Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

Still Alice (2014)


Ο μεγαλύτερος εφιάλτης στη ζωή κάθε ανθρώπου είναι να χάνει τις αναμνήσεις του και κατ’ επέκταση τον εαυτό του, να χάνει όσα υπάρχουν μέσα στο μυαλό, την καρδιά και όσα έφτασαν για να χαρακτηρίσουν την προσωπικότητα του. Η νόσος του Αλτσχάιμερ είναι μια ανίατη ασθένεια που σε χτυπάει εκεί που δεν το περιμένεις, μια αμείλικτη μορφή άνοιας που ως κατάσταση συνεχώς επιδεινώνεται, διαταράσσοντας και αλλοιώνοντας τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς του κάθε ασθενούς. Στην ταινία των Glatzer και Westmoreland η νόσος χτυπάει την Alice, μια γοητευτική πενηντάχρονη διακεκριμένη επιστήμονα και καθηγήτρια γλωσσολογίας, η οποία αποδεχόμενη την καινούρια της κατάσταση προσπαθεί να κρατήσει στο ακέραιο την αξιοπρέπειά της, δίνοντας μια μάχη ετεροχρονισμένα πρόωρη και άδικη.

Το Still Alice διαπραγματεύεται ένα βαρύ και δύσκολο θέμα, αφού η συγκεκριμένη νόσος είναι μια από τις πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμες, τόσο για κάθε ασθενή που τη βιώνει όσο και για κάθε έναν από τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά του. Η κάμερα κοιτάζει την Alice και την ακολουθεί στην καθημερινότητά της, από τα πρώτα σημάδια εμφάνισης της ασθένειας σε μικρές λεπτομέρειες που κανένας δεν προσέχει, μέχρι την επιδείνωση και τον σιωπηλό πανικό που χαρακτηρίζει τις περισσότερες στιγμές της. Παρακολουθούμε έτσι το χρονικό μιας ψυχολογικής και πνευματικής αποδόμησης που (καλώς) δεν γίνεται ακραία σοκαριστικό (αυτά φαντάζομαι αφορούν την πραγματική ζωή) και καταφέρνει να μιλήσει με ειλικρίνεια για το δύσκολο αγώνα ενός ανθρώπου ενάντια σε μια ασθένεια που ξεριζώνει συναισθήματα και μνήμες.

Οι ασθένειες, βεβαίως, δεν κάνουν διακρίσεις αφού χτυπούν τον οποιονδήποτε, την οποιαδήποτε στιγμή. Κι όπως κάθε σκληρή ασθένεια, έτσι και η συγκεκριμένη σε αλλάζει, σε κάνει να φαίνεσαι διαφορετικός, εκνευριστικός και κάποιες φορές κωμικοτραγικός. Παραμένεις όμως ο ίδιος άνθρωπος που ήσουν και πριν, απλώς αυτοί που είναι γύρω σου κοιτάζουν και βλέπουν τα συμπτώματα της νόσου και όχι την προσωπικότητά σου. Το Still Alice ρίχνει το βλέμμα του στον τρόπο που ο ασθενής καταβάλλεται από την ασθένεια και σταδιακά χάνει την ικανότητα να επικοινωνεί με τον κόσμο που τον περιβάλλει, με αναπόφευκτη έτσι την φθορά των σχέσεων με τους περίγυρους ανθρώπους. Παράλληλα παρουσιάζει τον τρόπο που ένας άνθρωπος αντιδρά και αντιμετωπίζει τη σωματική και ψυχική φθορά και προσπαθεί κάθε μέρα απ’ την αρχή να επανεκτιμά την κατάστασή του. 

Μπορεί η ταινία να στηρίζει ένα μεγάλο κομμάτι της στην οσκαρική ερμηνεία της Julian Moore, η οποία εδώ είναι σπουδαία (και όχι παραδόξως - αυτό μάλλον της το χρωστούσα), η αλήθεια όμως είναι ότι δεν σου δίνει ξεκάθαρα να καταλάβεις αν προσπαθεί να μιλήσει για την ίδια την ασθένεια ή για τον εφιάλτη εκείνου που νοσεί και σβήνει αργά αλλά σταθερά μπροστά στα μάτια εκείνων που τον αγαπούν. Φαντάζομαι πως τα όρια για κάτι τέτοιο είναι δυσδιάκριτα, αλλά τα δεδομένα εδώ δεν φαίνεται να διαχειρίζονται με απόλυτη επιτυχία, με αποτέλεσμα οι προθέσεις να είναι κάπως δυσανάγνωστες. Ωστόσο, η ιστορία παρουσιάζεται με έναν ευαίσθητο τρόπο που την συγκρατεί από το να μετατραπεί σε κάποιο φθηνό μελόδραμα, αφού οι στιγμές του μελοδραματισμού και του φθηνού συναισθηματισμού είναι ελάχιστες και τοποθετημένες με τέτοιο τρόπο μέσα στην ταινία που δεν ενοχλούν τον σκεπτόμενο θεατή.

Ως θεματική, το Still Alice ίσως θυμίσει τα πρόσφατα Away From Her και Amour, χωρίς όμως να συναγωνίζεται ούτε την σκληρότητα της αλήθειας τους ούτε τον αστείρευτο συναισθηματισμό τους. Κι αυτό διότι ως ταινία είναι μάλλον λίγο μικρότερη από το θέμα της, όμως και πάλι, δεν πειράζει γιατί πολύ απλά η καρδιά της φαίνεται να χτυπάει με τον σωστό τρόπο, καταφέρνοντας να αγγίξει εκείνους που επιθυμεί - και αυτό είναι το σπουδαιότερο κατόρθωμά της. Μια καρδιά που συγχρονίζει τους χτύπους της με αυτούς του Glatzer, ο οποίος διαγνώστηκε το 2011 με τη νόσο του Κινητικού Νευρώνα, μετατρέποντας έτσι αυτή την τελευταία του συνεργασία με τον Westmoreland την πιο προσωπική και ειλικρινή σκηνοθετική του δουλειά.

Chris Zafeiriadis