Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Fantastic Mr. Fox (2009)


Διαθέτει φινέτσα και στιλ ο κύριος Φοξ. Μια φινέτσα που μπορεί να μην είναι φτιαγμένη από υλικά πολυτελείας, είναι όμως τόσο όμορφη, λιτή και φτωχικά καλαίσθητη, που είναι ικανή να ζωγραφίσει χαμόγελα στα χείλη όσων τον παρακολουθούν. Εύκολα μπορείς να καταλάβεις ότι αυτός ο αλεπουδίσιος ήρωας είναι ερωτευμένος με την ίδια τη ζωή, αφού όπου σταθεί κι όπου βρεθεί απολαμβάνει το καθετί σαν να ‘ναι η πρώτη και η τελευταία του φορά. Όπως πρέπει να απολαμβάνουμε κι εμείς οι άνθρωποι το καθετί που μας συμβαίνει, ακόμα κι αν δεν είναι αυτό που αρχικά ποθήσαμε και ονειρευτήκαμε στην πιο ευάλωτη στιγμή μας. Ο κύριος Φοξ, εκτός από τη ζωή, βέβαια, είναι ερωτευμένος και με την κυρία Φοξ, η οποία είναι η αλεπού της καρδιάς του, μια υπομονετική, επίσης ατίθαση, αλλά καλόκαρδη αδερφή ψυχή που καταλαβαίνει τα μεγαλύτερα κομμάτια της αδάμαστης ξεροκεφαλιάς τού συζύγου της.

Αυτοί και η οικογένειά τους ζούνε σε μια σε μια φτωχική τρύπα κάτω από το έδαφος, αλλά παραμένουν πάντοτε ευτυχισμένοι και χαμογελαστοί. Η γαλήνη και η ηρεμία τους όμως δεν κρατάνε πολύ, αφού η ανήσυχη και επιρρεπής στην παρανομία φύση του κ. Φοξ θα μπλέξει όλη την οικογένεια σε μια μάχη με τους πιο άπληστους αγρότες του ανθρώπινου κόσμου. Κάπως έτσι, ασυμβίβαστα τρωκτικά, συνεσταλμένοι σκαντζόχοιροι και φανταστικές αλεπούδες, έρχονται αντιμέτωποι με απατεώνες και κακεντρεχείς γαιοκτήμονες, αδίστακτους δικηγόρους και κυνηγούς που κυνηγάνε τον εγωισμό τους, σε έναν αγώνα για την επιβίωση του ισχυρότερου. Σε έναν αγώνα όπου τα ζώα έχουν υιοθετήσει ανθρώπινα χαρακτηριστικά, θαρρείς και το ανθρώπινο γένος έχει μολύνει και τα υπόλοιπα είδη με τις ίδιες αναποδιές, τις ίδιες επιθυμίες και με έναν υπέροχα αφελή τρόπο αντιμετώπισης του κινδύνου. Το σχέδιο και ο απώτερος σκοπός του κ. Φοξ δεν είναι φυσικά να κατακτήσει τον κόσμο, αλλά να έχει μια πιο αξιοπρεπή καθημερινότητα για αυτόν και την οικογένειά του - και, έτσι, μια απίθανη ιστορία γίνεται σήμερα περισσότερο επίκαιρη από ποτέ.

Δεν γνωρίζω αν αυτά γίνονται μόνο στα παραμύθια ή σε τέτοιου είδους ταινίες, γνωρίζω όμως ότι η αισιοδοξία και η εσωτερική ομορφιά των ηρώων είναι κάποια από τα βασικά υλικά που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να μπορέσει να απολαύσει μια εκκεντρική και ανέμελη ιστορία σαν κι αυτήν εδώ. Μια ιστορία που προέρχεται από το παιδικό βιβλίο του Roald Dahl και, όπως τα περισσότερα παιδικά βιβλία, με τη φαντασία και την ομορφιά που ψυχαγωγεί τις παιδικές ψυχές, έχει τη δύναμη να μιλήσει για την αγάπη των ανθρώπων (που στην αληθινή της μορφή, είναι πάντοτε ανιδιοτελής) και για πανάρχαια, ευτυχώς όχι ξεχασμένα, ιδανικά. Καταφέρνει να μιλήσει για την άγρια και παθιασμένη φύση των ηρώων, για τα όνειρα που είτε πραγματοποιούνται είτε μένουνε μετέωρα, για την εμπιστοσύνη των αληθινών φίλων και, τέλος, για το συναισθηματικό αδιέξοδο εκείνων που νιώθουν διαφορετικοί και προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει με τον κόσμο γύρω τους.

Αυτός είναι ο Φανταστικός κύριος Φοξ. Μια φανταστική ιστορία που φλερτάρει με τον κίνδυνο και υιοθετεί την πεποίθηση ότι μέσα από την περιπέτεια, η ζωή μπορεί να οδηγηθεί προς μια καλύτερη πραγματικότητα. Κάτι που φαίνεται να πιστεύει και ο ίδιος ο Anderson και που εύκολα διακρίνεται σε κάθε ένα από τα τρελαμένα stop motion καρέ με τα οποία κατασκευάστηκε η ταινία. Μια ταινία που αν την κοιτάξεις στα μάτια θα καταλάβεις πόσο υπερήφανα παιχνιδιάρικη, αυθόρμητη και εξωφρενικά απολαυστική είναι - όπως πρέπει να είναι και ζωή ενός μικρού (ή μεγαλύτερου) παιδιού. Μια ταινία ειλικρινών προθέσεων και ευαίσθητης αισιοδοξίας, ντυμένη με γήινα χρώματα και την καλπάζουσα φαντασία ενός δημιουργού που μοιάζει να μην συμβιβάζεται με τίποτα λιγότερα από την γοητεία του αυθόρμητου, μέσα σε έναν κόσμο φανταστικά αληθινό.

Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Honeymoon (2014)


Μια από τις πρώτες και ευτυχέστερες στιγμές στη ζωή ενός ζευγαριού είναι ο μήνας του μέλιτος. Μια περίοδος όπου οι νιόπαντροι απομονώνονται από όλους και όλα όσα βασανίζουν την καθημερινότητα και ζουν ελεύθερα τον έρωτά τους. Αυτός δεν είναι ισχυρισμός δικός μου, αφού δεν έχω περάσει από αυτή τη διαδικασία, είναι όμως κάτι που θα σου εξομολογηθούν τα περισσότερα ζευγάρια που παντρεύτηκαν από συναίσθημα και όχι από κάποιο προϋποσχόμενο συμφέρον. Σε αυτή την περίοδο χαλάρωσης και ψυχικής ανάτασης και ανασυγκρότησης, έχεις όλο το χρόνο να έρθεις ακόμα πιο κοντά στο άλλο σου μισό και να κάνεις όνειρα. Ονειρεύεσαι να είναι όλα τέλεια (ακόμα κι αν υποψιάζεσαι ότι δεν θα ’ναι), ενώ μέσα σου ελπίζεις ότι έχεις κάνει την καλύτερη επιλογή και δεν θα σου βγει ο άλλος εξωγήινος. Φυσικά η καρδιά σπάνια σου λέει ψέματα κι εγώ, ως ρομαντικός που είμαι αυτήν την περίοδο, θα πρότεινα να την ακούς και να μη δίνεις σημασία στη λογική.

Η Bea και ο Paul είναι ένα νιόπαντρο ζευγάρι που αποφασίζει να περάσει τις πρώτες ημέρες του έγγαμου βίου του σε μια έρημη καλύβα μέσα στο δάσος. Σίγουρα αποτελεί εναλλακτική πρόταση για μήνα του μέλιτος, αλλά οι δυο τους δεν μπορούν να είναι πιο ευτυχισμένοι. Κάτι το οποίο γίνεται γνωστό από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας, με τον έρωτα και την ανεμελιά που γεννά η σύζευξη να κυριαρχούν στην ατμόσφαιρα. Ωστόσο, αυτή δεν είναι μια ρομαντική ταινία για την αγάπη και τις απρόβλεπτες συνέπειές της, γι’ αυτό και η ιστορία δεν επαναπαύεται στην ευθυμία, αντίθετα επιτίθεται στις τρυφερές στιγμές του ζευγαριού και προκαλεί τον τρόμο. Έναν τρόμο που γεννάται όταν η Bea αρχίζει να συμπεριφέρεται παράξενα ξεχνώντας βασικές λεπτομέρειες της πραγματικότητας, ενώ το σώμα της αρχίζει σιγά-σιγά να αλλοιώνεται. Κάπως έτσι έρχεται και η διάσπαση του ζευγαριού με τον ανήσυχο Paul να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τη γυναίκα που επέλεξε να έχει στο πλευρό του και που φαίνεται ξεκάθαρα ότι κρύβει ένα ανομολόγητο μυστικό.

Γραμμένο και σκηνοθετημένο από την αμερικανίδα Leigh Janiak και με έναν σχετικά περιορισμένο προϋπολογισμό (τέσσερα άτομα ολόκληρο το cast), το Honeymoon επιφανειακά μοιάζει με μια ‘μικρή’ ταινία που χωρίς ακρότητες και υπερβολές είναι ικανή να προκαλέσει τον τρόμο (φυσικό και υπερφυσικό), ακόμα και στον πιο υποψιασμένο θεατή. Και το κάνει με τρόπο που τις περισσότερες στιγμές βρίσκει τον στόχο του, αφού η σκηνοθέτις στήνει τις σκηνές της με προσοχή και αφηγείται την ιστορία της άλλοτε στη σιωπή και άλλοτε στη σύγχυση του φόβου και της ανασφάλειας των πρωταγωνιστών. Αφήνει έτσι το μυστήριο να εκκολαφθεί σταθερά, όχι όμως και με απόλυτη ακρίβεια στις λεπτομέρειες, αφού το σενάριο μοιάζει κάπως συγκρατημένο και το φινάλε ελαφρώς ακαλλιέργητο. Κάτι που θα ενοχλήσει τους οπαδούς της κινηματογραφικής ορθότητας, είναι όμως δευτερεύουσας σημασίας για τους λάτρεις τέτοιου είδους underground ταινιών του φανταστικού.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως, βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια, όπου το Honeymoon αποδεικνύεται μια ταινία που φλερτάρει με την απαισιόδοξη πλευρά μιας γαμήλιας πραγματικότητας. Μια ταινία που δημιουργεί επιφυλακτικές σκέψεις για την κοινωνία, τις επιλογές και τελικά τον συμβιβασμό μέσα στο πλαίσιο του γάμου και της συνύπαρξης με έναν άνθρωπο που ποτέ δεν θα είσαι σίγουρος ότι γνωρίζεις πραγματικά. Δεν το κάνει με τον επιβλητικό και απόλυτο τρόπο ενός Gone Girl, αλλά συμπυκνώνει ολόκληρο τον συμβολισμό στη μετάλλαξη σώματος και πνεύματος, η οποία δημιουργείται μέσα από την παγίδα μιας ονειρικής πλάνης. Η αποκάλυψη φυσικά θα έρθει, όποια στάση κι αν κρατήσεις στη ζωή, όμως η ρομαντική και αισιόδοξη πλευρά μου θέλει να σταθεί απέναντι από τον εφιάλτη που παρουσιάζει το Honeymoon. Από την άλλη, ίσως να μην είμαι και ο πιο αρμόδιος να κρίνω τις προθέσεις της Janiak, αφού όπως είπα και στην αρχή αυτού του αυθόρμητου κειμένου, η γαμήλια πραγματικότητα δεν είναι κάτι που γνωρίζω. Ακόμα κι αν όλα σε αυτή τη ζωή είναι θέμα χαρακτήρα, φυσικά, και όχι ευκαιριών.
Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

A Most Violent Year (2014)


Αναμφισβήτητα, τα χρόνια της βίας χαρακτηρίζονται από βίαιες πράξεις. Και όταν οι βίαιες πράξεις αυξάνουν με ρυθμούς ραγδαίους, κάποιοι βγαίνουν κερδισμένοι και κάποιοι άλλοι (οι περισσότεροι) παραμένουν για πάντα οι χαμένοι. Τις περισσότερες φορές η βία γεννάει βία, για να μπορέσεις όμως να επιβιώσεις σε έναν βίαιο τόπο θα πρέπει είτε να είσαι ο ισχυρότερος των ισχυρών, είτε να διαθέτεις ανεπτυγμένο το χάρισμα της διπλωματίας, παράλληλα με μια ταπεινοφροσύνη που θα διατηρήσει το προφίλ σου χαμηλό. Στη Νέα Υόρκη του 1981, έναν κόσμο όπου οι αστυνομικοί πυροβολούνται μέσα στο μετρό, η εμπιστοσύνη είναι κλονισμένη και ηθική αργοπεθαίνει αβοήθητη σε κάποια ξεχασμένη αποθήκη, το πιο δύσκολο πράγμα είναι να κοιτάξεις τον διπλανό σου στα μάτια και να του πεις την αλήθεια που γνωρίζεις. Οι περισσότεροι χαρακτήρες στην ταινία του J.C. Chandor αδυνατούν να ξεστομίσουν την αλήθεια και παραμένουν εξ’ ολοκλήρου βυθισμένοι σε ένα παιχνίδι υποκρισίας και παραπλάνησης που τσακίζει κόκκαλα με την αληθοφάνειά του. 

Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σκηνοθέτες της εποχής μας, επιστρέφει με μια ταινία που δεν ανήκει στην εποχή μας, αλλά διαδραματίζεται περίπου 30 χρόνια πριν από εμάς. Αυτό το ταξίδι στον χρόνο ξεκινά με την παρουσίαση ενός άντρα που τρέχει μόνος σε έναν έρημο δρόμο, μακριά από βλέμματα, παρέες και ανούσιους συνομιλητές. Καταλαβαίνεις, έτσι, αμέσως πως όταν ένας άνθρωπος επιλέγει να πορευτεί μόνος και αποκομμένος από τον περίγυρό του, τότε αυτή η μοναχική επιλογή αποτελεί και την συνειδητή απομόνωσή του από τον κόσμο που τον περιβάλλει. Αποτελεί την διαφοροποίηση του ήρωα από έναν κόσμο που δεν του ταιριάζει. Έναν κόσμο που είτε θα προσπαθήσει να αλλάξει, είτε θα τον κατακτήσει. 

Ο Abel Morales (όνομα που παραπέμπει σε μετανάστη, ενώ παράλληλα παίζει με τις λέξεις ‘able’ και ‘morals’) είναι ένας έμπορος καυσίμων στη πιο κρίσιμη στιγμή της επεκταμένης δύναμής του. Πλήττεται όμως όταν άγνωστοι επιτίθενται στα βυτιοφόρα του και ο ίδιος παγιδεύεται σε μια περίπλοκη κατάσταση, στην οποία εμπλέκονται άνομοι ανταγωνιστές, ελεγκτικοί εισαγγελείς και τραπεζικοί επιθεωρητές, φέρνοντάς τον ήρωα στο χείλος της οικονομικής και ψυχικής καταστροφής. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού η καλύτερη στιγμή για να σε χτυπήσουν είναι όταν είσαι ευάλωτος, όταν ρισκάρεις, αναπτύσσεσαι και γίνεσαι σταδιακά υπολογίσιμος και επικίνδυνος. Αυτοί που σε χτυπάνε δεν είναι φυσικά μόνο οι ανταγωνιστές, αλλά και όσοι απειλούνται από την εκκολαπτόμενη ισχύ σου και θέλουν να σε διατηρήσουν μικρό και ταπεινό (κάτι που φυσικά δεν συμβαίνει μόνο στα χρόνια της βίας και αλλά σε κάθε εποχή και τόπο ορατού, θεμιτού και αθέατου ανταγωνισμού). 

Το πυκνοχτισμένο αστικό τοπίο, τα όνειρα που δομήθηκαν σε κάποιο μολυσμένο κομμάτι γης, η ανάδειξη και η ανάγκη της οικονομικής εμμονής (που προϋπήρχε στο σινεμά του Chandor από την εποχή του Margin Call), και η μοναχικότητα ενός ανθρώπου που προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα ασφυκτικό κοινωνικό περιβάλλον που μοιάζει αφιλόξενο (σαν αυτό του All is Lost – προτού όμως όλα χαθούν), σε συνδυασμό με την τέλεια δομημένη κινηματογράφιση και την σχεδόν ξεθωριασμένη φωτογραφία, μετατρέπουν τα Χρόνια της Βίας σε μια ταινία γοητευτική, ώριμη και εσωτερικά δραματική ταινία. Μια ταινία που ζυγίζει τα όνειρα, τις προθέσεις και τα κίνητρα των ανθρώπων, αφήνοντάς τους μόνους να αποδείξουν τι είναι αυτό που τελικά κρύβουν μέσα τους, όπως ο χαρακτήρας της συζύγου που μέσα από το παγωμένο βλέμμα της παρουσιάζει τις στιγμές του πιο ειλικρινούς της κυνισμού - κάτι που αποδεικνύει και η εκκωφαντική σκηνή με το λαβωμένο ελάφι.

Εντούτοις, η ταινία δεν είναι τόσο βίαιη όσο προδιαθέτει ο τίτλος της. Περισσότερο μοιάζει με μια αγωνιώδη και σχεδόν αναίμακτη καταγραφή της εσωτερικής έντασης των δύο κεντρικών χαρακτήρων, οι οποίοι μοιάζουν άφθαρτοι (Oscar Isaac και Jessica Chastain να αποδεικνύουν την σπουδαιότητά τους), ενώ δίπλα τους ένα ολόκληρο σύστημα κυνισμού και υπόγειων συμφερόντων εντάσσει σιωπηλά τους ανθρώπους στα αμείλικτα γρανάζια του. Είναι ένα σινεμά υπέροχο και θαρραλέο που κοιτάει τον θεατή στα μάτια χωρίς να έχει σκοπό να τον λυγίσει συναισθηματικά, ένα σινεμά που μέσα στην αυτοπεποίθηση που το χαρακτηρίζει δεν φοβάται τις ευάλωτες στιγμές του, αναμετράται με τον χρόνο και καταφέρνει να διατηρεί στο ακέραιο την χειμωνιάτικη μελαγχολία του.

Chris Zafeiriadis