Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Attenberg (2010)

Το τελευταίο διάστημα παρακολουθώ το Ελληνικό σινεμά από κοντά. Όχι από πολύ κοντά όμως γιατί δεν θέλω να με αντιληφθεί. Μ’ αρέσει να το κοιτάω από απόσταση, να το βλέπω να εξελίσσεται και να διαμορφώνει το καινούριο του πρόσωπο. Η Αθηνά Τσαγγάρη ανήκοντας στο σύνολο αυτής της εξελικτικής διαδικασίας, δεν χαρίζει απλά ανάσες ζωής στο σινεμά αυτού του τόπου, αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να επικοινωνεί άμεσα με τον θεατή, δίνοντάς του την τροφή που χρειάζεται για την δική του (καταναλωτική) εξέλιξη. Αρκεί να έχει τα μάτια του ανοιχτά και το μυαλό του σε λειτουργία.

Το Attenberg ξεκινάει με τα πειραματικά, σαλιωμένα φιλιά δύο κοριτσιών. Αυτό δεν το καθιστά αυτομάτως προκλητικό αλλά μια ταινία περίεργη να μάθει. Η περιέργεια βέβαια δεν περιορίζεται μόνο στην εξερεύνηση της ανταλλαγής υγρών αλλά προχωράει μερικά βήματα παραπέρα, αναζητώντας συναισθήματα που όλοι μας βιώνουμε και καταστάσεις που αργά ή γρήγορα όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί είναι καταδικασμένοι να αντιμετωπίσουν σε αυτόν τον κόσμο. Ακόμα και τα μικρά ζωάκια που πρωταγωνιστούν στα ντοκιμαντέρ του Sir David Attenborough.

Πρωταγωνίστρια της ταινίας είναι η εικοσιτριάχρονη Μαρίνα η οποία καλείται να αντιμετωπίσει μια πραγματικότητα που δεν της αξίζει. Ένα αυθεντικό Be Bop Kid, που πρέπει να μάθει να ζει με αυτούς που δεν θέλει, να αντιμετωπίσει με τον μικροαστικό παροξυσμό του τόπου μας και τέλος, να βρει τρόπο να ανοίξει τα φτερά που κρύβει στην πλάτη της για να πετάξει. Ενστικτωδώς. Και όλα αυτά, πριν ακόμα μάθει να χαμογελάει. Την Μαρίνα μπορεί να μη την καταλάβεις. Μπορεί ακόμα να την θεωρήσεις και χαζή. Όμως θα κάνεις λάθος, γιατί αυτός ο χαρακτήρας εσωκλείει μέσα του συναισθήματα που οι περισσότεροι δεν θα νιώσουνε ποτέ. Αυτό το κορίτσι καλείται να σηκώσει στους ώμους του όλη την μακαβριότητα ενός κόσμου στον οποίο το μόνο που έχουμε μάθει να κάνουμε καλά είναι να πιθηκίζουμε με έπαρση.

Ολόκληρη η ταινία μυρίζει (ή καλύτερα, βρωμάει) γυναίκα. Από τον τρόπο που χειρίζεται τα κορίτσια και τα εκτεθειμένα βρακιά τους, μέχρι τον τρόπο που αντιμετωπίζει την βαρβατίλα των αντρικών γενετικών οργάνων. Ακόμα και όταν προσπαθεί να υποδυθεί τον άντρα μιλώντας για τα γυναικεία στήθη, αναβλύζει μια αρχέγονη θηλυκότητα η οποία τσακίζει κόκκαλα. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν μιλάει με αλήθειες που μας αφορούν όλους. Το Attenberg αναγνωρίζει αλλά δεν προσβάλει τα ταμπού που υπάρχουν στις κοινωνίες των θηλαστικών ενώ παράλληλα δημιουργεί ένα ακραιφνώς εύστοχο σχόλιο πάνω στην απογαλάκτωση και την αποδέσμευση του παιδιού από τον γονέα / δάσκαλο. Της επιβαλλόμενης και πρόωρης αποδέσμευσης η οποία μέσα από την αναγκαστική επιβολή της, μοιάζει το πιο άδικο πράγμα του άγουρα βιομηχανικού τοπίου των Άσπρων Σπιτιών.

Το Attenberg είναι δεξιοτεχνικά βυθισμένο στον μακάβριο ρεαλισμό ανθρώπων που χάσανε και στη συνέχεια – για λίγο - χάθηκαν και οι ίδιοι. Εκεί υπάρχουν κάποιες στιγμές που μερικοί δεν θα ξεχάσουμε ποτέ. Ένα ξαφνικό «σκάσε» της Μαρίνας (το οποίο κρύβει μέσα του όσα δεν χωράνε στους διαλόγους μιας ταινίας) και την πιο ειλικρινή αντίδραση σε θάνατο που έχω παρακολουθήσει ποτέ στον κινηματογράφο. Αντίδραση παιδιού σε θάνατο γονέα. Ακόμα και αν οι περισσότεροι δεν καταλάβουνε τον λόγο.
Παράλληλα όμως η ταινία πρεσβεύει την συντροφικότητα, δίνοντας αξία στην ανάγκη του να έχουμε κάποιον δίπλα μας. Κάποιον που δεν θα ντρεπόμαστε και μαζί του θα φτύνουμε τον κόσμο που μας έτυχε από ψηλά. Κάποιον που θα ανταλλάσουμε βρισιές, θα φιλιόμαστε με γλώσσα και θα χορεύουμε υστερικά, πιασμένοι αγκαζέ. Και που θα μας κοιτάει στα μάτια και θα μας δίνει κουράγιο και δύναμη, κρατώντας με μανία το δεξί μας χέρι. Ή το αριστερό, δεν έχει σημασία.

Κάποιες ταινίες είναι φτιαγμένες για λίγους.

Chris Zafeiriadis

Κυριακή, 10 Απριλίου 2011

My Blueberry Nights & Days - Μια ιστορία βγαλμένη από το σινεμά του Wong Kar Wai

Την πρώτη φορά που αντίκρισα το πρόσωπό σου ήταν έξω από ένα συνοικιακό μπαράκι, πριν από 15 περίπου χρόνια. Στεκόσουν μόνη, περιμένοντας κάποιον ή κάτι. Μικρά παιδιά ήμασταν τότε, ούτε λύκειο. Έρωτας με την πρώτη ματιά μου είπαν οι φίλοι, αθώος, άδολος και ειλικρινής. Ήσουν τόσο χαριτωμένη και όμορφη που δεν μπορούσα να πάρω τα μάτια μου από πάνω σου. Εντάξει, αυτό το τελευταίο είναι ψέμα, γύρισα το βλέμμα μου από την άλλη την στιγμή που κατάλαβα ότι με κοιτάζεις. Με κοίταξες είναι η αλήθεια, το θυμάμαι σαν χτες. Είμαι σίγουρος ότι κάτι αισθάνθηκες και εσύ, φαινόταν στο βλέμμα σου. Πήγαινες σε διαφορετικό σχολείο γι αυτό το μόνο που έμαθα τότε ήταν το όνομά σου. Λίγες μέρες μετά, οι ίδιοι φίλοι με πληροφόρησαν ότι ήσουν με κάποιον άλλο. Δεν μπορούσα να κάνω κάτι. Εκείνη η ευκαιρία μπορεί να μην υπήρξε ποτέ για εμάς. Αλλά και αν υπήρξε, χάθηκε για πάντα. Έμεινε όμως η στιγμή.

Τα χρόνια πέρασαν και εμείς χαθήκαμε και ξαναβρεθήκαμε αρκετές φορές. Σε μια επαρχιακή πόλη δεν γίνεται να χαθείς στ’ αλήθεια με κάποιον. Πότε μας όμως δεν πλησιάσαμε αρκετά κοντά, διότι όλο αυτό το διάστημα ευκαιρία δεν υπήρξε ούτε μία. Η ζωή μάς προχώρησε προς αντίθετες κατευθύνσεις αλλάζοντας συνέχεια δρόμους. Οι επιλογές μας ήταν τόσο διαφορετικές που ποτέ δεν καταφέραμε να γευτούμε μια blueberry pie μαζί.

Σε αυτά τα 15 χρόνια ζήσαμε πάρα πολλά, αρκετές ευτυχισμένες στιγμές και αρκετές δυστυχισμένες. Μεγαλώσαμε, διδαχτήκαμε και ερωτευτήκαμε, αγαπήσαμε και αγαπηθήκαμε, πληγώσαμε και πληγωθήκαμε. Αλήθεια, πόσες ιστορίες βρίσκονται συμπυκνωμένες μέσα σε αυτή την τελευταία πρόταση, ούτε να το σκέφτομαι δεν θέλω. Αναμνήσεις που κλείστηκαν μέσα σε κονσέρβες με άγνωστη ημερομηνία λήξης. Αν με ρωτήσεις τι συνέβη όλο αυτό το διάστημα, θα σου απαντήσω ότι συνέβη η ζωή. Συνέβη ο χρόνος που περνάει και πίσω δεν γυρίζει για κανέναν. Έτυχε και εγώ να δουλέψω σε κάποιο μπαρ έχοντας τα στριφτά μου τσιγάρα για παρέα. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμάμαι να σε σκέφτομαι. Θυμάμαι όμως ένα βράδυ όταν διασταυρώθηκαν οι παρέες μας στη γωνία ενός δρόμου. Φορούσα ένα κοντομάνικο Clockwork Orange και μου είπες «ωραία μπλούζα». Συμπτωματικά, δεν το ξαναφόρεσα ποτέ αυτό το κοντομάνικο και τώρα σκέφτομαι ότι κανένας δεν θα μπορέσει επαναλάβει αυτή την φράση που είπες. Κανείς δεν θα μπορέσει να μου κλέψει αυτό που μου χάρισες εκείνη την μέρα.

Και φτάσαμε στο σήμερα που η μοίρα μας έφερε επιτέλους κοντά. Με έναν επίσης αθώο και ειλικρινή τρόπο, βρεθήκαμε να κάνουμε παρέα από σύμπτωση. Πέρασαν βδομάδες μέχρι να καταλάβω τι συμβαίνει. Μέχρι που ήρθε η στιγμή να καθίσουμε δίπλα δίπλα και να μοιραστούμε εκείνο τον βραδινό καφέ. Όταν σε κοίταξα στα μάτια είδα τον εαυτό μου να λαχταράει ξανά, όπως τότε. Είσαι τόσο καλή στο να διαβάζεις τους ανθρώπους που σίγουρα διάβασες το πρόσωπό μου. Άλλωστε, έχουμε μάθει να μιλάμε περισσότερο με τις κινήσεις και τα βλέμματα παρά με τις λέξεις. Τότε έγειρες λίγο πιο κοντά μου και γαμώτο, δεν κρατήθηκα και σε πήρα αγκαλιά. Και εσύ με φίλησες. Ακόμα σε νιώθω. Το συναίσθημα εκείνης της στιγμής που μοιραστήκαμε, δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Γιατί ξέρεις, κάποια συναισθήματα μένουνε για πάντα.

Εκείνο το βράδυ επισκέφτηκες την φαντασία μου. Ήμασταν στο κρεβάτι μαζί και δεν μας ένοιαζε τίποτα. Είχα τα στήθια σου στην αγκαλιά μου και τα κορμιά μας στροβιλίζονταν με ένα πρωτόγονο πάθος, λουσμένα από ιδρώτα και έρωτα. Με τις ανάσες μας βαριές, τα σκεπάσματα να ξεχειλίζουν ηδονή και τον χρόνο να κοιτάζει ανήμπορος, χωρίς να μπορεί να μπει ανάμεσά μας. Εκείνη την στιγμή τον είχαμε νικήσει. Εκείνη την στιγμή ήμασταν κάτι παραπάνω από εραστές και ο χρόνος ο μεγάλος χαμένος.

Ξέρω ότι αυτή η φαντασίωση δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ. Ίσως να είσαι η κατάλληλη, αυτή όμως δεν είναι η κατάλληλη στιγμή. Μπορεί να υπάρχουν τόσα πολλά που θέλουν να μας ενώσουν, υπάρχουν όμως άλλα τόσα που μας κρατάνε χώρια. Τα βλέπουμε, τα μιλάμε και τα αγγίζουμε κάθε μέρα. Κάποια από αυτά τα αγαπάμε κιόλας. Άλλωστε δεν μπορούμε να κερδίζουμε πάντα. Δεν μπορούμε να κερδίσουμε την τύχη κάποιου άλλου, θα ήταν άδικο. Σχεδόν δακρύζω τώρα που ακούω την Faye Wong να τραγουδάει για τον dream lover της, αλλά ταυτόχρονα χαμογελάω. Χαμογελάω γιατί ελάχιστοι άνθρωποι έχουν την τύχη να ζήσουν έναν τέτοιο έρωτα, τόσο σπάνιο και τόσο Kar-wai-ικό, που θα έκανε αυτόν τον δημιουργό να χαμογελάει από περηφάνια.

Πριν από λίγες μέρες είχες βγει έξω. Ήξερα σε ποιο μαγαζί ήσουν διότι ήταν και όλοι μας οι φίλοι εκεί. Ήρθα μέχρι την πόρτα αλλά δεν μπόρεσα να μπω μέσα. Αν το έκανα θα ήμουν ακόμα ο ίδιος. Τέτοιοι έρωτες όμως σε αλλάζουν ριζικά. Και αν δεν άλλαζα εκείνη την στιγμή, δεν θα το έκανα ποτέ μου. Έμεινα για λίγο εκεί έξω και το σκέφτηκα. Όταν βγήκε ένα ζευγάρι, προσπάθησα φευγαλέα να κοιτάξω μέσα αλλά δεν μπόρεσα να σε δω. Η πόρτα έκλεισε και το όνειρο χάθηκε για πάντα εκείνη την νύχτα. Οι αναμνήσεις όμως έχουν μείνει. Εύχομαι χωρίς ημερομηνία λήξης.

Πήγα σπίτι και είπα να σου στείλω ένα μήνυμα, αλλά μετά το μετάνιωσα. Σκέφτηκα καλύτερα να δω μια ταινία, μήπως και κρατήσω το μυαλό μου μακριά σου. Φυσικά, ήταν αδύνατο. Αποφάσισα τότε να σου γράψω αυτό το γράμμα που ευτυχώς θα μείνει καμουφλαρισμένο με την ετικέτα της κινηματογραφικής κριτικής. Κάποια πράγματα λέγονται καλύτερα γραμμένα. Το ξέρω ότι θα ιδωθούμε πάλι και μάλιστα σύντομα. Θα προσπαθήσω τότε να μη σε πλησιάσω πολύ για να μην έχουμε την ευκαιρία να γευτούμε εκείνη την blueberry pie. Τις στιγμές που ζήσαμε όμως δεν θα τις αφήσω να χαθούν. Τις έχω χαρίσει μια κάρτα επιβίβασης για το τρένο που ταξιδεύει σε εκείνο το περίεργο μέρος που οι αναμνήσεις μένουν ζωντανές για πάντα. Εκεί μπορούμε να ‘μαστε μαζί. Ακόμα και αν δεν μπορέσω να σε αγγίξω ποτέ ξανά. Ακόμα και αν όλα ήταν μια ψευδαίσθηση και εκείνη την μέρα, πριν από 15 χρόνια, δεν με κοίταξες ποτέ…

Chris Zafeiriadis