Πέμπτη 30 Ιουλίου 2009

The Hangover (2009)

“Some guys just can't handle Vegas”

Θα ήθελα να είμαι σε θέση να αραδιάσω μέσα σε ένα λιτό, έξυπνο και αστείο κείμενο χίλιους δυο λόγους για τους οποίους θα πρέπει κάποιος να δει τη συγκεκριμένη ταινία. Θα ήθελα να μπορώ να υποστηρίξω τους λόγους αυτούς και τις απόψεις μου, την στιγμή που λίγο αργότερα θα εμφανιστεί κάποιος αντιρρησίας από την γωνία και θα με αμφισβητήσει. Τέλος, θα ήθελα πραγματικά το Hangover να είναι ανανεωτικό, αστείο, έξυπνο και πρωτοποριακό, ώστε δικαίως να θεωρείται (όπως γράφεται στον τύπο) η κωμωδία της δεκαετίας. Επειδή όμως τίποτα από τα παραπάνω δεν συμβαίνει, θα περιοριστώ απλά στα πλαίσια μιας καλοκαιρινής βραδιάς, στο cinema της γειτονιάς μας.

Αντιλαμβάνομαι την ανάγκη που μπορεί να έχει κάποιος, να ταυτιστεί με κάποιον χαρακτήρα, είτε πραγματικό είτε φανταστικό. Κοινώς, να προσδιορίσει τον εαυτό του μέσω ενός μέσου, ενός ήδη προσδιορισμένου χαρακτήρα. Μάλιστα καμιά φορά την νιώθω και εγώ αυτή την ανάγκη. Είναι και η εποχή μας λίγο περίεργη που μερικές φορές σε κάνει να ξεχνάς ποιος και τι πραγματικά είσαι. Το πρόβλημα όμως είναι ότι όταν τελικά αυτοπροσδιοριστείς, παίρνεις στον λαιμό σου και άλλους, οι οποίοι θα ήθελαν αλλά τελικά δεν μπορούσαν (να ταυτιστούν). Και κάπου εκεί ξεκινάνε τα προβλήματα με το Hangover.

Η ιστορία των τεσσάρων φίλων που πάνε για bachelor στο Vegas και ξυπνάνε με τον γαμπρό απών χωρίς να θυμούνται τι συνέβη το προηγούμενο βράδυ, είναι τουλάχιστον δελεαστική για να την παρακολουθήσεις. Κρύβει μέσα της ένα μυστήριο το οποίο μέσα από την εξέλιξη της ταινίας αποκαλύπτεται, όσο οι εναπομείναντες τρεις προσπαθούν να μαζέψουν τα κομμάτια τους. Μερικές έξυπνες ατάκες, μερικές αστείες σκηνές, μερικώς καλή ανάπτυξη των χαρακτήρων και απουσία κλανιών και ρεψιμάτων (ευτυχώς). Αλλά ....

Ο σκηνοθέτης Todd Phillips προσπαθεί να δώσει μια πιο ρεαλιστική χροιά (καλώς), η οποία όμως δεν συμβαδίζει με το ημισουρεαλιστικό σενάριο που συνήθως διαθέτουν τέτοιου είδους ταινίες (επίσης καλώς). Το αποτέλεσμα μοιάζει από ανισόρροπο έως επιτηδευμένο, με την μεγαλύτερη αδυναμία της να εντοπίζεται στη ροή. Ενώ έχει έξυπνες ιδέες, δεν καταφέρνει να συνδέσει πολλά από αυτά που διαδραματίζονται επί της οθόνης και ενώ θέλει να τρέξει (γιατί τέτοια είναι η φύση της) κάπου το χάνει στη στροφή.

Και κάπου εκεί είναι που το Hangover χάνει το παιχνίδι. Και το χάνουν και όλοι εκείνοι που δεν είχαν ποτέ τους ένα καλό hangover αλλά θα ήθελαν να μπορούν τώρα να παινεύονται για τα κατορθώματά τους. Και το κάνουν. Αλλά όσο και αν υποστηρίζουν ότι λατρεύουν την ταινία για τον ρεαλισμό και τον αυθορμητισμό της τόσο εκτίθενται στον (λίγο πολύ) υποψιασμένο και έμπειρο αναγνώστη. Διότι....

Η μαγκιά του Hangover έγκειται στο ότι μπορεί εύκολα να λειτουργήσει ως μια πολύ καλή δικαιολογία. Όποιος όμως θέλει να μάθει πως είναι ένα καλό hangover, ας κατεβάσει ένα μπουκάλι Jack Daniels και ας αφεθεί στη μαγεία της νύχτας. Τότε οι εμπειρίες θα είναι αληθινές, μη αμφισβητήσιμες και ξεχωριστές για τον καθένα. Προσοχή όμως, η ταινία κερδίζει μερικούς πόντους στο τέλος διότι αποφεύγει το να γίνει διδακτική. Στην αληθινή ζωή τα πράγματα είναι διαφορετικά και οι καταστάσεις που προκαλεί το αλκοόλ μπορεί να αποβούν από μοιραίες έως μη αναστρέψιμες. Η ταινία δεν μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή, ένα καλό hangover όμως μπορεί. Άσπρο πάτο και καλή τύχη.

Chris Zafeiriadis

P.S.: Άσχετο με την ταινία αλλά όσοι άκουσαν το Hate Worldwide κατάλαβαν. Για τους υπόλοιπους να πω μόνο ότι το δεν σε προδιαθέτει απλά για το come back της δεκαετίας, αλλά σε ταξιδεύει πολλά χρόνια πίσω. Party θα κάνουμε φέτος όπως φαίνεται. Καλές διακοπές σε όλους και να πίνετε πολύ νερό.

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009

Et Dieu... créa la femme - ...And God Created Woman (1956)

Η γυναίκα αντικείμενο του πόθου. Αυτή που όλοι λαχταρούν, αυτή που όλοι γδύνουν με τα μάτια τους, αυτή που δεν χορταίνουν να παρακολουθούν να λικνίζεται στους ρυθμούς του τσα-τσα. Η γυναίκα πέτρα του σκανδάλου. Ικανή να διαλύσει οικογένειες, να φέρει τα πάνω κάτω σε μια μικρή κοινότητα. Αυτή που έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει ένα αθώο λιμανάκι σε “ιδρωμένη” αρένα όπου οι κάθε λογής άντρες μονομαχούν, για τα μάτια της μόνο.

Δεν θα σταθώ ούτε στο εντυπωσιακό κορμί της, ούτε στα σαρκώδη χείλη της. Δεν θα σταθώ στο αισθησιακό της πρότυπο, ούτε καν στο φλογερό ταμπεραμέντο της. Θα σταθώ όμως στην εκτενή επιρροή που είχε η παρουσία της και μόνο, στους ανθρώπους γύρω της. Δεν είναι το ότι τέτοιες γυναίκες εμφανίζονται σπάνια (γιατί δεν υπάρχουν τέτοιες γυναίκες σήμερα), αλλά γιατί δεν έχουν το θράσος , το σκέρτσο και την ξεγνοιασιά της Juliete.

Μεγαλωμένη σε ένα αυταρχικό ορφανοτροφείο, αυτή η ενηλικιωμένη πλέον νέα, είναι σαν άγριο άλογο, δύσκολο να δαμάσεις. Πρέπει να προσπαθήσεις πολύ για να την κατακτήσεις. Τα κουμπιά του φορέματός της σπάνια θα τα δεις κουμπωμένα. Της αρέσει να χορεύει και να απολαμβάνει το καθετί. Άλλωστε για αυτό έχει γεννηθεί, για να απολαμβάνει. Η Juliete χαίρεται την ελευθερία της με τον καλύτερο τρόπο. Ζει την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία και λίγη σημασία έχουν για αυτήν τα (πολλά) λόγια του περίγυρού της. Μαγνητίζει τα βλέμματα, σκανδαλίζει και προκαλεί, αλλά δεν την πολυνοιάζει. Η Juliete έχει το θάρρος να κάνει ό,τι θέλει, όποτε θέλει.

Ο Roger Vadim στήνει την κάμερα του και παρακολουθεί καθώς ένα ασυνήθιστο «ταλέντο» έρχεται στην επιφάνεια. Σε ένα ηλιοκαμένο St. Tropez, όπου η ζέστη και η υγρασία πάνε πακέτο, λίγο πριν το μπικίνι γίνει αστική μόδα και λίγο πριν το καμάκι μετατραπεί σε λαϊκή τέχνη, η γοητευτική Brigitte Bardot ανοίγει τα φτερά της και ανάγεται σε ακτινοβολούσα πρωταγωνίστρια. Οι Γάλλοι αλληθωρίζουν, αυτή το χαίρεται και η ίδια η ταινία κάνει τον γύρω του κόσμου, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις και συντηρησιακές λογοκρισίες. Το απόλυτο sex symbol είχε γεννηθεί.

Αλλά ακόμα και αν ο Vadim προσπαθεί να μας πείσει για μια πιο επιφανειακή ανάγνωση, επαναπαυμένος στην σαγηνευτική εικόνα της πρωταγωνίστριάς του, εγώ δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι η συγκεκριμένη κυρία καταφέρνει με μεγάλη ευκολία να απαξιώσει το ανδρικό φύλο, κάνοντας το να σκέφτεται και να ενεργεί με μια ανεκδιήγητη βλακεία. Γεγονός που δεν χρειάζεται να βρίσκεσαι στα 50ς για να το παρατηρήσεις, μια ματιά ακόμα και στη δική μας, πιο προοδευμένη εποχή, αρκεί. Η Bardot όμως είναι η Bardot και οι ανδρικές φαντασιώσεις παραμένουν.... αντρικές. Ο Θεός έπλασε τη γυναίκα και, δυστυχώς ή ευτυχώς, εμείς ακόμα κοιτάμε σαν χαζοί...
«Au revoir»…

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη 16 Ιουλίου 2009

Revolutionary Road (2008)

“I'm glad about one thing, though. You know what I'm glad about? I'm glad I'm not gonna be that kid!”

Στην Αμερική του 50, στα προάστια του Connecticut, οι Wheelers μοιάζουν να είναι το ιδανικό ζευγάρι. Μοιάζουν και το ξέρουν ότι μοιάζουν. Σχεδόν γιαυτό προσπαθούσαν μια ζωή. Σε μια κοινωνία που πασχίζει να κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους, να τους πείσει θα έλεγε κανείς, ότι έχουνε πετύχει διάνα στους στόχους τους (και τις περισσότερες φορές τα καταφέρνει), οι δύο αυτοί άνθρωποι γίνονται (άθελά τους) η φωνή για την αποκάλυψη της αλήθειας, όχι της Αμερικής, αλλά ολάκερης της ιδιοτελούς και εξιδανικευμένης (μας) πραγματικότητας.

Το συγκεκριμένο film του Sam Mendes κινδυνεύει με παρεξήγηση (και τελικά με απόρριψη) λόγω της θρασύτητάς του. Διότι από την αρχή του ακόμα, μέχρι λίγο πριν το τέλος του, ο Mendes χρησιμοποιεί αυτό το νεαρό(!) ζευγάρι για να μιλήσει για πράγματα που όλοι γνωρίζουν αλλά οι περισσότεροι παραμιλάνε συνήθως παρά αναφέρονται ευθέως σε αυτά. Για να μπορέσεις όμως να αποκρυπτογραφήσεις πλήρως τα λεγόμενά του και να εκτιμήσεις αυτή την τεράστια ταινία, δεν θα πρέπει να σταθείς στους ομηρικούς καβγάδες και τις διαπεραστικές φωνές των δύο πρωταγωνιστών. Δυστυχώς θα πρέπει να προχωρήσεις λίγο παραπέρα για να μπορέσεις να αντιληφθείς γιατί η αλήθεια είναι αυτή που πονάει περισσότερο από καθετί.

Σαν αγρίμια στα κελιά τους, οι Wheelers είναι εγκλωβισμένοι στη δική τους παρανοϊκή πραγματικότητα. Δεν παύει όμως για αυτούς να είναι (η) πραγματικότητα. Αγοράσανε την ευτυχία τους και τώρα είναι αναγκασμένοι να υποκρίνονται. Και το κάνουν τόσο καλά που για κάποιους αποτελούν το ιδανικό ζεύγος. Δεν είναι όμως ξεχωριστοί. Παρασύρθηκαν στην ίδια γελοία ψευδαίσθηση με τόσους άλλους, δύο υπέροχα πλάσματα που αυτοτιμωρούνται διότι ξέχασαν να ζήσουν ελεύθερα.

Το Παρίσι είναι αυτό που τόσο λαχταράνε. «The only place worth living», όπως επιθυμητά μαρτυράει η γυναίκα, χωρίς αυτό όμως να είναι όλη η αλήθεια. Διότι, μέσα από τις πολύχρωμες ευκαιρίες, τα λαμπερά του φώτα και τον αποπνέον ερωτισμό του, το Παρίσι δεν είναι τίποτα άλλο από μια ψευδαίσθηση λύσης, μια ρομαντική φαντασίωση. Μια παράλληλη πραγματικότητα στην οποία πρέπει οπωσδήποτε να βρεθούνε. Όχι οπωσδήποτε εκεί, αλλά σίγουρα κάπου μακριά από αυτή που βρίσκονται τώρα.

Η αλήθεια ακούγεται από το στόμα ενός ήλεκτροσοκαρισμένου επιστημονικοφανή νέου, ο οποίος μπορεί να έχει χάσει την μαθηματική του διαύγεια, δεν έχει χάσει όμως και την ικανότητά του να αναγνωρίζει και να εκφράζεται με όλο τον ζήλο και το θράσος που κρύβει μέσα του. Διότι όλοι ξέρουν ποια είναι η αλήθεια, όσο καιρό και αν έζησαν χωρίς αυτήν. Κανείς δεν ξεχνά την αλήθεια, απλά γίνονται καλύτεροι στα ψέματα.

Μέσα σε μια κοινωνία γεμάτη συντηρήσιμες υπάρξεις, τρέχουν να ξεφύγουν από την άδεια, δίχως νόημα ζωή τους. Είναι λίγο φοβισμένοι αλλά δεν το δείχνουν. Είναι και αυτή η φαντασίωση του Παρισιού που τους κάνει να ελπίζουν. Και αυτό τους στερεί την ελευθερία τους και τους κάνει να υποκρίνονται ακόμα περισσότερο. Όσο περισσότερο υποκρίνεσαι όμως, τόσο περισσότερο πιέζεσαι. Και όσο μεγαλύτερη είναι η πίεση τόσο μεγαλύτερη είναι και η εκτόνωση. Και η επανάσταση μοιάζει μονό-δρόμος που λίγοι ακολουθούν. Μέχρι το φινάλε της διαδρομής όπου ελπίδα και φόβος εξανεμίζονται και οι “Wheelers” είναι πλέον ελεύθεροι. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο, (πάντα όμως) ο ένας συναρτήσει του άλλου.

Στα πρόσωπα αυτών των δύο πρώην φερέπλιδων νέων, το μινιμαλιστικό αλλά πανίσχυρο σινεμά του Mendes βρίσκει τους ιδανικούς εκφραστές του, παρουσιάζοντάς μας τα απομεινάρια μιας (και κάθε) αναπτυσσόμενης κοινωνίας υποσχέσεων, προσμονής, αμφισβήτησης και τελικά αποξένωσης. Από τον διαπεραστικό κρότο των λέξεων μέχρι την εκκωφαντική σιωπή του επώδυνου φινάλε, οι Wheelerς έκαναν την επανάστασή τους. Και απέτυχαν. Χειροκροτήστε τους.


Chris Zafeiriadis

Σάββατο 11 Ιουλίου 2009

The Missouri Breaks (1976)

Πολύ σοφά και μεθοδικά, ο Arthur Penn ξεκινά την ιστορία του με έναν απαγχονισμό. Έναν άδοξο απαγχονισμό ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με τον ευπρεπή καλλωπισμό του (ανεπαρκούς) κοινού που τον παρακολουθεί, καθώς επίσης και με το καταπράσινο υπαίθριο χώρο που τον περιβάλει. Έναν απαγχονισμό ο οποίος τελείται υπό τις διαταγές του αφέντη Νόμου και που υπό την δικαιολογία του “αναγκαίου παραδειγματισμού” καταλήγει τελικά σε ένα one man show για λίγους. Δεν έχει σημασία που ο απαγχονισμένος δεν είχε την ευκαιρία της απολογίας, ούτε καν μιας κανονικής δίκης. Σημασία έχει που ο Νόμος έκανε το “αναγκαίο” καθήκον του.

Το παραπάνω γεγονός αποτελεί αφετηρία για γεγονότα δευτερεύουσας σημασίας, σκοπός των οποίων δεν είναι η δημιουργία ενός, συμβατικού για τα δεδομένα του είδους, γουέστερν (ή «ουέστερν», όπως αποκαλείται από τους ημιακαδημαϊκούς), αλλά η ελεύθερη αποτύπωση μιας συγκεκριμένης εποχής, άρρητα συνδεδεμένης με την αμερικάνικη ιστορία (άλλωστε ο Penn δεν χρειαζόταν (πια) να αποδείξει τις γνώσεις του επί του θέματος).

Μια συμμορία από αλογοκλέφτες, ληστές, μακρυχέρηδες και ονειροπόλους παρανόμους, με αρχηγό τον Tom Logan (Nickolson), όλοι τους φίλοι και “συνεργάτες” του εκλιπόντος, αποφασίζει να μετακομίσει στο επίκεντρο των γεγονότων και να λάβει δραστικά μέτρα. Για να καμουφλαριστούν σε απλούς πολίτες δε, μέχρι και φάρμα αγοράζουν. Ένα ταπεινό αγρόκτημα το οποίο καταφέρνουν να φροντίσουν κιόλας (πετυχημένο σχόλιο για την προκοπή και τη φιλοπονία τους). Από την άλλη, στο τοπίο καταφθάνει ο Robert Clayton (Brando), ένας «ρυθμιστής» όπως αυτοαποκαλείται, που με την εύνοια του νόμου, έχει έρθει για να “ρυθμίσει” την κατάσταση, εξαλείφοντας οποιαδήποτε απειλή από την περιοχή.

Όλο το παραπάνω θα μπορούσε να είναι η υπόθεση ενός υπέροχα κλασικού γουέστερν, όπως το μάθαμε στα 40ς και τα 50ς από τους κλασικούς του είδους. Αλλά δεν είναι. Διότι, όπως αναφέρω παραπάνω, αυτά είναι γεγονότα δευτερεύουσας σημασίας. Η ουσία κρύβεται στην εν-τάση αντιπαραβολή πίσω από τους δύο κεντρικούς πρωταγωνιστές και όλα όσα αυτοί πρεσβεύουν.

Από την μία ένας άνθρωπος που (τελικά) ανακαλύπτει ότι ευχαριστιέται να τριγυρίζει στη φάρμα και να περιποιείται το παρτέρι του, έτοιμος να ερωτευτεί και να ζήσει ήρεμα και πολιτισμένα, μακριά από τις βαρβαρότητες που τόσο αγάπησε. Από την άλλη ο “regulator” χαμίνι, ένας φυγάς και αυτός (η χαίτη του δεν είναι τυχαία), ο οποίος βρήκε την εκφραστική του ελευθερία στα πλαίσια του νόμου. Δεν έχει σημασία που πολλές φορές μιλάνε το λάσο και η καραμπίνα του για αυτόν. Οι ρόλοι του καλού και του κακού αντιστρέφονται, οι έννοιες του σωστού και λάθους παύουν να υφίστανται Τις βίαιες ατάκες των δύο πολλοί ζήλεψαν, όχι τόσο για τις “λέξεις”, αλλά για το ύφος, την οξύτητα, την ειρωνεία και τον σαρκασμό τους.

Ο Penn χτίζει τους χαρακτήρες πρωτίστως σαν ανθρώπους (ξεκινώντας από τον άτυχο απαγχονισμένο) και μετά σαν οτιδήποτε άλλο, αφήνοντας χώρο σε αυτούς τους δύο τιτάνες του κινηματογράφου ελεύθερους να ξεδιπλωθούν «όπως μόνο αυτοί ξέρουν» (όπως θα έλεγε και ένας φίλος από τα παλιά). Και εν τέλει δημιουργεί χαρακτήρες οι οποίοι μοιάζουν πιο επικίνδυνοι χωρίς τα πιστόλια τους, παρά με αυτά.

Οι «Φυγάδες του Missouri» δεν ντρέπονται για τα εγκλήματά τους, είναι περήφανοι για αυτά και μάλιστα ζητάνε να τους αναγνωριστούνε κιόλας. Κάθε τους πράξη τους χαρακτηρίζει. Χαίρονται σαν παιδιά με κάθε τους μικρό ή μεγάλο “κατόρθωμα”. Μπορεί να έχουν χίλιους λόγους να καταφύγουν στη παρανομία, αλλά δεν είναι μίζεροι. Πάνω απ ΄όλα είναι άνθρωποι. Απλά δυσκολεύονται να προσαρμοστούνε στο σήμερα. Στους νόμους του τότε. Στους νόμους που θέσπισαν οι παλιότεροι του είδους όπως ο Ford, ο Hawks, ο Mann και τόσοι άλλοι.

Κλέφτης είναι αυτός που παίρνει κάτι που δεν του ανήκει. Οι «Φυγάδες του Missouri» δεν θεωρούν τους εαυτούς τους κλέφτες διότι παλεύουν για την ελευθερία τους. Αυτή η ελευθερία πηγάζει πρώτα από τον Penn και στη συνέχεια μεταδίδεται και στους πρωταγωνιστές του. Και είναι απόφασή του αυτό. Γιαυτό και οι δικοί του φυγάδες στήνουν τη δική τους φιλελεύθερη γιορτή, χωρίς να ρωτήσουν “τι και πως”, χωρίς να αντιγράφουν και κυρίως, χωρίς να νοιάζονται. Και από ανόητες λογοκλοπές χωρίς μέτρο και ουσία, προτιμώ να αναλώνομαι σε ελεύθερες μεταφράσεις ιδεών και αξιών. Ξανά.


Chris Zafeiriadis

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2009

Se, jie - Lust, Caution (2007)

Μια γυναίκα... Ερωτεύεται... Δυστυχώς...

Μέσα από αδηφάγες ερωτικές σκηνές, κατασκοπευτικές ίντριγκες, αντιστασιακές ραδιουργίες και επίφθονες διεγερτικές θυσίες, ο Ang Lee, αποδεικνύει περίτρανα ότι there‘s no place like home, παρουσιάζοντας ένα κομψοτέχνημά, βασισμένο στην μεγαλύτερη αδυναμία της ανθρώπινης φύσης και ταυτόχρονα στην ουσία ύπαρξης αυτής.

Στην υπό Ιαπωνική κατοχή Shangai, έναν τόπο το ίδιο ταλαιπωρημένο με τόσους άλλους, μια ομάδα αντιστασιακών (φοιτητών) στήνουν ένα πολύ καλά μελετημένο σχέδιο για την αποπλάνηση και την εν-τέλεια δολοφονία ενός κινέζου στρατιωτικού ο οποίος βρίσκεται σε συνεργασία με τις κατοχικές δυνάμεις. Διεκπεραιώτρια του εγχειρήματος, μια νεαρή και άσπιλη φοιτήτρια, η οποία θα γίνει το δέλεαρ, δίνοντας και την ψυχή της ολόκληρη για να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο που ανέλαβε.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι αντιστασιακοί (εδώ) αποτελούν μια μικρή ερασιτεχνική θεατρική ομάδα. Γνωρίζουν από πρώτο χέρι την τέχνη του δράματος και της υποκριτικής. Το θέαμα παίζει τον πρώτο ρόλο. Είναι όμως καλλιτέχνες και ονειροπόλοι. «Tα δάκρυα του κοινού δεν συγκρίνονται με την εξόντωση ενός προδότη» υποστηρίζει ο υποκινητής με αποτέλεσμα η μικρή αυτή ομάδα να ενδίδει σε κάτι πιο “πατριωτικό”. Μια θυμωμένη ομάδα σπουδαστών που θέλουν να πάρουν τη μοίρα της χώρας τους στα χέρια τους. Και στήνουν αυτό που θα αποδειχθεί αργότερα, η παράσταση της ζωής τους.

Σε μια πεινασμένη Shangai όπου η καχυποψία είναι διάχυτη στην ατμόσφαιρα, οι άνθρωποι είτε δολοφονούνται στους δρόμους, είτε πεθαίνουν από αρρώστιες. Λίγο πριν την πολυπόθητη επανάσταση (όπου όλα όμως είναι λίγο πολύ επαναστατικά), διενεργείται ένα ύπουλο και σοφά μελετημένο έγκλημα. Το ταμπλό είναι στημένο και το παιχνίδι της σαγήνης ξεκινά. Ένα παιχνίδι με τον έρωτα, την προδοσία, την αφοσίωση, τον Πόθο.

Αυτή, μια νεαρή κοπέλα, αγνή από όπου και αν την πιάσεις, που με τα δακρυσμένα μάτια της μπροστά στην Ingrid Bergman του Intermezzo μαρτυράει την ανάγκη να αγαπήσει και να αγαπηθεί. Να βιώσει συναισθήματα πρωτόγνωρα, να νιώσει ποθητή, να μεταμορφωθεί. Αυτός, ένας βίαιος, αυταρχικός, σχεδόν μηδενιστής, που του αρέσει να επιδεικνύει την δύναμή του. Μέσα από την απολυταρχία του, ζει απομονωμένος στο «βασίλειό» του, μακριά από τον κόσμο, μακριά από οποιαδήποτε ψυχική εμπειρία.

Η πλανεύτρα φοράει το μπλε φόρεμα και είναι έτοιμη για το πανάρχαιο παιχνίδι της εξαπάτησης. Ερωτεύεται όμως και νιώθει ζωντανή. Μέσα στο σκοτάδι όλα είναι ζωντανά. Και με έναν περίεργο τρόπο, αληθινά. Ο πόθος προκαλείται από μια ιδρωμένη ανάσα και τρυπώνει μέσα στην καρδιά σαν φίδι. Βαθιά, μέχρι μέσα. Και στη συνέχεια φουντώνει και πλημμυρίζει το σύμπαν. Το αντικείμενο “ξεγυμνώνεται” πρόθυμα και μετατρέπεται σε αφελή και τρωτό στόχο. Νιώθει όμως και αυτός ζωντανός. Αναπνέει. Ο πόθος εκρήγνυται, υπονομεύοντας έτσι οποιονδήποτε αρχικό σκοπό. Κραταιός και ειλικρινής. Τα συναισθήματα έντονα. Και είναι εκεί. Τα αποτελέσματα ολέθρια. Είναι και αυτά εκεί.

Δεξιοτεχνικά και μεθοδικά, ο Ang Lee στήνει τη δική του επική παρτίδα κινέζικου mahjongg όπου κάθε κίνηση είναι σοφά μελετημένη και καταφέρνει να βγει απόλυτος θριαμβευτής. Για τις αδυναμίες της ταινίας δεν είμαι εγώ αρμόδιος να μιλήσω. Μπορώ να τις απαριθμήσω αλλά δεν τις βλέπω. Ούτε για πολιτικές καταγραφές ή ιστορικές επαληθεύσεις. Αλλού είναι η ουσία. Και προτιμώ να έχω το βλέμμα μου στραμμένο εκεί. Σε μια ιστορία η οποία σε ρουφάει μέσα της σαν μαύρη τρύπα και δεν σ’ αφήνει μέχρι να φτάσει στη ζητούμενη κορύφωση της. Στο καθοριστικό φινάλε της. Στην αυτογνωσία.

Οι άνθρωποι μπορεί να έρχονται και να παρέρχονται, να αλλάζουν και να παρά-ακμάζουν. Τα συναισθήματα όμως μένουν. Ανέπαφα στο πέρασμα του χρόνου. Μέσα από δεινά και κακουχίες, χαρές και προσδοκίες, ο άνθρωπος έχει την δυνατότητα να ονειρεύεται, να ποθεί, να πονάει και να αγαπάει. Και είναι η αληθινή αγάπη του ενός που δίνει Ζωή στον άλλο. Χωρίς να υπολογίζει τι θα της κοστίσει. Την χαρίζει απλόχερα και δεν αποζητά τίποτε. Αυτό είναι που μας ορίζει και μας κάνει ξεχωριστούς.

Μια γυναίκα... Ερωτεύεται... Ευτυχώς...

Chris Zafeiriadis