Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

À bout de souffle (Breathless, 1960)


Θέλω να έρθω μαζί σου και πάμε όπου θες. Από τη Ρώμη στο Παρίσι και από εκεί στο Μόντε Κάρλο, να ζήσουμε τον έρωτα γιατί δεν μπορώ να είμαι μακριά σου. Αλλά ακόμα κι αν μπορώ, δεν θέλω ποτέ να είμαστε χώρια. Θέλω να ακούσω κάτι όμορφο από τα χείλη σου και να μη σταματήσω ποτέ να σε κοιτάζω. Να βρεθούμε, να αγκαλιαστούμε και να θυμώσουμε, να κοιμηθούμε και να ξυπνήσουμε μαζί σε ένα μικρό παριζιάνικο δωμάτιο, ανάμεσα σε αγκαλιές, βινύλια και τον ανέμελο καπνό των τσαλακωμένων μας τσιγάρων. Θέλω να μείνουμε μακριά από τον κόσμο που έχει μάθει να μας λέει ψέματα, να τιθασεύσουμε τους φόβους και τις αμαρτίες μας, αφήνοντας τον Godard ελεύθερο να μας κινηματογραφήσει όπως δεν το έκανε ποτέ κανένας μέχρι τώρα.

Θέλω να αγαπηθούμε, να γίνουμε αθάνατοι και ας πεθάνουμε μετά για πάντα. 

Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

The Battery (2012)


Η ταινία του Jeremy Gardner αποτελεί έναν μικρό άθλο. Όχι μόνο γιατί δημιουργήθηκε μέσα σε μόλις 16 ημέρες από τα 6.000 δανεικά δολάρια που μάζεψε ο δημιουργός της, χωρίς αυτό να την καθιστά φτηνή ή επιπόλαια, αλλά γιατί καταφέρνει μέσα από μια ιστορία ζωντανών νεκρών να αναδείξει όλη τη κρυμμένη μελαγχολία στο πρόσωπο των χαρακτήρων του. Καταφέρνει να αναδείξει την μοναξιά των επιζώντων μέσα σε ένα κόσμο που άνθισε από τον πολιτισμό, για να καταρρεύσει στη συνέχεια από άγνωστη αιτία και να μετατρέψει τους κατοίκους του σε αιμοδιψή ανθρωπόμορφα πλάσματα, περιφερόμενα χωρίς ψυχή και χωρίς συναίσθηση της πραγματικότητάς τους.

Μπορεί οι νεκροζώντανοι να περιφέρονται αιματοβαμμένοι και με διαθέσεις κανιβαλισμού, ωστόσο ο Gardner δεν κάνει το λάθος να επικεντρωθεί σε αυτούς και χρησιμοποιεί την εικόνα τους με φειδώ, όταν θέλει δηλαδή να δημιουργήσει στιγμές ανόθευτου τρόμου. Διαθέτει λοιπόν τον περισσότερο χρόνο του στους δύο αντρικούς του χαρακτήρες. Δυο χαρακτήρες που προσπαθούν να επιβιώσουν σε έναν τόπο που δεν έχει και πολλά να κάνεις, δεν έχεις και πολλά να πεις, αφού έχει ερημώσει από φωνές και το μόνο που απομένει είναι η ηχώ των αναμνήσεων μιας εποχής που έχει αφήσει τους ανθρώπους ανεπιστρεπτί.

Η πρώτη ώρα της ταινίας αναλώνεται στον τρόπο με τον οποίο οι δύο αυτοί κεντρικοί χαρακτήρες περιπλανιόνται στην εγκαταλελειμμένη αμερικανική ύπαιθρο αναζητώντας καταφύγιο και τροφή, αλλά και τον τρόπο που ο καθένας τους ξεχωριστά προσπαθεί να διαχειριστεί την Αποκάλυψη. Ο πρώτος είναι ένας κυνικός ρεαλιστής που σχεδόν διασκεδάζει με όσα ελάχιστα συμβαίνουν και τις περισσότερες φορές παίρνει την κατάσταση στα χέρια του, ενώ ο δεύτερος ακούει μουσική σε ένα παλιό ντίσκμαν, δυσκολευόμενος να αποδεχτεί την καινούρια πραγματικότητα στην οποία ανήκει. Οι δυο τους ταξιδεύουν συνεχώς και αναλώνονται σε λιγοστές συζητήσεις και στιγμές ανέμελου baseball αφού αυτό είναι το μόνο χαρακτηριστικό που έχουνε κοινό.

Φτάνουμε έτσι στο τελευταίο μισάωρο της ταινίας (λίγο πριν ο Gardner ξεμείνει από ιδέες) όπου οι δύο πρωταγωνιστές πέφτουν θύματα της εναπομένουσας ανθρώπινης κοινωνίας και εγκλωβίζονται με ελάχιστα τρόφιμα και καμία διέξοδο σε ένα αμετακίνητο Volvo station wagon, περικυκλωμένοι από μερικές ντουζίνες αγριεμένους νεκροζώντανους. Κάπως έτσι η ταινία υιοθετεί έναν πιο δραματουργικό τόνο και μέσω του μινιμαλισμού της αποδεικνύει ότι δεν χρειάζεσαι ένα παγκόσμιο budget για να κάνεις μια καλή ταινία τρόμου, απλά να χρησιμοποιήσεις την βαρβαρότητα όχι ως μέτρο εντυπωσιασμού αλλά ως κινηματογραφική ουσία.

Chris Zafeiriadis