Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Συγχαρητήρια στους Αισιόδοξους? (2012)


Βάζεις τον κόπο, το πείσμα και την ελπίδα που σου ‘χει απομείνει και χτίζεις έναν κόσμο λαμπερό και ελεύθερο, προσπαθώντας να τον κάνεις να αποπνέει δίψα για ζωή και επιτεύξιμα όνειρα. Επιτέλους έχεις έναν τόπο να ανήκεις, που αναπνέεις καθημερινά και εργάζεσαι (χωρίς σταματημό), έχεις ένα σπίτι που μπόρεσες μετά από βάσανα να ονομάζεις δικό σου. Έχεις έναν τόπο που μπορείς να συμφιλιωθείς μαζί του, όχι γιατί σου το ‘χουν επιβάλει αλλά γιατί εκεί μπορείς να ανακαλύψεις τη γαλήνη που χρόνια αναζητούσες, ακόμα και με τις άρρητες αναποδιές που ποτέ δεν μπορείς να αποφύγεις. Χτίζεις έναν κόσμο μέχρι εκεί ψηλά στον ουρανό και μόλις είσαι έτοιμος να τον αγγίξεις, βλέπεις τα πάντα τα γκρεμίζονται μπροστά στα μάτια σου. Βλέπεις να πάντα να χάνονται μέσα από τα ιδρωμένα σου χέρια, να αφανίζονται σαν να μην έζησαν ποτέ κοντά σου. Μαζί με τον κόσμο γύρω, χάνεται και η ελπίδα, η δύναμη που είχες ως άνθρωπος να παλέψεις για όσα πίστεψες ότι μπορούσες να κατακτήσεις. Αν με ρωτήσεις στα κρυφά, αυτό πιστεύω είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί σε μια κοινωνία, να χάσει, δηλαδή, την πίστη της για ένα καλύτερο και αισιόδοξο αύριο.

Μέσα στα ερείπια κανείς δεν έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει, κανείς από «εκείνους» δεν θα βγάλει άχνα για όσα γνωρίζει ή ακόμα, υποπτεύεται ότι μπορεί να έχουν συμβεί – το χειρότερο, να συμβαίνουν ακόμα. Οι μεγαλύτεροι αρχίζουν σιγά-σιγά να αποποιούνται την ευθύνη, θαρρείς και ζήσαν σε έναν άλλο κόσμο, μακριά από όσα συνέβησαν στην Ελλάδα τα τελευταία 30 και βάλε, χρόνια. Θαρρείς πώς δεν αντιλαμβάνονται ότι σε οποιαδήποτε κατεύθυνση και αν πορευτούν, είτε αριστερά, είτε δεξιά, είτε ακροδεξιά, παντού συντρίμμια θα αναγνωρίσουν, απέλπιδες κραυγές που μάταια επιζητούν να έχουν δίκιο σε έναν τόπο αδίκως τελειωμένο. Χωρίς παράλληλα να έχουν το κουράγιο να αναζητήσουν την αλήθεια που θα τους ελευθερώσει πνευματικά, θα τους κάνει επιτέλους να αντιληφθούν το μεθοδευμένο υπνωτισμό στον οποίο με περισσή αδράνεια έχουν υποπέσει.

Αν κάτι εσωκλείεται στην ταινία της Κωνσταντίνας Βούλγαρη αυτό δεν είναι το παρελθόν ούτε η ιστορία μιας χώρας πνιγμένης σε σύγχυση και αποπροσανατολισμό, αλλά η ανάγκη μιας αλήθειας που παλεύει να αναδυθεί. Όχι η αλήθεια της άκρατης βίας, των σιωπηλών βολεμένων, της (ποινικοποιημένης) κουκούλας και της (απ)ενοχοποιημένης επανάστασης, αλλά η αλήθεια μιας κοινωνίας που βαδίζει προς την οικειοθελή και συστηματοποιημένη της υποδούλωση, χωρίς να έχει τη δύναμη να κοιτάξει με ειλικρίνεια μπροστά. Μιας κοινωνίας η οποία προτού σεισθεί συθέμελα και αφυπνιστεί, θα πρέπει να μάθει να ελπίζει, όχι στην ατομική αξίωση του καθενός, αλλά στη σημαίνουσα συλλογικότητα που οφείλει να την χαρακτηρίζει.

Που χωρίς αυτήν παραμένουμε λυσσασμένοι και πεινασμένοι κανίβαλοι, κατασπαράζοντας με έναν αχόρταγο θυμό την πολιτιστική μας υπο-δομή και την ψυχή μας τη βαθιά. 

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Carrie (2013)


Η καλλιτεχνική αναζήτηση μιας γυναίκας αγκαλιάζει την οργή μιας άλλης. Η ομοφυλόφιλη Kimberly Peirce παίρνει ένα από τα ωραιότερα βιβλία της φανταστικής λογοτεχνίας και εν έτει 2014 μας συστήνει ξανά την Carrie White. Μια προσέγγιση προσαρμοσμένη στα δεδομένα της εποχής του διαδικτύου, της γρήγορης ταχύτητας και των social media, όπου  οι πληροφορίες ανταλλάσσονται σε φρενήρεις ρυθμούς, μιας εποχής που τίποτα δεν κρατείται κρυφό, ικανής να αναδείξει, να περιορίσει ή ακόμα και να ταπεινώσει την ανθρώπινη αξία. Ωστόσο, η συγκεκριμένη ιστορία του Stephen King δεν γνωρίζει εποχές, δεν μεταλλάσει τον χαρακτήρα της, ακόμα και αν αυτός εξοικειώνεται με τις σύγχρονες τάσεις.

Η Carrie είναι ένα κορίτσι διαφορετικό από αυτά της ηλικίας της, διαφορετικό και από όλα τα υπόλοιπα. Διαθέτει την ικανότητα της τηλεκίνησης, χωρίς όμως να γνωρίζει αν πρόκειται για θείο χάρισμα ή δαιμόνια κατάρα. Μαζί με τις κρυφές της δυνατότητες που αναπτύσσονται σταδιακά στην ταινία, ανακαλύπτει παράλληλα την ψυχογενή μητρική θρησκοληψία (στα όρια της παράνοιας), τη ματωμένη γυναικεία της φύση, αλλά και την εφηβικά αλαζονική, ενδοσχολική βία. Μια βία που την περιτριγυρίζει στοργικά, περιμένοντας τη στιγμή που θα της επιτεθεί, καταβροχθίζοντας την επιθυμία της κοινωνικής ένταξης που τόσο λαχταρά η Carrie.

Η προσέγγιση της Peirce είναι μέχρι ένα βαθμό πετυχημένη. Μέχρι τη μέση περίπου της ταινίας φαίνεται να αγκαλιάζει το νεαρό κορίτσι, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου μπορεί να αναπτύξει τον μεταφυσικό της χαρακτήρα, να αντιμετωπίσει τον χριστιανικό δογματισμό της μητέρας της (στο πρόσωπο της Julianne Moore που δε με πείθει - εδώ και μια δεκαετία περίπου) και να έρθει σε σύγκρουση με τις αποδοκιμασίες του περίγυρού της. Παράλληλα η σκηνοθέτις αναπτύσσει και την ανάγκη της Carrie για κοινωνική συναναστροφή, χαρίζοντάς της έναν καθαρά ανθρώπινο χαρακτήρα, εμποδίζοντάς την από το να χαρακτηριστεί ως τέρας. Μέσα στα πάθη, δίνεται και ο απαιτούμενος χρόνος στην Carrie για να πειραματιστεί και να προσπαθήσει να κατανοήσει το αφύσικο των δυνάμεων της.

Η συνέχεια όμως δεν είναι η αναμενόμενη, διότι από την μέση περίπου της ταινίας και μέχρι το φινάλε της, η Peirce μοιάζει να αδιαφορεί για την ηρωίδα της, δίνοντας περισσότερο έμφαση στον τρόπο που θα αφηγηθεί την ιστορία και όχι στη βαρύτητά της. Η σκηνή του σχολικού χορού, αν και όμορφα δοσμένη, περιορίζει την Carrie από το να εξαπολύσει την διάσημη οργή της σε όλο της το μεγαλείο. Ταπεινώνεται, οργίζεται και εκδικείται, παραμένοντας όμως μέσα στις ανθρώπινες συντεταγμένες που θέτει η Peirce, γι’ αυτό και η τιμωρία των ενόχων δεν δικαιώνει τον αιματολάγνο θεατή. Ο πανικός, οι κραυγές, το αίμα και ο θάνατος βρίσκονται εκεί, δεν αντιστοιχούν όμως στα όσα προηγήθηκαν και δεν επαρκούν στο να απομένουν την δικαιοσύνη απέναντι στους εμπαιγμούς και την ταπείνωση που υπέστη η Carrie.

Και ενώ γνωρίζεις ότι στα χέρια ενός άλλου σκηνοθέτη (π.χ.Tarantino) θα είχαμε ένα σπουδαίο λουτρό αίματος, με τις απαραίτητες τάσεις υπερβολής (για περισσότερο ξεφάντωμα), συνειδητοποιείς ότι στα χέρια της Peirce έχουμε κάτι διαφορετικό. Έχουμε την ανάδειξη της Chloë Moretz, η οποία αποτινάσσει το αληθινό πρόσωπο του αθώου κοριτσιού (που φορούσε, ας πούμε, στο Hugo) και μεταμορφώνεται, υιοθετώντας με ευκολία τον οργισμένο χαρακτήρα της ηρωίδας του King. Δεν το λένε τύχη αυτό, ούτε  καμουφλάζ, το λένε ταλέντο.

Chris Zafeiriadis