) επιτυχημένο αλλά και διαχρονικά απολαυστικό (τουλάχιστον για τους λάτρεις του κινηματογραφικά μαυρόασπρου φόβου). Όμως πέραν του αδιαμφισβήτητου τρομοκρατήματος που προσφέρει η δεξιοτεχνία του σκηνοθέτη, μακριά από τις απειλητικές φωνές και τους απόκοσμους θορύβους (που μοιάζουν σα να πετάχτηκαν από κάποια χαμένη ταινία του Tourneur), ο στοιχειωμένος αυτός πύργος προσφέρει και κάτι παραπάνω. Και αυτό διότι ανάμεσα στους καλεσμένους που λαμβάνουν μέρος στο πείραμα που διεξάγει ο φιλόδοξος ανθρωπολόγος (καθόλου τυχαία επιλογή ιδιότητας) για την καταγραφή υπερφυσικών φαινομένων, υπάρχει και μια γυναικεία παρουσία διαφορετική από τις άλλες, η οποία υποθάλπει έναν “ιδιαίτερο” χαρακτήρα κρυμμένο πίσω από τα τεκταινόμενα του πύργου.

Η Eleanor, η βασικότερη από τους τέσσερις βασικούς χαρακτήρες, είναι και εκείνη που αναπτύσσεται περισσότερο από τον σκηνοθέτη. Από τα πρώτα κιόλας λεπτά ο Wise τροφοδοτεί το κοινό με πληροφορίες οι οποίες συνθέτουν αυτό το εύθραυστο πορτραίτο. Καταθλιπτική και καταπιεσμένη από την οικογένεια της, χωρίς να έχει την δυνατότητα της ελευθερίας και της ελεύθερης βούλησης, έχοντας από καιρό χάσει την ιδιότητα της συζύγου, η Eleanor αποξενώνεται και χάνεται στην εσωστρέφειά της, με μοναδικό στόχο επιδίωξης την απόδραση. Σαν άλλη Marion (βλ. Ψυχώ) αλλά με διαφορετικό κίνητρο, επιβιβάζεται στο αυτοκίνητο και από-δρα παρέα με τις voice over σκέψεις της, μόνο για να εγκλωβιστεί στην εσωτερική παράνοια που ελλοχεύει στον πύργο-φάντασμα. Το στοιχειωμένο πείραμα του Hill House μπορεί να φαντάζει σαν την ιδανική ευκαιρία για εκείνη, είναι όμως αυτό που την οδηγεί στην ψυχολογική και σωματική της καταστροφή.

Ακολουθώντας τα κλασικά πρότυπα των ταινιών τρόμου, ο Wise καταφέρνει να συνδέσει οτιδήποτε paranormal συμβαίνει μέσα στον πύργο με την ίδια την ηρωίδα, κινηματογραφώντας με αυτό τον τρόπο το χρονικό ενός ψυχικά αποδιοργανωμένου ανθρώπου. Ένα εγκαταλειμμένο σπίτι το οποίο μοιάζει αρκετά οικείο με αυτή την εγκαταλειμμένη γυναίκα, μετατρέπεται σε αντικείμενο ταύτισης για την ίδια. Κατά ένα περίεργο τρόπο, η Eleanor νιώθει (και είναι) στόχος του σπιτιού, το οποίο αργά αλλά σταθερά απορροφά την σκέψη και την ψυχή της, κάνοντάς την να πιστεύει ότι ανήκει ολοκληρωτικά σε αυτό. Γεγονός που παρουσιάζει με μαεστρία ο σκηνοθέτης και δημιουργεί ένα αλληγορικό ψυχογράφημα μιας γυναίκας που θέλει να ξεφύγει από την μέχρι τώρα ζωή της και προτιμά να βρίσκεται σε ένα σπίτι στοιχειωμένο παρά στο δικό της.

Χρησιμοποιώντας τις σκιές, τους θορύβους αλλά κυρίως την ψυχρότητα ενός τέτοιου πύργου και αποφεύγοντας τις εύκολες κινηματογραφικές λύσεις, ο Wise καταφέρνει και χτίζει μια διφορούμενη αλλά επιβλητική ατμόσφαιρα. Μια ατμόσφαιρα η οποία επιβάλλεται πρωτίστως στην κεντρική ηρωίδα της ταινίας, η οποία αφού πρώτα οικειοποιηθεί το σκοτάδι που κατοικεί στο σπίτι (και κατ’ επέκταση στη ψυχοσύνθεσή της) στη συνέχεια ακολουθεί την ρότα που χαράσσει το απροσδιόριστο κακό και παραδίνεται σε μια σχεδόν σχιζοφρενική αλλά κυρίως δραματική κατάσταση ασφυξίας και (τελικά) κατάρρευσης της προσωπικότητάς της. Το κακό που κατοικεί σε αυτό το σπίτι δεν θριαμβεύει αλλά επιβεβαιώνεται ενώ παράλληλα επιβεβαιώνει αυτή την μεταφυσική και ταυτόχρονα δραματική κατασκευή του Wise σαν μια από τις πολυδιάστατες, πολυαναγνώσιμες και καλύτερες ταινίες της δεκαετίας της.

Chris Zafeiriadis