Πέμπτη, 12 Σεπτεμβρίου 2019

The Spectacular Now (2013)


Το Ονειρεμένο Τώρα είναι μια νεανική ταινία που προσπαθεί να γίνει ευχάριστη και χαμογελαστή, επιθυμώντας να αγαπηθεί από ανθρώπους που τους αξίζει να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, αλλά δεν γνωρίζουν ακριβώς τον τρόπο. Ανθρώπους όπως οι δύο πρωταγωνιστικοί χαρακτήρες (του Sutter και της Aimee) που, η αλήθεια είναι, τους θαυμάζεις για τον τρόπο που διαχειρίζονται τις ιδέες, τις ζωές και τα όνειρά τους, σε μια εποχή όπου το internet, τα βιντεοπαιχνίδια και οι άσκοπες συζητήσεις κυριαρχούν στην ατμόσφαιρα. Σε μια εποχή όπου το σεξ έχει γίνει προϊόν φτηνής ταχυφαγίας και όχι αποτέλεσμα προσωπικής αναζήτησης ενός απίθανου έρωτα. Στη ζωή δεν είναι σπάνιο αυτό, είναι όμως κάτι που το απολαμβάνεις, κάθε μια από τις ελάχιστες φορές που το συναντάς σε μικρές αμερικάνικες ταινίες σαν κι αυτή εδώ.

Ο Shutter και η Aimee γνωρίζονται απρόσμενα, περνούν τον χρόνο τους κάνοντας παρέα και τελικά ερωτεύονται, όπως πρέπει να ερωτεύονται οι άνθρωποι όταν καταφέρνουν να έρθουν ανέμελα κοντά. Με έναν αργό, σταθερό και αυθόρμητο τρόπο που, αν και δε σε αφήνει να το καταλάβεις στην αρχή, το συνειδητοποιείς όταν βρίσκεσαι μόνος και ο άλλος αρχίζει να σου λείπει εντυπωσιακά.

Εκείνη είναι η καλή μαθήτρια που προσπαθεί σιωπηλά αλλά με ζήλο να παραμείνει αφοσιωμένη στις μαθητικές της υποχρεώσεις. Εκείνος αδιαφορεί για το σχολείο και προσπαθεί να ζήσει την κάθε του στιγμή στο έπακρο, όντας επιρρεπής σε μικρές ποσότητες αλκοόλ. Ο Ponsoldt τους σέβεται, τους κινηματογραφεί υπέροχα σε ρεαλιστικούς ρυθμούς, και αναδεικνύει την ανάγκη τους για επικοινωνία, φέρνοντάς τους τελικά κοντά με ένα αυθόρμητο φιλί σε ένα υπαίθριο πάρκο που θα ζήλευαν οι περισσότερες ρομαντικές κομεντί του σύγχρονου Hollywood. Κάπως έτσι γεννάται μια σχέση που, όπως όλες οι σχέσεις, έχει τα πάνω της και τα κάτω της, με τους πρωταγωνιστές να χτίζουν τους δικούς τους κώδικες επικοινωνίας, όπως αυθόρμητα πρέπει να συμβαίνει με όλα τα νέα ζευγάρια.

Ακόμα, όμως, κι αν η πρώτη ώρα είναι αφιερωμένη στο νεανικό έρωτα, αυτή δεν είναι μια ταινία για τα ζευγάρια που πιστεύουν ότι θα μείνουν μαζί για πάντα, αφού στην πραγματικότητα αυτό που μένει για πάντα είναι οι αναμνήσεις μιας ζωής γεμάτης συγκινήσεις. Μέσα από τη σχέση των δύο, τις ερωτικές εκδηλώσεις και τις εφήμερες απογοητεύσεις, χτίζεται μια βαθύτερη αναζήτηση της ταυτότητας και της ελευθερίας, η οποία κλιμακώνεται σιωπηλά στο τελευταίο μισάωρο. Ο Sutter θα μείνει δίπλα στην Aimee, θα αντλήσει τη δύναμη που του έλειπε και θα ξεκινήσει την προσπάθεια για την επανένωση με τον από καιρό χαμένο του πατέρα. Το ύφος της ταινίας αγκαλιάζει το δράμα και οι χαρακτήρες ξεφεύγουν από το όνειρο, διασχίζοντας το κατώφλι της πραγματικής ζωής. Αντιμετωπίζουν τις αλήθειες και προσπαθούν να επουλώσουν τις πληγές τους, όχι για να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι, αλλά για να γνωρίσουν τελικά το ποιοι πραγματικά είναι, να κατακτήσουν το θάρρος που τους έλειπε και να χιμήξουν με μανία στη ζωή που τους ανήκει ολοκληρωτικά.

Κάπως έτσι το «τώρα» αποκτά ουσία και μετατρέπεται από ονειρεμένο σε αληθινά συναρπαστικό.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

The Blackcoat's Daughter (2015)


Δεν είναι όλες οι ταινίες σαφείς και εύκολα προσβάσιμες. Υπάρχουν ταινίες οι οποίες απαιτούν περισσότερη προσπάθεια για να γίνουν κατανοητές, απαιτούν λίγο παραπάνω πνευματική διαύγεια, ίσως και αυθάδη φαντασία, για να μπορέσει ο θεατής να αντιληφθεί αυτό που θέλει να του πει ο εκάστοτε δημιουργός. Για κάποιους, μια τέτοια προσέγγιση απορρίπτεται άμεσα γιατί αδυνατεί να επικοινωνήσει ευθέως αυτό που επιθυμεί στο θεατή, ενώ η ταινία έχει ήδη αποτύχει πριν καν ολοκληρωθεί το πρώτο μέρος της, αφού τις περισσότερες φορές η αφήγηση υποτάσσεται στη φόρμα και το στιλ/τεχνοτροπία υπερισχύει του περιεχομένου. Για κάποιους άλλους, όμως, κάτι τέτοιο αποτελεί αναμφίβολη αρετή, μια σπάνια δοκιμασία στην οποία ένας θεατής καλείται να βουτήξει βαθιά μέσα στα κάδρα, στο ασαφές σενάριο και στο δυσανάγνωστο τρόπο αφήγησης για να ανακαλύψει την αλήθεια που κρύβει μέσα της η ιστορία.

Με μία μινιμαλιστική προσέγγιση, τόσο στους διαλόγους όσο και στον τρόπο αφήγησης, το Blackcoat’s Daughter του Oz Perkings (ναι, ο γιος του Antony) ακολουθεί δύο κορίτσια ενός καθολικού σχολείου θηλέων που σπάνια χαμογελάνε και που το καθένα, για τους δικούς του λόγους, αδυνατεί να φύγει από τη Σχολή για τις διακοπές του Φεβρουαρίου(;). Ο σκηνοθέτης σού δίνει το ελάχιστο των πληροφοριών που χρειάζεσαι για να καταλάβεις το τι ακριβώς συμβαίνει εδώ, ενώ ζητά από εσένα να γεμίσεις τα κενά που επιμελώς αλλά και χωρίς φειδώ δημιουργεί. Μέχρι να αντιληφθείς ότι αυτή εδώ είναι μια underground ιστορία δαιμόνων και εξορκισμών που ξεκινάει μέσα στο ίδιο το εκπαιδευτήριο του Χριστιανισμού (η απόλυτη ήττα της εκκλησίας), η ταινία σε έχει ήδη ρουφήξει μέσα στην πνιγερή της ατμόσφαιρα και ξέρεις ότι δεν πρόκειται να σε αφήσει, πάρα μόνο όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους.

Κι όμως, ακόμα και μια τέτοια προσέγγιση είναι ικανή να μοιάζει ανανεωτική και να αποδειχθεί υπέροχα απολαυστική. Ο σκηνοθέτης δεν κάνει το λάθος να αναλωθεί σε ανούσιες παρουσίες δαιμόνων και αφελείς εξορκισμούς που στην καλύτερη θα προκαλούσαν γέλιο στο κοινό. Αντίθετα, μέσα από το απλοποιημένο στήσιμο των κάδρων, τους ελάχιστους διαλόγους, τις κινήσεις και τα βλέμματα των κοριτσιών, καθώς επίσης και μέσα από την φαινομενική αταραξία της χιονισμένης και μοναχικής ατμόσφαιρας (η οποία βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με την ψυχοσύνθεση των ηρώων), κάθε εμφάνιση ενός σημαντικού για την εξέλιξη της ιστορίας στοιχείου αγωνίας και τρόμου καταφέρνει να ξεχωρίσει, αποκτά ακόμα περισσότερη βαρύτητα και λειτουργεί πιο αποτελεσματικά από ότι αν βρισκόταν θαμμένο μέσα σε κάποιο σωρό ανούσιων πληροφοριών.

Μέσα από αυτή την προσέγγιση, παρουσιάζεται ένα άμορφο κακό το οποίο αναδύεται σιωπηρά από την άβυσσο του πουθενά και φωλιάζει βαθιά στα σωθικά (εκεί που απέτυχαν να φωλιάσουν οι αρετές του Χριστιανισμού), οδηγώντας τον άνθρωπο σε πράξεις βασανιστικές και αιματοβαμμένα αποτρόπαιες. Πράξεις που μερικές φορές μοιάζουν τόσο πολύ ανθρώπινες και οικείες που σε κάνει να αναρωτιέσαι για τη φύση από την οποία πηγάζουν. Το κακό βέβαια σε αυτή την ταινία δεν μπορεί να υποταχθεί, ούτε καν να ελεγχθεί από τη φλόγα και τη δύναμη του ιερού, μοιάζει να μη μας έχει καν ανάγκη και, κάποια στιγμή, το ίδιο σιωπηρά όπως μας πλησίασε, θα μας αφήσει πίσω στην απομόνωση του μικρόκοσμού μας.

Και είναι κάπου εκεί, λίγο πριν το τρίτο μέρος της ιστορίας, όπου ο Perkings σταματάει να αναζητά της απαντήσεις που περικλείουν τα κορίτσια της ιστορίας και σου αποκαλύπτει αυτό που με μαεστρία σου έκρυβε όση ώρα εσύ αναρωτιόσουν, ενώ η ταινία παίρνει μία αναπάντεχη και ακόμα πιο σκοτεινή τροπή. Βλέπεις, ο άνθρωπος δεν χρειάζεται κολασμένα δαιμόνια και φτερωτούς αγγέλους που θα του υποδείξουν πώς να εξαπολύσει το κακό ή το καλό προς τον κόσμο που τον περιβάλλει. Μια αφορμή χρειάζεται μόνο, μια ευκαιρία για να γεμίσει την ψυχή του και να την μετατρέψει από ανούσια σε σημαίνουσα, γι’ αυτόν, αναγκαιότητα. Βέβαια, ως θεατές και πρωταγωνιστές της ζωής δεν χρειαζόμαστε κάποια ταινία για να μας το πει αυτό, χρειαζόμαστε όμως που και που να το υπενθυμίζει, αφού πολλές φορές αναζητούμε τις αιτίες εκεί που δεν υπάρχουν και προσπαθούμε μάταια να δικαιολογήσουμε όσα δεν δύνανται να δικαιολογηθούν. Από την άλλη, δεν θυμάμαι πότε ήταν η τελευταία φορά που μια ταινία προσπάθησε να αγκαλιάσει με τόσο πεσιμισμό την ανθρώπινη φύση. Μου αρκεί όμως που δε διστάζει να το κάνει και ταυτόχρονα με κάνει να αναρωτιέμαι με πόσες μαχαιριές πεθαίνει το ανθρώπινο κορμί.

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

The Beatles: Eight Days a Week - The Touring Years (2016)


Όσο κι αν μιλήσει κάποιος για τους Bealtes νομίζω δε θα είναι αρκετό. Βλέπεις, υπάρχουν κάποιοι καλλιτέχνες που όσες φορές κι αν δεις ή ακούσεις κάτι γι’ αυτούς, ποτέ δε θα μπορέσεις να ικανοποιηθείς. Θα θέλεις ακόμα περισσότερο, ακόμα μια φορά να τους δεις να παίζουν τα αγαπημένα σου κομμάτια live στη σκηνή. Οι Beatles ανήκουν σε μια κατηγορία συγκροτημάτων που δεν κατάφεραν απλώς να αγγίξουν την επιτυχία της εποχής τους αλλά και κάθε επόμενης που έρχεται, αφού η κληρονομιά που έχουν αφήσει πίσω τους οι τέσσερεις μουσικοί δεν εξαντλείται, δεν χορταίνεται και φυσικά δεν μπορεί να ηττηθεί από την πάροδο του χρόνου. Κάπως έτσι, εμείς που ζούμε σήμερα πενήντα-εξήντα χρονιά μπροστά, μπορεί να μην έχουμε πια την ευκαιρία να τους απολαύσουμε επί σκηνής, μπορούμε όμως να αντικρίσουμε το μεγαλείο τους μέσα από ντοκιμαντέρ σαν κι αυτό εδώ. Το ξέρω, δεν είναι κάτι σπουδαίο να παρακολουθείς κάτι όμορφο μέσα από μια οθόνη, αλλά είναι ό,τι πιο κοντινό μπορούμε να έχουμε στην εμπειρία μιας συναυλίας. Για όλα τα υπόλοιπα θα υπάρχουν πάντα τα τραγούδια.

Η ταινία του Ron Howard, ξεκινάει με ένα βίντεο των Σκαθαριών όπου παίζουν ζωντανά το She Loves You στο ABC cinema του Manchester το 1963 κι αυτό που γίνεται πρώτα από όλα αντιληπτό είναι οι φρενήρεις αντιδράσεις του κοινού που τους παρακολουθεί. Στη συνέχεια παρουσιάζονται συνεντεύξεις και κυρίως ζωντανές εμφανίσεις του συγκροτήματος την περίοδο 1963-1966, με το βάρος να πέφτει στα γράμματα των κοριτσιών, στις αφηγήσεις των περιστατικών, στις εμφανίσεις στην τηλεόραση (πόσο υπέροχο μέσο για να δεις ό,τι αγαπάς, χωρίς να μπορείς να το αγγίξεις) και κυρίως στις μεγάλες συναυλίες που έδωσαν οι Beatles εκείνη την περίοδο. Όλα αυτά μέσα σε μια περίοδο δύσκολη και ψυχολογικά απαιτητική όπου ο κόσμος (όπως και σήμερα;) μοιάζει να έχει την ανάγκη από κάπου να πιαστεί.

Μπορεί να άλλαξαν πολλά τα τελευταία χρόνια στη μουσική βιομηχανία, μπορεί τα είδη να εξελίχτηκαν όπως κανένας δε μπορούσε να προβλέψει, αυτό όμως που ποτέ δεν πρόκειται να αλλάξει είναι το πάθος των αφοσιωμένων ακροατών. Ακροατών ανεξαρτήτου ηλικίας, γεωγραφικής διεύθυνσης και μουσικής προτίμησης, ακροατών που είτε λατρεύουν τους Beatles, είτε τη Maria Callas είτε τους Slayer, κάθε φορά που βρίσκονται κοντά στο ίνδαλμα τους θα είναι έτοιμοι να κάνουνε χαμό. Αυτή είναι μια ταινία για όλους αυτούς τους ανθρώπους και το πάθος που χαρακτηρίζει τις στιγμές που βλέπουν το αγαπημένο τους συγκρότημα να παίζει ζωντανά. 

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Supersonic (2016)


Στην ιστορία της σύγχρονης μουσικής βιομηχανίας είναι λίγες οι φορές που από το πουθενά εμφανίστηκε ξαφνικά ένας καλλιτέχνης ή ένα συγκρότημα που κατάφερε να κατακτήσει σε χρόνο αστραπιαίο τόσο τα μουσικά τσαρτ όσο και τις καρδιές των ακροατών. Είναι λίγες οι φορές που οι καλλιτέχνες αυτοί δεν ήταν φτηνά προϊόντα της ίδιας της βιομηχανίας, φούσκες που δεν είχαν τίποτα το ουσιαστικό να προσφέρουν, αλλά καθημερινοί άνθρωποι που με την έμπνευση, το μεράκι και κυρίως τη σκληρή δουλειά τους, προσπάθησαν να βγάλουν από μέσα τους αυτό που θα τους έκανε να νιώσουν ζωντανοί και να επικοινωνήσουν με όσο περισσότερο κόσμο μπορούσαν. Ένα από αυτά τα συγκροτήματα είναι και οι Oasis, οι οποίοι δημιουργήθηκαν από τα αδέρφια Gallagher στο Manchester του 1991 και μέσα σε λίγα χρόνια κατάφεραν να κατακτήσουν τις ψηλότερες κορυφές, με τον κόσμο να τους κοιτά και να τους αποθεώνει.

Στο ντοκιμαντέρ του Mat Whitecross (The Road to Guantanamo, Sex & Drugs & Rock & Roll), η ιστορία ξεκινάει από τα πρώτα χρόνια συγκρότησης και τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η ίδια η μπάντα και περνάει μέσα από τις αντιξοότητες, τις παρέες, τις αμέτρητες ουσίες και τους έντονους καυγάδες, καταλήγοντας, λίγο πριν ολοκληρωθούν τα πρώτα πέντε χρόνια πορείας, σε μια από τις μεγαλύτερες συναυλίες που έδωσαν ποτέ οι Oasis, στο Knebworth, μπροστά σε 250.000 τρελαμένους οπαδούς τους. Μέσα σε αυτές τις δύο ώρες τεκμηρίωσης, ο σκηνοθέτης δε θα εστιάσει στα τραγούδια, τις επιτυχίες, τους έξυπνους στίχους και τις εκατομμύρια πωλήσεις (οι λίγο μεγαλύτεροι θυμούνται πώς το “Champagne Supernova” όρισε χιλιάδες νεανικούς έρωτες εκείνη την εποχή). Περισσότερο θα ενδιαφερθεί για τους ίδιους τους δημιουργούς, το πόσο αυτοί επηρεάστηκαν από τη μουσική σκηνή την οποία εν μέρει δημιούργησαν και τον (σωστό ή λάθος) τρόπο με τον οποίο διαχειρίστηκαν τη γρήγορη επιτυχία τους.

Το Supersonic είναι έξυπνο, καλοφτιαγμένο, αναπνέει νεανικό αέρα και κεντρίζει το ενδιαφέρον, όχι μόνο όσων λατρεύουν την Britpop και κατ’ επέκταση τους Oasis, αλλά κυρίως όσων ενδιαφέρονται να ρίξουν μια πιο εσωτερική ματιά σε ένα από τα μεγαλύτερα συγκροτήματα των τελευταίων χρόνων. Μια ματιά που πέφτει επάνω στις αυτοκαταστροφικές προσωπικότητες ανθρώπων που κατάφεραν να γράψουν τη δική τους ιστορία, γράφοντας παράλληλα ένα από τα σπουδαιότερα κεφάλαια στην μουσική των 90’s. Και ξέρεις, δεν είναι δα και τόσοι πολλοί αυτοί που έχουν καταφέρει κάτι τέτοιο.

Chris Zafeiriadis

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

The Void (2016)

“There’s a demon inside, Bloodlet it out,
Bloodlet it out, ‘Til you love me again”
(Munroe, 2015) 

Μέσα από τ’αχαρτογράφητα βάθη του ανθρώπινου παραλογισμού (που μετουσιώνονται σε κινηματογραφική επιθυμία και, μετά, εμπειρία) αναδύεται το ‘Void’, το οποίο, αφού δεν μπορεί να διεκδικήσει δάφνες πρωτοτυπίας μέσα από το σενάριό του, προσπαθεί να διεκδικήσει μια θέση στο πάνθεον του φανταστικού σινεμά, κυρίως μέσα από τον τρόπο αφήγησης και την κατασκευή του. Το αν το καταφέρνει ή όχι, εξαρτάται αποκλειστικά από την ανοχή των λάτρων του είδους, αφού γι’ αυτούς και μόνο φαίνεται να προορίζεται. Άλλωστε το σινεμά του φανταστικού μοιάζει να συγχωρεί πολλά και να επαινεί ακόμα περισσότερα από οποιοδήποτε άλλο είδος, σε κάθε κατασκευή που φαίνεται να πάσχει σε αρκετά σημεία αλλά διαθέτει τις κατάλληλες αρετές για να το απολαύσεις.

Ταινίες σαν το ‘Void’ αξίζει να μνημονεύονται γιατί έχουν το θάρρος και τολμάνε να βαδίσουν σε δύσβατα μονοπάτια, κάτι που οφείλεται κυρίως στους δύο τρελαμένους δημιουργούς του. Είναι ξεκάθαρο ότι οι κύριοι Gillespie και Kostanski είναι αφοσιωμένοι κινηματογραφόφιλοι, αγαπάνε το φανταστικό σινεμά – κυρίως της δεκαετίας των 80’s (οι στα όρια της κλοπής επιρροές δεν χρειάζεται καν να αναφερθούν εδώ, αφού αναγνωρίζονται εύκολα με την πρώτη ματιά) – και σε αυτό φαίνεται να θέλουν να επενδύσουν, αφού, όπως και σε κάθε άλλη πτυχή της ζωής, η κατανάλωση χωρίς δημιουργία δεν οδηγεί πουθενά.

Στημένο με μεράκι, προσήλωση στο σκοτάδι, απολαυστικά practical effects (τα οποία πάντα θα κερδίζουν με διαφορά τη μάχη με τα άψυχα cgi των υπολογιστών) και με μια σχετική περιρρέουσα αναρχία στην πλοκή, το ‘Void’ ακολουθεί μια ομάδα επαρχιωτών που παγιδεύονται σε ένα υπό εγκατάλειψη νοσοκομείο της περιοχής και απειλούνται από μια ομάδα αιρετικών, ντυμένων με άσπρα σεντόνια κι ένα μαύρο τρίγωνο στην περιοχή του προσώπου – σύμβολο ενός απροσδιόριστου κακού που μοιάζει να κυριαρχεί υπόγεια στην ευρύτερη περιοχή. Παράλληλα, και χωρίς καμία εξήγηση, μέσα στο ίδιο το νοσοκομείο αρχίζουν να συμβαίνουν όλα τα περίεργα των κόσμων που έχει πλάσει η ανθρώπινη φαντασία (επίγειων, ουράνιων και κολασμένων). Κάπου εκεί καταλαβαίνεις ότι αυτό που παρακολουθείς δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια ακατανόητη ταλάντευση ανάμεσα στη βίαιη πραγματικότητα και την αρρωστημένη φαντασία που πλάθει το μυαλό, μια ταλάντευση που ξεκινάει από αυτό που προσπαθείς να κατανοήσεις και καταλήγει σε έναν never-ending αιματοβαμμένο εφιάλτη για τους ήρωες της ιστορίας.

Η ιστορία ξεκινάει απίθανα, χτίζοντας ένα μυστήριο που σε κεντρίζει και σε κάνει να αναρωτιέσαι. Η συνέχεια εξελίσσεται μέσα σε μια αινιγματική ατμόσφαιρα η οποία εισάγει απειλητικές φιγούρες που προκαλούν τον τρόμο, ενώ αρκετά νωρίς περνάει σε body-horror εξάρσεις, καταδύεται σε ένα υπόγειο γεμάτο ζωντανά πτώματα και, τελικά, χάνεται μέσα σ’έναν κυκεώνα κρεουργημένης σάρκας και ονείρων από έναν άλλο κόσμο – εκεί όπου ο ομφάλιος λώρος της μητέρας δίνει ζωή σε πλάσματα από το υπερπέραν. 

Αυτό που ίσως ενοχλήσει κάποιους είναι η έλλειψη μιας ουσιαστικότερης ερμηνείας των όσων συμβαίνουν, η οποία θα ωθούσε την ταινία σε ένα ψηλότερο σκαλοπάτι και θα χρησιμοποιούσε τα όμορφα εξωτερικά χαρακτηριστικά για κάτι πραγματικά πνευματώδες. Αντίθετα, όμως, τα όσα περίεργα συμβαίνουν μένουν μετέωρα χωρίς ίχνος δικαιολόγησης, οπότε και οι προθέσεις των δημιουργών τίθενται υπό αμφισβήτηση. Κάπως έτσι το Void παραμένει χαμένο μέσα στην άβυσσο την οποία υπηρετεί, σαν ένα εφιαλτικό παραμύθι εγκλωβισμένο μέσα στο χρόνο και το χώρο. Από την άλλη, βέβαια, ως λάτρεις τέτοιων ελλειπτικών, σχεδόν ακρωτηριασμένων ιστοριών, μπορούμε να αφήσουμε τη φαντασία μας ελεύθερη και να χρησιμοποιήσουμε την περιορισμένη αφήγηση της πλοκής ως ένα εργαλείο για τη δημιουργία μιας ολότελα δικής μας προσέγγισης της ιστορίας. Μπορούμε έτσι να δώσουμε τη δική μας ερμηνεία στην αλλοιωμένη πραγματικότητα που ξεδιπλώνεται στην οθόνη, να έρθουμε κοντά στο Κενό και να το αναγνωρίσουμε ως ένα μικρό διαμάντι του cosmic horror subgenre. Αν, φυσικά, υπάρχει κάτι τέτοιο.

Chris Zafeiriadis