Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Moon (2009)


Για αρκετούς κινηματογραφόφιλους το σινεμά του φανταστικού είναι κάτι παραπάνω από ένα κινηματογραφικό είδος. Είναι το μέρος όπου το μυαλό ξεδιπλώνεται, η φαντασία ταξιδεύει, και καινούριες εικόνες δημιουργούνται από το πουθενά (ή καλύτερα, όχι από τον δικό μας πλανήτη), προς ευχαρίστηση αλλά και ως πνευματική τροφή κάθε ανικανοποίητης από τον κόσμο που ζούμε, συνείδησης. Μιας συνείδησης η οποία ψάχνει και ψάχνεται (ανα)μέσα σε κόσμους μακρινούς, εικόνες που λειτουργούν ως συμπαντόπλοια με προορισμό άγνωστους τόπους, άλλοτε με έντονους χρωματισμούς και άλλοτε όχι και τόσο φωτισμένους, έτοιμους όμως να εξερευνηθούν μέχρι και το τελευταίο τετραγωνικό εκατοστό τους. Για όλες αυτές τις ταξιδιάρες ψυχές, το είδος της επιστημονικής φαντασίας τα τελευταία χρόνια μοιάζει να νοσεί. Ελάχιστα τα αξιόλογα δείγματα Fountain-ικής αριστοτεχνίας, ελάχιστοι και οι αξιόλογοι δημιουργοί που δεν αρκούνται στα εφετζίδικα τερτίπια της υψηλής τεχνολογίας.

Έχοντας σαν αφετηρία μια φανταστικά σεληνιασμένη ιστορία και έναν μικροσκοπικό προϋπολογισμό για την μεταφορά της στη μεγάλη οθόνη , η ταινία του Jones τοποθετείται στην πιο Dark Side of the Moon συνοικία του ηλιακού μας συστήματος, ένα μέρος που φωτίζεται πλήρως μοναχά για μια ημέρα τον μήνα, αφήνοντας την φαντασία των περισσοτέρων από εμάς να καλπάζει τις υπόλοιπες είκοσι εννέα για το τι μπορεί να υπάρχει εκεί πάνω. Ο Sam Bell, ως μοναδικός (γι’ αυτό και μοναχικός) κάτοικος του κοντινότερου πλανήτη μας , εξυπηρετεί τα συμφέρονται εκείνων που κατάφεραν όχι μόνο να φτάσουν στο φεγγάρι αλλά παράλληλα να το κατοικήσουν (έστω και αν αυτή η κατοικία είναι προνόμιο του ενός). Εκείνων που κατάφεραν να το εκμεταλλευτούν ως πηγή ενέργειας προς συμφέρον των υπολοίπων από εμάς που έχουν μείνει «πίσω» για σφοδρή κατανάλωση.

Στο σύνολό του το Moon μοιάζει περίεργο. Περίεργο να εξερευνήσει καινούριους ορίζοντες, καινούριες ανθρώπινες συμπεριφορές, καινούριες επιφάνειες κρυμμένες από το φως του ήλιου. Υπό αυτό το πρίσμα, το πρώτο του μισό αφιερώνεται στην αναζήτηση. Μια αναζήτηση η οποία φέρνει μια επιφανειακά solariκή ανάμνηση, η οποία επικοινωνεί μέσω ενός χωροχρονικού δορυφόρου με τον HAL 9000, και που μέσα από μια ασαφή πραγματικότητα προσπαθεί να φιλοσοφήσει επάνω στην αλά K-Pax αβεβαιότητα της (ανθρώπινης) ύπαρξης. Και τα καταφέρνει αρκετά καλά, χωρίς κανένα ίχνος υπερβολής, με μια διαυγή τιμιότητα που σπανίζει από τέτοιου είδους ταινίες στις μέρες μας.

Στο δεύτερο μισό το Moon σταματάει να αναζητά και ξεκινά να απαιτεί. Απαιτεί πρώτα απ’ όλα την ανεξαρτησία του Sam Bell ο οποίος ως εσώκλειστος του διαστημικού σταθμού, προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά του περιορισμού του. Κάπου εκεί ξεκινάει και μια μικρή πτώση της ταινίας με τον σκηνοθέτη να βαδίζει στον εύκολο δρόμο. Διότι αντί να φιλοσοφεί επάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη δημιουργώντας ερωτήματα, προβληματισμούς αλλά ταυτόχρονα και ταυτότητα, επιλέγει να αγωνίζεται να αποδράσει από έναν πλανήτη που τελικά μοιάζει φυλακή. Μέσα από την σεναριακή αυτή απλότητα, ο θεατής καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην εξόντωση του σφάλματος και την ελευθερία μιας ζωής που δεν έπρεπε να υπάρχει, με τον Jones να απλώνει το δάχτυλο προς τη δεύτερη κατεύθυνση.

Ακόμα και έτσι όμως το Moon υπερτερεί. Αφήνει έτη φωτός πίσω του τις συνήθεις χολιγουντιανές αντιλήψεις φαντασιόπληκτων διεκπεραιωτών και αποκαλύπτει έναν σκηνοθέτη γεμάτο ιδέες, κέφι και διάθεση για δημιουργία, ο οποίος μοιάζει έτοιμος να διεκδικήσει την προσοχή μας στο (όχι και τόσο μακρινό) μέλλον. Αρκεί να συνεχίσει να κοιτάει με μια περήφανη περιέργεια τα μακρινά αστέρια του σκοτεινού ουρανού, έχοντας παράλληλα την θέληση να ταξιδέψει πιο μακριά απ’ το φεγγάρι.

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

Vertigo (1958) - Σκέψεις εν μέσω Δίνης


Το ανθρώπινο είδος υπήρξε πάντοτε μοναδικά παράξενο και μοναχικό στο παιχνίδι της πάλης με του νου του. Με το μυαλό μας είμαστε ικανοί να δημιουργήσουμε πλανήτες και κόσμους ολόκληρους που είτε τους υπηρετούμε στην πραγματικότητα ή τους αφήνουμε να διαδραματίζονται παράλληλα σε ένα ονειρικό επίπεδο.

Το ανθρώπινο μυαλό έχει τη δύναμη να αναδείξει τις ικανότητές, τα ταλέντα και την προσωπικότητά, από την άλλη όμως έχει την ικανότητα να ιχνογραφεί ψυχώσεις, αδυναμίες, φαντασιώσεις και απαγορευμένες ιδέες που ενυπάρχουν στην υπο-συνείδηση όλων μας.

Με το Vertigo, ο Hitchcock όρμησε για άλλη μια φορά στη δίνη του ανθρώπινου μυαλού από την καρέκλα της ψυχανάλυσης. Το σενάριο της ταινίας βασίστηκε στο ιδιοφυές συγγραφικό δίδυμο των Boileau και Narcejac, που είχε δώσει δείγματα γραφής από το “Les Diaboliques” του Clouzot, για να γράψουν στη συνέχεια το “D' entres les morts”, περιμένοντας να το δραματοποιήσει στην οθόνη ο μάστορας του σασπένς. Η ιστορία που θα ξετυλίξει μοιάζει με ένα αρρωστημένο παραμύθι που ενέχει μέσα του φοβίες, σκοτεινά μυστικά, φαντάσματα, θάνατο, αγάπη, τρέλα. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί έναν αλληγορικό (συμβολικό;) καθρέπτη απέναντι στους ήρωες του, θέλοντας να φωτίσει με έντονα και εναλλασσομενα χρώματα, τις πολλές διαστάσεις που κατέχει η πραγματικότητα...

Ο κεντρικός ήρωας (James Stewart) παρουσιάζεται ως ένας σκληροτράχηλος αστυνομικός, ο οποίος στην αντίθετη όψη του καθρέπτη είναι ένας αδύναμος άνθρωπος που λυγίζει ξαφνικά και αναίτια από μια έντονη ακροφοβία. Μπροστά σε αυτό το σκόπελο νιώθει ανήμπορος και αποφασίζει να προσαρμόσει τη ζωή του, και να συμπορευτεί με τους φόβους και τα ενοχικά του σύνδρομα, με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο, πιο νωχελικά, άεργα και ανούσια....

Εν μέσω αυτής της καινούργιας κατάστασης θα κληθεί να βοηθήσει έναν παλιό φίλο που του ζητά να παρακολουθήσει την ευαίσθητα διαταραγμένη γυναίκα του, η οποία μπορεί να είναι τρελή ή δαιμονισμένη ή κάτι άλλο που απλά πρέπει να προσδιοριστεί .

Ο ήρωας αρχίζει να αγνοεί τη δική του νεύρωση και να βυθίζεται όλο και περισσότερο στο κυνήγι μιας άλλης ψύχωσης, πιο δυνατής από την πραγματικότητα που ζούσε μέχρι τώρα. Μέσα στη μοναχικότητά του ειδωλοποιεί αυτή τη γυναίκα και την ανυψώνει σε κάτι ανώτερο από έναν απλό ερωτικό πόθο, σε μια «ιδέα», την οποία πρέπει, να κατανοήσει, να αγγίξει και να ασπαστεί. Μέσα στο μυαλό του έχει ήδη κατασκευάσει έναν άλλο ονειρικό κόσμο, όπου σαν άλλον έρως θα ενωθεί με την ψυχή του.
Ανώφελα λοιπόν, εισχωρεί στο φαντασιακό του παιχνίδι, όπου θεωρεί ότι έχει τη δύναμη να τιθασεύσει το νοητικό του δημιούργημα το οποίο όμως θα του ξεγλιστρήσει, φέρνοντας για άλλη μια φορά στην επιφάνεια την νεύρωση του....

Για να του δοθεί, έπειτα, μια δεύτερη ευκαιρία να δημιουργήσει για άλλη μια φορά τον ονειρικά φαντασιακό του κόσμο, πλάθοντας, σαν γλύπτης, πάνω σε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα, το προσωπείο της γυναίκας, που λατρεύει. Είναι μια βάναυση και ψυχικά σαρωτική αγάπη, που αγνοώντας τον άνθρωπο που έχει απέναντι του, τον κακοποιεί ψυχολογικά, προκειμένου να ενωθεί με το φαντασιακό του πρότυπο.

Στο προσκήνιο της ταινίας παρακολουθούμε και δυο διαφορετικούς τύπους γυναικών. Η αιώνια «φίλη» του ήρωα μας, (Barbara bel Geddes),η οποία απ' τη μια εκφράζει την αίσθηση της λογικής και του ρεαλισμού, εκπροσωπώντας μια σύγχρονη, εργαζόμενη γυναίκα, ενώ από την άλλη έχει αφεθεί στο ρόλο της παλιάς αγαπημένης, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα καταφέρει να αποκτήσει ξανά τα πρωτεία στην καρδιά του ήρωα. Και η πρωταγωνίστρια, (Kim Novak) η οποία παίρνει τόσους διαφορετικούς ρόλους και φορά τόσες μάσκες, που ο καθένας καλείται να διαλέξει αυτή που της ταιριάζει περισσότερο. Είναι η κομψή αριστοκρατική σύζυγος, η ψυχικά βασανισμένη και εύθραυστη καλλονή, η απόλυτα ερωτευμένη γυναίκα, η φτωχή απατεώνισσα.

Ο σκηνοθέτης πλάθει αρχικά ένα μυστηριακό ονειρικό κόσμο και στη συνέχεια μας προσγειώνει απότομα στην πεζή και ειρωνική πραγματικότητα, όπου όλες οι ενέργειες εξηγούνται μέσα από τα σκοτεινά πλέγματα του ασυνείδητου, τα ταπεινά ανθρώπινα ένστικτα και τις νευρωτικές φαντασιώσεις...

Οι ήρωες μας είναι άτομα κατά βάσιν μοναχικά, ίσως θλιμμένα, από τη σκληρή πραγματικότητα, χωρίς να έχουν πάντα ηθικότητα στα κίνητρα τους και τα οποία ενεργούν παρορμητικά, ελκύοντας ο ένας τον άλλον, άλλοτε μέσα από το πέπλο του ανεξήγητου, άλλοτε μέσα από την κατασκευασμένη διάσταση του κόσμου, άλλοτε από τα αισθήματά τους και άλλοτε από τους ονειρικούς κόσμους που έχουν κατασκευάσει στο μυαλό τους για καταφύγιο.

Το τέλος σε όλο αυτό το κόκκινο μύθευμα θα δώσει η ίδια η «μοίρα» αποκαθιστώντας την ομίχλη που είχαν δημιουργήσει οι σκιώδεις νευρώσεις και οι ανείπωτες αλήθειες με αυτή της καθαρτικής λύτρωσης....

Οι θεατές από την αρχή ως το τέλος κυνηγούν μαζί με τους χαρακτήρες του έργου την άγνωστη χίμαιρα, ζαλίζονται στην ιλιγγιώδη δίνη των αχαρτογράφητων φαντασιώσεων τους, απορούν, συμπάσχουν, κρίνουν και κατανοούν την πικρή αδυναμία του ανθρώπινου είδους...

Πάνω απ’ όλα μας υπενθυμίζει ότι σαν άνθρωποι στέκουμε αμήχανοι στον αέναο κύκλο της φύσης, μικροί και ανήμποροι να εξηγήσουμε τα ίχνη, τις αιτίες και τα αποτελέσματα των πράξεών μας. Ίσως εν τέλει τα μόνα σημάδια που αφήνουμε είναι οι μικρές ακίδες στον κορμό ενός αιωνόβιου δέντρου….

Κατερίνα Λυτριάνη

Για την κινηματογραφική λέσχη Καβάλας