Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2013

Only God Forgives (2013)

Κάθε ταινία έχει το δικό της σύμπαν. Και κάθε χαρακτήρας οφείλει να ζει, να δρα και να αναζητά μέσα στο πλαίσιο και τα όρια που θέτει η εκάστοτε ιστορία. Ο σκηνοθέτης με τη σειρά του, έχει υποχρέωση να δημιουργεί τις εικόνες εκείνες που θα συνδέσουν το θεατή με τους χαρακτήρες, με το έργο και, τελικά, με όλους εκείνους που πιστεύουν ότι μια ιστορία αξίζει να ειπωθεί όταν κουβαλάει μέσα της τη δύναμη της επιρροής και την ανεξάντλητη ικανότητα να δημιουργεί δεσμούς. Με αυτό τον τρόπο γεννιούνται οι κινηματογραφικοί μύθοι, πλάθονται τα πρόσωπα που μας κρατάνε συντροφιά και βιώνονται τα συναισθήματα που η ζωή μοιάζει να στερεί από κάποιους ανθρώπους. Το βίωμα φυσικά δεν αποτελεί συναισθηματικό υποκατάστατο αλλά είναι αχόρταγα αληθινό αφού σε κάνει να σκέφτεσαι, να δακρύζεις και να καρδιοχτυπάς για κάποιον που βρίσκεται ακριβώς μπροστά στα μάτια σου. Ακόμα και αν δεν μπορείς να τον αγγίζεις στην πραγματικότητα, αγγίζεις ένα κομμάτι από όσα κρύβει μέσα του, από όσα θέλησε ο δημιουργός να αναδείξει και να μοιραστεί τελικά με το θεατή.

Κατά ένα διαβολεμένα περίεργο τρόπο, το Only God Forgives είναι ολάκερα απολαυστικό και, ταυτόχρονα, επικίνδυνα παρεξηγημένο. Παρεξηγημένο από εκείνους που περίμεναν ένα ακόμα “Drive” να οδηγείται στους κριματισμένους δρόμους της Μπανγκόκ, προσφέροντας ένα κομμάτι από όσα ο ανώνυμος πρωταγωνιστής εκείνης της ταινίας κουβαλούσε στις αποσκευές του. Αντί γι’ αυτό όμως, βρέθηκαν αντιμέτωποι με την ίδια (αν όχι καλύτερη) στυλιζαρισμένη και αυτάρεσκη σκηνοθεσία, την ίδια (αν όχι πιο έντονη) φωτοευαίσθητη αισθητική, αλλά με ένα μάτσο δυσδιάκριτους χαρακτήρες να περιπλανιούνται στα κάδρα, χωρίς να μπορούνε να τους πλησιάσουν για να τους αγγίξουν ούτε στο ελάχιστο.

Το παραπάνω γεγονός δεν αποτελεί φυσικά μια αποτυχημένη προσέγγιση της ιστορίας, ούτε και πρόκειται για ανάπηρη καταγραφή μιας κενόδοξης πραγματικότητας. Συμβαίνει όμως διότι ανάμεσα στις δύο ταινίες αναπνέει υπογείως μια αξιολάτρευτη διαφορά. Όταν το Drive μέσα από τη μοναξιά και τη συναισθηματική του αναζήτηση χαρίστηκε ολόψυχα και χωρίς φειδώ στους απανταχού θεατές (ή τουλάχιστον στους περισσότερους από αυτούς), το Only God Forgives δεν το κάνει, ούτε για μια στιγμή. Και δεν το κάνει διότι στο εσωτερικό αυτής της ταινίας κρύβεται ένα σύμπαν συγκεχυμένο, αδιαπέραστο και καμουφλαρισμένο με το μανδύα της εικαστικής ηδονής, ένα σύμπαν στο οποίο αντανακλάται όλο το πάθος, η αμαρτία και το αποσιωπημένο όνειρο των περιπλανώμενων ηρώων. Και όμως, όταν καταφέρεις να προσπεράσεις την εντυπωσιακή εικόνα και τις ψευδαισθήσεις, θα έρθεις αντιμέτωπος με ένα αριστούργημα.

Από το πρώτο πλάνο της ταινίας γίνεται αντιληπτή η αξιοθαύμαστη προσήλωση του Refn στη δημιουργία ενός προσωπικού και απόλυτα σύμπαντος, τοποθετημένου σε μια γωνιά του πλανήτη αρκετά μακριά από την πολύπαθη και γνώριμη Δύση. Η περιοχή της Ταϊλάνδης είναι ένας τόπος εξίσου πολύπαθος και αμαρτωλός, μπορεί όμως να μετατραπεί στον τόπο της (δεύτερης) ευκαιρίας ή ακόμα στον τόπο όπου οι έσχατες επιθυμίες συμβαδίζουν με την κατάληξη ενός σχιζοειδούς παραμυθιού. Σε αυτό το πρώτο πλάνο, το πρόσωπο του πρωταγωνιστή Julian  φαίνεται φωτισμένο κατά το ήμισυ, ενώ το έτερο ήμισυ παραμένει στο σκοτάδι, όπως και η προσωπικότητα του συγκεκριμένου ήρωα. Ένα σκοτάδι που μοιάζει να περιτυλίγει τους περισσότερους από τους ήρωες, αφήνοντας μονάχα ψήγματα αλήθειας να διακρίνονται, με το δράμα να λούζεται μέσα σε μερικές μόνο ηλιαχτίδες φωτός και στη νέον αντανάκλαση μιας ερυθρής ψυχεδέλειας.

Ο χαμένος αυτός ήρωας (σιωπηλά εξαιρετικός ο Ryan Gosling) μοιάζει μερικώς αποστασιοποιημένος από την πραγματικότητα. Μερικώς, διότι από τη μια επηρεάζει και επηρεάζεται από τα γεγονότα της ιστορίας, από την άλλη όμως φαίνεται να βυθίζεται σε μια δική του αλήθεια, σε μια ονειρικά κρυμμένη ψευδαίσθηση. Αυτές τις δύο πραγματικότητες παίρνει ο Refn δημιουργώντας ένα περιβάλλον αφιερωμένο  εξ ολοκλήρου στην ενδοστρέφεια του ήρωά του. Ενός ήρωα ευλαβικά συσχετισμένου με τη μαφία και οιδιπόδεια εξαρτημένου από τη μητέρα του (διαβολικά υπέροχη η Kristin Scott Thomas), ενός ήρωα αμετάκλητα (πια) μοναχικού, που δε δίνει δεκάρα για το αν θα γίνει αρεστός ή κατανοητός από το θεατή. Έτσι και ο Refn αδιαφορεί για το αν θα καταφέρει καθορίσει την ολοκλήρωσή του.

Και όμως, αν κοιτάξεις μέσα στα μάτια του Julian θα καταλάβεις ότι το μόνο που επιζητά είναι μια καθολική, λυτρωτική αναμέτρηση. Αναμέτρηση με τον ίδιο το Θεό (όπως προδίδει και ο τίτλος της ταινίας), αναμέτρηση που θα καταλήξει όχι στην εξιλέωση, ούτε στην ανάδειξη του υπέρτερου, αλλά στην ήττα. Ψυχική και σωματική. Μόνο ο Θεός έχει τη δύναμη να συγχωρέσει πραγματικά, έχει όμως και την υποχρέωση να τιμωρήσει. Και ο ήρωας εδώ γνωρίζει ότι πρέπει να τιμωρηθεί. Διαφορετικά δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεπλύνει το αίμα που έβαψε τα χέρια του κόκκινα, τα ίδια χέρια που κουβαλάνε τις αμαρτίες του παρελθόντος και που ο Refn έχει καδράρει αρκετές φορές μέσα στην ταινία, υπενθυμίζοντας τη συνεχή, κεφαλαιώδη σημασία τους.

Η αναμέτρηση έρχεται και ο Julian ηττάται ολοκληρωτικά. Για την ακρίβεια δε δίνει ούτε ένα χτύπημα στον αντίπαλό του, ο οποίος φέρει το όνομα Chang και η οργή στο βλέμμα του  μαρτυρά το θυμό ενός δημιουργού-Θεού απέναντι στις τερατώδεις πράξεις του δημιουργήματός του. Ο ήρωας γνωρίζει ότι η ποινή προηγείται της συγχώρεσης και ότι η κάθαρση έπεται νομοτελειακά. Και σε αυτό συναινεί. Γνωρίζει επίσης ότι η ήττα δεν επαρκεί για να τον αποδεσμεύσει από την αμαρτία. Έτσι, λίγο πριν το φινάλε, το ξίφος του ίδιου Θεού θα αποκόψει τα χέρια από το υπόλοιπό σώμα, αφήνοντας εν τέλει ψυχή και πνεύμα ελεύθερα να λαχταρούν για λίγη ακόμα ψευδαίσθηση, λίγη ακόμα ονειρική, συναισθηματική και δραματουργική ολοκλήρωση.

Πάνω σε αυτό το τελευταίο βασίστηκε ο Refn, κατασκευάζοντας ένα περιβάλλον οριακό και κωδικοποιημένο, με τη λογική ναρκοθετημένη και το συναίσθημα ριζωμένο στη μελαγχολία της αυτογνωσίας, την αναγνώριση της ενοχής και την παραδοχή όλων εκείνων που το κτήνος της απ-ανθρώπινης λογικής μάς επιβάλλει. Μια παραδοχή η οποία στοιχειώνει το άτομο και αναπόδραστα οδηγεί στην ηθική επιλογή της συνειδησιακής αυτοτιμωρίας, πρώτιστα πνευματικής και στη συνέχεια σωματικής.

Που χωρίς αυτήν θα ήμασταν υποταγμένα και αθρήνητα κτήνη, εγκλωβισμένοι στη ζούγκλα της προσωπικής μας αποπνευμάτωσης.


 Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 4 Νοεμβρίου 2013

The Conjuring (2013)


Αν έπρεπε να χαρακτηρίσω με δύο μόνο λέξεις ‘Το Κάλεσμα’ του τρομολάγνου James Wan, αυτές θα ήταν πειστικό αλλά τελικά (και παρα-ψυχολογικά) ακίνδυνο. 

Πειστικό διότι καταφέρνει με μια αξιοθαύμαστη ευκολία να βυθίσει τον (επίσης τρομολάγνο) θεατή μέσα στην σκιώδη  ατμόσφαιρα της ιστορίας, να τον στοιχειώσει, να τον ταρακουνήσει από το κάθισμά του και στη συνέχεια να τον αφήσει μονάχο να κοιτάζει με βλέμμα τρομοκρατημένο το βαθύ, αχόρταγο σκοτάδι που τον περιτριγυρίζει, καθώς τα φώτα χαμηλώνουν για ακόμα μια άγρυπνη νύχτα (αυτό άλλωστε δεν είναι μόνο ευτύχημα αλλά και απώτερος σκοπός μιας τέτοιου είδους ταινίας).

Ακίνδυνο διότι παρά τις καλοπροαίρετες προθέσεις του σκηνοθέτη και την απαστράπτουσα αγάπη του για το σινεμά του φανταστικού (επιρροές από Friedkin, Hooper και Hitchcock με μια πρώτη ματιά), από τη μέση και έπειτα παραδίδεται άνευ όρων στις φτωχές επιταγές μιας ανελέητης και άψυχης βιομηχανίας που θέλει να μετράει τα πάντα με αριθμούς κεφαλιών και (επίσης άψυχων) εισιτηρίων. Παραδίδεται χωρίς να έχει το θάρρος αλλά και την τόλμη να ξεφύγει από την επιφανειακή προσέγγιση της δαιμονοποίησης και τις ευκολοχώνευτες σεναριακές διεξόδους, αποτρέποντας έτσι την ιστορία από το να αναδειχθεί σε κινηματογραφικό φαινόμενο της εποχής μας. Παραδίδεται, αφήνοντάς την να σπαρταράει για αναγνώριση, βροντοφωνάζοντας για την αλήθεια που κουβαλάει μέσα της, παραμένοντας όμως “παγιδευμένη” ανάμεσα στις δύο ταινίες του Insidious.

Εντούτοις, όλα αυτά ανήκουν στην εκ των υστέρων θεωρία. Διότι στην (κάθε του) πράξη, ο James Wan καταφέρνει αυτό που ελάχιστοι συνάδελφοί του καταφέρνουν σήμερα. Να κατασκευάσει μια αγνή και καλοσκιασμένη ταινία διάχυτου τρόμου, υπηρετώντας με σεβασμό το είδος που φαίνεται να του ταιριάζει. Επιλέγει την ελαφρότητα της μυθοποίησης για να ξεδιψάσει προσωρινά τους επιρρεπείς στον φρικώδη τρόμο θεατές και όλους εκείνους που παθιάζονται στο να ταξιδεύουν, εθισμένοι στα αχαρτογράφητα βάθη μιας άλλης πραγματικότητας.

Προσωρινά και μέχρι την επόμενη φορά...

Chris Zafeiriadis