Τους ήρωες του Woody Allen τους αγαπάς χωρίς να το πολυσκεφτείς. Όχι γιατί είναι τόσο αξιαγάπητοι σαν χαρακτήρες, αλλά γιατί διαθέτουν κάτι το εξαιρετικά οικείο, όσα δεκάδες χιλιόμετρα μακριά και αν βρίσκονται από την δική μας πραγματικότητα. Καμιά φορά μάλιστα μοιάζουν τόσο πολύ με τους εαυτούς μας (τους αληθινούς εαυτούς μας) που ασυναίσθητα αποδεσμεύουν τον δημιουργό τους από το βάρος της ανάπτυξής τους. Διότι όταν κάποιος μιλάει για σένα, δεν χρειάζεται να εξιστορήσει σελίδες ολόκληρες για να το καταλάβεις, αρκεί μια κίνηση μόνο, ένα βλέμμα. Σαν αυτό που έριξες την τελευταία φορά που συνάντησες τυχαία στο δρόμο μια όμορφη κοπέλα με ένα κόκκινο κοντό φόρεμα.Στο σινεμά του Woody Allen πάντοτε έβαζα τον εαυτό μου στις καταστάσεις και τις συνθήκες που βρίσκοντας οι ήρωες των ταινιών του. Ασυναίσθητα. Και ασυναίσθητα, σκεφτόμουν με τον ίδιο τρόπο, έπραττα ακριβώς με την ίδια λογική, χωρίς να ντρέπομαι να το εξομολογηθώ. Άλλωστε, αυτή δεν είναι και η μαγεία του σινεμά; Ξεπερνάει την ψευδαίσθηση του παραμυθιού και σε κοιτάει μες στα μάτια. Μέσα στη καρδιά. Βέβαια, το πόσο σε αγγίζουν αυτές οι ταινίες είναι θέμα χαρακτήρα και προσωπικής εξομολόγησης. Σχεδόν αυτοκριτικής θα έλεγα. Που συνήθως καταλήγουν σε ένα μικρό κομμάτι αυτογνωσίας που σε κάνει να χαμογελάς.
Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι η παραπάνω φλυαρία θα ταίριαζε σε οποιαδήποτε ταινία του σκηνοθέτη. Χωρίς αυτό να είναι απόλυτα σωστό, δεν είναι και απόλυτα αναληθές. Το βροχερό Λονδίνο που συνειδητά έχει επιλέξει ο σκηνοθέτης, μοιάζει το κατάλληλο ντεκόρ για τους ανασφαλείς πρωταγωνιστές του να κάνουν αυτό που ξέρουν καλύτερα. Να εκθέσουν τον θεατή, έχοντας πρώτα εκθέσει τους εαυτούς τους. Δεν έχουν σημασία τα ονόματα, ούτε και οι ιδιότητες του καθενός. Γιατί αυτούς τους ήρωες όλο και κάπου θα τους έχεις πετύχει στο παρελθόν, είτε σε κάποια διπλανή πολυκατοικία, είτε σε κάποια παλιότερη ταινία. Τους γνωρίζεις. Όπως επίσης γνωρίζεις την κοινωνία στην οποία ανήκουν. Μια κοινωνία που έχει μάθει να ανταμείβει μόνο τους πετυχημένους, καθοδηγώντας τους ανθρώπους στη δημιουργία προσωπικών μικρόκοσμων και αποξενωμένων στιγμών.
Σε αυτή την ταινία όλοι οι χαρακτήρες κοιτάζουν μια ευτυχία που βρίσκεται στο απέναντι παράθυρο, χωρίς να μπορούν να κοιτάξουν την ευτυχία που βρίσκεται δίπλα τους. Και όλοι τους προετοιμάζονται και καθοδηγούνται από την ζωή για να συναντήσουν ένα ψηλό, σκοτεινό - μυστήριο είναι η αλήθεια - άντρα, που μπορεί να μην εμφανίζεται ποτέ στο πανί, μοιάζει όμως να έχει βγει από εκείνη την ταινία του Bergman που τόσο εκτιμά ο σκηνοθέτης. Όχι, ο Woody Allen δεν είναι τόσο νευρωτικά αστείος εδώ, είναι όμως αυθεντικά γλυκόπικρος, κινηματογραφώντας με μια αριστοτεχνική απλότητα ανθρώπους που αδυνατούνε να κοιτάξουν τη ζωή στα ίσια. Και δεν έχει χάσει ούτε στιγμή την κινηματογραφική του διαύγεια και ευφυΐα. Οι ήρωες του μεθάνε με τα πάθη τους και χάνουν τον προσανατολισμό τους, επιθυμώντας κάτι το οποίο κανείς τους δεν αξίζει. Κάποιοι από αυτούς το αποκτούν, κάποιοι άλλοι όχι. Όλοι τους όμως έρχονται αντιμέτωποι με την ειρωνεία της ζωής. Και μόνο ένας καταλήγει να χαμογελά, έστω για μια αλήθεια που μοιάζει αυταπάτη. Γελάω με τα χάλια μας (όπως γελάει και ο δημιουργός) και ταυτόχρονα σκέφτομαι…Από τον εβδομηντατετράχρονο Woody Allen δεν περιμένεις να σου αλλάξει την ζωή, περιμένεις απλά να σου δείξει ένα κομμάτι της. Το πιο απ’ όλα θα διαλέξει όμως δεν μπορείς να το ξέρεις. Άλλωστε η ζωή είναι πολύπλοκη, με κάθε λογής σκαμπανεβάσματα. Την μία πάει πάνω, την άλλη κάτω, την μία είναι έτσι, την άλλη αλλιώς. Το θέμα είναι τι κάνεις εσύ για να την αντιμετωπίσεις. Σε αυτή την ταινία δεν θα βρεις κάποια λύση (πως θα μπορούσες άλλωστε;), θα βρεις όμως τον τρόπο. Θα κοιτάξεις, έχοντας ταυτόχρονα την δυνατότητα να αγγίξεις. Ναι, εδώ μπορείς. Γιατί το άγγιγμα είναι αμφίδρομο. Όπως ήταν πάντα. Και αυτό δεν μπορεί να του το πάρει κανείς, όσες ταινίες και αν περάσουν.
Chris Zafeiriadis









