Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 50s. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 50s. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Ιουλίου 2016

House on haunted Hill (1959)

Δεν ξέρω πόσες ταινίες με φαντάσματα, στοιχειωμένα σπίτια και θανάτους έχεις δει, αυτή όμως, θα ομολογήσω, είναι μια από τις ομορφότερες που έχουν ποτέ γυριστεί.

Από τα πρώτα του κιόλας δευτερόλεπτα, το ασπρόμαυρο αυτό low budget ψυχολογικό τρομοκράτημα που σκάρωσε ο William Castle, σχεδόν 60 χρόνια πριν από τη δική μας εποχή, βουτάει στα πιο ψυχρά και ακατανόητα βάθη της ανθρώπινης αμφισβήτησης. Χτίζεται, έτσι, ένα μυστηριώδες παιχνίδι παραλογισμού, ακαθόριστης απειλής και αχόρταγων και τρομερών φωτοσκιάσεων που σκοπό δεν έχει μόνο να τρομοκρατήσει τους ανυποψίαστους χαρακτήρες, τρομοκρατώντας, κατ’ επέκταση, και τους υποψιασμένους, πλέον, θεατές, αλλά και να ξεγυμνώσει πλήρως την ψυχρότητα και την απληστία με την οποία ο άνθρωπος ποθεί ό,τι δεν μπόρεσε στο πέρασμα του χρόνου του να κατακτήσει. Κι αν νομίζεις ότι αυτό είναι κάτι που συμβαίνει μόνο σε απομονωμένους και στοιχειωμένους πύργους σαν κι αυτόν εδώ, τότε θα νιώσεις μια μέρα την πεποίθησή σου αυτή να έρχεται αντιμέτωπη με τις σκιές που βρίσκονται διάχυτες και ελεύθερες μέσα και στη δική σου πραγματικότητα.

Το House on Haunted Hill ξεκινά με μια από τις πιο όμορφες κραυγές αγωνίας, πνιγμένες μέσα στο σκοτάδι ενός κατάμαυρου κάδρου, δίνοντας έτσι το στίγμα του τι πρόκειται να ακολουθήσει. Και αυτό που ακολουθεί είναι πραγματικά υπέροχο για το σινεμά του φανταστικού τρόμου. Ένας εκκεντρικός εκατομμυριούχος και η τέταρτη κατά σειρά (όμορφη, άπληστη και τελικά παγωμένη) σύζυγός του, φιλοξενούν πέντε καλεσμένους και τους προκαλούν να παραμείνουν για μία μονάχα αγωνιώδη βραδιά μυστηρίου στον ψυχρό και σκοτεινό τους πύργο. Όλοι τους καταφθάνουν με νεκροφόρες (πόσο σπουδαία αναφορά στη ματαιότητα!) και όποιος από αυτούς καταφέρει να βγάλει τη νύχτα ζωντανός θα φύγει με ένα μεγάλο χρηματικό έπαθλο (10.000$ μόλις). Όποιος, δε, υπό οποιεσδήποτε συνθήκες, χάσει τη ζωή του, θα έχει χαρίσει το ποσό που του αναλογεί στους εν ζωή εναπομείναντες καλεσμένους. Κάπου εδώ η ζυγαριά αρχίζει να γέρνει προς διάφορες κατευθύνσεις, ανάλογα με το ποιός από τους εγκλωβισμένους στο εσωτερικό του πύργου την διαχειρίζεται καλύτερα.

Το στοιχείο του υπερφυσικού δεν αργεί να κάνει την εμφάνισή του και ο Castle χρησιμοποιεί άψογα όλα τα μέσα που διαθέτει ένας σκηνοθέτης που αγαπάει το σκοτάδι που γεννά η φαντασία του μυαλού αλλά και την επιρρεπή σε ανομολόγητα πάθη νοσηρότητα της ανθρώπινης ψυχής, για να δημιουργήσει μια ιστορία ανόθευτου και ειλικρινούς τρόμου. Ενός τρόμου που επιτίθεται αιφνίδια στις πιο ευαίσθητες στιγμές σου. Έτσι, όταν οι υπηρέτες εξαφανιστούν, χωρίς να αφήσουν ίχνη, και τα πρώτα πτώματα κάνουν την εμφάνισή τους, ο θεατής θα έχει παραδοθεί πλήρως σε ένα παιχνίδι υπαινιγμών και ψυχωτικών παραισθήσεων όπου κυριαρχούνε οι σκιές, τα πεινασμένα και ανήσυχα πνεύματα ενός αθέατου κόσμου και οι απόκοσμες κραυγές ψυχών που, όπως οι καλεσμένοι, παγιδεύτηκαν χωρίς συνείδηση για την κατάστασή τους και χωρίς καμία λογική.

Όλα τα παραπάνω είναι χαρακτηριστικά μιας πραγματικότητας που άλλοι την πιστεύουν και παραδίδονται πλήρως σε αυτήν, άλλοι την κοροιδεύουν χλευάζοντας τον παραλογισμό που επικρατεί, και άλλοι απλώς την αποφεύγουν χωρίς να μπαίνουν στη διαδικασία να κρίνουν την κατάσταση. Υπάρχουν, βέβαια, και εκείνοι που επιθυμούν με ετοιμότητα και ζήλο να την αντιμετωπίσουν, όπως ο οικοδεσπότης της ιστορίας - ένας υπέροχα εκφραστικός Vincent Price, ο οποίος με μια αναπαντεχη κίνηση εντυπωσιασμού, κοιτάει κατευθείαν στην κάμερα, δηλαδή τα μάτια του θεατή, αναρωτώμενος πώς μπορεί να τελειώσει αυτή η ιστορία. Κάπως έτσι ο θεατής δέχεται την πρόκληση της αμφισβήτησης, και με αυτή πορεύεται μέχρι να έρθει το πολυπόθητο ξημέρωμα και το φινάλε της αινιγματικής και σκοτεινής αυτής ιστορίας.

Η ιστορία ολοκληρώνεται με έναν απρόοτρο αλλά ανθρώπινο τρόπο (ανθρώπινο, όπως η προδοσία μιας αγάπης που δεν άνθισε ποτέ), αποδεικνύωντας ότι το πιο βαθύ και επικίνδυνο σκοτάδι δεν είναι αυτό που μας απειλεί όταν χαμηλώνουν τα φώτα και οι βροντές μιας ασταμάτητης βροχής λυσσάνε, αλλά εκείνο που κατοικεί και αναπνέει βαθιά μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Εκείνο που αναμένει την κατάλληλη στιγμή για να μετατρέψει μια φαινομενική και ακλόνητη αθωότητα σε πλήρη ενοχή, εκείνο που ακόμα και όταν μοιάζει ταπεινό, καλλιεργεί υπόγεια και με απόλυτη μαεστρία την αδηφάγο, προκλητική και ακατάβλητη αίσθηση μιας απέραντης και φυσικά αναμφισβήτητης ηγεμονίας.

Chris Zafeiriadis

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Les vacances de Monsieur Hulot (1953)


Κάνε μια βόλτα γύρω σου και κοίτα τους ανθρώπους. Εκείνους που στέκονται ακίνητοι σαν να ‘ναι πετρωμένοι, αγάλματα που έχασαν τον δρόμο τους, χωρίς να ξέρουν πώς να πορευτούν μέσα σε έναν κόσμο που έχει μάθει να εκθέτει πρώτα την αξία της εμφάνισης και έπειτα την ουσία της ύπαρξής μας. Ανθρώπινες εικόνες που απολαμβάνουν την ακινησία τους και δεν σηκώνουν ούτε το βλέμμα τους για να σε δούνε. Κοίτα επίσης εκείνους που δεν μένουν αδρανείς και καταφέρνουν με μεγάλη ευκολία να κινούνται, περιφέρονται όμως σαν τους χαμένους που ψάχνουν από κάτι να πιαστούν, σαν να μην έχουν συγκεκριμένες οδηγίες. Αυτούς που μοιάζουν να έχασαν το τελευταίο τους checkpoint για μια ζωή γεμάτη συγκινήσεις.

Άνθρωποι είναι όλοι τους, κομμάτια του πολιτισμού στον οποίο έτυχε να ανήκουν, αντανάκλαση μιας πραγματικότητας που αναζητά τους ήρωές της εκεί που δεν υπάρχουν. Είναι τα ανθρώπινα κεφάλαια μιας κοινωνίας διαφορετικών αντιλήψεων και διαφορετικών αστικών τάξεων που ψάχνουνε απεγνωσμένα από κάπου να ξεφύγουν, παλεύουνε να συναντήσουν το συναίσθημα για να μη πάει η ζωή χαμένη. Οι περισσότεροι από αυτούς βρίσκουν τελικά την ικανοποίηση, μαζί με ένα χαμόγελο που μοιάζει παραπονεμένο. Ποιος ξέρει, ίσως να αξίζουμε και κάτι παραπάνω που δεν το έχουμε ανακαλύψει ακόμα, ίσως να πρέπει να αυθαιρετήσουμε ολοκληρωτικά από την καθημερινότητα, προτού αποδεχτούμε τον καθολικό περιορισμό του εαυτού μας, προτού αλλοτριώσουμε και το τελευταίο χαρακτηριστικό του πιο απλού ονείρου.

Αυτοί είναι οι άνθρωποι κι αν δεν σ’ αρέσουν, δεν θα σ’ αρέσει και το σινεμά του Tati. Ένα σινεμά χτισμένο επάνω στην ευγένεια του δημιουργού του, ο οποίος κάνει σκόνη την σοβαροφάνεια και εισάγει την κωμωδία σε κάθε μικρή λεπτομέρεια της ζωής. Ένα σινεμά που ασπάζεται το απρόβλεπτο έναντι του προκαθορισμένου και διακωμωδεί κάθε πτυχή της καθημερινότητας, για να παρουσιάσει των ανθρώπους όπως ακριβώς είναι. Ως ανέμελες και εύθραυστες ζωγραφιές που ψάχνουν τον τρόπο για να αντιμετωπίσουν το χρόνο που κυλάει επάνω στα σώματα τους, αποχαιρετώντας όλους τους ανεπιστρεπτί. Ένα σινεμά που μπορεί να μη σε κάνει να γελάς με τη ψυχή σου (τουλάχιστον όχι στην αρχή), αλλά καταφέρνει με μεγάλη ευκολία να σου μεταφέρει όλο τον ρομαντισμό και την τρυφερή αβεβαιότητα της ζωής, για μια στιγμή μονάχα, ικανή όμως να παγώσει τον χρόνο και να μείνει κοντά σου για όσο εσύ επιθυμείς.

Με αυτή τη δεύτερη ταινία του ο Tati μάς συστήνει τον αγαπημένο κύριο Ιλό. Έναν σιωπηλό, γιγαντόσωμο και καλοκάγαθο άντρα, που φτάνει σε ένα παραθαλάσσιο ξενοδοχείο με σκοπό να απολαύσει τις διακοπές του. Και η αλήθεια είναι ότι τις απολαμβάνει, χωρίς να πολυλογεί, χωρίς να γίνεται αισθητός, αφού τις περισσότερες φορές περνά απαρατήρητος, και χωρίς φυσικά να αναγνωρίζει το χάος που προκαλεί στο πέρασμά του. Σε αυτό το ίδιο ξενοδοχείο απολαμβάνουν τις διακοπές τους κάθε λογής άνθρωποι και χαρακτήρες, παιδιά, ενήλικοι και δεσποινίδες, καλοντυμένοι μεγαλοαστοί και ξέγνοιαστοι οικογενειάρχες, στους οποίους ο Tati αφιερώνει την εισαγωγή της ταινίας του. Εκεί τους γνωρίζουμε φυσιογνωμικά, χωρίς να μαθαίνουμε ονόματα και λεπτομέρειες. Χρειάζεται να περάσουν δέκα λεπτά από την έναρξη μέχρι να κάνει την εμφάνισή του ο Ιλό και να ξεκινήσουν τα ευτράπελα. Ευτράπελα, απρόοπτα και αφελή ατυχήματα που δημιουργούνται μέσα στον φυσικό περίγυρο του ήρωα, καθώς μέχρι το φινάλε κινείται και περιφέρεται αδέξια ανάμεσα σε καταστάσεις που κανείς δεν μπορεί να ελέγξει ούτε και να προβλέψει την έκβασή τους.

Το πρώτο που παρατηρεί κανείς είναι ότι η φασαρία απουσιάζει ολοκληρωτικά, αφού το μόνο που συνήθως προσφέρει είναι αναστάτωση και αποπροσανατολισμό. Έτσι, τα περισσότερα πλάνα της ταινίας ντύνονται με φυσικούς και απλούς ήχους της καθημερινότητας. Ήχους που στη σημερινή εποχή πρέπει να προσπαθήσεις για να τους αντιληφθείς, αφού συνήθως καλύπτονται από φωνές και υστερίες, χωρίς να μας δίνεται η δυνατότητα να τους απολαύσουμε. Στις Διακοπές, όμως, η απλότητα έχει τη τιμητική της. Μια σιωπηλή απλότητα πολύτιμη στις μέρες μας, που ξεκινάει από την έμφαση στη λεπτομέρεια των κινήσεων, φιλτράρεται από ένα σύμπλεγμα αμέτρητων συμπτώσεων και καταλήγει σε μια πληθώρα απίθανων gag, κατασκευασμένων με την αστείρευτη υπομονή και το καλλιτεχνικό πείσμα του δημιουργού. Σοφά μελετημένες καταστάσεις αποδόμησης της καθημερινότητας, που διακωμωδούν κάθε έννοια κοινωνικής συνοχής και ηρεμίας, βρίσκουν τις ρίζες τους στο βουβό σινεμά των περασμένων χρόνων και προκαλούν με χαρακτηριστική άνεση το χαμόγελο στα χείλη των θεατών.

Ο Tati έχει τόσα πολλά να σου πει που δεν ξέρω αν χωράνε μέσα στα κάδρα του. Καταφέρνει όμως και σου τα λέει όλα με έναν υπέροχο, σχεδόν σιωπηλό, τρόπο. Θα τον ακούσεις να σου μιλάει χωρίς να χρειάζεται τις λέξεις, θα σου πει ιστορίες ολόκληρες για εσένα και για μένα, με περιττή στοργή και με εικόνες που δεν θα φύγουν ποτέ από κοντά σου, βυθισμένες σε ένα χιούμορ που αγγίζει επίπεδα ευφυΐας. Τότε θα νιώσεις ότι η παρέα με τον κύριο Ιλό είναι το ίδιο σημαντική με τους ανθρώπους που έχεις γύρω σου. Εκείνους που αδιαφορούν χαριτωμένα για όσα σου συμβαίνουν κι εκείνους που νοιάζονται, ίσως λίγο παραπάνω από όσο θα περίμενες. Ανακαλύπτεις έτσι ότι κάθε επόμενη προβολή της ταινίας έχει και κάτι παραπάνω να σου προσφέρει, μια ακόμα ιστορία που θα σου διηγηθεί ο δημιουργός κι εσύ θα τον ακούς σιωπηλά με μάτια όλο λαχτάρα. Μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι κι εσύ στο ίδιο σύμπαν ανήκεις, απλά δεν το καταλαβαίνεις με την πρώτη. Ίσως γιατί σε τράβηξαν οι ξεκούρδιστοι ήχοι μιας χαλασμένης σακαράκας, ίσως γιατί μαγνητίστηκες από τα κύματα της θάλασσας που βλέπεις να πηγαινοέρχονται, εκεί δίπλα στη νεαρή κοπέλα με το λευκό μαγιό που δεν έχει σταματήσει να σου χαμογελάει.

Ανεκτίμητο αυτό στις μέρες μας.

Chris Zafeiriadis 

Πέμπτη 24 Μαΐου 2012

Funny Face (1957)


Δεν γνωρίζω κατά πόσο θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι το Funny Face είναι μια αριστουργηματική και αναγκαία για τον απαιτητικό σινεφίλ, ταινία. Δεδομένης της ψυχρολουσίας του πρώτου δεκάλεπτου, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Εκεί ακριβώς είναι που εμφανίζεται η μικρή πρωταγωνίστρια Jo για να κυριαρχήσει στην ταινία, μεταλλάσσοντάς την από ανυπόφορη φαρσοκωμωδία που θέλει να οικειοποιείται το ροζ ως το χρώμα που θα σώσει τον πλανήτη, σε μια ανέμελα μικρή, πλην όμως απολαυστική, ιστορία αγάπης - για τους λιγότερο παραπονιάρηδες και περισσότερο ρομαντικούς θεατές. Αγάπης τόσο προς το πρόσωπο του έτερου πρωταγωνιστικού χαρακτήρα του - εξίσου κυρίαρχου-  Dick, όσο και προς την ακτινοβολούσα Πόλη του Φωτός και την λάμψη που εκπέμπουν οι διάσημοι δρόμοι της.

Το υλικό του Doden μοιάζει αρχέγονα θηλυπρεπές. Από το κακόγουστα στημένο περιοδικό μόδας (με το ειρωνικό όνομα «Quality» και τα σχεδόν διαστημικά γραφεία του) και τις δολοφονικές στιχομυθίες μεταξύ των δύο φύλλων, μέχρι τις ρομαντικές βόλτες στα φεγγαροφωτισμένα σοκάκια του Παρισιού και το αναμενόμενο φιλί στο φινάλε, θαρρείς πως αυτή η ταινία δεν επιζητά τίποτα παραπάνω από την αναγνώριση της ως μια αστεία μουσικοχορευτική παράσταση, τοποθετημένη στην πιο διάσημη πόλη του κόσμου.

Μια παράσταση που χρησιμοποιεί τις αριστοτεχνικές χορευτικές ικανότητες του μεγάλου Astaire (κάποια στιγμή ίσως θα έπρεπε να αναζητήσουμε την σύγκριση με το σήμερα – για να μην την επιτύχουμε ποτέ) και το αθώο βλέμμα της (λιγότερο, πλέον) εύθραυστης Hepburn, για να δώσει την δυνατότητα στον σκηνοθέτη να σχολιάσει και τελικά να ξεμπροστιάσει την υποκρισία του πνεύματος και της σοφίας έναντι της σάρκας και των κρυμμένων πόθων, αποθεώνοντας παράλληλα το πνεύμα του κόσμου της μόδας και της πασαρέλας. Δεν ξέρω αν αυτό είναι απόλυτα αξιοπρεπές, είναι όμως απόλυτα διασκεδαστικό να το βλέπεις ακόμα και σήμερα, που τα γούστα του κόσμου αδυνατούν να αλλοιωθούν με το πέρασμα του χρόνου. Το όμορφο πάντα θα τραβάει το βλέμμα και το χειροκρότημα των ανθρώπων, το αθώο πάντα θα κρυφολαχταρά να μετατραπεί σε ένοχο, ενώ το πρόστυχο πάντοτε θα διεγείρει εκείνους που διεγείρονται από την πρόστυχη, αλλά ειλικρινή, φαντασία τους.

Δεν είμαι σίγουρος αν υπάρχει κάποιος που θα κατέτασσε το Funny Face στην κορυφή των μουσικοχορευτικών 50’ς (αντίθετα με το Singing in the Rain το οποίο μοιάζει να αγαπάται περισσότερο και από περισσότερους) αλλά φαντάζομαι πως οι γυναίκες (πρωτίστως εκείνες με κοριτσίστικη καρδιά) θα ευχαριστηθούν και με το παραπάνω το αστείο αυτό, ροζ μουτράκι της ιστορίας. Οι πιο αρρενωποί χαρακτήρες ίσως χρειαστεί να ψάξουν στις λεπτομέρειες για να καταφέρουν να αντικρύσουν αξιόλογες στιγμές (όπως τον σχεδόν ψυχεδελικό χορό της Jo στο ημίφως ενός μπαρ ή στους κρυφο-screwball διαλόγους με την αρχισυνταξία του περιοδικού). Μην απορείς, έχω ακούσει να λένε ότι στις λεπτομέρειες κρύβονται οι πιο ένοχοι πόθοι αλλά και οι πιο ευγενείς απολαύσεις των ανθρώπων. 
Τί μάρκα είπαμε φοράει ο Διάβολος;


Chris Zafeiriadis

Τρίτη 1 Νοεμβρίου 2011

The Thing from Another World (1951)


Το πρώτο πράγμα που αντικρίζει κάποιος παρακολουθώντας την ταινία του Nyby (μετά το πασίγνωστο σηματάκι της RKO), είναι το όνομα του Howard Hawks στη θέση του παραγωγού και στη συνέχεια έρχεται ο τίτλος της ταινίας. Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές έχω παρακολουθήσει το λογότυπο του τίτλου να σκίζει την οθόνη, σα να θέλει να επιτεθεί, προσπαθώντας να εισβάλλει στον δικό μας κόσμο. Βέβαια, γι’ αυτό δεν ευθύνεται ο ίδιος ο Nyby αλλά η Carpenterική Νύχτα με τις Μάσκες όπου ο εκεί μικρός πρωταγωνιστής παρακολουθεί έντρομος την συγκεκριμένη ταινία από μια μικρή τηλεόραση (πριν ακόμα το αριστουργηματικό remake του ‘82 γίνει πραγματικότητα). Αλλά αυτό είναι ένα άλλο κείμενο, yet to be released…

Το Thing from Another World θέλει να αφιερωθεί στην δύναμη και την εξυπνάδα του ανθρώπου. Ως αντιπροσωπευτικό δείγμα του είδους επιλέγονται κάποιοι στρατιωτικοί, ένας επιστήμονας, ένας δημοσιογράφος και μια γραμματέας, όλοι τους αμερικανοί και όλοι τους αντιμέτωποι με την ανακάλυψη και στη συνέχεια την επιθετική μανία ενός διαφορετικού είδους από κάποιο μακρινό πλανήτη που δεν γνωρίζουμε. Ένα άλλο είδος body snatcher το οποίο κουβαλάει στην πλάτη του εκατομμύρια χρόνια ξεχασμένης ιστορίας, θαμμένα στους πάγους της γης. Σε αυτό το κατάλευκο τοπίο του Βορείου Πόλου, με το χιόνι να επιβεβαιώνει την λευκή κυριαρχία του απέναντι στα υπόλοιπα χρώματα και το βαρομετρικό να χαμηλώνει απότομα, κάνοντας παρέα στον χαμηλό φωτισμό που πρωταγωνιστεί στην ταινία, το ανθρώπινο είδος επιβιώνει με το μίνιμουμ των απωλειών. Ίσως γιατί στα 50΄ς ακόμα δεν είχε ανακαλυφθεί το αναλώσιμο της ανθρώπινης φύσης, ίσως γιατί η αμερικάνικη κοινωνία δεν ήταν ακόμα έτοιμη να δεχτεί την ευπάθεια της εύπλαστης νοημοσύνης της.

Κάπου εκεί θα γίνουν και οι απαραίτητες, πλην όμως ευγενικές, για την εποχή, νύξεις, για τους διάφορους εχθρούς που απειλούσαν την τότε Αμερική. Γεγονός παραμένει ότι αυτή η χώρα ποτέ δεν σταμάτησε να αναμετριέται με ένα απροσδιόριστο θεριό και η αχρωμία του ασπρόμαυρου φιλμ δεν εμπόδισε κάποιους να το χρωματίζουν με τα πιο έντονα χρώματα. Δεν έχει όμως καμία σημασία, διότι ο χρόνος κυλάει και η ταινία μετά από πενήντα χρόνια αναπνέει ακόμα, δίνοντας τροφή στους σεναριογράφους της εποχής μας. Και αν θελήσεις να με ρωτήσεις, θα σου απαντήσω ευθέως ότι εμείς δεν έχουμε καμία δουλειά να κοιτάμε καχύποπτα και υποψιασμένα μια ταινία η οποία κατάφερε να επηρεάσει από το Rio Bravo έως και το Alien. Δεν της αξίζει νομίζω. Άλλωστε θαρρώ πως αυτοί οι ελάχιστοι που θα την αναζητήσουν σήμερα, δεν έχουν τίποτα κοινό με εκείνους που ανακαλύπτανε τότε σημεία και τέρατα (εδώ κυριολεκτικά). Ο χρόνος αποδαιμονοποίησε το …Thing μετατρέποντάς το σε ένα απολαυστικό εργαλείο της ακόρεστης φαντασίας (μας).

Εντούτοις, το πράγμα από τον άλλο κόσμο φέρνει στο νου απορίες και πραγματικότητες από τον δικό μας. Απορίες που γεννιούνται στα πρώτα χρόνια της ζωής και πραγματικότητες που μαθαίνουμε μέχρι να έρθει ο θάνατος. Ανάμεσα στα δύο παρουσιάζει αθάνατες αλήθειες για το ανθρώπινο είδος. Παγκόσμιες. Από την “knowledge is more important than life” άποψη της πάντα εντυπωσιασμένης επιστήμης, μέχρι το kill-or-be-killed αίσθημα που διακατέχει εκείνους που μάχονται. Και στην ολοκλήρωση αποφαίνεται: Η ανθρωπότητα πάντοτε θα έλκεται από το αλλόκοτο, το διαφορετικό από εκείνη. Αλλά και πάντοτε θα το φοβάται. Γι αυτό και κάθε άνθρωπος έχει στραμμένο το βλέμμα προς τον δικό του ουρανό. Ο καθένας φαντάζομαι για τους δικούς του λόγους.

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011

Cat on a Hot Tin Roof (1958)


"Οικογένεια: Ομάδα ανθρώπων που συνδέονται με δεσμούς αίματος και συνήθως κατοικούν κάτω από την ίδια στέγη, (συνεκδ.) σπίτι καλής κοινωνικής τάξης, τίμιο και ευηπόληπτο: παιδί από οικογένεια." (Ελληνικό Λεξικό-Τεγόπουλος, Φυτράκης).

Αυτοί οι δεσμοί αίματος που συνθέτουν την οικογενειακή εστία, άλλοτε μπορούν να περιγράψουν ένα σκηνικό σαν αυτό της Μελωδίας της Ευτυχίας και άλλοτε να καταφύγουν σε ένα πνιγηρό και υποκριτικό λαγούμι, όπου τα μέλη της οικογένειας επιβιώνουν σκίζοντας ο ένας τις σάρκες του άλλου.

Μια τυπικά συντηρητική οικογένεια του Νότου, γίνεται για άλλη μια φορά ο βασικός καμβάς του θεατρικού συγγραφέα, με τον αιχμηρά ρεαλιστικό λόγο, Tennessee Williams. Χρωματίζοντάς την με τα πλέον μελανά χρώματα, προσδίδει περισσότερο από ποτέ στο έργο του στοιχεία της προσωπικής του ζωής, όπως ο αλκοολισμός, οι ψυχικές νευρώσεις και η ομοφυλοφυλία. Η κινηματογραφική μεταφορά του βραβευμένου με Πούλιτζερ (1955) κειμένου, από τον Richard Brooks, διατηρεί τα δομικά στοιχεία της θεατρικής παράστασης, χρησιμοποιώντας ως σκηνικό την επιβλητική έπαυλη ενός μεγαλοκτηματία του Μισισιπή, ενώ κτίζει την πλοκή πάνω στις ορμητικές ή ζωώδεις ερμηνείες των ηθοποιών, οι οποίες αρχικά εκδηλώνονται με μια σιωπηλή δυναμική για να μεταμορφωθούν στη συνέχεια σε εκρηκτικά εκκωφαντικές κραυγές βαρυσήμαντων μηνυμάτων.

Η ταινία μπορεί από τη μια να απογοήτευσε το θεατρικό δημιουργό της, ο οποίος την κατέκρινε, λόγω των λογοκριμένων κομματιών του έργου του, από το ηθικά επίπλαστο Χόλιγουντ για να κερδίσει την πολυπόθητη μεγάλη εμπορική επιτυχία (παράλληλα με τις έξι υποψηφιότητες για όσκαρ), από την άλλη όμως δε διστάζει να μας υποβάλλει σε ένα νοσηρό οικογενειακό παιχνίδι, υπογραμμίζοντας την υποκρισία και την ματαιότητα όσων θεσμών, η τυπική αμερικανική κοινωνία θεωρούσε άμεμπτων, δηλαδή, της καλής κοινωνίας, της «ανέγγιχτης» εκκλησίας και των υπόδουλα άβουλων τοπικών αρχών.

Στο κήπο της έπαυλης, σε ένα υπνοδωμάτιο, στο καθιστικό και στο υπόγειο, κινούνται άλλοτε θορυβωδώς, άλλοτε συνωμοτικά και άλλοτε νευρικά, τα μέλη αυτής της οικογενειακής τραγωδίας. Την πατριαρχική φιγούρα, καταλαμβάνει σαρωτικά, ο Big Daddy, (Burl Ives), ο οποίος θεωρώντας ότι έχει ξεπεράσει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, επιστρέφει,για να νουθετήσει τον άσωτο υιό του και να επιβάλλει για άλλη μια φορά την αδιαμφισβήτητη ισχύ του στο οικογενειακό περιβάλλον που μοιάζει να τον θρηνεί ήδη. Δίπλα του, με ένα σχεδόν μόνιμα παγωμένο χαμόγελο, η πιστή του σύζηγος (Judith Anderson), η οποία τον ακολουθεί προσπαθώντας να τακτοποιήσει, τα τσαλακωμένα σημάδια της οικογενειακής αυτής εστίας.

Κάτω από την τιτάνια σκιά αυτής της πατρικής φιγούρας, παραπαίουν οι δυο γιοι με τις οικογένειες τους. Από τη μια ο πρωτότοκος (Jack Carson), ο οποίος διψώντας για την πατρική αναγνώριση και αγάπη, αποφασίζει να καθυποτάξει, όλες τις προσωπικές του επιθυμίες και να εναρμονιστεί εν τέλει με το ρόλο του «καλού και υπάκουου» παιδιού, το οποίο όταν αντιλαμβάνεται ότι δεν θα γευτεί τα ψήγματα αγάπης που αποζητά, θα αφεθεί στο ανελέητο κυνήγι της οικογενειακής περιουσίας, έχοντας ως αρωγούς και συμπολεμιστές του, μια νευρωτικά τυπική σύζυγο (Madeleine Sherwood) και την τρομαχτική στρατιά των κακομαθημένων παιδιών του.

Από την άλλη συναντάμε το αδιαμφισβήτητο alter ego του στο δευτερότοκο γιό της οικογένειας (Paul Newman), ο οποίος αναζητώντας τρόπους να διαφύγει από το απόλυτα μανιακό και καταθλιπτικό οικογενειακό περιβάλλον, αναζητά καταφύγιο κάθε φορά σε διαφορετικούς ρόλους. Αρχικά ως αθλητής, στις ιαχές ενός απρόσωπου κοινού, στη συνέχεια σε μια φιλία-δεκανίκι και αργότερα στον πνιγηρό πάτο του αλκοολισμού. Δίπλα του, επέλεξε να σέρνει μια πραγματικά «λυσσασμένη γάτα», τη γυναίκα του (Elizabeth Taylor), η οποία προκειμένου να ξεφύγει από το σκοτεινό παρελθόν της φτώχειας και όντας έρμαιο του ερωτικού πόθου της για το όμορφο είδωλο του, ακονίζει τα νύχια της και μαίνεται στο κλειστοφοβικό κλουβί που η ίδια δημιούργησε.

Ακριβώς σε αυτή την κρίσιμη καμπή, αυτοί οι χαρακτήρες, άλλοτε ηθελημένα και άλλοτε εξαναγκασμένοι, θα παραμερίσουν στην άκρη τα προσωπεία στα οποία ήταν κρυμμένοι τόσο καιρό και θα αποκαλύψουν μια γλυκόπικρη και συνάμα καθαρτική αλήθεια, που θα λειτουργήσει καταλυτικά στις σχέσεις και θα βροντοφωνάξει τις ανείπωτες επιθυμίες που είχαν κρυμμένες μέσα τους. Ο πατέρας για μία και μοναδική φορά θα καταφέρει να αντικρίσει τα απέραντα «θλιμμένα» παιδιά του και θα παραδεχτεί ότι μια οικονομική αυτοκρατορία δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη συναισθηματική στοργή που τους αποστέρησε, απαλύνοντας την κενότητα και την πλαστότητα που είχε δημιουργηθεί σε αυτόν τον πνιγηρό οικογενειακό κλοιό.

Μέσα από τα ουρλιαχτά, τις σκιώδεις φιγούρες, τα βογκητά του πόνου και τους κρυμμένους ανθρώπους πίσω από τις πόρτες, θα δοθεί εν τέλει ένα ανεπαίσθητο ψήγμα αισιοδοξίας, καθώς οι αλυσίδες που μπορεί να περίκλειαν ασφυκτικά τα μέλη μιας οικογένειας, μπορούν να χαθούν, μετά από μια δυνατή νεροποντή πυρετωδών αποκαλύψεων και ορμητικών εξομολογήσεων.

Κατερίνα Λυτριάνη

Παρασκευή 2 Σεπτεμβρίου 2011

Vertigo (1958) - Σκέψεις εν μέσω Δίνης


Το ανθρώπινο είδος υπήρξε πάντοτε μοναδικά παράξενο και μοναχικό στο παιχνίδι της πάλης με του νου του. Με το μυαλό μας είμαστε ικανοί να δημιουργήσουμε πλανήτες και κόσμους ολόκληρους που είτε τους υπηρετούμε στην πραγματικότητα ή τους αφήνουμε να διαδραματίζονται παράλληλα σε ένα ονειρικό επίπεδο.

Το ανθρώπινο μυαλό έχει τη δύναμη να αναδείξει τις ικανότητές, τα ταλέντα και την προσωπικότητά, από την άλλη όμως έχει την ικανότητα να ιχνογραφεί ψυχώσεις, αδυναμίες, φαντασιώσεις και απαγορευμένες ιδέες που ενυπάρχουν στην υπο-συνείδηση όλων μας.

Με το Vertigo, ο Hitchcock όρμησε για άλλη μια φορά στη δίνη του ανθρώπινου μυαλού από την καρέκλα της ψυχανάλυσης. Το σενάριο της ταινίας βασίστηκε στο ιδιοφυές συγγραφικό δίδυμο των Boileau και Narcejac, που είχε δώσει δείγματα γραφής από το “Les Diaboliques” του Clouzot, για να γράψουν στη συνέχεια το “D' entres les morts”, περιμένοντας να το δραματοποιήσει στην οθόνη ο μάστορας του σασπένς. Η ιστορία που θα ξετυλίξει μοιάζει με ένα αρρωστημένο παραμύθι που ενέχει μέσα του φοβίες, σκοτεινά μυστικά, φαντάσματα, θάνατο, αγάπη, τρέλα. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί έναν αλληγορικό (συμβολικό;) καθρέπτη απέναντι στους ήρωες του, θέλοντας να φωτίσει με έντονα και εναλλασσομενα χρώματα, τις πολλές διαστάσεις που κατέχει η πραγματικότητα...

Ο κεντρικός ήρωας (James Stewart) παρουσιάζεται ως ένας σκληροτράχηλος αστυνομικός, ο οποίος στην αντίθετη όψη του καθρέπτη είναι ένας αδύναμος άνθρωπος που λυγίζει ξαφνικά και αναίτια από μια έντονη ακροφοβία. Μπροστά σε αυτό το σκόπελο νιώθει ανήμπορος και αποφασίζει να προσαρμόσει τη ζωή του, και να συμπορευτεί με τους φόβους και τα ενοχικά του σύνδρομα, με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο, πιο νωχελικά, άεργα και ανούσια....

Εν μέσω αυτής της καινούργιας κατάστασης θα κληθεί να βοηθήσει έναν παλιό φίλο που του ζητά να παρακολουθήσει την ευαίσθητα διαταραγμένη γυναίκα του, η οποία μπορεί να είναι τρελή ή δαιμονισμένη ή κάτι άλλο που απλά πρέπει να προσδιοριστεί .

Ο ήρωας αρχίζει να αγνοεί τη δική του νεύρωση και να βυθίζεται όλο και περισσότερο στο κυνήγι μιας άλλης ψύχωσης, πιο δυνατής από την πραγματικότητα που ζούσε μέχρι τώρα. Μέσα στη μοναχικότητά του ειδωλοποιεί αυτή τη γυναίκα και την ανυψώνει σε κάτι ανώτερο από έναν απλό ερωτικό πόθο, σε μια «ιδέα», την οποία πρέπει, να κατανοήσει, να αγγίξει και να ασπαστεί. Μέσα στο μυαλό του έχει ήδη κατασκευάσει έναν άλλο ονειρικό κόσμο, όπου σαν άλλον έρως θα ενωθεί με την ψυχή του.
Ανώφελα λοιπόν, εισχωρεί στο φαντασιακό του παιχνίδι, όπου θεωρεί ότι έχει τη δύναμη να τιθασεύσει το νοητικό του δημιούργημα το οποίο όμως θα του ξεγλιστρήσει, φέρνοντας για άλλη μια φορά στην επιφάνεια την νεύρωση του....

Για να του δοθεί, έπειτα, μια δεύτερη ευκαιρία να δημιουργήσει για άλλη μια φορά τον ονειρικά φαντασιακό του κόσμο, πλάθοντας, σαν γλύπτης, πάνω σε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα, το προσωπείο της γυναίκας, που λατρεύει. Είναι μια βάναυση και ψυχικά σαρωτική αγάπη, που αγνοώντας τον άνθρωπο που έχει απέναντι του, τον κακοποιεί ψυχολογικά, προκειμένου να ενωθεί με το φαντασιακό του πρότυπο.

Στο προσκήνιο της ταινίας παρακολουθούμε και δυο διαφορετικούς τύπους γυναικών. Η αιώνια «φίλη» του ήρωα μας, (Barbara bel Geddes),η οποία απ' τη μια εκφράζει την αίσθηση της λογικής και του ρεαλισμού, εκπροσωπώντας μια σύγχρονη, εργαζόμενη γυναίκα, ενώ από την άλλη έχει αφεθεί στο ρόλο της παλιάς αγαπημένης, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα καταφέρει να αποκτήσει ξανά τα πρωτεία στην καρδιά του ήρωα. Και η πρωταγωνίστρια, (Kim Novak) η οποία παίρνει τόσους διαφορετικούς ρόλους και φορά τόσες μάσκες, που ο καθένας καλείται να διαλέξει αυτή που της ταιριάζει περισσότερο. Είναι η κομψή αριστοκρατική σύζυγος, η ψυχικά βασανισμένη και εύθραυστη καλλονή, η απόλυτα ερωτευμένη γυναίκα, η φτωχή απατεώνισσα.

Ο σκηνοθέτης πλάθει αρχικά ένα μυστηριακό ονειρικό κόσμο και στη συνέχεια μας προσγειώνει απότομα στην πεζή και ειρωνική πραγματικότητα, όπου όλες οι ενέργειες εξηγούνται μέσα από τα σκοτεινά πλέγματα του ασυνείδητου, τα ταπεινά ανθρώπινα ένστικτα και τις νευρωτικές φαντασιώσεις...

Οι ήρωες μας είναι άτομα κατά βάσιν μοναχικά, ίσως θλιμμένα, από τη σκληρή πραγματικότητα, χωρίς να έχουν πάντα ηθικότητα στα κίνητρα τους και τα οποία ενεργούν παρορμητικά, ελκύοντας ο ένας τον άλλον, άλλοτε μέσα από το πέπλο του ανεξήγητου, άλλοτε μέσα από την κατασκευασμένη διάσταση του κόσμου, άλλοτε από τα αισθήματά τους και άλλοτε από τους ονειρικούς κόσμους που έχουν κατασκευάσει στο μυαλό τους για καταφύγιο.

Το τέλος σε όλο αυτό το κόκκινο μύθευμα θα δώσει η ίδια η «μοίρα» αποκαθιστώντας την ομίχλη που είχαν δημιουργήσει οι σκιώδεις νευρώσεις και οι ανείπωτες αλήθειες με αυτή της καθαρτικής λύτρωσης....

Οι θεατές από την αρχή ως το τέλος κυνηγούν μαζί με τους χαρακτήρες του έργου την άγνωστη χίμαιρα, ζαλίζονται στην ιλιγγιώδη δίνη των αχαρτογράφητων φαντασιώσεων τους, απορούν, συμπάσχουν, κρίνουν και κατανοούν την πικρή αδυναμία του ανθρώπινου είδους...

Πάνω απ’ όλα μας υπενθυμίζει ότι σαν άνθρωποι στέκουμε αμήχανοι στον αέναο κύκλο της φύσης, μικροί και ανήμποροι να εξηγήσουμε τα ίχνη, τις αιτίες και τα αποτελέσματα των πράξεών μας. Ίσως εν τέλει τα μόνα σημάδια που αφήνουμε είναι οι μικρές ακίδες στον κορμό ενός αιωνόβιου δέντρου….

Κατερίνα Λυτριάνη

Για την κινηματογραφική λέσχη Καβάλας

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Sabrina (1954)

Για την σπουδαιότητα του Billy Wilder μπορεί κάποιος να μιλάει για ώρες. Κοιτώντας πίσω στο χρόνο, στην σχεδόν σαραντάχρονη σκηνοθετική του καριέρα, μπορείς να αντικρίσεις αναρίθμητα αριστουργήματα παντός τύπου, από μικρά και ιδιαίτερα διαμαντάκια έως υπερμεγέθεις στιγμές της ιστορίας του σινεμά που όσα χρόνια και αν περάσουν θα λάμπουν σαν αστέρια στον βαθύχρωμο και μακρινό ουρανό. Άλλωστε δεν χαρακτηρίζεται τυχαία ως ένας από τους αρχιτέκτονες του μεταπολεμικού Hollywood, όπως συχνά αναφέρεται στα βιβλία της κινηματογραφικής ιστορίας. Επιλέγω σε αυτό το σημείο να μιλήσω για την γλυκιά Sabrina, όχι γιατί είναι μια από τις γνωστότερες στιγμές του, ούτε γιατί παίζεται αυτό τον καιρό στις ελληνικές αίθουσες, αλλά γιατί μια τέτοια ταινία έχει την δύναμη να αφυπνίζει ενστικτώδη συναισθήματα αγαπησιάρικης επιθυμίας, δημιουργώντας παράλληλα μια αισιόδοξη διάθεση την οποία εποχές σαν και αυτή που διανύουμε, οι περισσότεροι από εμάς την έχουνε ανάγκη.

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια μεγάλη οικογένεια η οποία ζούσε σε μια πλούσια έπαυλη, στη βόρεια ακτή του Long Island, λίγο έξω από την Νέα Υόρκη. Και αυτό μοιάζει το κατάλληλο πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορέσει ο σκηνοθέτης να παρουσιάσει την αμερικανική «ελίτ», λογοκρίνοντας, έστω και ακροθιγώς, ένα μέρος της πλουτοκρατικής ανα-παράστασης ιδεών και αξιών, καθώς επίσης και της εμπορευματοποίησης των σχέσεων που διέπουν τέτοιους είδους ανθρώπους. Όμως η ουσία της ταινίας θα έλεγα πως δεν είναι ακριβώς αυτή. Η εύπορη αυτή οικογένεια είχε δύο όμορφους γιούς, έναν αφοσιωμένο στις επιχειρήσεις (από τις πιο ιδιαίτερες στιγμές του Humphrey Bogart) και έναν άλλο αφοσιωμένο στις γυναίκες (εξόχως απολαυστική η εικόνα του William Holden). Αυτός ο τελευταίος είναι που κλέβει την καρδιά της κόρης του φτωχού σοφέρ, η οποία καρδιοχτυπά για έναν έρωτα χωρίς αντίκρισμα. Άλλωστε πλούσιοι και φτωχοί συνήθως βαδίζουν σε διαφορετικούς δρόμους, ενώ φτωχοκόριτσα σαν την Sabrina έχουν μάθει να περνάνε τελείως απαρατήρητα, χωρίς καμία δυνατότητα διεκδίκησης μιας καλύτερης ζωής. Ή μήπως δεν είναι έτσι;

Αμέσως μετά την πανέμορφη Ρώμη, η γοητευτική miss Hepburn ταξιδεύει στο λαμπερό Παρίσι, όχι για να γνωρίσει την μαγική αυτή πόλη (αυτό θα το κάνει λίγα χρόνια αργότερα στο ραντεβουδιάρικο Charade) αλλά για να αναδείξει τον εαυτό που έκρυβε μέχρι τώρα πίσω από τα αθώα μάτια της. Ο Wilder παίρνει το ταπεινό κορίτσι της ιστορίας και το μεταμορφώνει σε ποθητή (γι’ αυτό και επικίνδυνη) γυναίκα η οποία διεκδικεί όλα όσα η ζωή έμοιαζε να της χρωστάει μέχρι τώρα. Και μπορεί η Sabrina να επιστρέφει στην Αμερική ως γοητευτική (και γοητευμένη) ύπαρξη, μέσα της όμως παραμένει ένα κορίτσι που προσπαθεί να αγγίξει το φεγγάρι, όσο μακριά και αν αυτό στέκεται και την κοιτάζει. Όπως όμως στη ζωή, έτσι και στην ιστορία, ο έρωτας χτυπάει εκεί που θέλει αυτός, κοροϊδεύοντας τις περισσότερες φορές τους ανθρώπους που τον περιμένουν. Η Sabrina βρίσκεται πλέον ανάμεσα στους δυο αδερφούς, ένα σύμπλεγμα αναζήτησης συναισθημάτων και αλήθειας για το τι πραγματικά μας κάνει ευτυχισμένους. Για το τι είναι αυτό που μας κάνει να χαμογελάμε, όχι από υποχρέωση αλλά από αστραφτερή ευχαρίστηση.

Το πόνημα του Wilder μπορεί να τοποθετείται σε μια άλλη, φιλμικά ασπρόμαυρη εποχή, αποπνέει όμως μια κινηματογραφική φρεσκάδα την οποία ελάχιστες ταινίες διαθέτουν ακόμα στο σήμερα. Ίσως αυτή η διαχρονικότητα να οφείλεται στις αφελείς αντρικές αλήθειες που κρύβονται πίσω από τους διαλόγους, ίσως μέσα στα αθάνατα μάτια της λαμπερής πρωταγωνίστριας ή ακόμα και στην εξέχουσα αφηγηματική ικανότητα του σκηνοθέτη όπου εδώ προτιμά λιγότερο να λογοκρίνει και περισσότερο να χαμογελάει, προσπαθώντας να δώσει αξία στα συναισθήματα που κατακλύζουν την ζωή χωρίς να μας ρωτήσουν. Και τα όνειρα που πραγματοποιούνται, αρκεί ο κάθε ονειροπόλος να πιστέψει σε αυτά. Παραμύθια, θα μου πει κάποιος. Βγαλμένα από την ζωή θα του απαντήσω. Μια ζωή γλυκιά και όμορφη, σαν τριαντάφυλλο ανθισμένο. 'La Vie En Rose' που λένε και οι Γάλλοι.

Chris Zafeiriadis

Για την κινηματογραφική λέσχη Καβάλας

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Vertigo (1958)


Από την υποκειμενική παραίσθηση της ιλιγγιώδους αφήγησης μέχρι τα ακροφοβικά σύνορα της απ-ανθρώπινης επιθυμίας, το Technicolor αριστούργημα του Hitchcock μοιάζει με έναν τέλειο γρίφο αφιερωμένο στις ψυχωτικές εμμονές, τις ερωτικές αδυναμίες και φυσικά στον ίδιο τον θεατή που ως παθιασμένος συνένοχος, καλείται να λύσει το μυστήριο μιας γυναικείας εξαφάνισης, προτού εξαφανιστεί τελείως η (ούτως η άλλως ετοιμόρροπη) λογική που χαρακτηρίζει την φύση του είδους μας. Παθιασμένος, για μια ταινία που μέχρι σήμερα παραμένει αξεπέραστη. Ίσως για πάντα.

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

Roman Holiday (1953)

Αν έπρεπε να επιλέξω την καλύτερη ταινία της σκηνοθετικής ευφυΐας που λέγεται William Wyler είμαι (σχεδόν) σίγουρος ότι δεν θα διάλεγα τις Διακοπές στη Ρώμη. Ομοίως, αν έπρεπε να επιλέξω την καλύτερη εμφάνιση της λατρεμένης Andrey στην μεγάλη οθόνη, ούτε και η Princess Ann θα ήταν στη κορυφή των προτιμήσεών μου. Αν όμως έπρεπε να επιλέξω την πιο απολαυστική, ανάλαφρη και ταυτόχρονα διδακτική ταινία ενός ζεστού καλοκαιριού, τότε σίγουρα το Roman Holiday θα χτύπαγε πρωτιά, και μάλιστα με την χαρακτηριστική ευκολία μιας επάξια διαχρονικής δημιουργίας.

Παίρνοντας τα καλύτερα συστατικά της screwball κωμωδίας των thirties και forties και αναμιγνύοντάς τα με την ρομαντική διάθεση ενός απρόσμενου έρωτα, ο Wyler καταφέρνει εδώ με μαεστρία να δημιουργήσει μια παραμυθένια ιστορία, τοποθετώντας τους πρωταγωνιστές του σε μια από τις ωραιότερες πόλεις της Ευρώπης. Η πολυδιαφημισμένη περιοδεία καλής θέλησης της πριγκίπισσας Ann καταφθάνει στη Ρώμη με βασιλική (φυσικά) υποδοχή για το νεότερο μέλος της, που όμως δεν δείχνει να έχει διάθεση να προσαρμοστεί στις υποχρεώσεις της υψηλής κοινωνικής της τάξης. Ακολουθεί όμως την συμβουλή του γιατρού που της λέει ότι «το καλύτερο πράγμα που έχεις να κάνεις είναι να κάνεις ό,τι θέλεις για λίγο».

Η ταινία αρχίζει και τελειώνει σε ένα μεγαλοπρεπές παλάτι, με τις απαραίτητες χαιρετούρες και θεατρινισμούς που επιβάλει μια υψηλή θέση, στο ενδιάμεσο όμως παρεμβάλλονται τα γεγονότα μιας αναγκαίας απόδρασης. Η Ann απαρνείται την πριγκηπική της ιδιότητα, «δραπετεύει» και φορτώνεται σε έναν αμερικανό δημοσιογράφο ("ωραίος" ο Gregory Peck) ο οποίος την περιθάλπει αρχικά, την ερωτεύεται όμως τελικά, χαρίζοντάς της την πολυτέλεια της ημερήσιας ελευθερίας. Μια ημέρα διακοπών στα πασίγνωστα σοκάκια της Ιταλικής πρωτεύουσας, μια ξενάγηση στα πιο γνωστά μνημεία της πόλης, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας , όπου η Ann θα ζήσει σαν κανονικός άνθρωπος, τρώγοντας παγωτό και κάνοντας τις ευχές που θα μπορούσε να κάνει μια κοινή κοπέλα. Και εδώ είναι όλη η ουσία της ταινίας.

Με φόντο μια υπέροχα ασπρόμαυρη Ρώμη, ο Wyler καταφέρνει να ευτελίσει τα υλικά αγαθά και τα Υψηλά πλούτη, αναδεικνύοντας τα άλλα, εκείνα που δεν αγοράζονται με διαμάντια και ζαφείρια, ούτε με δερμάτινα πορτοφόλια και χρυσές πιστωτικές (για να φέρω την ταινία και στη δική μας εποχή). Γιατί η ουσία τις περισσότερες φορές κρύβεται στα απλά πράγματα, σε ένα ήσυχο περίπατο, σε μια βόλτα με μια βέσπα, σε ένα παγωτό που προσπαθεί να μη λιώσει, σε ένα βλέμμα ειλικρίνειας και ένα χαμογελαστό πρόσωπο που στέκεται δίπλα σου κοιτάζοντάς σε τρυφερά. Και αυτά είναι που χαίρεται η Ann για πρώτη φορά στην βαθύπλουτη ζωή της.

Προσπαθώντας να κλέψει λίγη από την αιωνιότητα της πόλης, η ταινία μοιάζει σήμερα τόσο όμορφη όσο και οι αθάνατοι πρωταγωνιστές της. Όσο ασπρόμαυρα και αν είναι τα τοπία, τόσο αδυνατούν να ξεθωριάσουν, όσο ξεπερασμένη και αν μοιάζει η παραμυθιακή ιστορία, τόσο αγέραστη φαίνεται σήμερα. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα. “Η ζωή δεν είναι πάντα όπως θα θέλαμε να είναι”, γι αυτό και ο κ.Wyler θα τελειώσει την αφήγησή του απορρίπτοντας τον κομφορμισμό του παραμυθιού, χαρίζοντας όμως τόσο στους ήρωες του όσο και σε εμάς τους θεατές το μόνο πράγμα που δεν θα μπορέσει ποτέ κανείς να μας πάρει μακριά. Τις αναμνήσεις μιας υπέροχης μέρας. Αυτές οι διακοπές θα μείνουν αξέχαστες…

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή 18 Ιουνίου 2010

Earth vs. the Flying Saucers (1956)

Θα ταξιδέψω λίγο προς τα πίσω. Θα μπω στο δικό μου διαστημόπλοιο και θα μεταφερθώ στην προσωπική μου αγαπημένη δεκαετία επιστημονικής φαντασίας. Τότε που οι εξωγήινοι και τα σκάφη τους δεν είχαν χρωματιστεί ακόμα, τότε που ο πλανήτης μας άρχισε να απειλείται ανοιχτά από το άγνωστό του ουρανού, τότε που το κοινό αγκάλιασε αυτό το ευρέως αποδεκτό νέο είδος.

Το Earth vs. the Flying Saucers εμφανίστηκε στη μεγάλη οθόνη την χρυσή (ή μήπως πρέπει να πω ασημένια, λόγω χρώματος) εποχή του αμερικάνικου sci-fi. Αν όμως έπρεπε να διαλέξω την καλύτερη ταινία της εποχής, σίγουρα δεν θα διάλεγα την συγκεκριμένη. Αλλά σε τέτοιες ταινίες δεν χωράει κρίση-κριτική, τουλάχιστον όχι έτσι όπως νοείται σήμερα. Διότι για να φτάσει κάποιος να διαβάζει και να λαμβάνει υπόψη ένα τέτοιο κείμενο αναφερόμενο σε μια τέτοια ταινία, έχει ήδη κάνει τη δική του έρευνα στο είδος, έχει ήδη καταλήξει τι του αρέσει και τι όχι, γνωρίζοντας τι να περιμένει και τι να απολαμβάνει σε μια τέτοια προβολή. Οπότε και μια παραδοσιακή κριτική το πιο πιθανό είναι να μη τον αγγίζει καν.

Χωρίς καμία προειδοποίηση (όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές) τα αγνώστου ταυτότητας ιπτάμενα αντικείμενα που εισέρχονται στην ατμόσφαιρά της γης μεταφέρουν τους επιζώντες ενός διαλυμένου ηλιακού συστήματος (μια μικρή υπενθύμιση ότι και τα ηλιακά συστήματα έχουν διάρκεια ζωής), «επισκέπτες» για εμάς, οι οποίοι έρχονται στο κέντρο της πολιτικής εξουσίας (Washington) για να κατακτήσουν και στην συνέχεια να αποικίσουν τον πλανήτη Γη.

Σε αντίθεση με τον υπέροχο Πόλεμο των Κόσμων του Wells, το σενάριο του E.vsF.S. από τους Yates και Siodmak (το μυαλό των οποίων γέννησε ουκ ολίγα α(χ)ριστουργήματα της εποχής) παρουσιάζει τους εξω-γήινους καταστροφείς μεν, διαλλακτικούς δε. Αρμονικοί υποδουλωτές ενός πρωτόγονου πληθυσμού, ενός (σχεδόν) εύπορου πλανήτη. Γιατί ο πόλεμος είναι καταστροφή και κανείς δεν χρειάζεται ούτε μπορεί να επιβιώσει σε έναν κατεστραμμένο τόπο (και αυτό θα έπρεπε να είναι το πρώτο μάθημα της ταινίας).

Όμως ο άνθρωπος είναι γήινος. Και όπως κάθε γήινος που κατέχει μια οποιαδήποτε μορφή εξουσίας (μεγάλη ή μικρή) και με δεδομένη την ανωτερότητά του, δεν ανέχεται διαταγές και εκβιασμούς. Και είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον να παρακολουθείς τους ανθρώπους κάθε εποχής να παλεύουν πρώτα με την υπεροψία και τον εγωισμό τους και στη συνέχεια με το πραγματικό πρόβλημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν (και αυτό θα έπρεπε να είναι το δεύτερο μάθημα της ταινίας). Άλλωστε το μέγεθος ενός ανίσχυρου λιλιπούτειου ανθρωπάκου δίπλα σε έναν γιγαντιαίο ιπτάμενο δίσκο (εικόνα την οποία δανείστηκε αρκετά χρόνια αργότερα ο Burton για τους δικούς του Αρειανούς) μοιάζει τουλάχιστον αστείο και δεν χωράει παραλληλισμούς.

Και μετά έρχεται ο ασυμβιβασμός. Και επιτίθενται. Καταστρέφουν, καίνε, εξαϋλώνουν οτιδήποτε γήινο θεωρούνε ότι τους απειλεί. Όμως ο άνθρωπος είναι πολλά περισσότερα από αυτό που φαίνεται. Μια συμμαχία επιστημόνων από ολόκληρο τον κόσμο είναι αυτή που θα δώσει την λύση, θα φέρει την σωτηρία στον πλανήτη. Together we stand, devided we fall έχουμε μάθει να λέμε (και αυτό θα έπρεπε να είναι και το τρίτο μάθημα της ταινίας). Κάπου εδώ όμως θα πρέπει να δώσουμε συγχαρητήρια στον εφετζή Ray Harryhausen ο οποίος με τα πρωτοποριακά για την εποχή εφέ του, αν και σε στιγμές λάθος, καταφέρνει και μαγνητίζει το κοινό, αφήνοντας το δικό του στίγμα στην βιομηχανία του θεάματος.

Βέβαια κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι όλα αυτά είναι ξεπερασμένα. Ότι τα έχουμε όλα ξαναδεί και μάλιστα σε καλύτερες versions. Είπαμε όμως, εδώ δεν χωράει καμία κρίση. Και όταν μια ταινία, μετά το πέρας των ογδόντα λεπτών της, στο σημείο που θα πέσουν οι τίτλοι τέλους, σε κάνει να κοιτάξεις με περιέργεια το βαθύ μπλε του μακρινού ουρανού, τότε αυτή η ταινία έχει πετύχει τον στόχο της. Και αυτό εμένα μου αρκεί.

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009

Et Dieu... créa la femme - ...And God Created Woman (1956)

Η γυναίκα αντικείμενο του πόθου. Αυτή που όλοι λαχταρούν, αυτή που όλοι γδύνουν με τα μάτια τους, αυτή που δεν χορταίνουν να παρακολουθούν να λικνίζεται στους ρυθμούς του τσα-τσα. Η γυναίκα πέτρα του σκανδάλου. Ικανή να διαλύσει οικογένειες, να φέρει τα πάνω κάτω σε μια μικρή κοινότητα. Αυτή που έχει τη δυνατότητα να μετατρέψει ένα αθώο λιμανάκι σε “ιδρωμένη” αρένα όπου οι κάθε λογής άντρες μονομαχούν, για τα μάτια της μόνο.

Δεν θα σταθώ ούτε στο εντυπωσιακό κορμί της, ούτε στα σαρκώδη χείλη της. Δεν θα σταθώ στο αισθησιακό της πρότυπο, ούτε καν στο φλογερό ταμπεραμέντο της. Θα σταθώ όμως στην εκτενή επιρροή που είχε η παρουσία της και μόνο, στους ανθρώπους γύρω της. Δεν είναι το ότι τέτοιες γυναίκες εμφανίζονται σπάνια (γιατί δεν υπάρχουν τέτοιες γυναίκες σήμερα), αλλά γιατί δεν έχουν το θράσος , το σκέρτσο και την ξεγνοιασιά της Juliete.

Μεγαλωμένη σε ένα αυταρχικό ορφανοτροφείο, αυτή η ενηλικιωμένη πλέον νέα, είναι σαν άγριο άλογο, δύσκολο να δαμάσεις. Πρέπει να προσπαθήσεις πολύ για να την κατακτήσεις. Τα κουμπιά του φορέματός της σπάνια θα τα δεις κουμπωμένα. Της αρέσει να χορεύει και να απολαμβάνει το καθετί. Άλλωστε για αυτό έχει γεννηθεί, για να απολαμβάνει. Η Juliete χαίρεται την ελευθερία της με τον καλύτερο τρόπο. Ζει την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία και λίγη σημασία έχουν για αυτήν τα (πολλά) λόγια του περίγυρού της. Μαγνητίζει τα βλέμματα, σκανδαλίζει και προκαλεί, αλλά δεν την πολυνοιάζει. Η Juliete έχει το θάρρος να κάνει ό,τι θέλει, όποτε θέλει.

Ο Roger Vadim στήνει την κάμερα του και παρακολουθεί καθώς ένα ασυνήθιστο «ταλέντο» έρχεται στην επιφάνεια. Σε ένα ηλιοκαμένο St. Tropez, όπου η ζέστη και η υγρασία πάνε πακέτο, λίγο πριν το μπικίνι γίνει αστική μόδα και λίγο πριν το καμάκι μετατραπεί σε λαϊκή τέχνη, η γοητευτική Brigitte Bardot ανοίγει τα φτερά της και ανάγεται σε ακτινοβολούσα πρωταγωνίστρια. Οι Γάλλοι αλληθωρίζουν, αυτή το χαίρεται και η ίδια η ταινία κάνει τον γύρω του κόσμου, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις και συντηρησιακές λογοκρισίες. Το απόλυτο sex symbol είχε γεννηθεί.

Αλλά ακόμα και αν ο Vadim προσπαθεί να μας πείσει για μια πιο επιφανειακή ανάγνωση, επαναπαυμένος στην σαγηνευτική εικόνα της πρωταγωνίστριάς του, εγώ δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι η συγκεκριμένη κυρία καταφέρνει με μεγάλη ευκολία να απαξιώσει το ανδρικό φύλο, κάνοντας το να σκέφτεται και να ενεργεί με μια ανεκδιήγητη βλακεία. Γεγονός που δεν χρειάζεται να βρίσκεσαι στα 50ς για να το παρατηρήσεις, μια ματιά ακόμα και στη δική μας, πιο προοδευμένη εποχή, αρκεί. Η Bardot όμως είναι η Bardot και οι ανδρικές φαντασιώσεις παραμένουν.... αντρικές. Ο Θεός έπλασε τη γυναίκα και, δυστυχώς ή ευτυχώς, εμείς ακόμα κοιτάμε σαν χαζοί...
«Au revoir»…

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009

It Came from Outer Space (1953)

“Star light, star bright, first star I’ve seen tonight
I wish I may, I wish I might, have the wish I wish tonight…”

Υπάρχουν αυτοί (οι ελάχιστοι) που ηδονίζονται (κυριολεκτικά) βλέποντας παλιές, ασπρόμαυρες ταινίες επιστημονικής φαντασίας. Αυτές με τα περίεργα σενάρια, τα στρόγγυλα διαστημόπλοια, τα “συγκεκριμένα” soundtracks, και τα μέτρια (πολλές φορές) εφέ. Υπάρχουν και οι άλλοι (οι περισσότεροι) που απλά αδιαφορούν για το συγκεκριμένο είδος (μερικοί μάλιστα δεν τον θεωρούν καν είδος αλλά υπό-είδος) και που για αυτούς η προβολή τέτοιων ταινιών θεωρείται απλά χάσιμο χρόνου. Και οι δύο με κάποιο τρόπο έχουν τα δίκια τους. Με αυτό το κείμενο δεν θέλω ούτε να τιμήσω τους πρώτους, ούτε και να υπό-τιμήσω τους δεύτερους. Διότι η αλήθεια κρύβεται κάπου «στο ανάμεσα».

Η ιστορία αυτού που «Ήρθε από το Διάστημα» είναι λίγο πολύ κλασική, μιας και η πτώση ενός μετεωρίτη είναι εύκολος σαν ιδέα αλλά σοφός σαν λειτουργικότητα τρόπος για να φτάσει έξω-γήινη ζωή στον πολύπαθο πλανήτη μας. Αρκετές φορές έχει ειπωθεί στο παρελθόν και αρκετές, εικάζω, θα ειπωθεί στο μέλλον. Ωστόσο, μια ιδιαιτερότητα που μπορεί με ευκολία κάποιος να παρατηρήσει σε σχέση με τις πάμπολλες science fiction ταινίες των 40ς και 50ς, είναι ο ιδιάζων τρόπος με τον οποίο παρουσιάζονται εδώ οι “εισβολείς”.

Χωρίς προφανή αιτία (κατά λάθος θα έλεγε κανείς) προσγειώνονται ακούσια σε μια ερημική τοποθεσία στα προάστια μιας κωμόπολης και σε αντίθεση πάντα με τα θέλω των παραγωγών αλλά και του κόσμου που διψάει για μάχες μέχρι τελικής πτώσης, διακατέχονται από μάλλον ευπρεπείς ειρηνικές διαθέσεις. Το μόνο που (δυστυχώς) δείχνουν να έχουν ανάγκη είναι ο χρόνος. Χρόνος που απαιτείται για να επισκευάσουν το διαλυμένο σκάφος τους και να μπορέσουν να αναχωρήσουν πάλι στο βαθύ σκοτάδι του ουρανού.

Παρατηρείται όμως και μια κομψοτεχνική διαφορά στο «φαίνεσθαι» αυτών. Οι εξωγήινοι (και εδώ) έχουν την δυνατότητα να αντιγράφουν την ανθρώπινη μορφή και να παρά-βρίσκονται ανάμεσα στο πλήθος χωρίς να γίνονται αντιληπτοί, με την διαφορά ότι δεν λειτουργούν σαν άλλοι Body Snatchers, αλλά διατηρούν τα σώματα άθικτα μα παγιδευμένα στο κρυμμένο σκάφος τους. Δίνεται όμως η δυνατότητα στον θεατή να φανταστεί την πραγματική τους μορφή, παρατηρώντας τις αντιδράσεις αυτών που έρχονται σε επαφή μαζί τους, μιας και οι μορφασμοί στο αλαφιασμένο πρόσωπο τους αποδεικνύουν το αηδιαστικό της πραγματικότητας που τους περιβάλει.

Επιπλέον, πρόκειται για μια από τις ελάχιστες ταινίες (δεν λεω η μόνη μιας και ο διάολος έχει πολλά ποδάρια λένε) στην οποία ο θεατής βλέπει τον τρομαγμένο κόσμο μέσα από το ένα(!) μάτι του κυκλωπικού εισβολέα, κάτι το οποίο αμυδρά διακρίνεται στη μια και μοναδικά στημένη σκηνή λίγο πριν το (τσιγκούνικο) φινάλε όπου μέσα από τις παχιές σκιές, καθυστερημένα αλλά εντυπωσιακά, κάνει την εμφάνισή του ο πληθωρικός εξωγήινος, χωρίς όμως να αποκαλύπτει πλήρως τη γλοιώδη, κολλώδη και απόλυτα αποκρουστική, αληθινή μορφή του.

Η σπουδαιότητα της ταινίας όμως, που με δυσκολία πια διακρίνεται, έγκειται στη επιρροή της στο σινεμά του φανταστικού στις επόμενες γενεές. Μέσα από μια πλειάδα τέτοιων παραγωγών (The day the earth stood still, Invaders from mars, War of the worlds, Earth vs. the Flying Saucers κ.α.) και χωρίς να υποτιμάται ούτε στο ελάχιστο η αξία των υπολοίπων, έχει συμβάλει τα μέγιστα για την δημιουργία πραγματικών αριστουργημάτων της 7ης τέχνης, επηρεάζοντας ουκ ολίγους σκηνοθέτες και σεναριογράφους του χτες αλλά και του σήμερα, με πρώτο και καλύτερο εκείνο τον μουσάτο πια κύριο με τα κοκάλινα γυαλιά που έγινε διάσημος με τα διαστημικά παιχνίδια που μας χάρισε και που τόσο χαιρόμαστε εμείς για αυτό.

Μπορεί ο Jack Arnold να μην έγινε ποτέ το μεγάλο όνομα που ονειρευόταν, μπορεί αργότερα να σκάρωσε και τον Incredible Shrinking Man με περιττό ζήλο και δεξιοτεχνία, αυτό που «Ήρθε από το Διάστημα» όμως στέκεται σκουριασμένο αλλά περήφανο πια στις λίστες με τα καλύτερα sci-fi films μιας ένδοξης εποχής που έχει φύγει ανεπιστρεπτί και δια παντός από τα ταλαιπωρημένα κινηματογραφικά δρώμενα. Επουδενί όμως, έχει ξεχαστεί.


Chris Zafeiriadis