Τρίτη, 22 Δεκεμβρίου 2009

Whispering Themes of a (soon to be) gone, yet strongly memorable decade

Τα χρόνια περνούν, οι ταινίες έρχονται. Μαζί τους φέρνουν και όμορφες μελωδίες οι οποίες ντύνουν τις αθάνατες εικόνες τους. Χωρίς αυτές, τα πράγματα μπορεί να ήταν από λίγο έως πολύ διαφορετικά. Παρακάτω παρουσιάζεται μια (ελλιπής σίγουρα) λίστα, όχι με τα καλύτερα soundtracks, αλλά με αυτά που ο γράφων άκουσε περισσότερο την δεκαετία που φεύγει και πίσω δεν γυρνά για κανέναν. Κρατήστε δυνατά τις αναμνήσεις σας…

1. Svidd neger - Ulver


2. Lyckantropen - Ulver


3. Non ho sonno - Goblin


4. The Fountain - Clint Mansell


5. The Assassination of Jesse James by the Coward Robert Ford - Nick Cave & Warren Ellis


6. Into the Wild - Eddie Vedder


7. Requiem for a Dream - Clint Mansell


8. Once - Glen Hansard & Marketa Irglova


9. 25th Hour - Terence Blanchard


10. The Proposition - Nick Cave & Warren Ellis


11. Secretary - Angelo Badalamenti


12. Million Dollar Baby - Clint Eastwood


13. Planet Terror - Robert Rodriguez


14. The Road - Nick Cave & Warren Ellis


15. Oldboy - Jo Yeong-Wook


16. There Will Be Blood - Jonny Greenwood


17. Se, jie - Alexandre Desplat


18. Revolutionary Road - Thomas Newman


19. Evilenko - Angelo Badalamenti


20. Kimssi pyoryugi - Kim Hong-jip



Και ένα Bonus : Όλα τα διασκευασμένα τραγούδια από το εκπληκτικό ντοκιμαντέρ «Τα χαμένα τραγούδια της Ανατολίας» (Anadolunun Kayıp Şarkıları) που είδαμε/ακούσαμε σε παλιότερο φεστιβάλ κινηματογράφου της χώρας μας…

Enjoy amigos…

Πέμπτη, 5 Νοεμβρίου 2009

Το Κακό στην Εποχή των Ηρώων - Evil In the Time of Heroes (2009)

(Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε, χάθηκε, και τελικά ανασυντάχθηκε μέσα από σκόρπιες και μουτζουρωμένες σημειώσεις, με σεβασμό προς τα πρόσωπα σκηνοθετών, ηθοποιών και λοιπών συντελεστών και υπό τους ήχους του Grand Union των ταξιδιάρικων Firebird. Και αυτό είναι κάτι που έχει σημασία)

Μια φορά και ένα καιρό, ήταν μια μικρή (αλλά διάσημη για τα κατορθώματά της) χώρα, τοποθετημένη κάπου στα φτωχικά Βαλκάνια της Νότιας Ευρώπης, η οποία για πολλά πολλά χρόνια και με χαρακτηριστική επιδεξιότητα σνόμπαρε το εγχώριο cinema του φανταστικού. Ταινίες του είδους δεν έβγαιναν, «καταξιωμένοι» δημιουργοί δεν ασχολούνταν, παραγωγοί δεν επένδυαν. Ωστόσο, υπήρχαν και κάποιοι που με γνώμονα το μεράκι, το πείσμα και την αγάπη τους, δημιουργούσαν κάποιες ταινίες του είδους, χωρίς να τους νοιάζει αν θα πουλήσουν τρελά, ούτε αν θα γίνουν μεγάλα και γνωστά ονόματα (παραμένοντας ως επί το πλείστον, τελικά άγνωστοι, ο Ζερβός εξαιρείται φυσικά). Άλλωστε τέτοιες προσπάθειες συνήθως ανταμείβονται με τα λόγια και το χειροκρότημα του κοινού τους. Μια τέτοια ειλικρινής προσπάθεια ήταν και Το Κακό του 2005.

Αν και low budget, με φτηνά εφέ και απλοϊκό σενάριο, όχι μόνο έγινε cult από τους οπαδούς που το λατρέψανε (και καλά έκαναν αν ρωτάς εμένα) αλλά κατάφερε και δημιούργησε και όνομα στο εξωτερικό σαν η πρώτη ταινία με ζωντανούς νεκρούς που γίνεται γνωστή/αποδεκτή από αυτή την χώρα. Το Κακό ήταν καλή ταινία. Πολύ καλή θα έλεγα. Άψογα υλοποιημένη για τα δεδομένα της, ένας οχετός από guts ‘n’ gore, χύμα in your face attitude, με το γκάζι πατημένο στο τέρμα, χωρίς πολιτικές ή οικονομικές σκοπιμότητες, μπορεί να είχε κάποια (μικρά - ή και πιο μεγάλα) προβλήματα, μπορεί να είχε αρκετές και φανερές ελλείψεις, απόπνεε όμως αποφασιστικότητα, πάθος και αγάπη για τον σκοπό τον οποίο υπηρετούσε.

Ο καιρός πέρασε και κάποια στιγμή οι συντελεστές εκείνης της ταινίας αποφάσισαν πως πρέπει να υπάρξει συνέχεια. Φυσικά και έπρεπε και το νέο γίνεται αποδεκτό με διθυράμβους. Οι υπογραφές πέφτουν, το budget μεγαλώνει, τα εφέ ακριβαίνουν, οι ζωντανοί νεκροί κομπάρσοι τρέχουν να βοηθήσουν από διάφορες πλευρές της Ελλάδας και το κέφι για δημιουργία εκτοξεύεται στα ύψη, με την αναμονή να μεγαλώνει μέρα με την μέρα. Η δε εξωφρενικά πρωτότυπη ιδέα με τους αρχαίους Έλληνες μόνο χαμόγελα μπορούσε να φέρει στις διάφορες κατευθύνσεις που απευθυνόταν. Επιτέλους, κάποιοι φαινόταν να επαναστατούν σε αυτή την γαμημένη «πόλη-κράτος». Ωστόσο Το Κακό Στην Εποχή των Ηρώων κατάφερε να διχάσει, όχι τόσο οπαδούς και κριτικούς, αλλά κυρίως τον ίδιο του τον εαυτό.

Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στα συστατικά της ταινίας, αυτά άλλωστε είναι γνωστά, χρειάζεται όμως να διευκρινίσω/αποκαλύψω/εξομολογηθώ πως το αιματοβαμμένο αυτό sequel είναι – δυστυχώς - πολύ κατώτερο των προσδοκιών μας. Και αυτό γιατί ενώ ξεκινάει με τις καλύτερες προοπτικές, όπως ακριβώς το περιμέναμε, από το μέσο περίπου και έπειτα χάνει τελείως την μπάλα και απογοητεύει άπαντες(?) με τους ανεξέλεγκτους παλιμπαιδισμούς και το φανταχτερά ελλιπές του σενάριο (το οποίο προφανώς έμεινε αδούλευτο) και το οποίο με την σειρά του καταφέρνει και επιδίδεται σε (ενίοτε έξυπνες) καφρίλες. Οι καφρίλες όμως ξεπερνούν το μέτρο του υποφερτού και ενώ η κωμωδία λάμπει σαν αστέρι στον σκοτεινό ουρανό, το τελικό αποτέλεσμα μοιάζει με ημιπραγματοποιημένη ιδέα η οποία έμεινε μόνη χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη.

Διότι οι ιδέες από μόνες τους δεν μπορούν να μιλήσουν και οι επαναστάτες δεν φέρνουν την επανάσταση χωρίς να πιστεύουν σε αυτή. Δυστυχώς, το όλο project μοιάζει να επαναπαύεται στην φήμη και στο cult status που απέκτησε με το πρώτο μέρος, αφήνοντας την αίσθηση ότι αυτό το sequel δεν φτιάχτηκε για να ικανοποιήσει τις ανάγκες των οπαδών για συνέχεια, αλλά να τις εκμεταλλευτεί. Cult όμως δεν γεννιέσαι αλλά γίνεσαι από την αγάπη και την στήριξη του κόσμου, στο πέρασμα του χρόνου. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε προσπάθεια φωτογράφησης, ταμπελοποίησης και κυρίως παραγωγής του όρου αποβαίνει τουλάχιστον μάταιη, για να μη πω αστεία. Με μια ιστορία η οποία (τελικά) αποδεικνύεται πιο βαριά από την ίδια την παραγωγή, Το Κακό Στην Εποχή των Ηρώων μοιάζει πιο άψυχο και από τους ίδιους τους νεκροζώντανους και ως επί το πλείστον αποκεφαλισμένους Αθηναίους του.

Βέβαια, όλα τα παραπάνω δεν είναι ικανά για να αποθαρρύνουν έναν γνήσιο κάφρο ο οποίος έχει μάθει να τα αγνοεί, είναι ικανά όμως να βάλουν σε σκέψεις κάθε σκεπτόμενο κινηματογραφόφιλο για το μέλλον του Ελληνικού φανταστικού. Διότι το μεγάλο πρόβλημα με αυτό το sequel δεν είναι οι αδυναμίες του καθαυτές, αλλά η δυνατότητα/ευκαιρία που δίνει στον κάθε άσχετο ημιμαθή (δημοσιογράφο ή απλό θεατή) να κατηγορήσει το είδος στο σύνολό του και επικαλούμενος τον (πιθανό μεν αλλά ταυτόχρονα αμφισβητούμενο) ακαδημαϊσμό του, να το απορρίψει. Πράγμα που φυσικά καμία σχέση με το fun τής ταινίας δεν έχει, αποδεικνύει όμως τον οπισθοδρομισμό μιας χώρας η οποία (στην πλειοψηφία των παραγωγών της) αρέσκεται στο να επιδιώκει περισσότερο το (λαμπερό) φαίνεσθε παρά το (καλλιτεχνικό) είναι.

Chris Zafeiriadis

Σάββατο, 31 Οκτωβρίου 2009

The Boat That Rocked (2009)

Λίγο sex, λίγο drugs & πολύ rock ‘n’ roll σε ένα πειρατικό πλοίο-ραδιοφωνικό σταθμό, αγκυροβολημένο κάπου στη Βόρειο Θάλασσα, το οποίο ολημερίς και ολονυκτίς χαρίζει στο μισό πληθυσμό της Βρετανίας την μουσική που κάποιοι μάταια προσπάθησαν να πολεμήσουν, χαρίζοντάς της τελικά την αθανασία.

Είναι σχεδόν βέβαιο πια, πως ο καθένας από εμάς βλέπει αυτό που θέλει σε μια/κάθε ταινία/προβολή. Προσοχή, όχι αυτό που είναι ικανός και μπορεί, αλλά αυτό που επιθυμεί και που είναι (προ)διατεθειμένος να δει. Υπό αυτή την προσέγγιση πολλές είναι οι ταινίες που υποτιμούνται ή υπερτιμούνται, ανάλογα με τα κριτήρια του εκάστοτε θεατή/κριτή, επηρεάζοντας φυσικά και την γνωμική άποψη λοιπών παράταιρων - ή μη – «αναγνωστών». Η «κρίση» όμως του καθενός εξαρτάται από την προσωπικότητά του (γιαυτό και είναι υποκειμενική) και κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει κανέναν για παραπλάνηση ή αστοχία (ειδικά όταν η άποψη είναι τεκμηριωμένη και σωστά τοποθετημένη, δύσκολα αμφισβητείται).

Το Boat That Rocked, ανέμελο, ανώριμο, και ελεύθερο να ροκάρει με τον αέρα μιας άλλης εποχής, μπορεί να σου δώσει χίλιους δύο λόγους που θα σε κάνουν να σχηματίσεις μια φαινομενικά αρνητική άποψη για αυτό, απορρίπτοντάς το στη στιγμή και χωρίς πολύ σκέψη. Μα τον Άγιο Χέντριξ όμως, μπορεί να σου δώσει και άλλους τόσους (για να μη πω περισσότερους) λόγους που θα σε κάνουν αν όχι να το αγαπήσεις για αυτό που (θέλει να) είναι, τουλάχιστον να το ευχαριστηθείς σαν μια από τις διασκεδαστικότερες και πιο ξέγνοιαστες ταινίες που (δεν) πέρασαν ποτέ από την μεγάλη οθόνη.

Σε μια ευκόλως επεισοδιακή (άλλα και ευκόλως παρεξηγήσιμη) ιστορία και φόντο την ιδανικά επαναστατική βρετανική κοινωνία των 60ς, αρχικά αφήνεται να εννοηθεί ότι οι ήρωες της δεν έχουν προβλήματα, δεν έχουν έννοιες, ούτε σκοτούρες να τους ζαλίζουν το κεφάλι. Όμως φυσικά κι έχουν απ’ όλα αυτά και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Έχουν όμως και ένα διαφορετικό τρόπο να κοιτάνε τη ζωή προσεγγίζοντας την με χαμόγελο, ζήλο και κυρίως αποφασιστικότητα (όσο τετριμμένο και αν ακούγεται όλο αυτό). Όπλο τους, η δύναμη της μουσικής και των ανθρώπων που την δημιούργησαν, μια δύναμη ελεύθερη και ατίθαση την οποία οικειοποιούνται όλοι οι παλιομοδίτικοι χαρακτήρες για να γίνουν και αυτοί θρύλοι, όχι κινηματογραφικοί, ούτε μουσικοί, απλά πρωταγωνιστές της ίδιας τους της ζωής. Χαρίζονται στη μουσική που τόσο αγαπάνε, όπως τους χαρίστηκε και αυτή, με μοναδικό σκοπό να την μοιράσουν στον κόσμο που τους ακούει και τους χαίρεται, έχοντας άμεσο αντίκτυπο σε αυτούς, πράγμα που φαίνεται και από τις εξωφρενικά διαχυτικές off-boat αντιδράσεις των τρελαμένων και αφοσιωμένων ακροατών.

Παραβλέποντας την έντονη παραφιλολογία/αντίδραση/αποδοκιμασία που αιωρείται στην ατμόσφαιρα για την πολιτική της τότε εποχής (άλλωστε το rock πάντα είχε, μεταξύ άλλων, αντιδραστικό χαρακτήρα, κυρίως όταν δεν φτιαχνόταν για να πουλήσει/πουληθεί), το Boat That Rocked πλατσουρίζει στα γλυκανάλατα νερά του εύπεπτου συναισθηματισμού, απευθυνόμενο όμως σε ένα πολύ συγκεκριμένο κινηματογραφικό – και όχι μόνο – κοινό, και για αυτό είναι καταδικασμένο να μείνει μακριά από την εμπορική επιτυχία. Είναι το ίδιο το κοινό του όμως που μοιάζει να το αγκαλιάζει παραβλέποντας τα επιπόλαια λάθη, τους παλιμπαιδισμούς των πρωταγωνιστών και τον αυθορμητισμό του σεναρίου, και χαρίζει στην ταινία την διαχρονικότητα που με χαμογελαστό ύφος μοιάζει να διεκδικεί. Διότι…

Το rock δεν είναι (μόνο) μουσική. Το rock είναι τρόπος έκφρασης, τάσης, διάθεσης και πράξης, είναι να ‘χεις, είναι να πίνεις κι άμα δεν έχεις τότε να δίνεις. Rock είναι ο Τζάγκερ σε μια κουρσάρα κι η Βλαχοπούλου στη σαραντάρα, ο Μάρλον Μπράντο με τη φανέλα και η Μελίνα ντυμένη Στέλλα. Το rock είναι στάση ζωής, ή το ζεις ή ποτέ δεν το γνωρίζεις. Ο Richard Curtis, από την δυναμική του αρχή μέχρι τους υπέροχους τίτλους τέλους που μας φέρνουν στους ήχους του σήμερα, μοιάζει να το κοιτάει με σεβασμό αφιερώνοντας την ταινία του σε αυτό και στη δυναμική της διαχρονικότητάς του. Το ελάχιστο που μπορώ εγώ να κάνω είναι να αφιερώσω αυτό το κείμενο σε όλους όσους χαίρονται, αγαπάνε και σέβονται αυτή τη μουσική.
Ramble on…


Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

Los abrazos rotos - Broken Embraces (2009)

Συναισθηματικά πολύχρωμες, ερωτικά φανταχτερές, σεξουαλικά ευγενικές, και συγκινησιακά μετριασμένες, οι αγκαλιές του Almodóvar - αν και ραγισμένες - αφιερώνονται στις εικόνες, είτε αυτές είναι κινηματογραφικές, είτε φωτογραφικές, είτε απλά άτυχα όνειρα που πέρασαν από την σκέψη, χωρίς να πραγματοποιηθούν ποτέ.

Ένας φιλόδοξος σκηνοθέτης στο κέντρο της ιστορίας, ένας άνθρωπος, που ζει για τις εικόνες, που αρέσκεται να παίζει με αυτές, να τις κολλάει την μία δίπλα στην άλλη και να δημιουργεί. Ένας αρτίστας. Όταν ένα ατύχημα θα του στερήσει την όραση, θα μεταμορφωθεί σε κάποιον άλλο. Δεν θα αφήσει όμως τις εικόνες που τόσο αγάπησε. Γράφοντας σενάρια, σκηνοθετεί μέσα στο μυαλό του, πλάθει ακόμα πιο ελεύθερος και αφήνει άλλους να ολοκληρώνουν το έργο του.

Η γυναίκα – (σ)το επίκεντρο και αυτή - δεν είναι τυχαία. Όμορφη, γοητευτική, σεξουαλική, μα πάνω απ’ όλα λαμπερή και ακτινοβολούσα, έχοντας την δύναμη, ακόμα και απούσα, να επηρεάζει τις ζωές των άλλων, δημιουργεί εικόνες που θα μείνουν χαραγμένες στο μυαλό και την καρδιά, που θα προδώσουν και θα προδοθούν, που θα γεννήσουν προσδοκίες και όνειρα. Και μετά θα τα πάρουν όλα πίσω. Όχι γιατί αυτή είναι η φύση της γυναίκας αλλά γιατί έτσι είναι η ζωή, η μοίρα. Γιατί κάποια όνειρα είναι καταδικασμένα να μην πραγματοποιηθούν ποτέ.

Σε αυτά τα όνειρα πατάει ο Almodovar και επάνω τους χτίζει. Έχει μάθει να διαβάζει τους ανθρώπους και ξέρει πως να αποδίδει τις ιστορίες τους. Μπορεί οι χαρακτήρες να είναι λιγότερο εκκεντρικοί και περισσότερο καθημερινά αναστατωμένοι (καθιστώντας αυτομάτως την ιστορία λιγότερο “ιδιότροπη” απ’ ότι στο παρελθόν), παραμένουν όμως μέσα στο αλμοδοβαρικό σύμπαν, τιμώντας τις εμμονές και τις αξίες του δημιουργού τους. Υποψιασμένοι πια και γνωρίζοντας τον κόσμο, την φύση και τις αναποδιές του(ς), φαίνεται να ανά-γνωρίζουν τα πάθη και λάθη στα οποία θα υποπέσουν, παραμένοντας όμως ολοκληρωτικά ακέραιοι και ειλικρινείς (με την Cruz υπέροχη σε οποιονδήποτε ρόλο και αν «φορέσει» στη ταινία, pero esto no era necesario ni mencionarlo).

Τι και αν το σενάριο τρέχει σε στιγμές χωρίς να το προλαβαίνουμε (αντιγράφοντας το χαρακτηριστικό αυτό από την ίδια την ζωή), τι και αν κάπου βγαίνει αθέλητα απ’ τον δρόμο του, κοιτώντας προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Ούτε που το καταλαβαίνεις. Με δύο - τουλάχιστον - επικές σκηνές, εικονικά διαφορετικές αλλά κομψοτεχνικά ανθρώπινες (η μία κινηματογραφικά αληθινή και η άλλη φωτογραφικά κομματιασμένη), να αποδεικνύουν πως όνειρο, πόθος και τέχνη αποτελούν αντανάκλαση της ίδιας της ζωής, έστω και αν αυτή έχει προσπεράσει κάποιους προ πολλού, χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Χαίρομαι με τον Almodovar. Χαίρομαι γιατί μας θυμίζει την ανάγκη των εικόνων στη ζωή. Χωρίς να έχει σημασία το σχήμα ή το μέγεθός τους, ούτε αν σε αυτές φαίνονται γυναίκες με ψηλά τακούνια, ιδιαίτερα μυστικά λουλούδια ή απλά κορίτσια με βαλίτσες. Χαίρομαι γιατί μας θυμίζει να τις κοιτάμε με μάτια χαμογελαστά, αγκαλιάζοντάς τες για αυτά που μας προσφέρουν, για αυτά που υπόσχονται και (ενίοτε) για αυτά που πραγματοποιούν. Ακόμα και αν έχουν γεύση πικρής σοκολάτας με κομμάτια πορτοκάλι.
Αυθεντικά απολαυστικές.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 1 Οκτωβρίου 2009

Η Ψυχή στο Στόμα - Soul Kicking (2005)

Ωμά κρέατα και εμείς, άσκοπα περιφερόμενα μέσα σε μια κοινωνία νομοτελειακής ανασφάλειας, φανατικής ατομικότητας, ακράδαντου μηδενισμού, γιάπηδων, Λάκηδων και λοιπών παράφορα φαντασιόπληκτων αντιληπτικών. Παιχνίδια του μυαλού ενός τρελού μας έλεγαν κάποτε. Όλα καλά όμως ρε. Όλα καλά...

Μέσα στο ατονικό σύμπαν του ληθαργικού ελληνικού κινηματογράφου, η χαζοχαρούμενη εκείνη διάθεση που χαρακτηρίζει την πλειοψηφία των εγχώριων παραγωγών (τα τελευταία χρόνια) κατάφερε και άπλωσε τα μακριά πλοκάμια της, κερδίζοντας κάτι παραπάνω από αυτό που της άξιζε, μετατρέποντας όμως τελικά την τέχνη σε απερισκεψία και την ουσία σε φασαρία. Οι επαναστάτες λίγοι και αυτοί της υπόγειας σκηνής.

Κάτω από τα λαμπερά φώτα και τις πολύκροτες διαφημιστικές καμπάνιες, μακριά από εκτενή ρεκλαμαρίσματα και φαντεζί αυλαίες, όχι όμως μακριά από το κοινό στο οποίο απευθύνονται, αυτοί οι αντιρρησίες, καθεστώτος περισσότερο παρά συνείδησης, με τα δόντια σφιγμένα από πείσμα, ιδρωμένοι αλλά όχι κουρασμένοι, τεχνηέντως καταθέτουν την δική τους αντίρροπα εκφραζόμενη άποψη. Πρέπει να υπάρξει μια διάκριση στο εξωτερικό, έστω και μικρή, για να αρχίσουν οι δικοί μας ειδήμονες ιθαγενείς να παπαγαλίζουν τα σωστά αυτή την φορά, έστω και αν δεν πολυκαταλαβαίνουν τι είναι αυτά που τελικά λένε. Για να αλλάξει αυτή η κατάσταση μιζέριας και κακομοιριάς θα πρέπει να φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο. Για να φτάσει όμως το μαχαίρι στο κόκαλο πρέπει πρώτα να σκίσει το δέρμα, να διαπεράσει την σάρκα, να πληγώσει το κορμί, να προκαλέσει αιμορραγία και πόνο.

Η Ψυχή στο Στόμα (κόκκινη σαν ανοιχτή πληγή) παρουσιάζει την ιστορία ενός ανθρώπου. Ή πολλών ανθρώπων αν την δεις από την άλλη πλευρά. Ενός πολέμου. Κεντρικός άξονας είναι φαινομενικά ο Τάκης. Δύσκολα τα πράγματα για αυτόν. Θα μπορούσες να πεις ότι η ζωή δεν του φέρθηκε σωστά. Θα μπορούσες όμως και να πεις ότι όπως έστρωσε θα κοιμηθεί. Θα μπορούσες να πεις πολλά. Ένας άνθρωπος που πιέζεται από κάθε κατεύθυνση χωρίς να ξέρει πως να αντιδράσει, χωρίς διεξόδους και χωρίς να μιλάει πολύ. Σαν σιωπηλός παρατηρητής (της ίδιας του) της ζωής, έχει μάθει να κλείνεται στον εαυτό του, μέσα στο σιωπηλό κορμί του και να δέχεται παθητικά τα χτυπήματα, το ένα μετά το άλλο. Μόνο καταφύγιο, το αυτοκίνητό του. Εκεί είναι ο “τόπος” του, εκεί δεν τον ενοχλεί κανείς. Απομονώνεται, ηρεμεί και «αναπνέει». Σαν δεύτερο σπίτι του.

Στον τόπο που ζει ο Τάκης βασιλεύει η οργή και το μίσος. Είναι ένας τόπος άσχημος, γεμάτος κατακάθια και βρωμιές. Ένας τόπος γεμάτος νταβατζήδες, κερατάδες, θυμωμένους μπεκρήδες, αποχαυνωμένους μπιντέδες, σκατόψυχα πουταναριά και σάπιους μικροαστούς που κάνουν τους καμπόσους. Κάποιοι μένουν καρφωμένοι στην τηλεόραση, σαν υπνωτισμένοι. Μαστουρωμένοι όλοι τους. Παντού υπάρχει σιχαμάρα, κανείς δεν αγαπάει κανέναν. Μέσα στην (κάθε) νύχτα οι λάσπες και τα σκατά είναι ό,τι πιο καθαρό. Τα σκουπίδια μπερδεύονται με τα σκουπίδια, βρισιές, σφαλιάρες και κουτουλιές ο μόνος τρόπος επικοινωνίας.

Η αλήθεια όμως είναι ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι ζούνε ανάμεσά μας. Περπατάνε δίπλα μας, κάθονται στα ίδια παγκάκια, τρώνε στις ίδιες ταβέρνες. Απλά είναι περισσότερο θυμωμένοι. Αγανακτισμένοι. Και ξεσπάνε όπου βρούνε. Κανείς από εμάς όμως δεν σκέφτηκε, δεν αναρωτήθηκε, δεν μπήκε στον κόπο να ρωτήσει γιατί είναι θυμωμένοι όλοι αυτοί. Τι είναι αυτό που τους έχει εξοργίσει και τους κάνει να σκέφτονται και να ενεργούν με αυτό τον τρόπο. Ο Τάκης και ο περίγυρός του είναι η πλευρά εκείνη της κοινωνίας που δεν θέλουμε να βλέπουμε, που δεν θέλουμε να ξέρουμε. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει, τίποτα δεν καθιστά αυτούς τους ανθρώπους ανύπαρκτους. Διότι όλα αλληλένδετα είναι και όλα αλληλοεπιδράσιμα.

Ο Οικονομίδης έφτιαξε μια ταινία αστικού τρόμου. Μια αντανάκλαση του συσσωρευμένου θυμού μας. Ο πόλεμος από τους τέσσερις τοίχους επεκτάθηκε σε ολόκληρη την πόλη δημιουργώντας πανικό. Πολλοί ήταν αυτοί που σκάλωσαν με την βία αποκρούοντας την ταινία. Η αποκρουστικότητά της όμως δεν οφείλεται στην σκληρή της γλώσσα. Με αυτήν άλλωστε, καλώς ή κακώς, είμαστε όλοι εξοικειωμένοι όλοι και ας κάνουν κάποιοι ακόμα τους σοκαρισμένους. Υπάρχει κάτι άλλο ακόμα χειρότερο από αυτό που φαίνεται με την πρώτη ματιά.

Πίσω από αυτούς τους συγκρουόμενους πρωταγωνιστές, από τις βρισιές, τα μπινελίκια και τα ντουβάρια κρύβεται μια δυσαρμονική κοινωνία που δεν μπόρεσε να θρέψει τα παιδιά της, δεν μπόρεσε να τους δώσει αυτό που τους άξιζε, αυτό που ήταν υποχρεωμένη να κάνει. Σαν ηθικός αυτουργός που ωθεί τους πάντες στον παραλογισμό, την αχρειότητα (τον ευτελισμό) και την κακοδαιμονία. Αλήθεια όμως, και πείτε μου αν κάνω λάθος, αυτή η κοινωνία μοιάζει τόσο με τη δική μας. Αυτός ο τόπος πρέπει να είναι ο δικός μας. Και τώρα έχει ρημάξει. Μαζί και οι άνθρωποι του. Και αυτό είναι που κάνει την ταινία ακόμα πιο τρομακτική, ακόμα πιο βίαιη.

Η βία όμως φέρνει βία και ο πόλεμος φέρνει θάνατο. Σε μια ψυχορραγούσα Αθήνα που μοιάζει με ξεθωριασμένο cart postal, ο Τάκης κάποια στιγμή θα αντιδράσει. Θα κρατήσει όμως την σιωπή του. Δεν θα γίνει ήρωας, ούτε θα δώσει λύσεις στα προβλήματα. Γιατί σε αυτό τον ασφυκτικό και πνιγηρό τόπο δεν υπάρχουν ευχάριστα χρώματα, δεν υπάρχει φως, δεν υπάρχει ελπίδα. Δεν υπάρχουν πολύχρωμα λουλούδια ούτε όμορφα αρώματα. Μόνο ένας κόσμος έτοιμος να εκραγεί. Το γιασεμί του Γιάννη μυρίζει μπαρούτι. Το αισθάνεσαι?

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Arizona Dream (1993)

Στο αντίκρισμα του πρώτου πλάνου της ταινίας, μια απρόσμενη φωνή μέσα μας θα μπορούσε να πει μια και μόνο λέξη: “'Άσχετο”. Όμως, όταν μιλάμε για όνειρα τίποτα δεν είναι άσχετο, αλλά ακόμη και εάν φαίνεται έτσι, αξίζει να ψάξουμε τον λόγο ύπαρξης αυτής της πρώτης εντύπωσης, όχι μόνο επιδερμικά άλλα κυρίως ουσιαστικά. Κάποιος φαίνεται να το κάνει. Άσχετα ή μη, πολύπλοκα ή αστεία, ακραία ή “ανόητα” δεν έχει σημασία για τον Emir Kusturica, γιατί το μόνο που δείχνει να τον απασχολεί είναι να αποκαλούνται “Όνειρα”...

Ο Axel (ένας συνεσταλμένος νεαρός που ασχολείται με την καταμέτρηση των ψαριών), ο Leo (ένας μακρινός θείος που τον προσκαλεί για να παραβρεθεί στον επικείμενο γάμο του), η Elaine (μια μητέρα εγκατεστημένη “στην κοσμάρα της”) και η Grace (μια κόρη η οποία έχει πλήρη επίγνωση της “κοσμάρας” της μητέρας της) υπάρχουν, συναντιούνται, γνωρίζονται. Και δύο τινά μπορούν να συμβούν όταν γνωρίζονται άνθρωποι μεταξύ τους• ή να ταιριάξουν ή να μην ταιριάξουν. Εδώ όμως φαίνεται να συμβαίνουν και τα δύο ταυτόχρονα.

Ιδιαίτεροι χαρακτήρες - με ιδιαίτερες συμπεριφορές - , οι οποίοι όμως δεν δυσκολεύονται ιδιαίτερα να εκθέσουν τα κρυφά τους πάθη και όνειρα. Έχοντας λοιπόν ως βάση το έμφυτο χαρακτηριστικό του ανθρώπου να ποθεί και να ονειρεύεται, η ταινία αυτή σκαλίζει τα ευαίσθητα κομμάτια του κάθε χαρακτήρα που έχει την ανάγκη να πιαστεί από κάποιον δυνατότερο που θα τον κρατήσει μακριά από όλους εκείνους τους λόγους που δεν τον αφήνουν «ελεύθερο». Ο κάθε ένας βλέπει στα μάτια του άλλου την προσωπική του σωτηρία, το μέσον για να πραγματοποιήσει την βαθύτερη επιθυμία του - ακόμα και την πιο ακραία• να ζήσει κάπου αλλού, να αγαπηθεί, να πετάξει μακριά. Ο Axel, ως ένας υπέρ-ευαίσθητος νέος ο οποίος αφουγκράζεται τα όνειρα των ψαριών, θα «ακούσει» και τα όνειρα των υπολοίπων και θα γίνει - άθελά του - ο πόλος έλξης, ο απρόσμενος εκείνος άνθρωπος που όλοι θέλουν να έχουν στην ζωή τους, ο καθένας με τον δικό του - ιδιαίτερο πάντα – τρόπο.

Δεν είναι όμως τόσο το θέμα του ονείρου που συγκινεί, όσο ο τρόπος που αυτό αποδίδεται. Το Arizona Dream, μέσα από τους "λασκαρισμένους" χαρακτήρες τους (οι οποίοι ζουν την προσωπική τους "τρέλα" στο μελαγχολικό τοπίο της ερήμου) σε παρασύρει να τους παρακολουθήσεις να τους ψάξεις. Αλλά προσοχή, αυτό είναι εφικτό εφόσον και εάν μπορείς να τους νιώσεις. Το - ίσως όχι τυχαία - μοναχικό σκηνικό από μόνο του ενισχύει την σχεδόν εμμονική ερημιά των ηρώων οι οποίοι από την μία νιώθουν έντονη την ανάγκη της συντροφικότητας και από την άλλη την επιθυμία να κλειστούν ερμητικά στον εαυτό τους, προσπαθώντας να εξισορροπήσουν την διαφορετικότητα που τους κυριεύει. Αλλά όταν ενυπάρχουν τόσες αντιφατικές συμπεριφορές, αναπόφευκτα συγκρούονται, άλλοτε ελεγχόμενα, τις περισσότερες όμως φορές ανεξέλεγκτα...

Η ιδιότυπη σκηνοθετική ματιά του Kusturica (ενός μη Αμερικανού που επιλέγει να αποδώσει το όνειρο μέσα από μια αμερικάνικη ταινία), δεν θα μπορούσε να είναι τίποτε λιγότερο από ένα ηλιοκαμένο και ιδιόμορφο παζλ με τόσο διαφορετικά και ανόμοια μεταξύ τους κομμάτια, που όμως φαίνεται να κολλάνε τόσο απόλυτα μεταξύ τους. Όλη η δημιουργική του «τρέλα» βγαίνει στην επιφάνεια, εκφραζόμενη μέσα από σουρεαλιστικές λεπτομερειακές εικόνες ανέμελων Εσκιμώων, περιφερόμενων χελωνών, αυτοσχέδιων ιπτάμενων μηχανών και παράφωνων ακορντεόν, τις οποίες κεντά ο Goran Bregovic με τις έθνικ μελωδίες του, επιβεβαιώνοντας την σκέψη ότι σε αυτήν την ταινία καμιά επιλογή δεν είναι τυχαία.

Το Arizona Dream δεν είναι μια ταινία για όλα τα γούστα, δεν είναι όμως και απρόσιτη. Προσωπικά διαχρονικά αγαπημένη, σου δίνει την ελευθερία να την πλησιάσεις όσο εσύ θέλεις, καλλιεργώντας παράλληλα μια κρυφή επιθυμία να κάνεις ένα ταξίδι στα δικά σου σαλεμένα όνειρα. Δεν έχει σημασία πόσες φορές θα δεις μια ταινία για να την αγαπήσεις, πόσες φορές θα κοιτάξεις κάποιον για να τον ερωτευθείς, αλλά ούτε κι αν ονειρεύεσαι ψάρια και με τα δυο τους μάτια από την μία πλευρά να πετάνε νωχελικά στον αέρα. Σημασία έχει τι χαράζει μέσα σου η κάθε εμπειρία και πόσο σε κάνει να νιώθεις ζωντανός.
And as - cranky & hypnotic - Iggy sings:
“In the death car we are alive...”


Πηνελόπη Παπαδοπούλου

Δευτέρα, 14 Σεπτεμβρίου 2009

Laura (1944)

Ο Laura είναι όμορφη. Όχι πρόστυχη ή χυδαία, απλά όμορφη. Η Laura είναι όμως και έξυπνη. Όχι σοφιστικέ ή δήθεν, απλά έξυπνη. Σοβαροφανής αλλά με χιούμορ, ευφυής αλλά με περιπαιχτική διάθεση, μαγνητίζει τους πάντες με την ζωντάνια, την ομορφιά και την χάρη της. Οι άνδρες την θαυμάζουν, οι γυναίκες την ζηλεύουν. Όλοι όμως θέλουν να βρίσκονται κοντά της. Όλοι θέλουν να κλέψουν λίγο απ’ τον ενθουσιασμό τής παρουσίας της, τον δυναμισμό τής νιότη της. Τώρα η Laura είναι νεκρή. Somebody shot her in the face. Laura is no longer beautiful.........

Στον αστερισμό των noir, στη γκριζωπή απόχρωση αυτών των εγκλημάτων, η Laura ξεχωρίζει τόσο για την σκηνοθετική της αρτιότητα όσο και για την σεναριακή της ασυνήθεια. Δεν είναι τόσο η σχεδόν ευθεία ταύτιση της ταινίας με την χρυσή εποχή που το είδος ευδοκίμησε και άνθισε, αλλά η στάση που επι-κράτησε στο πέρασμα του κριτικώς αλάθητου χρόνου. Μέσα στη Laura βρίσκονται όλα εκείνα τα συστατικά που χαρακτηρίζουν μια τέτοια παραγωγή, στην πιο λιτή αλλά ουσιαστική μορφή τους, ικανά να σε κάνουν να αγαπήσεις ένα ολόκληρο cinema, χωρίς καν να χρειάζεται να το γνωρίσεις.

Η ιστορία της Vera Caspary βοηθάει από μόνη της τον Otto Preminger να αναπτύξει ένα ακαταμάχητα ερωτεύσιμο και ανθρωπίνως σπάνιο – φονευθέν πάντα – πορτραίτο. Το απλό αλλά άρτια εκτελεσμένο έγκλημα που συντελείται δεν θα λυθεί με την «ευκολία» της λογικής της διερεύνησης και της εικασίας από τον «λύτη» θεατή, αλλά θα του χαρίσει απλόχερα μια φαινομενικότητα που υποστηρίζεται από την σεναριακή εξυπνάδα της ανατρεπτικής πλοκής, κυρίως από την μέση της ταινίας και μετά. Ωστόσο ο Preminger δεν μένει μόνο εκεί.

Αλαζόνες μεγαλοαστοί, ραδιούργοι ζιγκολό, φθοροποιοί αριστοκράτες, δολοπλόκοι είρωνες και ένας ασταθώς πανούργος (αλλά ρομαντικά ευγενικός εκεί που πρέπει) ντετέκτιβ αποτελούν τον περίγυρο της (παράταιρης) Laura. Κομψότητα και γούστο ισορροπούν με την απληστία και την ζηλοφθονία, άνθρωποι αφοσιωμένοι στα πανύψηλα διαμερίσματα της νεοϋορκέζικης ζωή τους, ευτυχισμένοι (αλλά τελικά μόνοι) στα φωτισμένα τους δωμάτια με τα ψηλά ρολόγια και τα φτηνά liqueurs. Και το ασπρόμαυρο του φόντου εδώ μοιάζει να τους πηγαίνει πιο πολύ από ποτέ.

Μπορεί η συνεισφορά του Preminger να συνεχίστηκε την αμέσως επόμενη χρόνια με το εξίσου αναγνωριστικό Fallen Angel, είναι η Laura όμως που τον καθιέρωσε και του χάρισε την αναγνωρισιμότητα και την διαχρονική αξία του. Και είναι η Laura που μαζί με τα υπόλοιπα «πρώτα» της εποχής (The Maltese Falcon, Murder my Sweet, Double Indemnity, The Woman in the Window) μετέτρεψαν την μορφή του Αμερικανικού noir σε παγκόσμιας εμβέλειας κινηματογραφικό είδος, φέρνοντάς το πρώτα πρώτα από την άλλη άκρη του ατλαντικού, στο απαιτητικό Γαλλικό κοινό που κοιτούσε με περιέργεια από την κλειδαρότρυπα.

Η Laura είναι από εκείνα τα noir που – στην εποχή του - έφεραν το είδος στην επικαιρότητα και έκαναν πολύ κόσμο να στρέψει το βλέμμα του σε αυτό το «κάτι νέο» που ζυμωνόταν από καιρό. Ή για να το πω ακόμα καλύτερα ως μεταγενέστερος, η Laura είναι από τις ταινίες που έχουν την δυνατότητα να βγάλουν ένα ολόκληρο και καλά κρυμμένο (πια) cinema από την αφάνεια και την άγνοια των επόμενων γενεών. Ταινίες σαν την Laura βγαίνουν πολύ σπάνια σήμερα. Όχι γιατί δεν υπάρχουν ικανοί σκηνοθέτες, αλλά γιατί δεν υπάρχουν γυναίκες για να τους εμπνεύσουν.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Drag Me to Hell (2009)

Ο Raimi, τα Δαιμόνια, η εκπνοή των ‘00s και το καταραμένο άσθμα μιας γριάς μπαμπέσας που σέρνει τον χορό.

Η αλήθεια είναι ότι ο περισσότερος κόσμος ανα-γνωρίζει τον Sam Raimi από τις τελευταίες comic-o-τραγικές δουλειές, της τελευταίας δεκαετίας, άντε και λίγο πιο πίσω. Και πως να μην το κάνει άλλωστε την στιγμή που οι πρώτες (και πιο αναγνωρίσιμες) ταινίες του όχι απλά ήταν τελείως διαφοροποιημένες από τις επόμενες, αλλά αφορούσαν και είχαν τελείως διαφορετικούς αποδέκτες. Χωρίς (εμφανή) πρόθεση θριαμβολογίας, το παρόν κείμενο (μοιάζει να) αφορά περισσότερο εκείνους που γνωρίζουν (την) ιστορία, παρά όλους τους υπόλοιπους. Ωστόσο...

...Θα ήταν τουλάχιστον άδικο (αν όχι αφελές) να προσπαθεί κάποιος να συγκρίνει άμεσα το Drag me to Hell με το παρελθόν του σκηνοθέτη. Άλλες εποχές τότε, άλλοι άνθρωποι. Και ο Raimi τελείως διαφορετικός, απενοχοποιημένος από πρέπει, μεγάλες συμφωνίες και ακριβά studios. Σήμερα έχει όνομα, έχει καριέρα και πρέπει να φανεί αντάξιος όλων αυτών που τον περιβάλουν. Τουλάχιστον μέχρι ένα βαθμό (Ένα Απλό Σχέδιο ποτέ δεν είναι αρκετό για να αναλάβει κάποιος το "βαρύ" franchise του αραχνάνθρωπου). Ωστόσο, η επιστροφή του στο είδος που τον ανέδειξε και που ο ίδιος μοιάζει να αγαπάει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μόνο χαμόγελα μπορούσε να φέρει στα πρόσωπα των οπαδών.

Σαν δαιμονισμένη ιστορία τρόμου βγαλμένη από την παλιά καλή σχολή του χτες αλλά τοποθετημένη στο ευφάνταστο σήμερα, το Drag Me to Hell μοιάζει να ξεπήδησε από τις σελίδες ενός αυθεντικά σατανικού comic, όχι απόλυτα σκοτεινού, ούτε όμως και τρομερά πε-φωτισμένου. Χρησιμοποιώντας με χειρουργική ακρίβεια όλα τα κλισέ του είδους (πράγμα το οποίο ούτε στο ελάχιστο ενοχλεί), μετατρέπεται στο απόλυτο demon-movie, τρομερά απολαυστικό για την αφέλεια & το χιούμορ του αλλά και ακαταμάχητα ένοχο για τα ανεξάντλητα τρομάγματα που προσφέρει, πράγμα που είναι και ο σκοπός του, για να μη ξεχνιόμαστε.

Το είδος δεν μπορεί να επαναπροσδιοριστεί, μπορεί όμως να ανανεωθεί - μέσα από τον εαυτό του. Κολασμένες φιγούρες, φωνές από το υπερπέραν, ψαλμωδίες, μαύρη μαγεία, κατάρες, τελετές, κατσίκες, δαιμονισμοί, εξορκισμοί, evil dances, a gypsy old woman και μια υποβόσκουσα ειρωνεία για την δια-μορφωμένη κοινωνία και την εξιδανικευμένη μας πραγματικότητα, συνθέτουν αυτό το σαλιωμένο requiem που χορεύει η όμορφη Christine (καθόλου τυχαία επιλογή ονόματος) παλεύοντας να σώσει την ψυχή της, την οποία είχε αλλά έχασε όταν η υπευθυνότητα της τραπεζοϋπαλληλικής θέσης που κατέχει την αναγκάζει να πάρει μια παραβολικά και αμφισβητήσιμα λάθος απόφαση.

Εν μέσω μιας διφορούμενης οικονομικής κρίσης και δεδομένου του σνομπαρίσματος που επρόκειτο να επι-δεχτεί η ταινία (λόγω της φύσης της, καθαρά), ο - πάνω απ’ όλα - fan Raimi πατάει το γκάζι στο τέρμα χρησιμοποιώντας την εξυπνάδα, τα πάθη και τις κρυμμένες εμμονές του, και δίχως καν να σοκάρει με κάποιο ματωμένο περιεχόμενο (όπως συνηθίζεται τελευταία), δημιουργεί ένα fan-made τρομο-κράτημα, μπολιασμένο με μια συνεχή αίσθηση αγωνίας, φόβου και αφέλειας. Και η αλήθεια είναι ότι δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα ο άτιμος.

Το Drag Me to Hell, αμφιταλαντεύεται ανάμεσα σε δύο πραγματικότητες. Η πρώτη θέλει τον Raimi να τραβάει το βλέμμα του νεανικού - και όχι μόνο - κοινού (μαζί με ό,τι συνεπάγεται αυτό) προς το μέρος του, δημιουργώντας φασαρία, αναστάτωση και ντόρο. Η δεύτερη τον δείχνει κατακλυσμένο από νεανική αφέλεια, ζήλο και αυθορμητισμό, να προσπαθεί να δημιουργήσει όπως αυτός πιστεύει και αγαπά, αναλογιζόμενος το (βαθύ) παρελθόν και φέρνοντάς το στο (απαιτητικό) παρόν. Και στις δυο περιπτώσεις είμαστε τελείως μαζί του και επικροτώντας στο full, χαλαρώνουμε, γουστάρουμε και χειροκροτούμε για μια από τις πιο γαμηστερές ταινίες της χρόνιας. Τα βιολιά ξεκίνησαν να παίζουν, Avanti Maestro…

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2009

Bad Taste (1987)

“I must impress upon you the importance of remaining in human form, no matter how awkward, uncomfortable and ugly it makes you feel.”

Ούτε ο ίδιος ο Jackson δεν περίμενε ότι η χάρη τού αρχικά δεκάλεπτου Roast of the Day (το οποίο γύριζε με ερασιτεχνικά μέσα στα πλαίσια ενός τοπικού διαγωνισμού ερασιτεχνικών film μικρού μήκους της Νέας Ζηλανδίας) θα έφτανε τόσο μακριά στον χωροχρόνο. Μέσα από κακουχίες, αναποδιές, ευτράπελα και ύποπτες συνομωσίες, το σενάριο αλλοιώνεται, η διάρκεια μεγαλώνει και το όλο project υιοθετεί το τωρινό του όνομα, έτοιμο για world wide distribution.

Περισσότερο κωμωδία (ή καλύτερα παρωδία) παρά οτιδήποτε άλλο, το ολοκληρωμένο ντεμπούτο του (εκκολαπτόμενου μέχρι τότε) Peter Jackson χαρακτηρίζεται σαν το αποτέλεσμα των πολλών επιρροών που είχε ο (καταξιωμένος πια) σκηνοθέτης από το cinema του φανταστικού (και όχι μόνο). Επιπλέον το Bad Taste φέρνει εις πέρας ένα δύσκολο έργο πολλών χρόνων, σκληρής δουλειάς και αστείρευτης επιμονής του δημιουργού του.

Γνωρίζοντας από πολύ μικρός τον κινηματογράφο και μεγαλωμένος με τα monster movies της Universal και της Hammer τα οποία λάτρευε, ο Jackson έδειξε το πρωτόγονο ένστικτο του οραματιστή κινηματογραφιστή από νωρίς. Νιώθοντας έντονη την ανάγκη τόσο της δημιουργίας όσο της ικανο-ποίησης, καταφέρνει να μαζέψει ένα all male cast αποτελούμενο κυρίως από (το ίδιο τρελαμένους) φίλους και γνωστούς, και γυρίζει το δικό του film με εξωγήινους εισβολείς, δημιουργώντας τελικά όχι το πιο αναγνωρίσιμο b-movie των 80ς, αλλά ένα από τα πιο καλοφτιαγμένα και μερακλίδικα ντεμπούτα ever.

Το ανώριμο σχετικά σενάριο, διαμορφώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε οι χοντράδες και οι αφέλειες όχι απλά δεν ενοχλούν αλλά, από ένα σημείο και μετά θεωρούνται και απαραίτητες. Οι εξωγήινοι έχουν έρθει στη γη για να μαζέψουν ανθρώπινη σάρκα για αλυσίδα fast food του πλανήτη τους. Μια ομάδα αποτελούμενη από high-trained professionals ονόματι AIDS (Astro Investigation & Defence Service) καταφθάνουν για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Εννοείται πως κανείς δεν παίρνει τίποτα στα σοβαρά εκτός από τον ίδιο τον Jackson o οποίος δείχνει πρωτοφανή ζήλο και επαγγελματισμό για την ολοκλήρωση της ταινίας.

Με περίσσιο στιλ, αχόρταγη άποψη και .....τρομερή γεύση, το Bad Taste δεν σταματά πουθενά. Τρομερές ατάκες πάνε και έρχονται συνεχώς, τα λογοπαίγνια άπειρα, το χιούμορ αστείρευτο και οι σινεφιλικές αναφορές παρούσες καθόλη της διάρκεια της ταινίας. Πάνω απ όλα όμως το Bad Taste είναι splatter. Κεφάλια ανοίγουν, μυαλά κρέμονται, τσεκούρια ακρωτηριάζουν ανθρώπινα μέλη, πρόβατα ανατινάζονται. Μέσα σε όλα αυτά, οι παπατοκέφαλοι, με κρεμάμενες κοιλιές και τουρλωμένα κωλομέρια, εξωγήινοι του Jackson μοιάζουν σαν να ήρθαν πραγματικά από το διάστημα με άγριες διαθέσεις.

Τι και αν σε στιγμές το αποτέλεσμα δεν ήταν το επιθυμητό? Τι και αν κάπου χάνεται η μπάλα με τα ατελείωτα gunfights και τους ακόρεστους παλιμπαιδισμούς? Οι αναπόφευκτοι ερασιτεχνισμοί και τα αναμενόμενα λάθη δεν στάθηκαν ικανά να ανακόψουν την πορεία του film που για ολοκλήρωσή του χρηματοδοτήθηκε τελικά από το ("ανοιχτόμυαλο" όπως αποδείχθηκε) κέντρο κινηματογράφου της Νέας Ζηλανδίας.

Δεν είναι τυχαίο λοιπόν πως αυτός ο άνθρωπος κατάφερε να γίνει ένας από τους πιο ακριβοπληρωμένους και περιζήτητους σκηνοθέτες της εποχής μας. Ούτε είναι τυχαίο ότι κάθε βήμα του και υπογραφή αποτελεί είδηση και λαχτάρα για τους αμετανόητους κινηματογραφόφιλους (και όχι μόνο-επιτέλους) σε ολόκληρο τον κόσμο. Το Bad Taste είναι η επιμονή, το μεράκι και το ταλέντο ενός σπουδαίου και πανέξυπνου ανθρώπου, μετουσιωμένα σε τέχνη. Είναι η καλλιτεχνική ελευθερία του Jackson. Με το Bad Taste… he is born again


Chris Zafeiriadis

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2009

Eastern Promises (2007)

Αυτός, αυτή και τα μυστήρια της Ρώσικης μαφίας στο Λονδίνο...

Ο ιδανικότερος εκφραστής μιας μη αντικειμενικής παρουσίασης μιας (οποιαδήποτε) ταινίας του Cronenberg, δεν θα μπορούσε να είναι κάποιος ο οποίος αγαπάει και γνωρίζει τον κινηματογράφο σαν τέχνη, ιστορία ή τεχνοτροπία, αλλά κάποιος που αντιλαμβάνεται, ανα-γνωρίζει, και αγαπάει το έργο του Καναδού σκηνοθέτη στο σύνολό του. Και αυτό (υποσυνείδητα ή μη) το ξέρει πολύ καλά και ο ίδιος. Διότι καλλιτέχνες τέτοιου βεληνεκούς, κύρους, προσωπικής αναζήτησης και φιλοσοφίας δεν ενδιαφέρονται (πια) να αποδείξουν κάτι στους νεοκλασάτους κριτικάριους (ή ερμηνευτές εικόνων και έργων) οι οποίοι όλο και περισσότερο μοιάζει να ψάχνουν λαμπερούς τρόπους εγωιστικής αυτοπροβολής και εγωκεντρικής αντίδρασης (επιδεικνύοντας τις «ατελείωτες» γνώσεις τους). Τέτοιοι σκηνοθέτες περισσότερο ενδιαφέρονται να ικανοποιήσουν το κοινό που τους αγάπησε, τους ανέδειξε και που (ακόμα και στα στραβοπατήματά τους) τους δέχεται ως είναι και (κυρίως) τους θαυμάζει για αυτό που πιστεύουν και παράγουν.

Ακόμα και αν ίδιος ο Cronenberg προσπαθούσε να γίνει πιο mainstream δημιουργώντας βατές ιστορίες τοποθετημένες σε μια καθαρά αναγνωρίσιμη πραγματικότητα του σήμερα, δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει τα βήματα της βιομηχανίας (αυτού) του θεάματος και κατ’ επέκταση της λογικής που την διέπει. Διότι από μόνες τους οι δημιουργίες του αντανακλούν έναν καλλιτέχνη με σαφή όραμα και προσανατολισμό, πάμπολλες εμμονές και σίγουρα μια εξελισσόμενη φιλοσοφία, μακράν διαφοροποιημένο από την κουλτούρα και τα γούστα του μέσου Αμερικάνου θεατή.

Η ιστορία της μαίας που ψάχνει απαντήσεις (και τελικά τις βρίσκει), είναι σχετικά απλουστευμένη και λιγότερη φιλοσοφημένη απ’ ότι στο παρελθόν. Ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται για ρηχότητα, κάθε άλλο μάλιστα. Θέτοντας σαν βάση ένα ομιχλώδες και βροχερό Λονδίνο, παρουσιάζεται (έστω αμυδρά και χωρίς δυνατότητα επαλήθευσης) η κουλτούρα της Ρωσικής μαφίας και η (υπόγεια) δράση στην ευρύτερη περιοχή, σε μια ιστορία που διασταυρώνονται οι πολιτισμοί, παντρεύονται οι γνώσεις με τις αξίες, και το ποιος είσαι καθορίζεται από τα tattoos που έχεις στο σώμα σου (Vor V Zakone ονομάζεται ουσιαστικά η Ρώσικη μαφία και τα tattoos αυτά εκφράζουν το ποιος είσαι καθώς και την πορεία της ζωής του καθενός).

Μέσα σε όλα τα παραπάνω, το προσωπικό στίγμα του Cronenberg πανταχού παρών. Έκδηλη η αστείρευτη ικανότητα του να δημιουργεί τους δικούς του κόσμους με τους δικούς του ήρωες, αντί-ήρωες (και αντί-αντί-ήρωες) που μοιάζουν να ζούνε σε μία δική τους πραγματικότητα (ακόμα και οι «μαφιόζοι» μοιάζουν ξεκομμένοι από τον υπόλοιπο υπό-κόσμο), αρκετά ρεαλιστική και όχι τόσο μακριά από την δική μας (το ίδιο άνιση και ταυτόχρονα φαινομενικά απλή) εμπράγματη ζωή. Με μια επική σκηνή πάλης στα λουτρά (χαρακτηριζόμενη ως απλοϊκή ωμότητα) μας αποδεικνύει (ξανά) το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα και τις προσωπικότητάς του, χρησιμοποιώντας την βία σαν όπλο, είτε του καλού είτε του κακού (εδώ και των δύο).

Τι είναι όμως αυτό που κάνει το Eastern Promises να ξεχωρίζει μέσα από την απλόχερη απλότητά του?

Μια ιστορία εγκλήματος με δραματικές προεκτάσεις βασιζόμενη στην επαγγελματική αφοσίωση αλλά και στην εφηβική μανία του δημιουργού της. Δύο χαρακτηριστικά που δυστυχώς μέρα με τη μέρα, δείχνουν να εξανεμίζονται από τους περισσότερους και που η έλλειψή τους δημιουργεί μπερδεμένες ψευδαισθήσεις του σήμερα και του αύριο.
Ο Cronenberg όμως δεν ξεχνά, θυμίζοντας/δασκαλεύοντας σε όλους εμάς ένα πολύ σημαντικό πράγμα σ’ αυτή τη πολύ-δι-άστατη ζωή...

“Every sin leaves a mark...”

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2009

Un homme et une femme - A Man and a Woman (1966)

Ίσως ο Claude Lelouch να ήθελε να δημιουργήσει την απόλυτη και διαχρονικότερη ερωτική ταινία στην ιστορία του κινηματογράφου. Αυτό σίγουρα δεν το κατάφερε, κατάφερε όμως να δημιουργήσει μιας από τις χαρακτηριστικότερες και ταυτόχρονα αναγνωρίσιμες ταινίες μιας εξίσου ιδιαίτερης και επαναστατικά αμφιλεγόμενης δεκαετίας.

Όταν μια ταινία ξεκινάει με μια γυναίκα να διηγείται στο παιδί της ένα παραμύθι, τότε καταλαβαίνεις ότι η ταινία αυτή έχει συγκεκριμένους στόχους όσον αφορά τα συναισθήματα του θεατή. Λίγο αργότερα ένας άντρας μαθαίνει στο μικρό του γιο να οδηγεί. Περισσότερο με παιχνίδι μοιάζει δηλαδή παρά με εκμάθηση. Οι άντρες δεν μεγαλώνουν ποτέ λένε κάποιοι (και ίσως να έχουν δίκιο). Και οι δύο αυτοί γονείς έχουν χάσει τους συντρόφους τους, αναλαμβάνοντας ευθύνες και βάρη που ο κοινός νους δεν μπορεί να φανταστεί.

Σαν ραλίστας που είναι αυτός, έχει μάθει να τρέχει, έχει μάθει να κινδυνεύει. Δύσκολες καταστάσεις. Αυτή ασχολείται με τον κινηματογράφο. Μαθημένη στις ιστορίες και στις αναπαραστάσεις της ζωής. Από την ανάγκη της ατομικότητας μέχρι την ανάγκη της συντροφικότητας, οι ζωές τους θα διασταυρωθούν και θα βαδίσουν σε κοινά μονοπάτια. Τα μάτια παρατηρούν και το μυαλό καταγράφει, κυρίως συναισθήματα. Τα ίδια συναισθήματα που προσπαθεί να καταγράψει και η (άψυχη) κάμερα. Μεταξύ τέχνης και ζωής κάποιοι επιλέγουν την ζωή. Παράτολμη πράξη.

Τα flashbacks σε ασπρόμαυρο film δεν υπάρχουν για να καταλάβουμε καλύτερα αυτούς τους δύο ανθρώπους, αυτό το κάναμε στα πρώτα πέντε λεπτά που τους είδαμε με τα παιδιά τους (όλους τους ανθρώπους τους καταλαβαίνεις αμέσως μόλις τους δεις μαζί με τα παιδιά τους, λες και η συμπεριφορά απέναντί τους προδίδει τα πάντα για αυτούς). Τα flashbacks περισσότερο λειτουργούν σαν μαγνήτης συμπάθειας για αυτά τα δύο πρόσωπα. Λειτουργική στρατηγική, σίγουρα.

Σε καμία ιστορία δεν υπάρχει πρωτοτυπία. Δυο άνθρωποι γνωρίζονται, ερωτεύονται και συνεχίζουν μαζί τη ζωή τους. Αυτό που κάνει κάθε ιστορία πρωτότυπη είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι. Και οι δυο τους δημιουργούν το ιδανικό κολάζ εικόνων, σκέψεων και συναισθημάτων, ζούνε έναν έρωτα ευαίσθητο και αισθησιακό. Και εκεί βρίσκεται το μυστικό της (τότε) επιτυχίας. Με σχετικά ελάχιστους διαλόγους, το ευχάριστα παρακολουθήσιμο κινηματογράφημα του Lelouch, μπορεί να μοιάζει λίγο αμήχανο σήμερα (και σε στιγμές δραματικό), δεν παύει όμως να υμνεί παροτρυντικά τον ρομαντισμό και τον έρωτα. Έναν έρωτα ο οποίος μοιάζει επικίνδυνα αναγκαίος, περισσότερο στις μέρες μας, παρά τότε.

Όλα σε αυτή τη ζωή γυρίζουν, όλα αλλάζουν και όλα τα ίδια μένουν. Αυτός ο άντρας και αυτή η γυναίκα θα βρεθούν τυχαία ο ένας στο δρόμο του άλλου, θα ανταλλάξουν βλέμματα, θα περπατήσουν πλάι πλάι και τελικά θα ερωτευθούν. Αυτός ο άντρας και αυτή η γυναίκα θα ζήσουν τον δικό τους δραματικό έρωτα, το δικό τους παραμύθι. Σαν και αυτά που βλέπουμε στις ταινίες, στον κινηματογράφο. Για μια στιγμή όμως. Και αυτή μια τέτοια ταινία είναι. Αυτό είναι το cinema των αφηρημένων εικόνων, των γλυκόπικρων ιστοριών.

Chris Zafeiriadis