Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Alexander Payne. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Alexander Payne. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

Nebraska (2013)


“Have a drink with your old man. Be somebody!”

Το σινεμά του Payne το αισθάνεσαι δικό σου. Το νιώθεις κομμάτι του εαυτού σου, όχι γιατί στέκεται δίπλα σου (κι ας συμβαίνει μίλια μακριά), αλλά γιατί μέσα σε αυτό (ανα)γνωρίζεις ανθρώπους που βρίσκονται κοντά σε σένα. Ανθρώπους που για κάποιο περίεργο λόγο ξέρεις ότι μαζί τους μπορείς να ανταλλάξεις κουβέντες και να κάνεις συζητήσεις ολόκληρες που δεν μπορούσες μέχρι τώρα, ακόμα κι αν όλα τα λες εσύ και αυτοί δεν βγάζουν άχνα για όσα τους πονάνε, για όσα χαίρονται σαν τα μικρά παιδιά και εσύ απλά χαίρεσαι που τους κοιτάζεις. Το ανεκτίμητο σε αυτό το σινεμά δεν είναι το ότι γίνεται δικό σου, αλλά το ότι μέσα στην απρόσωπη πραγματικότητά μας, μένει με πείσμα κοντά και σου κρατάει συντροφιά, ακόμα και όταν μέσα στη σιωπή σου νιώθεις ότι έχεις απομείνει μόνος.

Όταν κοιτάξεις τη Nebraska θα αντικρίσεις την αυθεντική μοναξιά των ανθρώπων της, μια μοναξιά που έχει μάθει να ανθίζει στις καρδιές μας, από τον παραλογισμό της αστικής βαρβαρότητας μέχρι τις σκονισμένες πεδιάδες της αμερικανικής επαρχίας. Μια μοναξιά που δεν έρχεται αμέσως αλλά όταν έρθει θα ψάξεις από κάπου να κρατηθείς, από κάπου να στηρίξεις τις υπόλοιπες στιγμές που σου ‘χουν απομείνει. Στη Nebraska του Payne θα έρθεις αντιμέτωπος με την επιθυμία ενός ανθρώπου που βρίσκεται γύρω στα 70, γνωρίζει ότι ξεμένει σιγά-σιγά από ευχές και νιώθει την ανάγκη να ελπίσει, την ανάγκη να ζήσει μια τελευταία φαντασίωση τη στιγμή που όλοι νομίζουν ότι τα έχει πια χαμένα, ενώ εκείνος έχει μόλις ανακαλύψει ένα καινούριο όνειρο για να μπορέσει να επιβιώσει. Να δηλώσει για μια ακόμα φορά παρών και να αποχαιρετήσει ό,τι αγάπησε με το κεφάλι του ψηλά. 

Μέσα στα μάτια του Woody Grant (φορεμένα με ένα υπέροχο τρόπο στο πρόσωπο του Bruce Dern) θα ανθίσει η ξεροκεφαλιά της δοξασμένης πραγματοποίησης ενός ονείρου. Μαζί με αυτή τη ξεροκεφαλιά, ανθίζει και η σύγκρουση ανάμεσα στην αφέλεια του παραμυθιού και την φρικαλεότητα της πραγματικής ζωής. Η αφέλεια και η ανάγκη να πιστέψεις εκείνα που σου λένε, απέναντι σε όλα εκείνα που δεν θέλεις να ακούσεις, γνωρίζεις όμως ότι δεν μπορείς να αποφύγεις. Γνωρίζεις ότι ίσως σου κλέψουνε τα χρώματα, ίσως σου στερήσουνε την χρηματική αξία του ενός εκατομμυρίου δολαρίων, την ψυχική αξία του ονείρου όμως, δεν θα σου την πάρουνε ποτέ, αφού ποτέ δεν θα ξεχάσεις τα πρόσωπα που αγάπησες και όλα όσα (δεν) μπόρεσες να αφήσεις πίσω. Μέσα από αυτό το όνειρο θα βρεις την δύναμη να πορευτείς στην γλυκόπικρη ανυπαρξία των ανθρώπων της παλιάς σου γειτονιάς, να κοιτάξεις τον κόσμο για μια ακόμα φορά και τελικά να βρεις το δρόμο σου γι’ αυτό που ονομάζεις σπίτι.

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη 28 Μαρτίου 2012

The Descendants (2011)


Στα γαλαζοπράσινα νερά της όχι και τόσο μακρινής Χαβάης (με τους όχι και τόσο διαφορετικούς από εμάς, χαβανέζους της), μαθαίνεις ότι η ζωή είναι το ίδιο αμείλικτη και το ίδιο απρόοπτη με οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου. Ο Matt (με το ειρωνικά ταιριαστό επίθετο “King”), καλείται να αντιμετωπίσει όχι μόνο τον επικείμενο θάνατο της απόμακρης συζύγου του, αλλά και την ζωή που εκείνη αφήνει σιγά σιγά πίσω της. Καλείται, να επαναφέρει στα ίσια μια οικογένεια με τάσεις αποδόμησης, να επανακαθορίσει φιλίες που έμειναν ατροφικές, να αγαπήσει ξανά εκείνα που ξέχασε να αγαπάει και να συγχωρήσει για πρώτη φορά εκείνα που δεν πίστευε ότι συγχωρούνται. Ο Payne θα πάρει το ευαίσθητο αυτό δράμα και θα εκμαιεύσει ευαίσθητες αλήθειες (για την ζωή), ενώ παράλληλα θα αποκρύψει με μαεστρία κάποιες άλλες (για τον θάνατο), προσαρμόζοντας, τελικά, τους ήρωές του, στο ρου της ιστορίας τους.

Η ταινία εκκινεί με την voice over αφήγηση της πραγματικότητας από τον πρωταγωνιστή της (ο Clooney σε μια performance, ιδανική για nomination) και χωρίς χρονοτριβές, σου μεταφέρει σκέψεις και διαπιστώσεις που κάνεις, την στιγμή που η ζωή σου αλλάζει ρότα. Διότι ακόμα κι αν δεν το έχεις ζήσει, σίγουρα θα έχεις ακούσει ότι ένα δυσάρεστο γεγονός, μια απώλεια ενός δικού σου ανθρώπου, δεν σε φέρνει απλά αντιμέτωπο με περισσότερες ευθύνες και υποχρεώσεις, αλλά αντιμέτωπο με τον ίδιο σου τον εαυτό. Τα σενάρια της ζωής μεταμορφώνονται συνεχώς και εσύ πρέπει να επαναπροσδιορίζεις τους ρόλους που έχεις, σαν χαμαιλέοντας εγκλωβισμένος σε μια αλήθεια που μοιάζει να μη σου ανήκει, είναι όμως εξ ολοκλήρου δική σου. Τότε έρχονται εκείνες οι στιγμές που πρέπει να υποκριθείς, όσο καλύτερα μπορείς, όπως ακριβώς κάνει και ο Mat. Υποκρίνεται στους φίλους ότι είναι σωστός σύζυγος, στα παιδιά του ότι είναι σωστός πατέρας και στον εαυτό του ότι έχει τα πάντα υπό έλεγχο. Εντάξει, αυτό το τελευταίο όχι σε μεγάλο βαθμό, αλλά έτσι κι αλλιώς, την μοναξιά της εσωτερικής εξομολόγησης δεν την μοιράζεσαι με κανέναν. Η ζωή σου δίνει το δικαίωμα να ξεφυσήσεις μπροστά σε εκείνους που σε κοιτάνε, ποτέ όμως δεν σου δίνει το δικαίωμα να τα παρατήσεις.

Όμως ο καθένας από εμάς αντιμετωπίζει την τραγωδία με διαφορετικό τρόπο. Κάποιοι μένουν παρέα με την θλίψη, άλλοι μονομαχούν με τις ευθύνες, άλλοι πάλι πορεύονται με όλα αυτά μαζί. Ο Mat έχει δύο κόρες που πονάνε παράλληλα, νιώθοντας το ίδιο χαμένες με εκείνον. Έτσι, σαστισμένοι όπως είναι και οι τρεις τους, καλούνται να αντιμετωπίσουν εκείνους που σε τέτοιες στιγμές σε κοιτάνε λες και δεν ανήκεις στον δικό τους κόσμο. Τι ακριβώς κοιτάνε ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω, ξέρω όμως ότι το βλέμμα τους είναι καρφωμένο επάνω σου. Και εσύ πρέπει να τους δείξεις μια εικόνα, όχι κατ’ ανάγκη αληθινή, να τους χαρίσεις ένα συναίσθημα, όχι κατ’ ανάγκη αυτό που αισθάνεσαι. Τότε μπορεί εκείνοι που πονάνε περισσότερο να έρθουν πιο κοντά, ενώ κάποιοι άλλοι να απομακρυνθούν ακόμα περισσότερο.

Ο Payne επιλέγει να λούσει τους πονεμένους αυτούς ήρωες με χαβανέζική μουσική και την αύρα του Ειρηνικού Ωκεανού που απλώνεται σε κάθε καρέ της ταινίας. Την ίδια αύρα που είναι λουσμένη και η τραγωδία, μέσω της οποίας ο Mat και οι δύο του κόρες ανακαλύπτουν τον καινούριο τους εαυτό. Και καταλήγουν σαν σύνολο πλέον να γράφουν την δική τους ιστορία.

Αν όμως τελικά με ρωτήσεις πόσο μου άρεσαν οι Απόγονοι, θα σου απαντήσω διφορούμενα. Θα επιλέξω να κρατήσω τις αλήθειες που κρύβουν μέσα τους αλλά δύσκολα θα επανέλθω σε αυτές. Θα ακούσω το σκηνοθέτη με προσοχή, θα του επισημάνω όμως τις ατέλειες στο λόγο του. Έναν λόγο περισσότερο στημένο από όσο θα έπρεπε και λιγότερο αυθόρμητο από αυτό που όφειλε να είναι. Ακόμα κι έτσι όμως, οι Απόγονοι έχουν την δύναμη να παραμείνουν. Να παραμείνουν, τόσο για την αξιοπρέπεια των ελαττωμάτων τους, όσο και για την ειλικρίνεια στα βλέμματά τους.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη 8 Ιουλίου 2010

Sideways (2004)

“…and it tastes so fuckin’ good!”

Το Sideways είναι από τις ελάχιστες εκείνες ταινίες που κατέχουν ένα πολύ έντονο και σπάνιο χαρακτηριστικό: Καταφέρνει και εσωκλείει στα τοιχώματά του κάποια από τα γνωρίσματα των ηρώων του, οικειοποιώντας μερικά από τα πιο έντονα διακριτικά των θεμάτων του(ς). Όπως το καλό κρασί, έτσι και αυτό, όσο περνάει ο καιρός τόσο ωριμάζει (μέσα σου), όσο περνούν τα χρόνια τόσο περισσότερο το απολαμβάνεις σαν να μη το ένιωσες την πρώτη φορά. Ξεχειλισμένο από μυρωδιές σταφυλιού, γαρύφαλλου , φρούτα του δάσους και αλκοόλ, το γεύεσαι και το ευχαριστιέσαι σε κάθε σου ανάσα, σε κάθε τζούρα που τραβάς από το μισογεμάτο ποτήρι σου. Το Sideways είναι σκέτη απόλαυση.

Πρέπει όμως να διευκρινίσω. Η αναβλύζουσα απόλαυση στην οποία αναφέρομαι δεν πηγάζει από το διασκευασμένο σενάριο του βιβλίου του Rex Pickett, ούτε από τις διατρητικές ερμηνείες των Church και Giamatti (ο οποίος βαδίζει σιγά σιγά στο δρόμο για την τρισμεγιστοποίησή του), ούτε καν από την κωμική, δραματική και ταυτόχρονα ρομαντική σκηνοθεσία του Alexander Payne. Η απόλαυση του Sideways έρχεται πρώτα από τις αλήθειες που κρύβει μέσα της μια τέτοια ταινία, από τον τρόπο που διαχειρίζεται τις αλήθειες αυτές, από την σχεδόν μεθυστική της ατμόσφαιρα και τους σχεδόν μεθυσμένους της χαρακτήρες. Και λέω σχεδόν διότι με το κρασί και ειδικά το κόκκινο, ποτέ δεν μπορείς να είσαι απόλυτα σίγουρος.

Αυτό το ίδιο κρασί που οι δύο κεντρικοί χαρακτήρες, ο Miles και ο Jack, φαίνεται να καταναλώνουν με ευκολία σε ποικίλες ποιότητες αλλά και ποικίλες ποσότητες, είναι και το κλειδί για την πνευματική και αυτογνωστική τους λύτρωση. Ο σχεδόν αποτυχημένος συγγραφέας και ο σχεδόν πετυχημένος ηθοποιός μοιάζουν να μοιράζονται πολλά περισσότερα από αυτά που αρχικά θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει και , εν τέλει, να αναγνωρίσει σε αυτούς ως κοινά. Ο ένας έχει μάθει να κυνηγάει με μανία την απόλαυση του οίνου, ο άλλος δεν έχει πρόβλημα αλλά προτιμά να κυνηγάει την απόλαυση της γυναίκας. Ό,τι είναι το καλό κρασί για τον πρώτο, είναι το καλό σεξ για τον δεύτερο. Κάτι που και οι δύο γνωρίζουν καλά, κάτι που επιδιώκουν γιατί τους χαρίζει στιγμιαία ηδονή και ευχαρίστηση, τους στερεί όμως την διαχρονική τους γαλήνη και ευτυχία.

Και όμως, αυτοί οι δύο ζορισμένοι kind of friends δεν διαφέρουν και πολύ από (όλους) τους υπόλοιπους. Έχοντας υποκύψει σε μια άστοχη καθημερινότητα και αγνοώντας τι είναι αυτό που τους κάνει πραγματικά ευτυχισμένους, ξεκινούν λίγο πριν τον αμφίβολο γάμο του ενός, για ένα ιδιαίτερο bachelor road-trip το οποίο δεν τους αλλάζει σαν ανθρώπους, επηρεάζει όμως τις μελλοντικές τους επιλογές, κάνοντας τους λίγο πιο αισιόδοξους , λίγο πιο τολμηρούς και λίγο πιο σοφούς όσον αφορά το μέλλον που έρχεται.

Και εδώ είναι που το πάντα μεθυστικό κρασί κάνει το θαύμα του χαρίζοντας κάποιες από τις κρυμμένες του ιδιότητες, τόσο στους χαρακτήρες που το καταναλώνουν, όσο και στην ίδια την ταινία. Λέγεται ότι αν πλαγιάσεις το ποτήρι σου και αφήσεις το κρασί να κυλίσει προς τα άκρα, μπορείς να αναγνωρίσεις την πυκνότητα, την ποιότητα και κάποια από τα αόρατα χαρακτηριστικά του. Στη συνέχεια αν το ταρακουνήσεις ελαφρά, ξεκλειδώνονται τα αρώματα, οι γεύσεις και όλα εκείνα που κρύβει μέσα του, ικανά να χαρίσουν το χαμόγελο στο πρόσωπο αυτού που το γεύεται.

Ομοίως, οι δύο πρωταγωνιστές πλαγιάζουν τις ζωές τους προς τα άκρα του ρεαλισμού της, και έτσι πλαγίως όπως είναι, βγαίνουν από τους καθημερινούς και - μέχρι τώρα - άστοχους στοχασμούς τους (οι οποίοι βρίσκονται πολύ εύστοχα τοποθετημένοι μέσα στην ταινία) και ταρακούνιουνται, ή καλύτερα σωριάζονται - κυριολεκτικά - στο έδαφος (κάτι που μαρτυρά και το πεσμένο μπουκάλι του εξωφύλλου). Στη συνέχεια ορθώνονται σοφότεροι, και με ένα χαμόγελο λιγότερο μεθυσμένο αυτή την φορά, πορεύονται προς το άγνωστο της αυριανής μέρας, διεκδικώντας ένα μικρό κομμάτι της προσωπικής τους ευτυχίας, αυτό που τόσο καιρό τους έλειπε και που τόσο το είχανε ανάγκη.

Και αυτό είναι μια από τις αλήθειες που κρύβει μέσα του το Sideways. Θα μπορούσα να μιλάω και να γράφω ώρες για αυτό, προτιμώ όμως να το απολαμβάνω και να το γεύομαι, κάθε φορά σαν να είναι η πρώτη. Να το αναγνωρίζω σαν ένα φιλοσοφικό σύμβολο για την νιότη που φεύγει, για την ευκαιρία που χάνεται και την ευκαιρία που σου κλείνει το μάτι για να της χτυπήσεις την πόρτα και να την αρπάξεις. Και αν είσαι τυχερός, μπορεί να είναι εκεί να σε υποδεχτεί. Να, όπως και ο Miles λίγο πριν πέσουν οι τίτλοι τέλους στην οθόνη. Μην περιμένεις όμως κάποια ιδιαίτερη στιγμή για να το κάνεις. Γιατί η στιγμή που θα το κάνεις θα είναι και η πιο ιδιαίτερη. Μια ταινία τελειώνει για εμάς, μια νέα ζωή ξεκινά για εκείνους. And it’s going to be great. Here’s to us...

Chris Zafeiriadis

Για τον Αλέξη που είπε ότι του αρέσει αλλά ξέχασε να μου είπε το γιατί.