Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

The Green Inferno (2013)


Θα ακουστεί περίεργο αυτό που θα πω αλλά είναι κάτι μέρες που αναζητάς ταινίες με κανίβαλους αλλά δεν μπορείς να τις βρεις εύκολα. Από τις πρώτες ημέρες αυτού του horror υπό-είδους και τις ταινίες Deep River Savages, Ultimo mondo cannibale και Cannibal Holocaust μέχρι τα πιο πρόσφατα παραδείγματα του Wrong Turn, Welcome to the Jungle και We Are What We Are, η αλήθεια είναι ότι οι παραγωγές είναι ελάχιστες αφού αφορούν μάλλον ελάχιστο κόσμο (πόσο μάλλον το συγκεκριμένο κείμενο για τους Κανίβαλους του Roth). Όταν όμως καταφέρεις και βρεις μια τέτοια ταινία, ξεκινάς και σκέφτεσαι ότι έχεις απαιτήσεις που πηγάζουν πρωτίστως από την φύση της ταινίας και της εκάστοτε ιστορίας. Απαιτήσεις που αν δεν εκπληρωθούν, το αποτέλεσμα αφήνει την αίσθηση του ανικανοποίητου που δυστυχώς είναι ικανή να ρίξει την ταινία πιο χαμηλά από αυτό που της αξίζει. Αυτά τα λίγα ως μικρή εισαγωγή για να μπορέσω να δικαιολογήσω τους λόγους που το Green Inferno στέκεται πιο ψηλά από τις περισσότερες πρόσφατες παραγωγές, χωρίς όμως να φτάνει τις απαιτήσεις των θεατών. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

Όταν κάνεις μια ταινία με κανίβαλους, ένας είναι ο δρόμος που μπορείς να ακολουθήσεις. Υψώνεις το ανάστημά σου, αφομοιώνεις τις επιρροές σου, αφήνεις την φαντασία σου ελεύθερη και αγγίζεις τα όρια, με την θέληση και το πείσμα να τα ξεπεράσεις. Πιστεύεις σε αυτό που θέλεις να κάνεις και κινηματογραφείς αδέσμευτα σκορπώντας αίμα, συκώτια, δάκρυα και διαμελισμένα σώματα προς πάσα κατεύθυνση, αδιαφορώντας για τις συνέπειες που μπορεί να προκαλέσει η αρρωστημένη βία στο ανυποψίαστο κοινό - αφού το κοινό που στ’ αλήθεια σε ενδιαφέρει είναι το υποψιασμένο. Όταν κάνεις μια ταινία με κανίβαλους και θέλεις να ξεράσεις τα σωθικά σου στα μούτρα του συντηρητισμού, δεν διστάζεις να κατακρεουργήσεις την ανθρώπινη σάρκα μπροστά στο φακό, δικαιολογώντας τη σφοδρότητά σου με την οποιαδήποτε πολιτική θέση επιθυμείς να κρατήσεις στο background. Αν δεν τα κάνεις όλα αυτά, η ταινία παραμένει ένα αποτέλεσμα καλών προθέσεων που όμως σκοντάφτει στην ατολμία της παραγωγής ή, ακόμα χειρότερα, στην ατολμία και την άγνοια του ίδιου του σκηνοθέτη να διαχειριστεί μια ιδέα ή μια έμπνευση όπως της αξίζει. Οι θεατές (οι υποψιασμένοι) δεν δέχονται ημίμετρα, ενώ η μετριότητα, όσο κι αν επιχρυσώνεται, παραμένει μια μετριότητα, αδύνατη να ικανοποιήσει τους περισσότερο απαιτητικούς.

Ήθελα το Green Inferno (με το αιματοβαμμένο trailer και το hype που έχει προκαλέσει) να ξερνάει ασταμάτητα αίματα, ανθρώπινο κρέας και σωθικά χωρίς ενδοιασμούς, διεκδικώντας τη φήμη μιας αρρωστημένης ταινίας που δεν δίνει δεκάρα για τον οποιονδήποτε καθωσπρεπισμό της σύγχρονης κινηματογραφικής πραγματικότητας. Ήθελα το Green inferno να είναι μια αδίστακτη και ασυγκράτητη ταινία που θα ταρακουνούσε και τελικά θα ενοχλούσε τις συνειδήσεις εκείνων τους οποίους στοχεύει, χωρίς κανένα έλεος για τους ήρωες και τους θεατές του. Όμως το Green Inferno δεν είναι μια τέτοια ταινία - και αυτό διότι ο δημιουργός της διστάζει και συγκρατείται τις στιγμές που πρέπει να είναι περισσότερο αιμοσταγής και ανελέητος. Διστάζει να γεμίσει τα περισσότερα κάδρα του με κρέατα, αίματα και τρίχες, ενώ παράλληλα αρκείται στο ότι κατασκευάζει μια ταινία εμπνευσμένη από ανάλογες ταινίες του παρελθόντος, τοποθετημένη απλώς στην σύγχρονη horror αμερικάνικη πραγματικότητα.

Η ιστορία ακολουθεί μια μικρή ομάδα φοιτητών που αφήνουν για λίγο την πανεπιστημιακή κοινότητα, τα ακριβά τους smartphones και τις πανεπιστημιακές διαδηλώσεις (που κατευνάζουν την ενοχή όταν χρειάζεται) και αποφασίζουν να γίνουν για λίγο οι ρομαντικοί ακτιβιστές (“social justice warriors”) που θα σώσουν ένα δάσος Αμαζονίου, καθώς και τους ανθρώπους που κατοικούν σε αυτό. Φυσικά πρόκειται για νέους που δεν έχουν ιδέα τι είναι αυτό που θέλουν να κάνουν, αφού κάποιοι πηγαίνουν εκεί για ακτιβισμό και άλλοι για παραθερισμό. Η κάμερα του Roth ακολουθεί τις προσπάθειές τους για περίπου 40 λεπτά, εκθέτοντας τόσο την ευκολία με την οποία πείθονται τα αγαθά μυαλά τους, όσο και την επιπολαιότητα με την οποία κάποιοι από αυτούς αντιμετωπίζουν την συγκεκριμένη αποστολή. Μέχρι την στιγμή που το μικρό τους αεροπλάνο θα συντριβεί μέσα στη χαώδη ζούγκλα και οι επιζήσαντες θα πέσουν θύματα μιας αρχαίας φυλής που τρώει ανθρώπους.

Από αυτό το σημείο κι έπειτα η βία ξεχύνεται στην οθόνη, με τους κανίβαλους να ενσαρκώνουν τους χειρότερους εφιάλτες αυτών των νέων που θεώρησαν ότι με την χορτοφαγία, το twitter και την πολιτική σκέψη ενός έφηβου θα αλλάξουνε τον κόσμο. Οι «σωτήρες» σφαγιάζονται ο ένας μετά τον άλλο (με τον πρώτο θάνατο να είναι ακραία απολαυστικός και τους επόμενους να ακολουθούν λιγότερο ακραία αισθητική), ενώ μαζί με τα σώματά τους σφαγιάζεται με ευκολία και ο ευτελής ιδεαλισμός τους.

Φυσικά ο Roth δεν είναι τυχαίος σε αυτό που κάνει, ξέρει να βάζει τα πλάνα του στη σειρά, έχει φαντασία, έχει ρυθμό και γνωρίζει πώς να αφηγηθεί μια ιστορία φυσικού τρόμου και tribal ατμόσφαιρας, προκαλώντας εφιάλτες στους πιο ευαίσθητους θεατές του - και αυτό τον ξεχωρίζει από τους περισσότερους σύγχρονους σκηνοθέτες του horror είδους. Αυτό που δεν γνωρίζει, όμως, είναι πώς να ισοπεδώσει τα όρια που προσπαθεί να αγγίξει και να παρουσιάσει την ιστορία του με τρόπο απάνθρωπο και προσβλητικό, ξεφτιλίζοντας τη σύγχρονη νεανική αλαζονεία. Ενώ θέλει να φερθεί στους ιθαγενείς όπως τους αξίζει (δηλαδή, με σεβασμό), δεν κάνει το ίδιο και για την κεντρική του αντι-ηρωίδα (δηλαδή, να της φερθεί αλύπητα), αφού την κατάλληλη στιγμή της χαρίζει την ελευθερία, όπως ακριβώς θα έκανε ο οποιοσδήποτε τυχαίος σκηνοθέτης - ακριβώς την στιγμή που θα έπρεπε να βγάλει τον πιο άσπλαχνο εαυτό του (όπως ακριβώς έκανε ο Hooper όταν άφησε την Sally ψυχικά κατακρεουργημένη από τα χέρια του Σχιζοφρενή). 

Η ευκαιρία για θρίαμβο μπορεί να χάνεται καθώς φτάνει το φινάλε, όμως ακόμα κι έτσι το Green Inferno παραμένει μια αιματοβαμμένη ταινία υπέροχου κυνισμού, η οποία ξεχωρίζει από τον σωρό χωρίς να αφήνει τίποτα χαριτωμένο πίσω της. Μια ταινία που οι περισσότεροι θεατές - και κυρίως, οι περισσότεροι κριτικοί - θα μισήσουν αδιαπραγμάτευτα. Αρκεί για να το απολαύσεις, δεν αρκεί όμως για να το(ν) λατρέψεις. 

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Jules et Jim (1962)


Αναπόσπαστο κομμάτι του γαλλικού Νέου Κύματος, η ταινία του Truffaut έχει την ακατάβλητη ιδιότητα να επικοινωνεί με τους θεατές όχι μόνο της δικής της εποχής αλλά και κάθε επόμενης, ανοίγοντας διαλόγους και συζητήσεις για τη φιλία που δεν γνωρίζει εξαναγκασμούς, το πάθος που παραβαίνει τους κανόνες και την ατέρμονη αθωότητα των συναισθημάτων που δεν μπορείς να ελέγξεις, κατακλύζουν όμως το μυαλό και την ψυχή χωρίς να σε ρωτήσουν. Μέσα στο πέρασμα των χρόνων και τα ερείπια ενός ακατανόητου πολέμου, ο Ζυλ και ο Τζιμ αναπνέουν τις αναθυμιάσεις του έρωτά τους για την ίδια γυναίκα, αναζητώντας ο καθένας το δικό του όνειρο μέσα στα μάτια και την ταραχώδη γοητεία εκείνης. Μέχρι οι στάχτες της καταπιεσμένης τους επιθυμίας να σκορπίσουν μονομιάς στη δίνη της ζωής και του ανέμου, ζωγραφίζοντας με πάθος ένα αόρατο φιλί.

Chris Zafeiriadis