Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Holy Motors (2012)



Όπου και αν βρισκόμαστε, είμαστε θεατές. Σε οποιοδήποτε μέρος, σε οποιαδήποτε αίθουσα και σε οποιονδήποτε δρόμο και αν βαδίσουμε, παραμένουμε ανώνυμοι παρατηρητές ενός έργου που άλλοτε γνωρίζουμε και άλλοτε δεν έχουμε ιδέα που και πως θα καταλήξει. Και όμως, η θέαση μας γοητεύει. Μας γοητεύει και μας υπνωτίζει,  πλημμυρίζοντας το μυαλό και την καρδιά με εικόνες και συναισθήματα για μια ζωή γεμάτη συγκινήσεις. Η κατά Σαίξπηρ αλήθεια, ότι ο όλος ο κόσμος είναι μια απέραντη σκηνή κι όλοι οι άντρες και γυναίκες είναι απλώς ηθοποιοί, όχι απλά επαληθεύεται εδώ, αλλά μοιάζει να εδραιώνεται πλέον στις συνειδήσεις εκείνων που τολμούν να αψηφήσουν την αναμφίβολη πραγματικότητα. Να εδραιώνεται σαν τη μοναδική αλήθεια, ενός παράλογου και ανήλεου κόσμου στον οποίο οφείλουμε τα πάντα και ταυτόχρονα, δεν του χρωστάμε τίποτα απολύτως.   

Το Holy Motors δεν είναι απλά μια ταινία για το σινεμά, είναι το σινεμά το ίδιο. Είναι εμπνευσμένο, παθιασμένο και ειλικρινές, από το πρώτο δευτερόλεπτο, μέχρι να πέσουν(;) οι τίτλοι τέλους, ερωτευμένο με τις ιστορίες και ηδονισμένο με τις κινηματογραφικές εικόνες όχι μίας, αλλά κάθε εποχής. Γι’ αυτό και γίνεται επικίνδυνα εθιστικό. Μπορείς να το παρακολουθείς ξανά και ξανά, σα ναρκωτικό που θα το νιώσεις να κυλάει μέσα σου και να γίνεται ένα μαζί σου, μέχρι η καρδιά να λαχταρήσει και τα όνειρα να συγχρονιστούνε στο ίδιο καρδιοχτύπι. Εκείνα τα όνειρα που περιμένεις Με Κομμένη την Ανάσα να πραγματοποιηθούν, μήπως και καταφέρεις, έστω και για μια στιγμή, να γίνεις αναπόσπαστο κομμάτι τους.

Η ιστορία της ταινίας είναι απροσδόκητα απλή αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά σύνθετη. Ένας  ηθοποιός περιπλανιέται στους ανώνυμους και επώνυμους δρόμους του Παρισιού, χρησιμοποιώντας τα πίσω καθίσματα μιας λευκής λιμουζίνας ως καμαρίνι και μεταμορφώνεται συνεχώς, οικειοποιώντας εννέα διαφορετικούς ρόλους και εννέα διαφορετικούς χαρακτήρες, όσοι και οι μήνες που εκκολάπτεται ένας άνθρωπος μέσα στη μήτρα της μητέρας του. Βέβαια, ηθοποιός σημαίνει φως και στη Πόλη του Φωτός το μόνο που απομένει να κάνει ένας ηθοποιός είναι να λάμψει. Έτσι και ο Denis Lavant ακτινοβολεί σε κάθε δευτερόλεπτό της ταινίας, σε κάθε μεταμόρφωση του κορμιού του και σε κάθε μορφασμό του ευμετάβλητου προσώπου του. Γίνεται ο  φτωχός και ο πλούσιος, ο θύτης και το θύμα, η πεντάμορφη και το τέρας σε ένα σώμα, μια ψυχή. Άλλοτε με μια μαγκούρα στο χέρι να ζητιανεύει πενταροδεκάρες και άλλοτε με ένα ακορντεόν κρεμασμένο στο στήθος, να σου ξεσκίζει την καρδιά, σκορπίζοντας με ένα πονεμένο πάθος τα κομμάτια της στους πολύφωτους δρόμους της Γαλλικής πρωτεύουσας.

Έτσι το Holy Motors μετατρέπεται σε ταξίδι. Ένα ατμοσφαιρικό, παραπλανητικό, νοσταλγικό ταξίδι από το σινεμά του χτες, μέχρι τα όνειρα και τις αξίες που μένουν για το αύριο. Μια παρ-αισθησιακή, ερωτική και ταυτόχρονα αινιγματική περιήγηση στην άβυσσο της bigger than life ονείρωξης των ανθρώπων και τη διαρκή αυτοτιμωρία του να είσαι (και να μένεις) για πάντα ο εαυτός σου. Ξέρεις όμως, όταν κοιτάζεις αχόρταγα την άβυσσο, κάποια στιγμή θα σε κοιτάξει και εκείνη με τον ίδιο τρόπο. Και τότε γίνεσαι ένα μαζί της, βυθισμένος στη αγκαλιά της και μεθυσμένος από όλα όσα ήθελες αλλά δεν μπόρεσες να είσαι. Έτσι το Holy Motors γίνεται το όνειρο και η πραγματικότητα μαζί, η αλήθεια και το ψέμα σε μια στιγμή ακόρεστης συμβίωσης.

Έπειτα, είναι και οι μηχανές. Demons to some, angels to others όπως έχω ακούσει να τις αποκαλούνε, τα άγια αυτά δημιουργήματα τα όποια μας καλωσορίζουν στα σπλάχνα τους (“Welcome to the Machine”;) και είτε ως κάμερες απαθανατίζουν τους ανθρώπους, είτε ως μηχανές προβολής, σκορπάνε τις εικόνες σε εκείνους που τις έχουν περισσότερο ανάγκη. Και μεταμορφώνουν τις στιγμές μας σε κάτι συναρπαστικό. Διότι, ξέχασα να πω, οι στιγμές μέσα σε μια κινηματογραφική αίθουσα είναι το ίδιο σημαντικές (και ιερές) με εκείνες απ’ έξω, κομμάτι της ζωής μας και ας μη το καταλαβαίνουν οι περισσότεροι. Σε αυτές τις μηχανές ο Carax  αφιερώνει ένα κομμάτι της ψυχής του και τις χαρίζει τη φωνή που ποτέ δεν τους δόθηκε. Και οι μηχανές, σαν ζωντανοί οργανισμοί το μόνο που ζητάνε είναι να συνεχίσουν να υπάρχουν. Να συνεχίσουν να τροφοδοτούνε εμάς τους ανθρώπους με όλα όσα μισούμε, όλα όσα αγαπάμε και τελικά όλα όσα μας κρατάνε ζωντανούς, απαθανατίζοντας έναν αέναο και παθιασμένο έρωτα, σε κάθε του στιγμή, σαν να είναι και η τελευταία.

Ευτυχώς όμως, ποτέ δεν είναι.

Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

La Jetée (1962)



Υπήρχε ένα φως το οποίο σταμάτησε να μας φωτίζει. Σταμάτησε να ρίχνει τις αχτίδες του επάνω στους ανθρώπους και αυτοί με τη σειρά τους κρύφτηκαν ο ένας απ’ τον άλλο, φοβισμένοι και απόμακροι, χωρίς ποτέ να καταλάβουν τα αίτια της παρανοειδούς πλέον ύπαρξής τους. Ημέρα της κρίσης, ημέρα της αποκάλυψης, όπως θέλεις μπορείς να το ονομάσεις, είχε φτάσει πάντως η στιγμή που ο άνθρωπος θα εγκατέλειπε την επιφάνεια του πλανήτη στον οποίο μέχρι τώρα ήτανε κυρίαρχος, για να εγκατασταθεί στις υπόγειες στοές και στους ακάθαρτους υπονόμους, σαν αρουραίος σε φυγή. Ο ουρανός, η ελευθερία, η ανατολή και η δύση του ηλίου, ήταν πλέον μια φαντασίωση για τους περισσότερους, μια μακρινή ανάμνηση για τους πιο τυχερούς. Η ραδιενέργεια παρέμεινε ο μόνος κάτοικος της ερειπωμένης επιφάνειας, μιας επιφάνειας που χτίσαμε σε εκατό ζωές αλλά μας πήρε μονάχα μερικά δευτερόλεπτα για να αφανίσουμε.

Και όμως, μέσα στην ακατανόητη συνείδηση, βασιλεύει η εικόνα εκείνης. Η σάρκα μοιάζει να ηττάται, το πνεύμα όμως στέκει ζωντανό. Εξουθενωμένο, αλλά ζωντανό.

Για τον Γάλλο Chris Marker η παραπάνω ιστορία μπορεί να ειπωθεί μονάχα μέσα από χαμηλής ποιότητας (lo-fi) φωτογραφίες, αναπαριστώντας μια ασπρόμαυρη και ψυχρή πραγματικότητα, όχι τελείως απίθανη για τα παν-ανθρώπινα δεδομένα. Άλλωστε  ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος στον οποίο χρεώνεται η εξαφάνιση του ανθρώπινου πολιτισμού δεν αποτελεί πλέον σενάριο κακοήθους φαντασίας αλλά ειλικρινή απειλή για τις μέρες που έρχονται. Ένας πόλεμος που συμβαίνει για όλους τους λάθος λόγους οδηγώντας τους πολιτισμούς αυτού του κόσμου προς την πιο λάθος κατεύθυνση.

Παρόλη όμως τη μετα-αποκαλυπτική του αύρα, το La Jetée είναι κατά βάθος μια ρομαντική ιστορία. Μια ιστορία για έναν άνθρωπο ο οποίος σημαδεύτηκε από μια εικόνα της παιδικής του ηλικίας, μια γυναικεία φιγούρα που στοιχειώνει το μυαλό και την καρδιά, όσες εικόνες και αν χαθούνε από τον πραγματικό κόσμο που μας περιβάλλει. Τα κύματα του χρόνου δεν μπορούν να ξεπλύνουν την αίσθηση του συνειδητού αλλά και τη δύναμη του υποσυνείδητου, ειδικά τη στιγμή που αυτό λαχταρά και ονειρεύεται αδυνατώντας να ξεχωρίσει την αλήθεια απ’ το ψέμα, την επιθυμία από την εμπειρία και την ολοκλήρωση από τη μετέωρη αίσθηση του ανολοκλήρωτου πόθου. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στο ιδιοφυές Vertigo το οποίο ο ίδιος ο Marker θεωρεί τη μεγαλύτερη επιρροή για το παρόν φιλμ.

Αυτός ο άντρας θα χρονοταξιδέψει στο παρελθόν με στόχο να ανακαλύψει τα αίτια της ανθρώπινης  κατάρρευσης, αναζητώντας παράλληλα εκείνη, μέσα στη μουντή πραγματικότητα μιας ανεμοδαρμένης προβλήτας (Jetée) αεροδρομίου. Οι δυο τους θα συναντηθούνε, θα μιλήσουνε, θα περπατήσουν δίπλα δίπλα και θα γοητευτούνε από την απλή καθημερινότητα των ανθρώπων, αντικρίζοντας παρέα τη χαρά, την αγωνία, τη ζωή και το θάνατο. Το θάνατο ενός τυχαίου περαστικού, η εικόνα του οποίου αδυνατεί επίσης να εξασθενίσει. Χωρίς να μπορεί να γίνει σαφές αν όλα τα παραπάνω  είναι η πραγματικότητα, αν είναι το πεπρωμένο, ή ακόμα, μια σύντομη ψευδαίσθηση αδύνατο να πραγματοποιηθεί.

Ο Marker δομεί έναν 28λεπτο, κυρίως, συναισθηματικό γρίφο, με το σθένος και τη δύναμη της μνήμης, του έρωτα, της επιθυμίας και της αγωνίας, σε ένα ταξίδι στο χρόνο που πέρασε και στο χρόνο που θα έρθει. Με αυτό τον τρόπο χαρίζει στον κινηματογράφο μια από τις πιο πειραματικές (από άποψη κατασκευής) και ταυτόχρονα αριστουργηματικές (από άποψη αποτελέσματος) στιγμές της επιστημονικής φαντασίας. Ένα ταξίδι ενδεδυμένο με το soundtrack της ζωής που δεν ζήσαμε ακόμα και τους ψίθυρους της λαχτάρας να αντηχούν στα λιγοστά καρέ της ταινίας.  Ένα ταξίδι το οποίο εκκινεί από το ζοφερό παρόν, βυθίζεται στο παρελθόν (το οποίο πλέον φαντάζει με απέραντο νεκροταφείο ονείρων της εποχής), προσπαθεί να αισιοδοξήσει για το μέλλον που έρχεται, για να αγκυροβολήσει τελικά (ξανά) στο παρελθόν και να αφεθεί στην αγκαλιά την μοίρας που μας έχει επιλέξει.

Της μοίρας που μας ανοιγοκλείνει τα μάτια και μας πλανεύει, σαν ακαταμάχητη και αδυσώπητη πλανεύτρα που είναι.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

The Amazing Spider-Man (2012)



Ο Αραχνάνθρωπος του Raimi ήταν μια καλογυαλισμένη σειρά ταινιών που όμως αν την κοιτάξεις από κοντά μοιάζει να νοσεί. Ίσως γιατί η καρδιά του δημιουργού της είναι ταγμένη αλλού, ίσως γιατί η απαιτούμενη εμπορικότητα (o Spiderman έχει πουλήσει περισσότερα comics, περισσότερα παιχνίδια και περισσότερες λαμπάδες από οποιονδήποτε άλλο ήρωα της Marvel) δε συνάδει με τη μουχλιασμένη προσωπικότητα που κρύβει μέσα του ο Raimi. Όπως και να έχει, ο Spiderman έπρεπε να ισοσταθμίσει τη φήμη του με τα εισιτήρια αλλά και την ποιότητα των ταινιών του με αυτούς που τις απολαμβάνουν. Στο πρόσωπο του Marc Webb οι παραγωγοί αναγνωρίζουν ένα σκηνοθέτη ικανό να αφουγκραστεί τις ολοένα και αυξανόμενες ανάγκες των νέων, που μεταξύ μας, είναι και αυτοί που μπορούν να κατακλύσουν τις αίθουσες των multiplex και όχι μόνο. Η προ τριετίας Summer στέκει ακόμα αγέρωχη.

Όλα τα παραπάνω αφορούν τη φιλολογία πριν την ταινία. Το ‘μετά’ όμως είναι που μετράει περισσότερο και το αποτέλεσμα στην προκειμένη περίπτωση δικαιώνει ένα κομμάτι της σκέψης των παραγωγών. Ο Spiderman του Webb μπορεί να υστερεί σε αυθορμητισμό και να μοιάζει περισσότερο στημένος από όσο θα έπρεπε, δεν υστερεί όμως σε χαρακτήρα. Ένα χαρακτήρα που καλώς παρουσιάζεται ευάλωτος και ανήσυχος, κακώς όμως εξωτερικεύει χαμόγελα και χιουμοριστικά σφηνάκια σε στιγμές που δεν χρειάζονται, ένα χαρακτήρα εξαιρετικά ανθρώπινο ο οποίος καρδιοχτυπά και γίνεται ακόμα πιο απίθανος (γι’ αυτό ίσως και η προσθήκη του “Amazing” στον τίτλο – αντίθετα με το φετινό Total Recall που έμεινε ανεξέλικτο) χωρίς να χρειάζεται τόνους ειδικών εφέ και εκρηκτικών υλών, όπως στις περισσότερες ταινίες του είδους.

Μια γρήγορη σκέψη θα ήθελε τον Webb να οδηγεί το Social Network προς άλλες κατευθύνσεις από αυτή του Fincher (δημιουργώντας μια τελείως διαφορετική ταινία), αλλά επειδή το ταξίδι σε παράλληλα σύμπαντα δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί, οι υπογραφές για το sequel του Amazing Spiderman έχουν ήδη πέσει. Μια νέα κατά-αναλώσιμη σειρά μοιάζει να υφαίνεται, ικανή να ευχαριστήσει, όχι όμως και να εξελίξει τους blockbusterάδες, ικανή να συντηρήσει τους σινεφίλ, όχι όμως να γεννοβολήσει καινούριους. Το ερώτημα που αναπόδραστα όμως γεννάται είναι κατά πόσο την έχουμε ανάγκη.

Chris Zafeiriadis