Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Nebraska (2013)


“Have a drink with your old man. Be somebody!”

Το σινεμά του Payne το αισθάνεσαι δικό σου. Το νιώθεις κομμάτι του εαυτού σου, όχι γιατί στέκεται δίπλα σου (κι ας συμβαίνει μίλια μακριά), αλλά γιατί μέσα σε αυτό (ανα)γνωρίζεις ανθρώπους που βρίσκονται κοντά σε σένα. Ανθρώπους που για κάποιο περίεργο λόγο ξέρεις ότι μαζί τους μπορείς να ανταλλάξεις κουβέντες και να κάνεις συζητήσεις ολόκληρες που δεν μπορούσες μέχρι τώρα, ακόμα κι αν όλα τα λες εσύ και αυτοί δεν βγάζουν άχνα για όσα τους πονάνε, για όσα χαίρονται σαν τα μικρά παιδιά και εσύ απλά χαίρεσαι που τους κοιτάζεις. Το ανεκτίμητο σε αυτό το σινεμά δεν είναι το ότι γίνεται δικό σου, αλλά το ότι μέσα στην απρόσωπη πραγματικότητά μας, μένει με πείσμα κοντά και σου κρατάει συντροφιά, ακόμα και όταν μέσα στη σιωπή σου νιώθεις ότι έχεις απομείνει μόνος.

Όταν κοιτάξεις τη Nebraska θα αντικρίσεις την αυθεντική μοναξιά των ανθρώπων της, μια μοναξιά που έχει μάθει να ανθίζει στις καρδιές μας, από τον παραλογισμό της αστικής βαρβαρότητας μέχρι τις σκονισμένες πεδιάδες της αμερικανικής επαρχίας. Μια μοναξιά που δεν έρχεται αμέσως αλλά όταν έρθει θα ψάξεις από κάπου να κρατηθείς, από κάπου να στηρίξεις τις υπόλοιπες στιγμές που σου ‘χουν απομείνει. Στη Nebraska του Payne θα έρθεις αντιμέτωπος με την επιθυμία ενός ανθρώπου που βρίσκεται γύρω στα 70, γνωρίζει ότι ξεμένει σιγά-σιγά από ευχές και νιώθει την ανάγκη να ελπίσει, την ανάγκη να ζήσει μια τελευταία φαντασίωση τη στιγμή που όλοι νομίζουν ότι τα έχει πια χαμένα, ενώ εκείνος έχει μόλις ανακαλύψει ένα καινούριο όνειρο για να μπορέσει να επιβιώσει. Να δηλώσει για μια ακόμα φορά παρών και να αποχαιρετήσει ό,τι αγάπησε με το κεφάλι του ψηλά. 

Μέσα στα μάτια του Woody Grant (φορεμένα με ένα υπέροχο τρόπο στο πρόσωπο του Bruce Dern) θα ανθίσει η ξεροκεφαλιά της δοξασμένης πραγματοποίησης ενός ονείρου. Μαζί με αυτή τη ξεροκεφαλιά, ανθίζει και η σύγκρουση ανάμεσα στην αφέλεια του παραμυθιού και την φρικαλεότητα της πραγματικής ζωής. Η αφέλεια και η ανάγκη να πιστέψεις εκείνα που σου λένε, απέναντι σε όλα εκείνα που δεν θέλεις να ακούσεις, γνωρίζεις όμως ότι δεν μπορείς να αποφύγεις. Γνωρίζεις ότι ίσως σου κλέψουνε τα χρώματα, ίσως σου στερήσουνε την χρηματική αξία του ενός εκατομμυρίου δολαρίων, την ψυχική αξία του ονείρου όμως, δεν θα σου την πάρουνε ποτέ, αφού ποτέ δεν θα ξεχάσεις τα πρόσωπα που αγάπησες και όλα όσα (δεν) μπόρεσες να αφήσεις πίσω. Μέσα από αυτό το όνειρο θα βρεις την δύναμη να πορευτείς στην γλυκόπικρη ανυπαρξία των ανθρώπων της παλιάς σου γειτονιάς, να κοιτάξεις τον κόσμο για μια ακόμα φορά και τελικά να βρεις το δρόμο σου γι’ αυτό που ονομάζεις σπίτι.

Chris Zafeiriadis

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Wake in Fright (1971)


Στην πορεία που διαγράφει η ζωή χωρίς να το αντιληφθούμε, υπάρχουν στιγμές που μέσα τους ζωντανεύει η προσδοκία της απόδρασης, μια αχαλίνωτη επιθυμία να διαφύγουμε από τις αποφάσεις τις οποίες πήραμε και με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, μας κρατάνε δεσμευμένους σε μια καθημερινότητα που γίνεται αβάσταχτη. Είναι η στιγμή, λίγο πριν γνωρίσεις ξανά τα όριά σου, όπου θα εμφανιστεί απρόσμενα μια περιπετειώδης ευκαιρία και εσύ την αρπάζεις, ελπίζοντας μονάχα να σε βγάλει κάπου διαφορετικά. Τις περισσότερες φορές ο φόβος του άγνωστου και η απώλεια της βεβαιότητας επιστρέφουν τον εγωισμό σου πίσω στις αβάσταχτες συνήθειές του. Υπάρχουν όμως και φορές όπου η επιθυμία της απόδρασης είναι τόσο ισχυρή που σου χαρίζει απλόχερα το εισιτήριο για ένα ταξίδι προς το άγνωστο που ονειρεύτηκες. Το Wake in Fright είναι μια ιδρωμένη ταινία γι’ αυτό ακριβώς το ταξίδι.

Εγκλωβισμένος στην απέραντη μοναχικότητα μιας ηλιοκαμένης και απομονωμένης Αυστραλιανής κωμόπολης, ένας νεαρός δάσκαλος επιχειρεί να αποδράσει από την τελματώδη καθημερινότητα που τον εξουσιάζει, προσπαθώντας να περάσει την άδειά του αναζητώντας κάτι το διαφορετικό. Αναζητά την ευκαιρία της απόδρασης και όταν αυτή εμφανιστεί μπροστά του την αρπάζει, μέσα από την σκόνη που βαραίνει την ιδέα του πολιτισμού, βαραίνοντας παράλληλα τα πάθη των ανθρώπων. Αυτό που τελικά ανακαλύπτει είναι ένας αχόρταγος και βάρβαρος κόσμος, ακριβώς δίπλα στο πολιτισμένο Σύδνεϋ, αρκετά μακριά όμως από τις αξίες του ίδιου του πολιτισμού. Ένας ανδροκρατούμενος κόσμος ακόρεστου αλκοολισμού και ακατάπαυστης βιαιότητας, ικανός να παρασύρει, να χειραγωγήσει και τελικά να οδηγήσει στον ευτελισμό, όσους αδυνατούν να τον κατανοήσουν, άρα και να ασπαστούν τον νιχιλισμό των αξιών του.

Όσο η ταινία του Kotcheff στέκεται κάτω από τον (α)φιλόξενο φως του Αυστραλιανού ήλιου, τόσο χάνεται βαθιά μέσα στο σκοτάδι που κατοικεί στη ζωή αποπροσανατολισμένων και αλαζόνων ανθρώπων. Ανθρώπων που περνάνε (ή καλύτερα, σπαταλάνε) τον χρόνο που τους δόθηκε σε ακατάπαυστες στιγμές κατανάλωσης μπίρας, μάταιου τζόγου και ανώφελου κυνηγιού ελεύθερων ζώων (σε μια σκηνή όπου καγκουρό θανατώνονται και σου σπαράζει την καρδιά). Έτσι ο νεαρός δάσκαλος βυθίζεται όλο και βαθύτερα μέσα σε ένα χάος, πρώτα πολιτιστικό και στη συνέχεια ψυχολογικό. Ένα χάος που βασιλεύσει, εξουσιάζοντας τις επιθυμίες, μετατρέποντας τον άνθρωπο από αξιοπρεπή και αθόρυβο πασιφιστή σε ασυγκράτητο και ανεξέλεγκτο  βιαστή ο οποίος δεν έχει τίποτα να χάσει, άρα και τίποτα να ελπίζει.  Η ταινία του Kotcheff καταγράφει ακριβώς αυτήν τη διαδρομή, διαγράφοντας μια γεωμετρική κάθοδο προς την κόλαση του ανθρώπινου εγωισμού.

Παρουσιάζοντας παράλληλα μια υπέροχη κατάδυση της καλλιεργημένης  συνείδησης στην ερημιά της ψυχικής (μας) αποκτήνωσης.


Chris Zafeiriadis