Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

The Prowler (1981)


Το Prowler είναι μια βίαιη ταινία. Είναι τόσο πειστικά βίαιη και σωστά κινηματογραφημένη που αν ανήκεις στους μεταμεσονύχτιους σινεφίλ, την απολαμβάνεις μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός της – ή την τελευταία νεανική ανάσα αγωνίας των πρωταγωνιστών, λίγο πριν συναντήσουν τη λασπωμένη μάσκα του δολοφόνου. Ενός δολοφόνου με διάθεση επιθετική και εμφάνιση αμερικανού στρατιώτη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος έχει μπερδέψει τον εχθρό και νομίζει ότι η μάχη μαίνεται ακόμα - ανάμεσα σε εκείνον και τους μαθητές που ετοιμάζονται για τον ετήσιο χορό της αποφοίτησής τους. 

Η ταινία του Joseph Zito ξεκινάει ένα καλοκαιρινό σαββατόβραδο του 1945, ανάμεσα σε ερωτικές ορμόνες, ζέστη και αχόρταγες νεανικές ανησυχίες, όταν ένας βετεράνος στρατιώτης λαμβάνει το γράμμα του χωρισμού από την κοπέλα του Rosemary (πολανσκική αναφορά;) και αποφασίζει να την εκδικηθεί. Αδυνατώντας να δεχτεί την περιφρόνηση και την απόρριψη, περιμένει την κατάλληλη στιγμή και επιτίθεται χωρίς ενδοιασμούς, δολοφονώντας την νεαρή κοπέλα και τον καινούριο εραστή της, λίγο πριν οι δυο τους συνευρεθούν ερωτικά. Ο δολοφόνος ικανοποιεί το βίαιο ένστικτό του και τον πληγωμένο από τον πόλεμο εγωισμό του (αφού τα περισσότερα τραύματα των βετεράνων είναι, κυρίως, ψυχολογικά), με το αποτρόπαιο έγκλημα να μη λύνεται ποτέ. 

Fast forward στο 1980, όπου η επόμενη γενιά ετοιμάζεται για τη δική της αποφοίτηση. Ο χορός που ετοιμάζεται για πρώτη φορά μετά από 35 χρόνια διαθέτει όλα τα ανέμελα διακριτικά γνωρίσματα που πρέπει να χαρακτηρίζουν κάθε ετήσια γιορτή αποφοίτησης, με την νεανική έξαψη να είναι ζηλευτή και τη λαχτάρα για ξεφάντωμα να βρίσκεται σε έκσταση. Κι όμως, ο δολοφόνος της Rosemary είναι ακόμα ελεύθερος και βρίσκει μια καινούρια ευκαιρία να εκδικηθεί όλους τους νεανικούς έρωτες που ετοιμάζονται να ανθίσουν κάτω από το ρομαντικό φως του φεγγαριού. Και το κάνει με έναν άγριο και παράφορο τρόπο που φέρνει δάκρυα και αίματα στα μάτια. 

Κατασκευασμένο σε μια εποχή όπου το slasher γεννήθηκε, άνθισε και παρήκμασε εντυπωσιακά, το Prowler είναι μια βρώμικη ταινία που διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του είδους στο οποίο ανήκει, χωρίς να πρωτοτυπεί και χωρίς να απογοητεύει τους λάτρεις του μεταμεσονύχτιου σινεμά. Ο Zito αποδεικνύεται μάστορας του είδους, αφού γνωρίζει καλά πώς να στήσει μια ταινία με ρυθμό, ένταση και νεανικά κορμιά που πέφτουν θύματα, ενώ άψυχα (πλέον) σωριάζονται ανάμεσα στα αίματά τους. 

Ο σκηνοθέτης με τις ελάχιστες ταινίες και τις ακόμα λιγότερες επιτυχίες στο ενεργητικό του, κατασκευάζει ένα εικονογραφημένο λουτρό αίματος που με ανεξέλικτη πλοκή, ελάχιστους διαλόγους μεταξύ των πρωταγωνιστών (αυτό εδώ είναι θετικό) και εντυπωσιακά ειδικά makeup εφέ (ο Tom Savini στα καλύτερά του), γράφει το όνομά του στην ιστορία του αμερικανικού underground. Ακολουθεί τα χνάρια που άφησε η περιβόητη Παρασκευή και 13 που κυκλοφόρησε ένα χρόνο πριν (και που ο ίδιος υπηρέτησε, σκηνοθετώντας το 4ο μέρος της σειράς) και δανείζεται στοιχεία από το ματωμένο σινεμά της Ευρώπης (όπως ολόκληρο το slasher είδος) και κυρίως από τις ιδέες του πατέρα Bava (οι ομοιότητες σε σκηνές με το υπέροχο Reazione a catena είναι εμφανείς) για να ολοκληρώσει το αιματοκύλισμα. Και το κάνει με τρόπο εντυπωσιακό, οδηγώντας την ιστορία σε ένα εκρηκτικά ‘αποκαλυπτικό’ φινάλε, προβλεπόμενο για τους απαιτητικούς, τους συντηρητικούς και τους ανίατα σοβαροφανείς - υπέροχο, όμως, για όλους τους υπόλοιπους, αφού για τις ώρες που συνήθως παίζει η ταινία, δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω.

Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Kis Uykusu (Winter Sleep, 2014)


Υπάρχει καρδιά μέσα στη Χειμερία Νάρκη. Μια καρδιά που, όπως σε κάθε χειμερία νάρκη, συνεχίζει να χτυπάει ασταμάτητα, ακόμα κι αν φαίνεται καμιά φορά να ελαττώνει τους ρυθμούς της. Η 196 λεπτών ιστορία του Ceylan μοιάζει με μια σπουδαία ενδοσκοπική κριτική στην οικειοθελή και αποσιωπημένη μείωση των χτύπων της καρδιάς, μια κριτική που προσπαθεί να αφυπνίσει τους ήρωές της από τον λήθαργο που χαρακτηρίζει την καθημερινότητά τους και στον οποίο έχουν βυθιστεί χωρίς να το καταλάβουν. Ή ακόμα κι αν το κατάλαβαν, επαναπαύτηκαν σε μια πραγματικότητα που τους αγκάλιασε στοργικά, χωρίς να υπολογίσουν τις βλαβερές συνέπειες της ανυπαρξίας τους. Με αυτό τον τρόπο, η μνήμη στέκεται απέναντι από τη λήθη και το πάθος για μια ζωή γεμάτη αξίες ορθώνεται απέναντι από την καταδίκη.

Η Χειμέρια Νάρκη διαδραματίζεται σε ένα μικρό, απομονωμένο και γραφικό ξενοδοχείο (με τη Σαιξπηρική ονομασία ‘Οθέλλος΄), τοποθετημένο στα ανεξάντλητα βάθη της Καππαδοκίας, ένα μέρος που το εκτιμούν περισσότερο όσοι έχουν μάθει να απολαμβάνουν το φυσικό τοπίο της Τούρκικης ενδοχώρας. Ο Ceylan δεν θα δείξει και πολλά από τον περιβάλλοντα χώρο, όσο όμορφος κι αν είναι, θα τον συνδέσει όμως έμμεσα με τον κεντρικό χαρακτήρα και ιδιοκτήτη, Aydin, έναν εύπορο πρώην ηθοποιό θεάτρου που, όπως και το ξενοδοχείο του, έχει από καιρό απομονωθεί από τον πολιτισμό και την πολυκοσμία. Ανίατα αφοσιωμένος στις σκέψεις του, ο Aydin αρθρογραφεί για κάποια μικρή, τοπική εφημερίδα και χαρίζει στον κόσμο αδρές φιλοσοφίες για τη ζωή, τον θάνατο και τον τρόπο που οι άνθρωποι βλέπουν τα χρόνια να περνούν. Όπως ακριβώς περνούν και τα δικά του, χωρίς ο ίδιος να έχει τη δύναμη να ζυγίσει την εξουσία και τον ψυχολογικό τρόπο με τον οποίο την ασκεί σιωπηρά σε όσους βρίσκονται κοντά του.

Άσχετα με το μέγεθος, στο βασίλειό του ο καθένας είναι βασιλιάς., κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί αυτό και ο Aydin μοιάζει ο πιο ταπεινός από αυτούς. Δείχνει να μην τον ενδιαφέρουν τόσο τα περιουσιακά του όσο η γενναιότητα της ηθικής, του πνεύματος και της ψυχής, απόρροια, φυσικά, της καλλιεργημένης και εφησυχασμένης ψυχικής μοναξιάς του, η οποία ναυάγησε στην ήσυχη γωνιά αυτού του τόπου. Οι μοναδικοί άνθρωποι που παραμένουν κοντά στον πρωταγωνιστή είναι η όμορφη, ευάλωτη και αρκετά χρόνια νεότερη γυναίκα του που ασχολείται με φιλανθρωπίες (κλασική ενασχόληση για τους εύπορους αστούς), καθώς και η πρόσφατα διαζευγμένη αδερφή του, η οποία διαμένει στο ξενοδοχείο και αναλώνεται μαζί του σε νυχτερινές συζητήσεις και ανταλλαγές αναντίρρητων απόψεων. Η βασιλεία όμως και ο προσωπικός εφησυχασμός τού Aydin θα κλονιστούν όταν ένα μικρό παιδί πυροδοτήσει μια σειρά από γεγονότα, τα οποία τον φέρνουν αντιμέτωπο με μια αλήθεια που μέχρι τώρα αδυνατούσε να αντιληφθεί (πρέπει πάντα να προσέχεις πώς κοιτάνε τα μικρά παιδιά, σα να μπορούν να αναγνωρίσουν την αλήθεια στα βλέμματά των μεγαλυτέρων, επιδιώκοντας την ειλικρίνειά τους).

Ο Ceylan δεν αμφισβητεί τις προθέσεις του ήρωά του, αμφισβητεί όμως τον τρόπο που ένας άνθρωπος διαχειρίζεται τις αξίες που θέλει να ευαγγελίζεται και το κάνει με τρόπο καθηλωτικό, κατασκευάζοντας μία ταινία γενναία σαν τις γενναίες ιδέες των ανθρώπων. Μια ταινία θεατρικής αισθητικής Τσεχωφικών αναφορών αλλά κυρίως υπόκωφης Μπεργκμανικής εκφραστικότητας που σκοπό δεν έχει να κατακρίνει τις ηθικά καταδικαστέες πράξεις των χαρακτήρων, αλλά να αποκαλύψει την δυσδιάκριτη και τρομακτική απόσταση που βρίσκεται μεταξύ τους. Μια ταινία που συγκρούεται υπογείως με την επανάπαυση, συνθλίβει την φαινομενικά αθώα συγκαταβατικότητα και αναζητά την ελευθερία του πνεύματος μέσω της αφύπνισης της συνειδήσεως.

Μπροστά στη κάμερα του Ceylan, οι ήρωες συγκρούονται με τους ακατάπαυστους διαλόγους τους, εξομολογούνται αλήθειες και εκθεμελιώνουν τις σχέσεις τους, προσβάλλοντας παράλληλα τις αρετές που νομίζουν ότι τους ανήκουν. Πρόκειται για χαρακτήρες που στο σύνολό τους είναι τόσο όμορφα δομημένοι, που θαρρείς ότι υπάρχουν πολύ πριν εκτεθούν μπροστά στην οθόνη και θα υπάρχουν ακόμα ζωντανοί και μετά τους τίτλους τέλους. Που ανασαίνουν βαριά, όπως ένα αγέρωχο άλογο που παλεύει να απελευθερωθεί από τα δεσμά του (όπως συμβαίνει σε μια από τις πιο σκληρές και αμφιλεγόμενες σκηνές της ταινίας), χαρακτήρες που όπως ο καιρός και η εποχή, έτσι κι αυτοί αλλάζουν με το πέρασμα του (κινηματογραφικού) χρόνου και κοιτάζουν πλέον τις ζωές τους διαφορετικά.

Λίγο πριν το φινάλε της Χειμέριας Νάρκης, οι ήρωες θα αντιληφθούν ότι η συγνώμη που οφείλουν δεν είναι μια εύκολη υπόθεση και ότι η πραγματική μετάνοια είναι πάντα θέμα ωριμότητας. Ωριμότητας που κάποιοι από αυτούς καταφέρνουν να αγγίξουν αναζητώντας τη συγχώρεση, ενώ κάποιοι άλλοι αποπνέουν για τελευταία φορά την απόγνωσή τους, προσπαθώντας να περισώσουν από τα συντρίμμια της αυτοκαταστροφής μια παράσταση που ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί.


Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

The Babadook (2014)


Πάντοτε πίστευα ότι μια καλή ταινία τρόμου μπορείς απλά και μόνο να την ακούς. Δεν χρειάζεται να βλέπεις τα τέρατα, τα αίματα και τα τρομαγμένα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, μπορείς μονάχα να ακούς τις κραυγές και τους ήχους της αγχώδους (δια)ταραχής τους, μπορείς να αισθάνεσαι το σκοτάδι και την απειλητική ατμόσφαιρα που δημιουργεί η έλλειψη μιας αντικειμενικής αναπαράστασης. Με αυτό τον τρόπο η φαντασία ερεθίζεται αβίαστα χωρίς να μπορείς να της ξεφύγεις, χωρίς να μπορείς να αποδράσεις από την φρίκη και τον πανικό που ο ίδιος προκαλείς στον εαυτό σου, όσο ερμητικά κλειστά κι αν πιστεύεις ότι μπορείς να κρατήσεις τα μάτια σου. Έτσι, ο τρόμος που προκαλείται είναι περισσότερο επικίνδυνος, αφού παίρνει τη μορφή που του δίνεις εσύ, εκείνη που κατοικεί στις πιο σκοτεινές γωνιές του μυαλού περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθεί στην καθημερινή σου αταραξία. Μια καλή ταινία τρόμου μπορεί να το προκαλέσει αυτό, απλά και μόνο με τους ήχους που είναι ενδεδυμένες οι σκηνές της, απλά και μόνο με την συνειδητή δημιουργία ενός υποκειμενικού εφιάλτη έτοιμου να σε κατασπαράξει. Το Babadook είναι η καλύτερη ταινία για να την ακούσεις.

Η ταινία της Αυστραλιανής Jennifer Kent πραγματεύεται την ιδέα του μπαμπούλα που έρχεται συνήθως τις νύχτες για να τρομάξει τα μικρά παιδιά και, αν του κάνει κέφι, να επιτεθεί και στους ανυποψίαστους γονείς τους. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπερφυσική δύναμη του τίτλου ξεπηδά από τις σελίδες ενός αγνώστου ταυτότητας παιδικού βιβλίου και επιτίθεται στον εξάχρονο Samuel και τη μοναχική μητέρα του, Amelia. Δύο χαρακτήρες ευάλωτοι που έρχονται αντιμέτωποι με την οντότητα αυτή, ο καθένας με τον δικό του τρόπο και για τους δικούς του λόγους.

Είναι φανερό ότι η σκηνοθέτις, ήδη από το μικρού μήκους “Monster” , προσπαθεί να μιλήσει για τους κρυμμένους φόβους του καθενός από εμάς και την μορφή που τους δίνουμε για να μας στοιχειώνουν με ευλάβεια. Και το κάνει με ένα υπέροχο παιχνίδι υποβολής και φωτοσκιάσεων που, είμαι σίγουρος, θα ζήλευαν οι masters of horror της δεκαετίας του ‘30 και του ’40. Ένα μικρό παιδί άμαθο, ανεπιτήδευτο και αθώο όπως είναι, βλέπει τον Babadook σε κάθε σκιά της καθημερινότητάς του, μέχρι να πειστεί ότι τον βλέπει και στο φως. Οι λόγοι δεν είναι πολύπλοκοι, η πραγματικότητα όπως ακριβώς αναγνωρίζεται, έτσι με την ίδια ευκολία μπορεί και να διαστρεβλωθεί. Στο μυαλό ενός μικρού παιδιού οι μπαμπούλες υπάρχουν πάντα, είναι όμως στο χέρι των μεγαλυτέρων να τους διώξουν και να τους κρατήσουν μακριά. Έτσι, το τέρας συστήνεται στον θεατή, ακόμα κι αν παραμένει απρόσωπο, διατηρώντας παράλληλα υπό αμφισβήτηση την αντικειμενικότητα της ύπαρξής του.

Ωστόσο, από τη μέση περίπου της ταινίας κι έπειτα, με ένα εξωφρενικό twist του σεναρίου, ο Babadook θα εγκαταλείψει τον μικρό Samuel και θα ξεκινήσει να επιτίθεται και να πολιορκεί την αντίληψη της μητέρας. Μιας μητέρας που καλείται να αντιμετωπίσει το σκοτάδι που κατοικεί μέσα της από την ημέρα που ο σύζυγός της, έξι χρόνια πριν, έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητιστικό, μεταφέροντάς την στο νοσοκομείο για να γεννήσει. Το σκοτάδι φυσικά δεν γεννήθηκε σε μια νύχτα - όπως ο Samuel -, αλλά αναπτύχθηκε σταδιακά, αφού ο πόνος και η θλίψη της απώλειας δεν κατάφεραν να ξεπεραστούν. Αναπτύχθηκε όσο η οδύνη της μοναξιάς μεταμορφωνόταν σε πνευματική απειλή που το μυαλό θέλησε να κρατήσει κρυφή (στις σκιές;) μέχρι να έρθει η ώρα της απελευθερωτικής φανέρωσης.

Κάπου εδώ, η Kent θα σε βάλει να σκεφτείς αν η μορφή του Babadook είναι μια αληθινή οντότητα που ήρθε για να στοιχειώσει τους πρωταγωνιστές και να διεκδικήσει την σωματική τους κάθοδο στην άβυσσο, ή παραμένει αποκύημα ενός παρανοϊκού μυαλού σε πνευματική αποσύνθεση. Αν παραμένει μια ενοχική αναπαράσταση όσων μαρτυρικά μάς βασανίζουν, όσων προσπαθούμε να κρατήσουμε σε απόσταση γιατί δεν έχουμε το σθένος να αντιμετωπίσουμε.

Μέχρι το κρεσέντο του φινάλε, απάντηση από την Kent δεν θα πάρεις. Το σινεμά, άλλωστε, δεν είναι για να σου τα δίνει όλα. Από τις αυξομειώσεις της φωνής που μεταμορφώνονται σε κραυγές, από τα μάτια που σε κοιτάζουν αλλά δεν μπορείς να τα δεις μες στο σκοτάδι (νιώθεις όμως το βλέμμα τους καρφωμένο επάνω σου) και το μαύρο πέπλο που σκεπάζει τον Babadook (θυμίζοντας το Νοσφεράτου), μέχρι τα χαμόγελα, τις ανθισμένες βουκαμβίλιες και το λευκό περιστέρι του φινάλε ως σύμβολο της ειρήνης, θα πρέπει να αποφασίσεις. Θα πρέπει να επιλέξεις αν αυτό που μόλις παρακολούθησες ήταν ένας αληθινός τρόμος που κατοικεί στο πετσί σου, ένας πνευματικός ψυχαναγκασμός σε έκσταση, ή μια ερεβώδη κατάδυση στις πιο σκοτεινές γωνιές του υποσυνείδητου.

(…με το σκοτάδι του θανάτου να μένει εκτός οθόνης, έχοντας όμως με επιτυχία κυριεύσει τα πάντα στο πέρασμά του.)

Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Τετάρτη 04:45 (2015)


Μέσα στη νύχτα της Αθήνας που δεν φωτίζεται ποτέ, μέσα στην καρδιά της Ελλάδας της κρίσης και της πατρίδας που εκούσια πότισε τα παιδιά της με κάλπικους πόθους και ψεύτικες υποσχέσεις, υπάρχει ένας κόσμος διαφορετικός από αυτόν που μας διδάξαν στο σχολείο. Κάτω από την επιφάνεια όσων μπορείς να αναγνωρίσεις με μια πρώτη ματιά, υπάρχει ένας κόσμος που υπακούει μονάχα στους κανόνες της νύχτας και στους άγραφους νόμους μιας κοινωνίας που ζει και αναπνέει, εδώ και χιλιάδες χρόνια, αλλά δεν θα συναντήσεις ποτέ στην καθημερινότητά σου. Αλλά ακόμη κι αν τύχει και κάποτε βρεθείς σε δρόμους διασταυρωμένους, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να στρέψεις το βλέμμα σου από την άλλη πλευρά, μήπως και καταφέρεις έτσι να παραμείνεις αλώβητος και ταπεινός. Μέσα σε έναν τόπο που μοιάζει να ζει τον εφιάλτη, έναν διεφθαρμένο τόπο εκπορνεύσιμης και (γι’ αυτό) καταρρέουσας εμπιστοσύνης, η ιστορία του Αλεξίου μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα. Μια βόμβα σιωπηλή και ήρεμη, η οποία, μη γελιέσαι, κάποια στιγμή θα εκραγεί, απλώς δεν ξέρουμε πόσους και ποιους θα παρασύρει ορμητικά το ωστικό της κύμα.

Η ταινία ξεκινάει μια χειμωνιάτικη νύχτα της Δευτέρας, ανάμεσα σε αλκοόλ, ζωντανή jazz μουσική και αναθυμιάσεις ξενυχτισμένων τσιγάρων, για να τελειώσει ξημερώματα Τετάρτης, σε μια πλημμυρισμένη από τις σταγόνες της βροχής ταράτσα. Στο ενδιάμεσο δεν παρεμβάλλεται τίποτα παραπάνω από την αποδόμηση ενός απατηλού ονείρου και τη συνειδητοποίηση πως σε ετούτη τη ζωή όπως εύκολα μπορείς να ονειρευτείς, τόσο εύκολα μπορείς και να ξυπνήσεις. Αυτό που διαφέρει της φερέλπιδος αρχής από το λίγο πριν το τέλος είναι ο χρόνος που διαθέτεις για να συλλογιστείς και τελικά να πιστέψεις ότι το μέλλον σου ανήκει. Να πιστέψεις ότι στο πλαίσιο του χρόνου που σου δόθηκε οφείλεις να αναζητήσεις την κατάκτηση της ουτοπίας, περιμένοντας απλώς τη στιγμή που το όνειρο θα μετατραπεί είτε σε φωτεινή πραγματικότητα είτε σε αδυσώπητο εφιάλτη που θα σε στοιχειώνει και θα προσπαθεί να σε καταπιεί ολόκληρο μέσα στο σκοτάδι του.

Μέσα σε αυτό το σκοτάδι περιπλανιέται και ο ήρωας της ιστορίας, προσπαθώντας να κερδίσει λίγο ακόμα χρόνο, προτού χαθεί για πάντα και η τελευταία αχτίδα ανόθευτου φωτός. Ο Στέλιος (ένας υπέροχα εκφραστικός Στέλιος Μάινας) είναι ένας άνθρωπος που απλώς τρελάθηκε στην ώρα του, επένδυσε τα πάντα και προσπάθησε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Δεν μπορείς να τον κατηγορήσεις γι’ αυτό, άλλωστε οι περισσότεροι από εμάς θα έπρεπε να επενδύουμε τα πάντα για να ζούμε όπως επιθυμούμε. Αρκεί να έχουμε το θάρρος να μετριάσουμε τις υπερβολές χωρίς να κάνουμε εκπτώσεις στις επιθυμίες μας. Αιώνια ερωτευμένος με τη μουσική, ο ήρωας κινείται από την ευαισθησία του σαξοφώνου και τη ζωή στο μεσονύχτι, στον εθισμό του δανεισμού και τη σιωπή μιας Αθήνας που πλανεύει. Το πρόβλημα του Στέλιου, φυσικά, δεν είναι ότι έχτισε τις ελπίδες του σε λάθος βάσεις, αλλά το ότι βοηθήθηκε από τους λάθος ανθρώπους και το έκανε την λάθος στιγμή στον πιο λάθος τόπο. Σήμερα που το σκοτάδι της νύχτας απλώνεται αγέρωχα επάνω στους ανθρώπους, έχει φτάσει η ώρα που το ζύγι θα δείξει την αλήθεια.

Σε μια αιμορραγούσα Ελλάδα που αδυνατεί να θρέψει τα παιδιά της, έναν δυσλειτουργικό, κίβδηλο και ρημαγμένο από τη Δυτική αδηφαγία τόπο, η Τετάρτη μοιάζει με μια μεταμεσονύχτια jazz ελεγεία αφιερωμένη στη σύγχρονη μοναξιά. Μια μοναξιά σαν μια βροχή, εγκλωβισμένη σε ένα σύμπαν διαφθοράς που έχει παραδοθεί εξ’ ολοκλήρου στα αγαθά του καπιταλισμού, το αλκοόλ, τα studio με τις γυναίκες και την παράλυση των ηθικών αξιών. Ένα σύμπαν πνιγμένο στις σειρήνες και τη βοή των περιπολικών, στις πολυεθνικές και στην ανικανότητα των κυβερνώντων να διατηρήσουν την ταυτότητά μας (και από το βήμα της Βουλής, δειλά να απονέμουν τις ευθύνες). Σε αυτό το σύμπαν, που δεν απέχει και πολύ από τη σημερινή πραγματικότητα, οι άνθρωποι νιώθουν, χωρίς βέβαια να είναι, ανίκανοι, αιμορραγούν αλλά, όπως ο τόπος που τους θρέφει, στέκονται ακόμα ζωντανοί.

Ο Αλεξίου βυθίζει αυτή την ιστορία αμφίβολης επιβίωσης και κυρίως συναισθηματικής απομόνωσης μέσα σε ένα κινηματογραφικά θαρραλέο και στυλιστικά κομψοτεχνικό μαύρο, αφήνοντας τον ήρωα να αγγίξει τη στιγμή που νομίζει ότι θα τα καταφέρει, ακόμα κι αν για λίγο αντίκρισε τα πάντα γύρω του έτοιμα να καταρρεύσουν. Έτσι και ο Στέλιος παρκάρει το αυτοκίνητό του (στη θέση 52), υπερασπίζεται την αξιοπρέπειά του και λογαριάζεται με τους νονούς μιας νύχτας που, όπως η βροχή, κάποια στιγμή τελειώνει, αφήνοντας την οσμή από την έκρηξη να ευωδιάσει την ατμόσφαιρα. Μια μοναχική ευωδιά που ξεκινά από το ματωμένο σήμερα και φτάνει μέχρι την ειλικρίνεια του ονείρου για ένα τελευταίο ταξίδι προς την Αιδηψό.
Chris Zafeiriadis