Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

Άδικος Κόσμος (2011)



Οι όμορφοι άνθρωποι χτίζουν όμορφους κόσμους. Όπως οι βρώμικοι κατασκευάζουν βρώμικους και οι άδικοι αποτελούν την πλειοψηφία ενός άδικου τόπου τον οποίο χειρίζονται με εξίσου άδικο τρόπο.  Βέβαια, ανάμεσα σε αυτούς υπάρχουν και μερικοί που κινούνται κάπου στο ενδιάμεσο, όχι γιατί δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά αλλά γιατί δεν έχουν αποφασίσει ακόμα σε ποια κατηγορία θέλουν να ανήκουν. Κάπως έτσι,  οικοδομήσαμε την Ελλάδα, φτάνοντας στο σήμερα, χωρίς να γνωρίζουμε τι είναι αυτό που μας αποτελεί και τελικά, μας χαρακτηρίζει. Μέσα σ’ αυτήν τη σαχλαμάρα που ζούμε, κάποιοι προσπαθούν να παραμείνουν δίκαιοι.

Η ταινία ξεκινάει με έναν άνθρωπο, μόνο, σε ένα έρημο παγκάκι. Έναν άνθρωπο που μοιάζει να μη χωράει στον τόπο που τον γέννησε, στριμωγμένος, θαρρείς, σε μια γωνιά που κανείς άλλος δεν ήθελε να βρίσκεται. Ο Σωτήρης (εξαιρετικός ο Καφετζόπουλος) είναι αστυνομικός, ένα όργανο της τάξης δηλαδή, ο οποίος αποφασίζει στη ζωή και στη δουλειά του να είναι δίκαιος με εκείνους που η ζωή  έτυχε να είναι άδικη. Μια απόφαση που γεννοβολάει ερωτήματα στο θεατή, τόσο για το παρελθόν του πρωταγωνιστή όσο και για τον τόπο του. Αυτό το δεύτερο (ο τόπος) μοιάζει να είναι η κινητήριος δύναμη της ταινίας, ο παράγοντας γύρω και μέσα στον οποίο περιστρέφονται όλα. Ένας τόπος που μοιάζει να ματώνει, αφήνοντας λεκέδες, τους οποίους ελάχιστοι γνωρίζουν πώς να ξεβρομίσουν.

Ο τόπος του Σωτήρη είναι ο τόπος του σήμερα. Η χώρα που θέλουμε όλοι να αλλάξουμε αλλά κανείς δεν τολμάει να κάνει την πρώτη κίνηση. Είναι ο τόπος που θα κυνηγήσει αυτόν που θα κλέψει ένα ζευγάρι κάλτσες και ένα κομμάτι ψωμί, αλλά θα προσπαθήσει να καλύψει εκείνον που θα αφανίσει την αμεροληψία. Είναι ο τόπος που θα προωθήσει αυτόν που έχει τις κατάλληλες γνωριμίες αλλά θα κρατήσει στην αφάνεια εκείνον που έχει τα προσόντα όμως δε γνωρίζει τους κατάλληλους ανθρώπους. Είναι ο τόπος που σου βάζει το όπλο στο χέρι και πατάει τη σκανδάλη, χωρίς να μπορείς να προβάλεις αντίσταση. Ο τόπος του Σωτήρη απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ένας όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος. Αντιθέτως, μοιάζει με τερατούργημα οικοδομικών διαστάσεων, το οποίο όμως εσωκλείει στα σπλάχνα του μια λιλιπούτεια θέση και για τους άλλους, τους διαφορετικούς.

Ο Σωτήρης θα συναντήσει τη Δώρα (ιδανική στο ρόλο η Θεοδώρα Τζήμου) εν μέσω ειλικρινούς αναζήτησης και κακουργηματικής ενοχής. Η Δώρα θα γνωρίσει τον Σωτήρη τη στιγμή της προσωπικής και ηθικής της αμφισβήτησης. Οι δυο τους δε θα ταιριάξουν αμέσως, θα βρεθούνε όμως δέσμιοι, ο καθένας της δικής του αμαρτίας. Οι δυο αυτοί χαρακτήρες θα αναζητήσουν την καθαρότητα της συνείδησης, αμήχανοι μπροστά στην ειλικρίνεια και χαμένοι στη μετάφραση όσων πρέπει να ειπωθούν αλλά λέγονται διστακτικά.

Με πολύχρωμο ρεαλισμό και ουμανιστική διάθεση, ο Φίλιππος Τσίτος θα χτίσει τον Άδικο Κόσμο του, επάνω στην ευαισθησία και την ειλικρίνεια των ανθρώπων της διπλανής πόρτας. Και θα κατασκευάσει ένα παραμύθι, σαν αυτό που μοιάζει να έχει ανάγκη το ελληνικό σινεμά. Ένα παραμύθι προβληματισμένο όπως και οι ήρωές του και μελαγχολικό όπως οι διαθέσεις τους. Ένα παραμύθι που θέλει να μιλήσει αλλά τρέμει μπροστά στις λέξεις, γι’ αυτό και σε στιγμές στέκεται σιωπηλό. Ίσως και να μη χρειάζεται να ξεστομίσει κάτι, άλλωστε οι ήρωές του μιλάνε περισσότερο με τα βλέμματα και τις εκφράσεις τους παρά με τις λέξεις. Ένα παραμύθι που σπαρταράει για να γίνει πραγματικότητα, αρκεί οι άνθρωποι να αρχίσουν να πιστεύουν ότι μπορούν να αλλάξουν. Να αλλάξουν πρώτα τον εαυτό τους και μετά αυτό τον υπέροχο αλλά θρασύδειλο τόπο που έτυχε να ζούμε.

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

Holy Motors (2012)



Όπου και αν βρισκόμαστε, είμαστε θεατές. Σε οποιοδήποτε μέρος, σε οποιαδήποτε αίθουσα και σε οποιονδήποτε δρόμο και αν βαδίσουμε, παραμένουμε ανώνυμοι παρατηρητές ενός έργου που άλλοτε γνωρίζουμε και άλλοτε δεν έχουμε ιδέα που και πως θα καταλήξει. Και όμως, η θέαση μας γοητεύει. Μας γοητεύει και μας υπνωτίζει,  πλημμυρίζοντας το μυαλό και την καρδιά με εικόνες και συναισθήματα για μια ζωή γεμάτη συγκινήσεις. Η κατά Σαίξπηρ αλήθεια, ότι ο όλος ο κόσμος είναι μια απέραντη σκηνή κι όλοι οι άντρες και γυναίκες είναι απλώς ηθοποιοί, όχι απλά επαληθεύεται εδώ, αλλά μοιάζει να εδραιώνεται πλέον στις συνειδήσεις εκείνων που τολμούν να αψηφήσουν την αναμφίβολη πραγματικότητα. Να εδραιώνεται σαν τη μοναδική αλήθεια, ενός παράλογου και ανήλεου κόσμου στον οποίο οφείλουμε τα πάντα και ταυτόχρονα, δεν του χρωστάμε τίποτα απολύτως.   

Το Holy Motors δεν είναι απλά μια ταινία για το σινεμά, είναι το σινεμά το ίδιο. Είναι εμπνευσμένο, παθιασμένο και ειλικρινές, από το πρώτο δευτερόλεπτο, μέχρι να πέσουν(;) οι τίτλοι τέλους, ερωτευμένο με τις ιστορίες και ηδονισμένο με τις κινηματογραφικές εικόνες όχι μίας, αλλά κάθε εποχής. Γι’ αυτό και γίνεται επικίνδυνα εθιστικό. Μπορείς να το παρακολουθείς ξανά και ξανά, σα ναρκωτικό που θα το νιώσεις να κυλάει μέσα σου και να γίνεται ένα μαζί σου, μέχρι η καρδιά να λαχταρήσει και τα όνειρα να συγχρονιστούνε στο ίδιο καρδιοχτύπι. Εκείνα τα όνειρα που περιμένεις Με Κομμένη την Ανάσα να πραγματοποιηθούν, μήπως και καταφέρεις, έστω και για μια στιγμή, να γίνεις αναπόσπαστο κομμάτι τους.

Η ιστορία της ταινίας είναι απροσδόκητα απλή αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά σύνθετη. Ένας  ηθοποιός περιπλανιέται στους ανώνυμους και επώνυμους δρόμους του Παρισιού, χρησιμοποιώντας τα πίσω καθίσματα μιας λευκής λιμουζίνας ως καμαρίνι και μεταμορφώνεται συνεχώς, οικειοποιώντας εννέα διαφορετικούς ρόλους και εννέα διαφορετικούς χαρακτήρες, όσοι και οι μήνες που εκκολάπτεται ένας άνθρωπος μέσα στη μήτρα της μητέρας του. Βέβαια, ηθοποιός σημαίνει φως και στη Πόλη του Φωτός το μόνο που απομένει να κάνει ένας ηθοποιός είναι να λάμψει. Έτσι και ο Denis Lavant ακτινοβολεί σε κάθε δευτερόλεπτό της ταινίας, σε κάθε μεταμόρφωση του κορμιού του και σε κάθε μορφασμό του ευμετάβλητου προσώπου του. Γίνεται ο  φτωχός και ο πλούσιος, ο θύτης και το θύμα, η πεντάμορφη και το τέρας σε ένα σώμα, μια ψυχή. Άλλοτε με μια μαγκούρα στο χέρι να ζητιανεύει πενταροδεκάρες και άλλοτε με ένα ακορντεόν κρεμασμένο στο στήθος, να σου ξεσκίζει την καρδιά, σκορπίζοντας με ένα πονεμένο πάθος τα κομμάτια της στους πολύφωτους δρόμους της Γαλλικής πρωτεύουσας.

Έτσι το Holy Motors μετατρέπεται σε ταξίδι. Ένα ατμοσφαιρικό, παραπλανητικό, νοσταλγικό ταξίδι από το σινεμά του χτες, μέχρι τα όνειρα και τις αξίες που μένουν για το αύριο. Μια παρ-αισθησιακή, ερωτική και ταυτόχρονα αινιγματική περιήγηση στην άβυσσο της bigger than life ονείρωξης των ανθρώπων και τη διαρκή αυτοτιμωρία του να είσαι (και να μένεις) για πάντα ο εαυτός σου. Ξέρεις όμως, όταν κοιτάζεις αχόρταγα την άβυσσο, κάποια στιγμή θα σε κοιτάξει και εκείνη με τον ίδιο τρόπο. Και τότε γίνεσαι ένα μαζί της, βυθισμένος στη αγκαλιά της και μεθυσμένος από όλα όσα ήθελες αλλά δεν μπόρεσες να είσαι. Έτσι το Holy Motors γίνεται το όνειρο και η πραγματικότητα μαζί, η αλήθεια και το ψέμα σε μια στιγμή ακόρεστης συμβίωσης.

Έπειτα, είναι και οι μηχανές. Demons to some, angels to others όπως έχω ακούσει να τις αποκαλούνε, τα άγια αυτά δημιουργήματα τα όποια μας καλωσορίζουν στα σπλάχνα τους (“Welcome to the Machine”;) και είτε ως κάμερες απαθανατίζουν τους ανθρώπους, είτε ως μηχανές προβολής, σκορπάνε τις εικόνες σε εκείνους που τις έχουν περισσότερο ανάγκη. Και μεταμορφώνουν τις στιγμές μας σε κάτι συναρπαστικό. Διότι, ξέχασα να πω, οι στιγμές μέσα σε μια κινηματογραφική αίθουσα είναι το ίδιο σημαντικές (και ιερές) με εκείνες απ’ έξω, κομμάτι της ζωής μας και ας μη το καταλαβαίνουν οι περισσότεροι. Σε αυτές τις μηχανές ο Carax  αφιερώνει ένα κομμάτι της ψυχής του και τις χαρίζει τη φωνή που ποτέ δεν τους δόθηκε. Και οι μηχανές, σαν ζωντανοί οργανισμοί το μόνο που ζητάνε είναι να συνεχίσουν να υπάρχουν. Να συνεχίσουν να τροφοδοτούνε εμάς τους ανθρώπους με όλα όσα μισούμε, όλα όσα αγαπάμε και τελικά όλα όσα μας κρατάνε ζωντανούς, απαθανατίζοντας έναν αέναο και παθιασμένο έρωτα, σε κάθε του στιγμή, σαν να είναι και η τελευταία.

Ευτυχώς όμως, ποτέ δεν είναι.

Chris Zafeiriadis

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

La Jetée (1962)



Υπήρχε ένα φως το οποίο σταμάτησε να μας φωτίζει. Σταμάτησε να ρίχνει τις αχτίδες του επάνω στους ανθρώπους και αυτοί με τη σειρά τους κρύφτηκαν ο ένας απ’ τον άλλο, φοβισμένοι και απόμακροι, χωρίς ποτέ να καταλάβουν τα αίτια της παρανοειδούς πλέον ύπαρξής τους. Ημέρα της κρίσης, ημέρα της αποκάλυψης, όπως θέλεις μπορείς να το ονομάσεις, είχε φτάσει πάντως η στιγμή που ο άνθρωπος θα εγκατέλειπε την επιφάνεια του πλανήτη στον οποίο μέχρι τώρα ήτανε κυρίαρχος, για να εγκατασταθεί στις υπόγειες στοές και στους ακάθαρτους υπονόμους, σαν αρουραίος σε φυγή. Ο ουρανός, η ελευθερία, η ανατολή και η δύση του ηλίου, ήταν πλέον μια φαντασίωση για τους περισσότερους, μια μακρινή ανάμνηση για τους πιο τυχερούς. Η ραδιενέργεια παρέμεινε ο μόνος κάτοικος της ερειπωμένης επιφάνειας, μιας επιφάνειας που χτίσαμε σε εκατό ζωές αλλά μας πήρε μονάχα μερικά δευτερόλεπτα για να αφανίσουμε.

Και όμως, μέσα στην ακατανόητη συνείδηση, βασιλεύει η εικόνα εκείνης. Η σάρκα μοιάζει να ηττάται, το πνεύμα όμως στέκει ζωντανό. Εξουθενωμένο, αλλά ζωντανό.

Για τον Γάλλο Chris Marker η παραπάνω ιστορία μπορεί να ειπωθεί μονάχα μέσα από χαμηλής ποιότητας (lo-fi) φωτογραφίες, αναπαριστώντας μια ασπρόμαυρη και ψυχρή πραγματικότητα, όχι τελείως απίθανη για τα παν-ανθρώπινα δεδομένα. Άλλωστε  ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος στον οποίο χρεώνεται η εξαφάνιση του ανθρώπινου πολιτισμού δεν αποτελεί πλέον σενάριο κακοήθους φαντασίας αλλά ειλικρινή απειλή για τις μέρες που έρχονται. Ένας πόλεμος που συμβαίνει για όλους τους λάθος λόγους οδηγώντας τους πολιτισμούς αυτού του κόσμου προς την πιο λάθος κατεύθυνση.

Παρόλη όμως τη μετα-αποκαλυπτική του αύρα, το La Jetée είναι κατά βάθος μια ρομαντική ιστορία. Μια ιστορία για έναν άνθρωπο ο οποίος σημαδεύτηκε από μια εικόνα της παιδικής του ηλικίας, μια γυναικεία φιγούρα που στοιχειώνει το μυαλό και την καρδιά, όσες εικόνες και αν χαθούνε από τον πραγματικό κόσμο που μας περιβάλλει. Τα κύματα του χρόνου δεν μπορούν να ξεπλύνουν την αίσθηση του συνειδητού αλλά και τη δύναμη του υποσυνείδητου, ειδικά τη στιγμή που αυτό λαχταρά και ονειρεύεται αδυνατώντας να ξεχωρίσει την αλήθεια απ’ το ψέμα, την επιθυμία από την εμπειρία και την ολοκλήρωση από τη μετέωρη αίσθηση του ανολοκλήρωτου πόθου. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στο ιδιοφυές Vertigo το οποίο ο ίδιος ο Marker θεωρεί τη μεγαλύτερη επιρροή για το παρόν φιλμ.

Αυτός ο άντρας θα χρονοταξιδέψει στο παρελθόν με στόχο να ανακαλύψει τα αίτια της ανθρώπινης  κατάρρευσης, αναζητώντας παράλληλα εκείνη, μέσα στη μουντή πραγματικότητα μιας ανεμοδαρμένης προβλήτας (Jetée) αεροδρομίου. Οι δυο τους θα συναντηθούνε, θα μιλήσουνε, θα περπατήσουν δίπλα δίπλα και θα γοητευτούνε από την απλή καθημερινότητα των ανθρώπων, αντικρίζοντας παρέα τη χαρά, την αγωνία, τη ζωή και το θάνατο. Το θάνατο ενός τυχαίου περαστικού, η εικόνα του οποίου αδυνατεί επίσης να εξασθενίσει. Χωρίς να μπορεί να γίνει σαφές αν όλα τα παραπάνω  είναι η πραγματικότητα, αν είναι το πεπρωμένο, ή ακόμα, μια σύντομη ψευδαίσθηση αδύνατο να πραγματοποιηθεί.

Ο Marker δομεί έναν 28λεπτο, κυρίως, συναισθηματικό γρίφο, με το σθένος και τη δύναμη της μνήμης, του έρωτα, της επιθυμίας και της αγωνίας, σε ένα ταξίδι στο χρόνο που πέρασε και στο χρόνο που θα έρθει. Με αυτό τον τρόπο χαρίζει στον κινηματογράφο μια από τις πιο πειραματικές (από άποψη κατασκευής) και ταυτόχρονα αριστουργηματικές (από άποψη αποτελέσματος) στιγμές της επιστημονικής φαντασίας. Ένα ταξίδι ενδεδυμένο με το soundtrack της ζωής που δεν ζήσαμε ακόμα και τους ψίθυρους της λαχτάρας να αντηχούν στα λιγοστά καρέ της ταινίας.  Ένα ταξίδι το οποίο εκκινεί από το ζοφερό παρόν, βυθίζεται στο παρελθόν (το οποίο πλέον φαντάζει με απέραντο νεκροταφείο ονείρων της εποχής), προσπαθεί να αισιοδοξήσει για το μέλλον που έρχεται, για να αγκυροβολήσει τελικά (ξανά) στο παρελθόν και να αφεθεί στην αγκαλιά την μοίρας που μας έχει επιλέξει.

Της μοίρας που μας ανοιγοκλείνει τα μάτια και μας πλανεύει, σαν ακαταμάχητη και αδυσώπητη πλανεύτρα που είναι.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012

The Amazing Spider-Man (2012)



Ο Αραχνάνθρωπος του Raimi ήταν μια καλογυαλισμένη σειρά ταινιών που όμως αν την κοιτάξεις από κοντά μοιάζει να νοσεί. Ίσως γιατί η καρδιά του δημιουργού της είναι ταγμένη αλλού, ίσως γιατί η απαιτούμενη εμπορικότητα (o Spiderman έχει πουλήσει περισσότερα comics, περισσότερα παιχνίδια και περισσότερες λαμπάδες από οποιονδήποτε άλλο ήρωα της Marvel) δε συνάδει με τη μουχλιασμένη προσωπικότητα που κρύβει μέσα του ο Raimi. Όπως και να έχει, ο Spiderman έπρεπε να ισοσταθμίσει τη φήμη του με τα εισιτήρια αλλά και την ποιότητα των ταινιών του με αυτούς που τις απολαμβάνουν. Στο πρόσωπο του Marc Webb οι παραγωγοί αναγνωρίζουν ένα σκηνοθέτη ικανό να αφουγκραστεί τις ολοένα και αυξανόμενες ανάγκες των νέων, που μεταξύ μας, είναι και αυτοί που μπορούν να κατακλύσουν τις αίθουσες των multiplex και όχι μόνο. Η προ τριετίας Summer στέκει ακόμα αγέρωχη.

Όλα τα παραπάνω αφορούν τη φιλολογία πριν την ταινία. Το ‘μετά’ όμως είναι που μετράει περισσότερο και το αποτέλεσμα στην προκειμένη περίπτωση δικαιώνει ένα κομμάτι της σκέψης των παραγωγών. Ο Spiderman του Webb μπορεί να υστερεί σε αυθορμητισμό και να μοιάζει περισσότερο στημένος από όσο θα έπρεπε, δεν υστερεί όμως σε χαρακτήρα. Ένα χαρακτήρα που καλώς παρουσιάζεται ευάλωτος και ανήσυχος, κακώς όμως εξωτερικεύει χαμόγελα και χιουμοριστικά σφηνάκια σε στιγμές που δεν χρειάζονται, ένα χαρακτήρα εξαιρετικά ανθρώπινο ο οποίος καρδιοχτυπά και γίνεται ακόμα πιο απίθανος (γι’ αυτό ίσως και η προσθήκη του “Amazing” στον τίτλο – αντίθετα με το φετινό Total Recall που έμεινε ανεξέλικτο) χωρίς να χρειάζεται τόνους ειδικών εφέ και εκρηκτικών υλών, όπως στις περισσότερες ταινίες του είδους.

Μια γρήγορη σκέψη θα ήθελε τον Webb να οδηγεί το Social Network προς άλλες κατευθύνσεις από αυτή του Fincher (δημιουργώντας μια τελείως διαφορετική ταινία), αλλά επειδή το ταξίδι σε παράλληλα σύμπαντα δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί, οι υπογραφές για το sequel του Amazing Spiderman έχουν ήδη πέσει. Μια νέα κατά-αναλώσιμη σειρά μοιάζει να υφαίνεται, ικανή να ευχαριστήσει, όχι όμως και να εξελίξει τους blockbusterάδες, ικανή να συντηρήσει τους σινεφίλ, όχι όμως να γεννοβολήσει καινούριους. Το ερώτημα που αναπόδραστα όμως γεννάται είναι κατά πόσο την έχουμε ανάγκη.

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

The Best of 2011-2012. Οι καλύτερες ταινίες της σεζόν.

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος, η συγκεκριμένη λίστα έρχεται με καθυστέρηση. Καθυστέρηση η οποία οφείλεται στο χρόνο που χρειάζεται για να καλυφθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εύρος επιλογών και προσωπικών αδυναμιών. Ο χρόνος που μεσολάβησε από την ανάλογη περσινή ανάρτηση έφερε αρκετές ταινίες, πολλές από τις οποίες δύσκολα θα ξεχαστούν, ενώ άλλες το έχουν ήδη καταφέρει. Η παρακάτω λίστα αφορά ταινίες που προβλήθηκαν στις ελληνικές αίθουσες από τέλη Αυγούστου ‘11 μέχρι τέλη Αυγούστου ’12 και συγκροτήθηκε με πόνο για αυτές που έμειναν εκτός αλλά και χαρά για εκείνες που τελικά τα κατάφεραν. Όπως πάντα η σειρά είναι (σχεδόν) τυχαία. Αλλά, για μια στιγμή, που εξαφανίστηκαν οι ελληνικές παραγωγές;;


20.  Le Havre - Aki Kaurismäki


Όταν επισκέφτηκα για πρώτη φορά το «μικρό» Λιμάνι της Χάβρης ο ενθουσιασμός μου ήταν μετριασμένος. Τα έντονα χρώματα και οι χαμογελαστοί πρωταγωνιστές τού Φινλανδού δημιουργού μπορεί να αφιερώθηκαν στα βλέμματα ολόκληρου του κόσμου αλλά δεν ήξερα αν αυτό ήταν αρκετό για να τους χαρίσει την αθανασία. Όμως καμιά φορά συνειδητοποιείς ότι η μόνη αλήθεια που μπορούμε να πιστέψουμε είναι αυτή που έχουμε ανάγκη. Έτσι η αισιοδοξία του παραμυθιού που κρύβεται κάτω από δράμα μεταμορφώνεται σε πραγματικότητα, την στιγμή που ανθίζει η αμυγδαλιά του δικού μας κήπου. 

19. The Guard - John Michael McDonagh


Το Guard μοιάζει να είναι μια μικρή ταινία για έναν μεγάλο άντρα. Στο πρόσωπο και την συμπεριφορά του Gerry κρύβεται ένας ήρωας που δεν έχει ακόμα επαληθεύσει την αξία του, ένας άνθρωπος που δεν έχει ακόμα αποδείξει την ανθρωπιά του. Μέχρι τη σκηνή του φινάλε όπου αρπάζει την ευκαιρία για να  αποκαλύψει στον κόσμο τον αληθινό του εαυτό και στη συνέχεια χάνεται χωρίς ίχνη στο βαθύ μπλε του απέραντου ωκεανού, αφήνοντας την μελαγχολία της καθημερινότητας για εμάς τους υπόλοιπους που μένουμε πίσω. Υπέροχο, έτσι;

18. Bir zamanlar Anadolu'da (Upon a Time In Anatolia) - Nuri Bilge Ceylan


Κινούμενο ανάμεσα στα απέραντα λιβάδια της Ανατολίας και παρακινούμενο από την ανάγκη ευρέσεως ενός άψυχου σώματος, ένα καραβάνι αντρών καλείται να ανακαλύψει μια αδιευκρίνιστη αλήθεια. Μια αλήθεια που δεν θέλει να φανερωθεί, δεν θέλει ούτε για μια στιγμή να προσδιοριστεί, θέλει όμως να βασανίσει έναν έναν τους συμμετέχοντες σε αυτή την αναζήτηση. Μέσα στα υπέροχα πλάνα του Τούρκου σκηνοθέτη, η σκέψη χάνει την λογική και η κατανόηση απομακρύνεται από την πραγματικότητα, συνθέτοντας παράλληλα μια από τις ομορφότερες ταινίες της φετινής χρονιάς.   

17. The Descendants - Alexander Payne


Ο Payne επιλέγει να λούσει τους αποπροσανατολισμένους του Απόγονους με χαβανέζική μουσική και την αύρα του Ειρηνικού Ωκεανού να απλώνεται σαν αγκαλιά γύρω από τους πρωταγωνιστές του. Την ίδια αύρα που είναι λουσμένη και η τραγωδία, μέσω της οποίας ο Mat και οι δύο του κόρες ανακαλύπτουν τον καινούριο τους εαυτό και καταλήγουν σαν σύνολο πλέον να γράφουν την δική τους ιστορία. Με την αξιοπρέπεια των ελαττωμάτων τους και την ειλικρίνεια στα βλέμματά τους να απλώνονται σε κάθε καρέ της ταινίας. 

16. The Artist - Michel Hazanavicius


Η μαγεία της Έβδομης Τέχνης κρύβεται στην απλότητά της. Δεν χρειάζονται εκκωφαντικές ορθοφωνίες,  εντυπωσιακά τεχνάσματα και τεχνολογικά επιτεύγματα για να μαγέψεις το κοινό, μοναχά μια ευανάγνωστη ιστορία και έναν άνθρωπο να σου διηγηθεί την δική του αλήθεια. Ο Αρτίστας μπορεί να μη διαθέτει πολυλογάδες ηθοποιούς και πολύχρωμους διαλόγους, διαθέτει όμως τους σιωπηλούς ήχους μιας άλλης εποχής, μιας εποχής όπου οι θεμελιώδεις μηχανισμοί την τέχνης που αγαπάμε γοήτεψαν το κοινό, προσφέροντας απλόχερα τη μαγεία και τη νοσταλγία στους ανθρώπους κάθε εποχής. Μια νοσταλγία που πλημμυρίζει και τα 24 καρέ, κάθε δευτερολέπτου που περνάνε μπροστά από τα μάτια μας. 

15. Jodaeiye Nader az Simin (A Separation) - Asghar Farhadi


Ταξικός ανταγωνισμός, ηθική σύγκρουση και θρησκευτική ρήξη είναι μόνο λίγα από τα συστατικά της ταινίας του Farhadi, μιας ταινίας που κάθε φορά που έρχεσαι αντιμέτωπος μαζί της ανακαλύπτεις και ένα νέο χωρισμό, ένα νέο θάνατο και μια νέα αρχή. Στο επίκεντρο δεν βρίσκεται (μόνο) το Ιράν αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος που ως θεατής καλείται να συγκρατήσει μέσα του την ταινία, ώρες μετά την (κάθε) προβολή. 

14. Take Shelter - Jeff Nichols


Μπορείς να βασανίζεσαι για μια στιγμή ή ακόμα και για μια ζωή, όμως ο τρόμος και στις δύο περιπτώσεις είναι πάντοτε ο ίδιος και απόλυτα προσωπικός. Αυτό που σε κάνει να φοβάσαι βρίσκεται εκεί έξω και πλησιάζει όλο και περισσότερο. Μπορείς να επιλέξεις ελεύθερα την μορφή που θα του δώσεις όπως επίσης και τον τρόπο που θα διαμορφώσεις το δικό σου καταφύγιο. Μην περιμένεις όμως εύκολες λύσεις, ούτε απαντήσεις. Βάλε το μυαλό σου να σκεφτεί και ακολούθησε τον δικό σου δρόμο. Μέχρι τέλους. 

13. Elena - Andrei Zvyagintsev


Στην Elena αντανακλάται όλη η ηθική και ιδεολογική κρίση ενός φθίνοντος πολιτισμού χωρίς γεωγραφικά όρια. Με ολοζώντανους χαρακτήρες που κυκλοφορούν ακριβώς δίπλα από εμάς, αργοσαλεύοντας ανάμεσα στην φθορά και την κακεντρέχεια, όχι γιατί το επέλεξαν αλλά γιατί έτσι διδάχτηκαν. Δεν είναι όμως αυτή η καταγραφή που κάνει την ταινία σημαντική. Είναι η αποπνέουσα οικειότητα της εγκληματικής αμαρτίας και η εμφανής εξοικείωση ολόκληρου του δυτικού (μας) κόσμου με αυτό το μοτίβο σκέψεων και πράξεων, γεγονός που μετατρέπει την ιστορία σε παράλληλο και ολοζώντανο, έρπον θρίλερ, έτοιμο να καταπιεί χωρίς φειδώ τους περισσότερους από εμάς. 

12.  Post Mortem - Pablo Larraín


Στη Χιλή του 1975, εν μέσω πραξικοπηματικής πραγματικότητας και νεκροψιακού συμβολισμού, ο Pablo Larraín (δύο χρόνια μετά τον εξαιρετικό Tony Manero) συνθέτει το πορτραίτο μιας καταπιεσμένης κοινωνίας που το μόνο που θέλει είναι να ζήσει ελεύθερη, γράφοντας την δική της ιστορία. Στο επίκεντρο της αλληγορίας, ένας γραφιάς του νεκροτομείου ερωτεύεται μια χορεύτρια του καμπαρέ σε έναν έρωτα χωρίς αντίκρισμα που όμως έχει τη δύναμη να πυροδοτήσει την επικείμενη αλλαγή. Έστω και με καθυστέρηση, όπως και η προβολή της ταινίας στη χώρα μας.

11.  Drive - Nicolas Winding Refn


Σιωπηλά βυθισμένο στη neon μελαγχολία όσων δικαιούμασταν από την ζωή αλλά δεν μας «έτυχαν» ακόμα, το Drive αφιερώνεται εξ’ ολοκλήρου στον νεαρό πρωταγωνιστή του και όλα όσα αυτός δεν κατάφερε να κατακτήσει μέχρι τώρα.  Από τις σοφής λιτότητας σκηνές ενστικτώδους βίας μέχρι τις slow motion ερωτικές ματιές (βγαλμένες κατευθείαν από το σινεμά του Wong Kar-wai), η ταινία οδηγεί τον ήρωα στην λυτρωτική πραγματοποίηση του ονείρου, δίνοντάς του την δυνατότητα, έστω και αν δεν τον αναγνωρίσει ποτέ κανείς, να οδηγεί πλέον με το δικό του πρόσωπο, μεταμορφωμένος από απρόσωπος κομπάρσος σε πρωταγωνιστή μιας ταλαιπωρημένης Πόλης γεμάτη ανώνυμους Αγγέλους.

10. Melancholia - Lars von Trier


Υπάρχουμε για μια στιγμή ενώ πιστεύουμε ότι θα ζήσουμε για πάντα. Ζούμε σε ένα εύθραυστο κόσμο ενώ θεωρούμε τη συνέχειά του δεδομένη. Βυθιζόμαστε όλο και περισσότερο στην ανικανότητα ενώ διαλαλούμε συνεχώς ότι πράττουμε τα μέγιστα. Αν προσπαθούσε ο Trier να φιλοσοφήσει τα παραπάνω ο στόχος θα ήταν μακριά. Αντίθετα, επιλέγει να επικεντρωθεί στην ανθρώπινη αδυναμία και την περιρρέουσα μελαγχολία στο βλέμμα ενός εξωτερικού παρατηρητή. Με ένα φινάλε που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχαστεί. 

9.  We Need to Talk About Kevin - Lynne Ramsay


Αν κάπου πρέπει να στρέψεις την προσοχή σου είναι στον τρόπο με τον οποίο ο Kevin βλέπει και αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του. Δεν μπορεί να μισήσει, δεν μπορεί να αγαπήσει, δεν μπορεί και να νοιαστεί. Μπορεί όμως να καταστρέψει, να πολεμήσει την φωτιά με την φωτιά και να αναδείξει την καμουφλαρισμένη νόσο που μαστίζει τους ανθρώπους της εποχή μας. Μετά από αυτό, ανατρέχεις στις προηγούμενες δουλειές της Lynne Ramsay και ανακαλύπτεις μια καινούρια αγαπημένη δημιουργό. 

8.  Albert Nobbs - Rodrigo García


Τον Albert Nobbs θα τον κοιτάξεις στα μάτια και θα τον αναγνωρίσεις ως έναν από τους πιο ιδιαίτερους και μοναχικούς χαρακτήρες που έκαναν την εμφάνισή τους στη μεγάλη οθόνη. Ανάμεσα στην σιωπηρή μοναξιά και την περιρρέουσα μελαγχολία των πλάνων, θα θυμηθείς μερικούς μόνο από τους λόγους που ταυτίστηκες με τον προ διετίας Αμερικάνο, συνειδητοποιώντας ότι όπως και τότε έτσι κι εδώ, ελάχιστοι είναι εκείνοι που θα εκτιμήσουν, θα συνομιλήσουν και τελικά θα βυθιστούν στους απέραντους ωκεανούς μοναξιάς που κατοικούν στα αλγεινά μάτια τού πρωταγωνιστή του.

7. The Girl With the Dragon Tattoo - David Fincher


Το αμερικάνικο Κορίτσι με το Τατουάζ στέκεται μερικά σκαλοπάτια ψηλότερα του Σουηδικού. Όχι γιατί το τατουάζ του είναι πιο όμορφα χτυπημένο αλλά γιατί μέσα από την υπόθεση του άγνωστου δολοφόνου αναβλύζει η ανάγκη μιας ολόκληρης γενιάς να αποκτήσει ξανά την ταυτότητα που έχει από καιρό απολέσει χωρίς να το καταλάβει. Ένα νέο κινηματογραφικό icon μόλις γεννήθηκε και ο Fincher προσθέτει μια ακόμα αριστουργηματική ταινία στην έτσι κι αλλιώς αψεγάδιαστη φιλμογραφία του.   

6.  Shame - Steve McQueen


Την πρώτη φορά που αντίκρισα το δράμα του Brandon δεν κατάφερε να με αγγίξει. Ή τουλάχιστον έτσι πίστεψα. Τις μέρες που ακολούθησαν όμως, συνειδητοποίησα ότι είχε καρφωθεί στη σκέψη μου. Σίγα σιγά κατάλαβα ότι αυτή η ταινία, παρόλη την ομαλή και ανώμαλη σεξουαλικότητά της, εσωκλείει μέσα της ολόκληρη την καλογυαλισμένη αστική αποξένωση που μοιάζει να γίνεται ο τελευταίος φίλος που θα κάνεις. Δεν ξέρω αν θα το αντιληφθείς αμέσως ή την στιγμή της προσωπικής σου εξομολόγησης, αλλά ταινίες σαν το Shame χαράσσουν τη δική τους ρότα στις επικείμενες επιλογές σου. 

5. Tinker Taylor Soldier Spy - Tomas Alfredson


Μπορείς να παρακολουθήσεις την ταινία του Alfredson αλλά στο τέλος το μόνο που θα έχεις εισπράξει είναι η ανάγκη για μια ακόμα προβολή. Ούτε όμως και η δεύτερη θα είναι αρκετή. Διότι ο το διάσημο βιβλίο του John le Carré μετατρέπεται σε ένα ιδιοφυές λαβύρινθο για την μεγάλη οθόνη, μεγαλώνοντας ακόμα περισσότερο τον μύθο και αφήνοντας συνεχώς καινούρια ερωτήματα και ερωτηματικά. Η μελαγχολία, η συνωμοσία, ο φόβος της μοναξιάς και τελικά η ίδια η μοναξιά δεν συντελούν απλά έναν κινηματογραφικό γρίφο αλλά την αρτιότερη και απολαυστικότερη ίσως ταινία των τελευταίων χρόνων. 

4. Hugo - Martin Scorsese


Λένε ότι η τέχνη τρέφει τα όνειρα και εκείνα τους ανθρώπους. Στα μάτια του μικροκαμωμένου Hugo Cabret θα αναγνωρίσεις μια εύθραυστη σιωπή η οποία μαρτυρά το πάθος για το όνειρο. Ένα όνειρο που άλλοτε αφιερώνεται στην οικογένεια και άλλοτε στις ίδιες τις εικόνες που το κατακλύζουν. Και τότε συνειδητοποιείς ότι το Hugo είναι φτιαγμένο ώστε να το αισθάνεσαι σε κάθε σκέψη που περνάει απ’ το μυαλό σου, σε κάθε χτύπο που αφήνει η καρδιά σου και σε κάθε δάκρυ που κυλάει στο μαγεμένο πρόσωπό σου. Διότι το Hugo είναι από εκείνες τις ταινίες που δεν έχουν μόνο την δύναμη να απαθανατίσουν το (κάθε) όνειρο, αλλά και να το πραγματοποιήσουν.

3. Tyrannosaur - Paddy Considine


Η ταινία του Considine, με το συναισθηματικό βάρος ενός …τυραννόσαυρου, μιλάει για τον άνθρωπο με τις πιο αδυσώπητες αλήθειες. Τον άνθρωπο που εγκλωβισμένος σε ένα ζοφερό παρόν, πιο εύκολα καταστρέφει απ’ ό,τι δημιουργεί, πιο εύκολα θυμώνει απ’ ό,τι χαμογελάει, πιο εύκολα απογοητεύεται απ’ ό,τι προσπαθεί. Ο Joseph και η Hannah (με το θρησκευτικό βάρος των ονομάτων τους) έχουν από καιρό χάσει τον δρόμο τους, περικυκλωμένοι από ανθρώπους που δεν ζήτησαν ποτέ. Οι δυο τους θα έρθουν κοντά, αναζητώντας μια συγχώρεση που ποτέ δεν τους δόθηκε και ίσως τότε καταφέρουν να αποδεσμευτούν από τα αόρατα δεσμά που τους κρατούν αιχμάλωτους. Ίσως τότε καταφέρουν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλο στα μάτια, λυτρωμένοι και ελεύθεροι, ο καθένας ηγέτης στη δική του Εδέμ.

2.  La guerre est declare - Valérie Donzelli


Δεν μπορείς ποτέ να ξεχάσεις εκείνον που σε άγγιξε όταν όλοι κοιτούσαν από απόσταση, εκείνον που σου μίλησε με την καρδιά του όταν οι άλλοι έψαχναν ακόμα για τις λέξεις. Η σκηνοθέτις, με μια βαθύτατα προσωπική εξομολόγηση, προσφέρει το πιο αληθινό κομμάτι της ψυχής της, δημιουργώντας ένα οπτιμιστικό και παράλληλα απαραίτητο όχημα επικοινωνίας με εκείνους που έχουν γνωρίσει την αρρώστια, στη χειρότερη μορφή της. Και τότε ορθώνει το ανάστημά της, εμπνέοντας ουσιαστικά όλους εκείνους που έχασαν τον δρόμο τους χωρίς να το γνωρίζουν, που κοίταξαν σιωπηρά γιατί ποτέ δεν είχαν την ευκαιρία να φωνάξουν. Ταινίες σαν κι αυτή, σε ακολουθούν για πάντα.

1. Midnight in Paris – Woody Allen


Σε κάνει να αναρωτιέσαι με έναν υπέροχο τρόπο αν στη δική του ηλικία θα μπορέσεις ποτέ να ονειρευτείς όπως εκείνος. Αν τη στιγμή που θα εξαργυρώνεις τις στιγμές που έζησες σε μια ζωή γεμάτη συγκινήσεις,  θα βρεθείς από την άλλη πλευρά με όλους εκείνους που αγάπησες αλλά πότε δεν θα μπορούσες να συναντήσεις. Ο Woody Allen ονειρεύεται, ελπίζει και προσδοκά σαν μικρό παιδί, καταθέτοντας την πιο προσωπική ταινία της ζωής του. Της δικής μας, επίσης. 

Καλό χειμώνα και καλή συνέχεια σε όλους μας εύχομαι με ακόμα περισσότερες ταινίες...

Chris Zafeiriadis