Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

Άδικος Κόσμος (2011)



Οι όμορφοι άνθρωποι χτίζουν όμορφους κόσμους. Όπως οι βρώμικοι κατασκευάζουν βρώμικους και οι άδικοι αποτελούν την πλειοψηφία ενός άδικου τόπου τον οποίο χειρίζονται με εξίσου άδικο τρόπο.  Βέβαια, ανάμεσα σε αυτούς υπάρχουν και μερικοί που κινούνται κάπου στο ενδιάμεσο, όχι γιατί δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά αλλά γιατί δεν έχουν αποφασίσει ακόμα σε ποια κατηγορία θέλουν να ανήκουν. Κάπως έτσι,  οικοδομήσαμε την Ελλάδα, φτάνοντας στο σήμερα, χωρίς να γνωρίζουμε τι είναι αυτό που μας αποτελεί και τελικά, μας χαρακτηρίζει. Μέσα σ’ αυτήν τη σαχλαμάρα που ζούμε, κάποιοι προσπαθούν να παραμείνουν δίκαιοι.

Η ταινία ξεκινάει με έναν άνθρωπο, μόνο, σε ένα έρημο παγκάκι. Έναν άνθρωπο που μοιάζει να μη χωράει στον τόπο που τον γέννησε, στριμωγμένος, θαρρείς, σε μια γωνιά που κανείς άλλος δεν ήθελε να βρίσκεται. Ο Σωτήρης (εξαιρετικός ο Καφετζόπουλος) είναι αστυνομικός, ένα όργανο της τάξης δηλαδή, ο οποίος αποφασίζει στη ζωή και στη δουλειά του να είναι δίκαιος με εκείνους που η ζωή  έτυχε να είναι άδικη. Μια απόφαση που γεννοβολάει ερωτήματα στο θεατή, τόσο για το παρελθόν του πρωταγωνιστή όσο και για τον τόπο του. Αυτό το δεύτερο (ο τόπος) μοιάζει να είναι η κινητήριος δύναμη της ταινίας, ο παράγοντας γύρω και μέσα στον οποίο περιστρέφονται όλα. Ένας τόπος που μοιάζει να ματώνει, αφήνοντας λεκέδες, τους οποίους ελάχιστοι γνωρίζουν πώς να ξεβρομίσουν.

Ο τόπος του Σωτήρη είναι ο τόπος του σήμερα. Η χώρα που θέλουμε όλοι να αλλάξουμε αλλά κανείς δεν τολμάει να κάνει την πρώτη κίνηση. Είναι ο τόπος που θα κυνηγήσει αυτόν που θα κλέψει ένα ζευγάρι κάλτσες και ένα κομμάτι ψωμί, αλλά θα προσπαθήσει να καλύψει εκείνον που θα αφανίσει την αμεροληψία. Είναι ο τόπος που θα προωθήσει αυτόν που έχει τις κατάλληλες γνωριμίες αλλά θα κρατήσει στην αφάνεια εκείνον που έχει τα προσόντα όμως δε γνωρίζει τους κατάλληλους ανθρώπους. Είναι ο τόπος που σου βάζει το όπλο στο χέρι και πατάει τη σκανδάλη, χωρίς να μπορείς να προβάλεις αντίσταση. Ο τόπος του Σωτήρη απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί ένας όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος. Αντιθέτως, μοιάζει με τερατούργημα οικοδομικών διαστάσεων, το οποίο όμως εσωκλείει στα σπλάχνα του μια λιλιπούτεια θέση και για τους άλλους, τους διαφορετικούς.

Ο Σωτήρης θα συναντήσει τη Δώρα (ιδανική στο ρόλο η Θεοδώρα Τζήμου) εν μέσω ειλικρινούς αναζήτησης και κακουργηματικής ενοχής. Η Δώρα θα γνωρίσει τον Σωτήρη τη στιγμή της προσωπικής και ηθικής της αμφισβήτησης. Οι δυο τους δε θα ταιριάξουν αμέσως, θα βρεθούνε όμως δέσμιοι, ο καθένας της δικής του αμαρτίας. Οι δυο αυτοί χαρακτήρες θα αναζητήσουν την καθαρότητα της συνείδησης, αμήχανοι μπροστά στην ειλικρίνεια και χαμένοι στη μετάφραση όσων πρέπει να ειπωθούν αλλά λέγονται διστακτικά.

Με πολύχρωμο ρεαλισμό και ουμανιστική διάθεση, ο Φίλιππος Τσίτος θα χτίσει τον Άδικο Κόσμο του, επάνω στην ευαισθησία και την ειλικρίνεια των ανθρώπων της διπλανής πόρτας. Και θα κατασκευάσει ένα παραμύθι, σαν αυτό που μοιάζει να έχει ανάγκη το ελληνικό σινεμά. Ένα παραμύθι προβληματισμένο όπως και οι ήρωές του και μελαγχολικό όπως οι διαθέσεις τους. Ένα παραμύθι που θέλει να μιλήσει αλλά τρέμει μπροστά στις λέξεις, γι’ αυτό και σε στιγμές στέκεται σιωπηλό. Ίσως και να μη χρειάζεται να ξεστομίσει κάτι, άλλωστε οι ήρωές του μιλάνε περισσότερο με τα βλέμματα και τις εκφράσεις τους παρά με τις λέξεις. Ένα παραμύθι που σπαρταράει για να γίνει πραγματικότητα, αρκεί οι άνθρωποι να αρχίσουν να πιστεύουν ότι μπορούν να αλλάξουν. Να αλλάξουν πρώτα τον εαυτό τους και μετά αυτό τον υπέροχο αλλά θρασύδειλο τόπο που έτυχε να ζούμε.

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Holy Motors (2012)



Όπου και αν βρισκόμαστε, είμαστε θεατές. Σε οποιοδήποτε μέρος, σε οποιαδήποτε αίθουσα και σε οποιονδήποτε δρόμο και αν βαδίσουμε, παραμένουμε ανώνυμοι παρατηρητές ενός έργου που άλλοτε γνωρίζουμε και άλλοτε δεν έχουμε ιδέα που και πως θα καταλήξει. Και όμως, η θέαση μας γοητεύει. Μας γοητεύει και μας υπνωτίζει,  πλημμυρίζοντας το μυαλό και την καρδιά με εικόνες και συναισθήματα για μια ζωή γεμάτη συγκινήσεις. Η κατά Σαίξπηρ αλήθεια, ότι ο όλος ο κόσμος είναι μια απέραντη σκηνή κι όλοι οι άντρες και γυναίκες είναι απλώς ηθοποιοί, όχι απλά επαληθεύεται εδώ, αλλά μοιάζει να εδραιώνεται πλέον στις συνειδήσεις εκείνων που τολμούν να αψηφήσουν την αναμφίβολη πραγματικότητα. Να εδραιώνεται σαν τη μοναδική αλήθεια, ενός παράλογου και ανήλεου κόσμου στον οποίο οφείλουμε τα πάντα και ταυτόχρονα, δεν του χρωστάμε τίποτα απολύτως.   

Το Holy Motors δεν είναι απλά μια ταινία για το σινεμά, είναι το σινεμά το ίδιο. Είναι εμπνευσμένο, παθιασμένο και ειλικρινές, από το πρώτο δευτερόλεπτο, μέχρι να πέσουν(;) οι τίτλοι τέλους, ερωτευμένο με τις ιστορίες και ηδονισμένο με τις κινηματογραφικές εικόνες όχι μίας, αλλά κάθε εποχής. Γι’ αυτό και γίνεται επικίνδυνα εθιστικό. Μπορείς να το παρακολουθείς ξανά και ξανά, σα ναρκωτικό που θα το νιώσεις να κυλάει μέσα σου και να γίνεται ένα μαζί σου, μέχρι η καρδιά να λαχταρήσει και τα όνειρα να συγχρονιστούνε στο ίδιο καρδιοχτύπι. Εκείνα τα όνειρα που περιμένεις Με Κομμένη την Ανάσα να πραγματοποιηθούν, μήπως και καταφέρεις, έστω και για μια στιγμή, να γίνεις αναπόσπαστο κομμάτι τους.

Η ιστορία της ταινίας είναι απροσδόκητα απλή αλλά ταυτόχρονα εξαιρετικά σύνθετη. Ένας  ηθοποιός περιπλανιέται στους ανώνυμους και επώνυμους δρόμους του Παρισιού, χρησιμοποιώντας τα πίσω καθίσματα μιας λευκής λιμουζίνας ως καμαρίνι και μεταμορφώνεται συνεχώς, οικειοποιώντας εννέα διαφορετικούς ρόλους και εννέα διαφορετικούς χαρακτήρες, όσοι και οι μήνες που εκκολάπτεται ένας άνθρωπος μέσα στη μήτρα της μητέρας του. Βέβαια, ηθοποιός σημαίνει φως και στη Πόλη του Φωτός το μόνο που απομένει να κάνει ένας ηθοποιός είναι να λάμψει. Έτσι και ο Denis Lavant ακτινοβολεί σε κάθε δευτερόλεπτό της ταινίας, σε κάθε μεταμόρφωση του κορμιού του και σε κάθε μορφασμό του ευμετάβλητου προσώπου του. Γίνεται ο  φτωχός και ο πλούσιος, ο θύτης και το θύμα, η πεντάμορφη και το τέρας σε ένα σώμα, μια ψυχή. Άλλοτε με μια μαγκούρα στο χέρι να ζητιανεύει πενταροδεκάρες και άλλοτε με ένα ακορντεόν κρεμασμένο στο στήθος, να σου ξεσκίζει την καρδιά, σκορπίζοντας με ένα πονεμένο πάθος τα κομμάτια της στους πολύφωτους δρόμους της Γαλλικής πρωτεύουσας.

Έτσι το Holy Motors μετατρέπεται σε ταξίδι. Ένα ατμοσφαιρικό, παραπλανητικό, νοσταλγικό ταξίδι από το σινεμά του χτες, μέχρι τα όνειρα και τις αξίες που μένουν για το αύριο. Μια παρ-αισθησιακή, ερωτική και ταυτόχρονα αινιγματική περιήγηση στην άβυσσο της bigger than life ονείρωξης των ανθρώπων και τη διαρκή αυτοτιμωρία του να είσαι (και να μένεις) για πάντα ο εαυτός σου. Ξέρεις όμως, όταν κοιτάζεις αχόρταγα την άβυσσο, κάποια στιγμή θα σε κοιτάξει και εκείνη με τον ίδιο τρόπο. Και τότε γίνεσαι ένα μαζί της, βυθισμένος στη αγκαλιά της και μεθυσμένος από όλα όσα ήθελες αλλά δεν μπόρεσες να είσαι. Έτσι το Holy Motors γίνεται το όνειρο και η πραγματικότητα μαζί, η αλήθεια και το ψέμα σε μια στιγμή ακόρεστης συμβίωσης.

Έπειτα, είναι και οι μηχανές. Demons to some, angels to others όπως έχω ακούσει να τις αποκαλούνε, τα άγια αυτά δημιουργήματα τα όποια μας καλωσορίζουν στα σπλάχνα τους (“Welcome to the Machine”;) και είτε ως κάμερες απαθανατίζουν τους ανθρώπους, είτε ως μηχανές προβολής, σκορπάνε τις εικόνες σε εκείνους που τις έχουν περισσότερο ανάγκη. Και μεταμορφώνουν τις στιγμές μας σε κάτι συναρπαστικό. Διότι, ξέχασα να πω, οι στιγμές μέσα σε μια κινηματογραφική αίθουσα είναι το ίδιο σημαντικές (και ιερές) με εκείνες απ’ έξω, κομμάτι της ζωής μας και ας μη το καταλαβαίνουν οι περισσότεροι. Σε αυτές τις μηχανές ο Carax  αφιερώνει ένα κομμάτι της ψυχής του και τις χαρίζει τη φωνή που ποτέ δεν τους δόθηκε. Και οι μηχανές, σαν ζωντανοί οργανισμοί το μόνο που ζητάνε είναι να συνεχίσουν να υπάρχουν. Να συνεχίσουν να τροφοδοτούνε εμάς τους ανθρώπους με όλα όσα μισούμε, όλα όσα αγαπάμε και τελικά όλα όσα μας κρατάνε ζωντανούς, απαθανατίζοντας έναν αέναο και παθιασμένο έρωτα, σε κάθε του στιγμή, σαν να είναι και η τελευταία.

Ευτυχώς όμως, ποτέ δεν είναι.

Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

La Jetée (1962)



Υπήρχε ένα φως το οποίο σταμάτησε να μας φωτίζει. Σταμάτησε να ρίχνει τις αχτίδες του επάνω στους ανθρώπους και αυτοί με τη σειρά τους κρύφτηκαν ο ένας απ’ τον άλλο, φοβισμένοι και απόμακροι, χωρίς ποτέ να καταλάβουν τα αίτια της παρανοειδούς πλέον ύπαρξής τους. Ημέρα της κρίσης, ημέρα της αποκάλυψης, όπως θέλεις μπορείς να το ονομάσεις, είχε φτάσει πάντως η στιγμή που ο άνθρωπος θα εγκατέλειπε την επιφάνεια του πλανήτη στον οποίο μέχρι τώρα ήτανε κυρίαρχος, για να εγκατασταθεί στις υπόγειες στοές και στους ακάθαρτους υπονόμους, σαν αρουραίος σε φυγή. Ο ουρανός, η ελευθερία, η ανατολή και η δύση του ηλίου, ήταν πλέον μια φαντασίωση για τους περισσότερους, μια μακρινή ανάμνηση για τους πιο τυχερούς. Η ραδιενέργεια παρέμεινε ο μόνος κάτοικος της ερειπωμένης επιφάνειας, μιας επιφάνειας που χτίσαμε σε εκατό ζωές αλλά μας πήρε μονάχα μερικά δευτερόλεπτα για να αφανίσουμε.

Και όμως, μέσα στην ακατανόητη συνείδηση, βασιλεύει η εικόνα εκείνης. Η σάρκα μοιάζει να ηττάται, το πνεύμα όμως στέκει ζωντανό. Εξουθενωμένο, αλλά ζωντανό.

Για τον Γάλλο Chris Marker η παραπάνω ιστορία μπορεί να ειπωθεί μονάχα μέσα από χαμηλής ποιότητας (lo-fi) φωτογραφίες, αναπαριστώντας μια ασπρόμαυρη και ψυχρή πραγματικότητα, όχι τελείως απίθανη για τα παν-ανθρώπινα δεδομένα. Άλλωστε  ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος στον οποίο χρεώνεται η εξαφάνιση του ανθρώπινου πολιτισμού δεν αποτελεί πλέον σενάριο κακοήθους φαντασίας αλλά ειλικρινή απειλή για τις μέρες που έρχονται. Ένας πόλεμος που συμβαίνει για όλους τους λάθος λόγους οδηγώντας τους πολιτισμούς αυτού του κόσμου προς την πιο λάθος κατεύθυνση.

Παρόλη όμως τη μετα-αποκαλυπτική του αύρα, το La Jetée είναι κατά βάθος μια ρομαντική ιστορία. Μια ιστορία για έναν άνθρωπο ο οποίος σημαδεύτηκε από μια εικόνα της παιδικής του ηλικίας, μια γυναικεία φιγούρα που στοιχειώνει το μυαλό και την καρδιά, όσες εικόνες και αν χαθούνε από τον πραγματικό κόσμο που μας περιβάλλει. Τα κύματα του χρόνου δεν μπορούν να ξεπλύνουν την αίσθηση του συνειδητού αλλά και τη δύναμη του υποσυνείδητου, ειδικά τη στιγμή που αυτό λαχταρά και ονειρεύεται αδυνατώντας να ξεχωρίσει την αλήθεια απ’ το ψέμα, την επιθυμία από την εμπειρία και την ολοκλήρωση από τη μετέωρη αίσθηση του ανολοκλήρωτου πόθου. Όπως ακριβώς συμβαίνει και στο ιδιοφυές Vertigo το οποίο ο ίδιος ο Marker θεωρεί τη μεγαλύτερη επιρροή για το παρόν φιλμ.

Αυτός ο άντρας θα χρονοταξιδέψει στο παρελθόν με στόχο να ανακαλύψει τα αίτια της ανθρώπινης  κατάρρευσης, αναζητώντας παράλληλα εκείνη, μέσα στη μουντή πραγματικότητα μιας ανεμοδαρμένης προβλήτας (Jetée) αεροδρομίου. Οι δυο τους θα συναντηθούνε, θα μιλήσουνε, θα περπατήσουν δίπλα δίπλα και θα γοητευτούνε από την απλή καθημερινότητα των ανθρώπων, αντικρίζοντας παρέα τη χαρά, την αγωνία, τη ζωή και το θάνατο. Το θάνατο ενός τυχαίου περαστικού, η εικόνα του οποίου αδυνατεί επίσης να εξασθενίσει. Χωρίς να μπορεί να γίνει σαφές αν όλα τα παραπάνω  είναι η πραγματικότητα, αν είναι το πεπρωμένο, ή ακόμα, μια σύντομη ψευδαίσθηση αδύνατο να πραγματοποιηθεί.

Ο Marker δομεί έναν 28λεπτο, κυρίως, συναισθηματικό γρίφο, με το σθένος και τη δύναμη της μνήμης, του έρωτα, της επιθυμίας και της αγωνίας, σε ένα ταξίδι στο χρόνο που πέρασε και στο χρόνο που θα έρθει. Με αυτό τον τρόπο χαρίζει στον κινηματογράφο μια από τις πιο πειραματικές (από άποψη κατασκευής) και ταυτόχρονα αριστουργηματικές (από άποψη αποτελέσματος) στιγμές της επιστημονικής φαντασίας. Ένα ταξίδι ενδεδυμένο με το soundtrack της ζωής που δεν ζήσαμε ακόμα και τους ψίθυρους της λαχτάρας να αντηχούν στα λιγοστά καρέ της ταινίας.  Ένα ταξίδι το οποίο εκκινεί από το ζοφερό παρόν, βυθίζεται στο παρελθόν (το οποίο πλέον φαντάζει με απέραντο νεκροταφείο ονείρων της εποχής), προσπαθεί να αισιοδοξήσει για το μέλλον που έρχεται, για να αγκυροβολήσει τελικά (ξανά) στο παρελθόν και να αφεθεί στην αγκαλιά την μοίρας που μας έχει επιλέξει.

Της μοίρας που μας ανοιγοκλείνει τα μάτια και μας πλανεύει, σαν ακαταμάχητη και αδυσώπητη πλανεύτρα που είναι.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

The Amazing Spider-Man (2012)



Ο Αραχνάνθρωπος του Raimi ήταν μια καλογυαλισμένη σειρά ταινιών που όμως αν την κοιτάξεις από κοντά μοιάζει να νοσεί. Ίσως γιατί η καρδιά του δημιουργού της είναι ταγμένη αλλού, ίσως γιατί η απαιτούμενη εμπορικότητα (o Spiderman έχει πουλήσει περισσότερα comics, περισσότερα παιχνίδια και περισσότερες λαμπάδες από οποιονδήποτε άλλο ήρωα της Marvel) δε συνάδει με τη μουχλιασμένη προσωπικότητα που κρύβει μέσα του ο Raimi. Όπως και να έχει, ο Spiderman έπρεπε να ισοσταθμίσει τη φήμη του με τα εισιτήρια αλλά και την ποιότητα των ταινιών του με αυτούς που τις απολαμβάνουν. Στο πρόσωπο του Marc Webb οι παραγωγοί αναγνωρίζουν ένα σκηνοθέτη ικανό να αφουγκραστεί τις ολοένα και αυξανόμενες ανάγκες των νέων, που μεταξύ μας, είναι και αυτοί που μπορούν να κατακλύσουν τις αίθουσες των multiplex και όχι μόνο. Η προ τριετίας Summer στέκει ακόμα αγέρωχη.

Όλα τα παραπάνω αφορούν τη φιλολογία πριν την ταινία. Το ‘μετά’ όμως είναι που μετράει περισσότερο και το αποτέλεσμα στην προκειμένη περίπτωση δικαιώνει ένα κομμάτι της σκέψης των παραγωγών. Ο Spiderman του Webb μπορεί να υστερεί σε αυθορμητισμό και να μοιάζει περισσότερο στημένος από όσο θα έπρεπε, δεν υστερεί όμως σε χαρακτήρα. Ένα χαρακτήρα που καλώς παρουσιάζεται ευάλωτος και ανήσυχος, κακώς όμως εξωτερικεύει χαμόγελα και χιουμοριστικά σφηνάκια σε στιγμές που δεν χρειάζονται, ένα χαρακτήρα εξαιρετικά ανθρώπινο ο οποίος καρδιοχτυπά και γίνεται ακόμα πιο απίθανος (γι’ αυτό ίσως και η προσθήκη του “Amazing” στον τίτλο – αντίθετα με το φετινό Total Recall που έμεινε ανεξέλικτο) χωρίς να χρειάζεται τόνους ειδικών εφέ και εκρηκτικών υλών, όπως στις περισσότερες ταινίες του είδους.

Μια γρήγορη σκέψη θα ήθελε τον Webb να οδηγεί το Social Network προς άλλες κατευθύνσεις από αυτή του Fincher (δημιουργώντας μια τελείως διαφορετική ταινία), αλλά επειδή το ταξίδι σε παράλληλα σύμπαντα δεν έχει ακόμα ανακαλυφθεί, οι υπογραφές για το sequel του Amazing Spiderman έχουν ήδη πέσει. Μια νέα κατά-αναλώσιμη σειρά μοιάζει να υφαίνεται, ικανή να ευχαριστήσει, όχι όμως και να εξελίξει τους blockbusterάδες, ικανή να συντηρήσει τους σινεφίλ, όχι όμως να γεννοβολήσει καινούριους. Το ερώτημα που αναπόδραστα όμως γεννάται είναι κατά πόσο την έχουμε ανάγκη.

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή, 26 Οκτωβρίου 2012

The Best of 2011-2012. Οι καλύτερες ταινίες της σεζόν.

Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος, η συγκεκριμένη λίστα έρχεται με καθυστέρηση. Καθυστέρηση η οποία οφείλεται στο χρόνο που χρειάζεται για να καλυφθεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερο εύρος επιλογών και προσωπικών αδυναμιών. Ο χρόνος που μεσολάβησε από την ανάλογη περσινή ανάρτηση έφερε αρκετές ταινίες, πολλές από τις οποίες δύσκολα θα ξεχαστούν, ενώ άλλες το έχουν ήδη καταφέρει. Η παρακάτω λίστα αφορά ταινίες που προβλήθηκαν στις ελληνικές αίθουσες από τέλη Αυγούστου ‘11 μέχρι τέλη Αυγούστου ’12 και συγκροτήθηκε με πόνο για αυτές που έμειναν εκτός αλλά και χαρά για εκείνες που τελικά τα κατάφεραν. Όπως πάντα η σειρά είναι (σχεδόν) τυχαία. Αλλά, για μια στιγμή, που εξαφανίστηκαν οι ελληνικές παραγωγές;;


20.  Le Havre - Aki Kaurismäki


Όταν επισκέφτηκα για πρώτη φορά το «μικρό» Λιμάνι της Χάβρης ο ενθουσιασμός μου ήταν μετριασμένος. Τα έντονα χρώματα και οι χαμογελαστοί πρωταγωνιστές τού Φινλανδού δημιουργού μπορεί να αφιερώθηκαν στα βλέμματα ολόκληρου του κόσμου αλλά δεν ήξερα αν αυτό ήταν αρκετό για να τους χαρίσει την αθανασία. Όμως καμιά φορά συνειδητοποιείς ότι η μόνη αλήθεια που μπορούμε να πιστέψουμε είναι αυτή που έχουμε ανάγκη. Έτσι η αισιοδοξία του παραμυθιού που κρύβεται κάτω από δράμα μεταμορφώνεται σε πραγματικότητα, την στιγμή που ανθίζει η αμυγδαλιά του δικού μας κήπου. 

19. The Guard - John Michael McDonagh


Το Guard μοιάζει να είναι μια μικρή ταινία για έναν μεγάλο άντρα. Στο πρόσωπο και την συμπεριφορά του Gerry κρύβεται ένας ήρωας που δεν έχει ακόμα επαληθεύσει την αξία του, ένας άνθρωπος που δεν έχει ακόμα αποδείξει την ανθρωπιά του. Μέχρι τη σκηνή του φινάλε όπου αρπάζει την ευκαιρία για να  αποκαλύψει στον κόσμο τον αληθινό του εαυτό και στη συνέχεια χάνεται χωρίς ίχνη στο βαθύ μπλε του απέραντου ωκεανού, αφήνοντας την μελαγχολία της καθημερινότητας για εμάς τους υπόλοιπους που μένουμε πίσω. Υπέροχο, έτσι;

18. Bir zamanlar Anadolu'da (Upon a Time In Anatolia) - Nuri Bilge Ceylan


Κινούμενο ανάμεσα στα απέραντα λιβάδια της Ανατολίας και παρακινούμενο από την ανάγκη ευρέσεως ενός άψυχου σώματος, ένα καραβάνι αντρών καλείται να ανακαλύψει μια αδιευκρίνιστη αλήθεια. Μια αλήθεια που δεν θέλει να φανερωθεί, δεν θέλει ούτε για μια στιγμή να προσδιοριστεί, θέλει όμως να βασανίσει έναν έναν τους συμμετέχοντες σε αυτή την αναζήτηση. Μέσα στα υπέροχα πλάνα του Τούρκου σκηνοθέτη, η σκέψη χάνει την λογική και η κατανόηση απομακρύνεται από την πραγματικότητα, συνθέτοντας παράλληλα μια από τις ομορφότερες ταινίες της φετινής χρονιάς.   

17. The Descendants - Alexander Payne


Ο Payne επιλέγει να λούσει τους αποπροσανατολισμένους του Απόγονους με χαβανέζική μουσική και την αύρα του Ειρηνικού Ωκεανού να απλώνεται σαν αγκαλιά γύρω από τους πρωταγωνιστές του. Την ίδια αύρα που είναι λουσμένη και η τραγωδία, μέσω της οποίας ο Mat και οι δύο του κόρες ανακαλύπτουν τον καινούριο τους εαυτό και καταλήγουν σαν σύνολο πλέον να γράφουν την δική τους ιστορία. Με την αξιοπρέπεια των ελαττωμάτων τους και την ειλικρίνεια στα βλέμματά τους να απλώνονται σε κάθε καρέ της ταινίας. 

16. The Artist - Michel Hazanavicius


Η μαγεία της Έβδομης Τέχνης κρύβεται στην απλότητά της. Δεν χρειάζονται εκκωφαντικές ορθοφωνίες,  εντυπωσιακά τεχνάσματα και τεχνολογικά επιτεύγματα για να μαγέψεις το κοινό, μοναχά μια ευανάγνωστη ιστορία και έναν άνθρωπο να σου διηγηθεί την δική του αλήθεια. Ο Αρτίστας μπορεί να μη διαθέτει πολυλογάδες ηθοποιούς και πολύχρωμους διαλόγους, διαθέτει όμως τους σιωπηλούς ήχους μιας άλλης εποχής, μιας εποχής όπου οι θεμελιώδεις μηχανισμοί την τέχνης που αγαπάμε γοήτεψαν το κοινό, προσφέροντας απλόχερα τη μαγεία και τη νοσταλγία στους ανθρώπους κάθε εποχής. Μια νοσταλγία που πλημμυρίζει και τα 24 καρέ, κάθε δευτερολέπτου που περνάνε μπροστά από τα μάτια μας. 

15. Jodaeiye Nader az Simin (A Separation) - Asghar Farhadi


Ταξικός ανταγωνισμός, ηθική σύγκρουση και θρησκευτική ρήξη είναι μόνο λίγα από τα συστατικά της ταινίας του Farhadi, μιας ταινίας που κάθε φορά που έρχεσαι αντιμέτωπος μαζί της ανακαλύπτεις και ένα νέο χωρισμό, ένα νέο θάνατο και μια νέα αρχή. Στο επίκεντρο δεν βρίσκεται (μόνο) το Ιράν αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος που ως θεατής καλείται να συγκρατήσει μέσα του την ταινία, ώρες μετά την (κάθε) προβολή. 

14. Take Shelter - Jeff Nichols


Μπορείς να βασανίζεσαι για μια στιγμή ή ακόμα και για μια ζωή, όμως ο τρόμος και στις δύο περιπτώσεις είναι πάντοτε ο ίδιος και απόλυτα προσωπικός. Αυτό που σε κάνει να φοβάσαι βρίσκεται εκεί έξω και πλησιάζει όλο και περισσότερο. Μπορείς να επιλέξεις ελεύθερα την μορφή που θα του δώσεις όπως επίσης και τον τρόπο που θα διαμορφώσεις το δικό σου καταφύγιο. Μην περιμένεις όμως εύκολες λύσεις, ούτε απαντήσεις. Βάλε το μυαλό σου να σκεφτεί και ακολούθησε τον δικό σου δρόμο. Μέχρι τέλους. 

13. Elena - Andrei Zvyagintsev


Στην Elena αντανακλάται όλη η ηθική και ιδεολογική κρίση ενός φθίνοντος πολιτισμού χωρίς γεωγραφικά όρια. Με ολοζώντανους χαρακτήρες που κυκλοφορούν ακριβώς δίπλα από εμάς, αργοσαλεύοντας ανάμεσα στην φθορά και την κακεντρέχεια, όχι γιατί το επέλεξαν αλλά γιατί έτσι διδάχτηκαν. Δεν είναι όμως αυτή η καταγραφή που κάνει την ταινία σημαντική. Είναι η αποπνέουσα οικειότητα της εγκληματικής αμαρτίας και η εμφανής εξοικείωση ολόκληρου του δυτικού (μας) κόσμου με αυτό το μοτίβο σκέψεων και πράξεων, γεγονός που μετατρέπει την ιστορία σε παράλληλο και ολοζώντανο, έρπον θρίλερ, έτοιμο να καταπιεί χωρίς φειδώ τους περισσότερους από εμάς. 

12.  Post Mortem - Pablo Larraín


Στη Χιλή του 1975, εν μέσω πραξικοπηματικής πραγματικότητας και νεκροψιακού συμβολισμού, ο Pablo Larraín (δύο χρόνια μετά τον εξαιρετικό Tony Manero) συνθέτει το πορτραίτο μιας καταπιεσμένης κοινωνίας που το μόνο που θέλει είναι να ζήσει ελεύθερη, γράφοντας την δική της ιστορία. Στο επίκεντρο της αλληγορίας, ένας γραφιάς του νεκροτομείου ερωτεύεται μια χορεύτρια του καμπαρέ σε έναν έρωτα χωρίς αντίκρισμα που όμως έχει τη δύναμη να πυροδοτήσει την επικείμενη αλλαγή. Έστω και με καθυστέρηση, όπως και η προβολή της ταινίας στη χώρα μας.

11.  Drive - Nicolas Winding Refn


Σιωπηλά βυθισμένο στη neon μελαγχολία όσων δικαιούμασταν από την ζωή αλλά δεν μας «έτυχαν» ακόμα, το Drive αφιερώνεται εξ’ ολοκλήρου στον νεαρό πρωταγωνιστή του και όλα όσα αυτός δεν κατάφερε να κατακτήσει μέχρι τώρα.  Από τις σοφής λιτότητας σκηνές ενστικτώδους βίας μέχρι τις slow motion ερωτικές ματιές (βγαλμένες κατευθείαν από το σινεμά του Wong Kar-wai), η ταινία οδηγεί τον ήρωα στην λυτρωτική πραγματοποίηση του ονείρου, δίνοντάς του την δυνατότητα, έστω και αν δεν τον αναγνωρίσει ποτέ κανείς, να οδηγεί πλέον με το δικό του πρόσωπο, μεταμορφωμένος από απρόσωπος κομπάρσος σε πρωταγωνιστή μιας ταλαιπωρημένης Πόλης γεμάτη ανώνυμους Αγγέλους.

10. Melancholia - Lars von Trier


Υπάρχουμε για μια στιγμή ενώ πιστεύουμε ότι θα ζήσουμε για πάντα. Ζούμε σε ένα εύθραυστο κόσμο ενώ θεωρούμε τη συνέχειά του δεδομένη. Βυθιζόμαστε όλο και περισσότερο στην ανικανότητα ενώ διαλαλούμε συνεχώς ότι πράττουμε τα μέγιστα. Αν προσπαθούσε ο Trier να φιλοσοφήσει τα παραπάνω ο στόχος θα ήταν μακριά. Αντίθετα, επιλέγει να επικεντρωθεί στην ανθρώπινη αδυναμία και την περιρρέουσα μελαγχολία στο βλέμμα ενός εξωτερικού παρατηρητή. Με ένα φινάλε που δεν πρόκειται ποτέ να ξεχαστεί. 

9.  We Need to Talk About Kevin - Lynne Ramsay


Αν κάπου πρέπει να στρέψεις την προσοχή σου είναι στον τρόπο με τον οποίο ο Kevin βλέπει και αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του. Δεν μπορεί να μισήσει, δεν μπορεί να αγαπήσει, δεν μπορεί και να νοιαστεί. Μπορεί όμως να καταστρέψει, να πολεμήσει την φωτιά με την φωτιά και να αναδείξει την καμουφλαρισμένη νόσο που μαστίζει τους ανθρώπους της εποχή μας. Μετά από αυτό, ανατρέχεις στις προηγούμενες δουλειές της Lynne Ramsay και ανακαλύπτεις μια καινούρια αγαπημένη δημιουργό. 

8.  Albert Nobbs - Rodrigo García


Τον Albert Nobbs θα τον κοιτάξεις στα μάτια και θα τον αναγνωρίσεις ως έναν από τους πιο ιδιαίτερους και μοναχικούς χαρακτήρες που έκαναν την εμφάνισή τους στη μεγάλη οθόνη. Ανάμεσα στην σιωπηρή μοναξιά και την περιρρέουσα μελαγχολία των πλάνων, θα θυμηθείς μερικούς μόνο από τους λόγους που ταυτίστηκες με τον προ διετίας Αμερικάνο, συνειδητοποιώντας ότι όπως και τότε έτσι κι εδώ, ελάχιστοι είναι εκείνοι που θα εκτιμήσουν, θα συνομιλήσουν και τελικά θα βυθιστούν στους απέραντους ωκεανούς μοναξιάς που κατοικούν στα αλγεινά μάτια τού πρωταγωνιστή του.

7. The Girl With the Dragon Tattoo - David Fincher


Το αμερικάνικο Κορίτσι με το Τατουάζ στέκεται μερικά σκαλοπάτια ψηλότερα του Σουηδικού. Όχι γιατί το τατουάζ του είναι πιο όμορφα χτυπημένο αλλά γιατί μέσα από την υπόθεση του άγνωστου δολοφόνου αναβλύζει η ανάγκη μιας ολόκληρης γενιάς να αποκτήσει ξανά την ταυτότητα που έχει από καιρό απολέσει χωρίς να το καταλάβει. Ένα νέο κινηματογραφικό icon μόλις γεννήθηκε και ο Fincher προσθέτει μια ακόμα αριστουργηματική ταινία στην έτσι κι αλλιώς αψεγάδιαστη φιλμογραφία του.   

6.  Shame - Steve McQueen


Την πρώτη φορά που αντίκρισα το δράμα του Brandon δεν κατάφερε να με αγγίξει. Ή τουλάχιστον έτσι πίστεψα. Τις μέρες που ακολούθησαν όμως, συνειδητοποίησα ότι είχε καρφωθεί στη σκέψη μου. Σίγα σιγά κατάλαβα ότι αυτή η ταινία, παρόλη την ομαλή και ανώμαλη σεξουαλικότητά της, εσωκλείει μέσα της ολόκληρη την καλογυαλισμένη αστική αποξένωση που μοιάζει να γίνεται ο τελευταίος φίλος που θα κάνεις. Δεν ξέρω αν θα το αντιληφθείς αμέσως ή την στιγμή της προσωπικής σου εξομολόγησης, αλλά ταινίες σαν το Shame χαράσσουν τη δική τους ρότα στις επικείμενες επιλογές σου. 

5. Tinker Taylor Soldier Spy - Tomas Alfredson


Μπορείς να παρακολουθήσεις την ταινία του Alfredson αλλά στο τέλος το μόνο που θα έχεις εισπράξει είναι η ανάγκη για μια ακόμα προβολή. Ούτε όμως και η δεύτερη θα είναι αρκετή. Διότι ο το διάσημο βιβλίο του John le Carré μετατρέπεται σε ένα ιδιοφυές λαβύρινθο για την μεγάλη οθόνη, μεγαλώνοντας ακόμα περισσότερο τον μύθο και αφήνοντας συνεχώς καινούρια ερωτήματα και ερωτηματικά. Η μελαγχολία, η συνωμοσία, ο φόβος της μοναξιάς και τελικά η ίδια η μοναξιά δεν συντελούν απλά έναν κινηματογραφικό γρίφο αλλά την αρτιότερη και απολαυστικότερη ίσως ταινία των τελευταίων χρόνων. 

4. Hugo - Martin Scorsese


Λένε ότι η τέχνη τρέφει τα όνειρα και εκείνα τους ανθρώπους. Στα μάτια του μικροκαμωμένου Hugo Cabret θα αναγνωρίσεις μια εύθραυστη σιωπή η οποία μαρτυρά το πάθος για το όνειρο. Ένα όνειρο που άλλοτε αφιερώνεται στην οικογένεια και άλλοτε στις ίδιες τις εικόνες που το κατακλύζουν. Και τότε συνειδητοποιείς ότι το Hugo είναι φτιαγμένο ώστε να το αισθάνεσαι σε κάθε σκέψη που περνάει απ’ το μυαλό σου, σε κάθε χτύπο που αφήνει η καρδιά σου και σε κάθε δάκρυ που κυλάει στο μαγεμένο πρόσωπό σου. Διότι το Hugo είναι από εκείνες τις ταινίες που δεν έχουν μόνο την δύναμη να απαθανατίσουν το (κάθε) όνειρο, αλλά και να το πραγματοποιήσουν.

3. Tyrannosaur - Paddy Considine


Η ταινία του Considine, με το συναισθηματικό βάρος ενός …τυραννόσαυρου, μιλάει για τον άνθρωπο με τις πιο αδυσώπητες αλήθειες. Τον άνθρωπο που εγκλωβισμένος σε ένα ζοφερό παρόν, πιο εύκολα καταστρέφει απ’ ό,τι δημιουργεί, πιο εύκολα θυμώνει απ’ ό,τι χαμογελάει, πιο εύκολα απογοητεύεται απ’ ό,τι προσπαθεί. Ο Joseph και η Hannah (με το θρησκευτικό βάρος των ονομάτων τους) έχουν από καιρό χάσει τον δρόμο τους, περικυκλωμένοι από ανθρώπους που δεν ζήτησαν ποτέ. Οι δυο τους θα έρθουν κοντά, αναζητώντας μια συγχώρεση που ποτέ δεν τους δόθηκε και ίσως τότε καταφέρουν να αποδεσμευτούν από τα αόρατα δεσμά που τους κρατούν αιχμάλωτους. Ίσως τότε καταφέρουν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλο στα μάτια, λυτρωμένοι και ελεύθεροι, ο καθένας ηγέτης στη δική του Εδέμ.

2.  La guerre est declare - Valérie Donzelli


Δεν μπορείς ποτέ να ξεχάσεις εκείνον που σε άγγιξε όταν όλοι κοιτούσαν από απόσταση, εκείνον που σου μίλησε με την καρδιά του όταν οι άλλοι έψαχναν ακόμα για τις λέξεις. Η σκηνοθέτις, με μια βαθύτατα προσωπική εξομολόγηση, προσφέρει το πιο αληθινό κομμάτι της ψυχής της, δημιουργώντας ένα οπτιμιστικό και παράλληλα απαραίτητο όχημα επικοινωνίας με εκείνους που έχουν γνωρίσει την αρρώστια, στη χειρότερη μορφή της. Και τότε ορθώνει το ανάστημά της, εμπνέοντας ουσιαστικά όλους εκείνους που έχασαν τον δρόμο τους χωρίς να το γνωρίζουν, που κοίταξαν σιωπηρά γιατί ποτέ δεν είχαν την ευκαιρία να φωνάξουν. Ταινίες σαν κι αυτή, σε ακολουθούν για πάντα.

1. Midnight in Paris – Woody Allen


Σε κάνει να αναρωτιέσαι με έναν υπέροχο τρόπο αν στη δική του ηλικία θα μπορέσεις ποτέ να ονειρευτείς όπως εκείνος. Αν τη στιγμή που θα εξαργυρώνεις τις στιγμές που έζησες σε μια ζωή γεμάτη συγκινήσεις,  θα βρεθείς από την άλλη πλευρά με όλους εκείνους που αγάπησες αλλά πότε δεν θα μπορούσες να συναντήσεις. Ο Woody Allen ονειρεύεται, ελπίζει και προσδοκά σαν μικρό παιδί, καταθέτοντας την πιο προσωπική ταινία της ζωής του. Της δικής μας, επίσης. 

Καλό χειμώνα και καλή συνέχεια σε όλους μας εύχομαι με ακόμα περισσότερες ταινίες...

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2012

We Need to Talk About Kevin (2011)



Μπορείς να φανταστείς εκείνους τους ανθρώπους; Εκείνους που με το βλέμμα χαμένο κινούνται σπασμωδικά από τη μία άκρη στην άλλη και εκείνους που μένουν ακίνητοι σε ένα μοναδικό σημείο παρατηρώντας τον περίγυρο; Εκείνους που προσπαθούν με νύχια και με δόντια να μείνουν για πάντα μόνοι και εκείνους που παλεύουν μια ολόκληρη ζωή να γίνουν αναπόσπαστο κομμάτι μιας (δυσ)λειτουργικής  οικογένειας; Εκείνους που βάφουν τα νύχια τους με τα πιο έντονα χρώματα και εμπορεύονται την ελπίδα με μοναδικό πελάτη τον ίδιο τους τον εαυτό; Μπορείς να φανταστείς όλους αυτούς τους ανθρώπους μαζί; Ίσως μπορέσεις να τους δεις να στέκονται συγκεντρωμένοι όλοι, σαν σε συναυλία, λουσμένοι στα χρώματα της πιο ανομολόγητής τους αμαρτίας. Ίσως αν κοιτάξεις λίγο καλύτερα, καταφέρεις να τους αντικρίσεις όπως πραγματικά είναι, όπως πραγματικά αισθάνονται και όπως πραγματικά θα ήθελαν να ζούνε, ανέμελοι και ελεύθεροι χωρίς κανένας να τους κρίνει. Όπως ακριβώς τους παρουσιάζει η σκηνοθέτις στο άνοιγμα της ταινίας της.

Ίσως θα ήταν πιο σωστό να αναφέρω ότι, εκτός από τον Kevin, θα έπρεπε να μιλήσουμε και για όλους αυτούς τους ανθρώπους που ζούνε κι αναπνέουνε ανάμεσά μας. Η Ramsay ψυχανεμίζεται ετούτη την ανάγκη και χτίζει την ταινία της επάνω στον κεντρικό χαρακτήρα της Eva και τους ανθρώπους από τους οποίους περιτριγυρίζεται. Ανθρώπους όπως και η ίδια, δεν έχουν τίποτα το ιδιαίτερο να επιδείξουν (what do you mean special?”) και τίποτα ιδιαίτερο να ελπίζουν. Ανθρώπους υποκριτικά εγκλωβισμένους σε μια αέναη λήθη, που κάποιοι τους λυπούνται και κάποιοι τους χαστουκίζουν χωρίς υπομονή και κυρίως χωρίς οίκτο. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που θα έπαιρναν όρκο ότι προσπαθούνε να αλλάξουν τον κόσμο αλλά το μόνο που κάνουν είναι να περιμένουν με σταυρωμένα τα χέρια μια επικείμενη αλλαγή που ποτέ δεν έρχεται. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που θέλουν να αγαπήσουν αλλά το πιο ειλικρινές πράγμα που μπορούν να κάνουν είναι να σε πληγώσουν. Κάθε μέρα και πιο γρήγορα.  

Ο Kevin ήρθε σε αυτό τον κόσμο αλλά από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του έδειξε την ανομοιότητά του. Σαν χαρακτήρας μοιάζει ο πιο συγκροτημένος, έτοιμος να καταστρέψει με το χαμόγελο στα χείλη. Έτοιμος να δημιουργήσει το χάος, χωρίς να νοιάζεται για το προσωπικό του κόστος. Να επιτεθεί σε εκείνους που πιστεύουν στα ισοδύναμα, στα προσδόκιμα, στα αναντίρρητα δεδομένα του κοσμικού μας χωροχρόνου. Έτοιμος να τεμαχίσει την ανθρώπινη αδράνεια και να τιμωρήσει εκείνους που θεωρεί υπαίτιους για την λάθος εξέλιξη. Να τιμωρήσει εκείνους που θα αγόραζαν μια δωδεκάδα σπασμένα αυγά γιατί δεν μπορούν να κάνουν διαφορετικά, εκείνους που θα σε κοιτάξουν στα μάτια για να σε κρίνουν, που θα (σε) φοβίσουν αντί να φοβηθούν, θα (σε) αγαπήσουν, θα (σε) μισήσουν και τελικά, θα (σε) γαμήσουν, κάθε μέρα και πιο γρήγορα.

Φυσικά μια ταινία δεν γίνεται να είναι αφιερωμένη σε έναν χαρακτήρα σαν του Kevin. Μπορεί να είναι όμως στους αποδέκτες της ψυχωτικής του οργής, ή ακόμα και στην εύθραυστη σχέση μητέρας-γιου και τα αναπάντητα ερωτήματα που αναδύονται ευλαβικά. Έτσι η σκηνοθέτις θα αντλήσει από το βιβλίο της Lionel Shriver τις σιωπές των λεπτομερειών και τον εκκωφαντικό κρότο των επιπτώσεων για να δημιουργήσει ενδογενετικά μια τεμαχισμένη - και καμουφλαρισμένη με το soundtrack της ζωής μας - διερεύνηση των ανθρώπων μιας εποχής που μοιάζει να νοσεί. Της εποχής των ανθρώπων που μας περιτριγυρίζουν χωρίς να το έχουμε ζητήσει, των ανθρώπων που ψάχνουν ένα χαμένο νόημα εκεί που δεν υπάρχει και, τελικά, των ανθρώπων που δεν γνωρίζουν το γιατί, ενώ κάποτε πίστευαν ότι οι ίδιοι ήταν η αιτία.

Κάπου εκεί, τα αρχικά ερωτήματα επανέρχονται, ακόμα πιο κωδικοποιημένα, ακόμα πιο σφοδρά. Πες μου όμως, ακόμα κι έτσι, μπορείς να φανταστείς όλους αυτούς τους ανθρώπους να σε κοιτάνε; Μπορείς να τους κοιτάξεις στα μάτια και να τους αναγνωρίσεις; Μπορείς να τους νιώσεις, έστω και αν είναι για μια μόνο στιγμή;

Τώρα σκέψου, πόσες φορές μπορείς να πεις την λέξη «ελέφαντας»;

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Braindead (1992)



Ήταν αρχές της δεκαετίας του ‘90 όταν ο Jackson αποφάσισε να ταξιδέψει στο κινηματογραφικό(;) Skull Island, γνωστό και ως σπίτι του βασιλιά Kong, όχι όμως για να αναμετρηθεί με το υπερμεγέθες μεγαλείο του πελώριου αυτού γορίλα (αυτό θα το κάνει λίγα χρόνια αργότερα, χαρίζοντάς μας ένα αριστουργηματικό remake), αλλά για να ανακαλύψει/αποκαλύψει ένα σπάνιο υβρίδιο ζώου, διασταύρωση τρωκτικού και κερκοπιθήκου, υβρίδιο ικανό να προκαλέσει τρόμο, αποστροφή, θάνατο και τελικά ανάσταση σε όσους έχουν την ατυχία να αναμετρηθούν μαζί του. Άλλωστε το νησί στο οποίο φιλοξενείται το αλλόκοτο αυτό είδος, μοιάζει σαν τόπος ξεχασμένος από τον φθοροποιό χρόνο, ανέπαφος από τις ανθρώπινες εξελίξεις και τελικά απομακρυσμένος από οποιοδήποτε είδος ανθρώπινης λογικής. Το παράλογο εδώ, έχει την τιμητική του.

Όμως ο Jackson θέλει να δημιουργήσει μια ταινία στον τόπο που τον γέννησε. Έτσι, μετά από τα πρώτα εισαγωγικά λεπτά, το τερατουργηματικό υβρίδιο πέφτει θύμα της ανθρώπινης απληστίας, παγιδεύεται, ταξιδεύει και φυλακίζεται σε έναν φτωχό ζωολογικό κήπο, στο Wellington της Νέας Ζηλανδίας. Και αν δεν έχεις ταξιδέψει στη Νέα Ζηλανδία, παρόλο που η χώρα τοποθετήθηκε κυριολεκτικά στην άκρη της γης, ο σκηνοθέτης θα σου περιγράψει πώς οι άνθρωποι εκεί δεν διαφέρουν καθόλου από όλους τους υπόλοιπους συνοίκους  αυτού του πλανήτη. Με τον ίδιο τρόπο γεννιούνται,  αναπτύσσονται, φαντασιώνονται, ποθούν σαν μικρά παιδιά (όχι πάντοτε όμορφα) και ενηλικιώνονται, μερικοί από αυτούς εγκλωβισμένοι σε μια πλήρως ανεπτυγμένη μητρική φυλακή. Όπως ο πρωταγωνιστής Lionel, έρμαιο των προσταγών της χήρας μητέρας του, απομονωμένοι και οι δυο σε ένα μοναχικό σπίτι στην άκρη της πόλης, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση, θαρρείς, του οίκου των Bates από το αινιγματικό Ψυχώ.

Η επίθεση σε αυτό το μητρικό αντί-πρότυπο γίνεται διπλά.

Από την μία η εμφάνιση της νεαρής και όμορφης Paquita η οποία υπό την καθοδήγηση μιας τράπουλας tarot διεκδικεί από τον Lionel έναν έρωτα που θα κρατήσει μια ζωή (sic), διεκδικώντας παράλληλα μια θέση στην καρδιά του νεαρού αυτού άντρα. Μια θέση η οποία μέχρι τώρα ανήκε σε μια μητέρα η οποία δεν νοεί να αποχωριστεί το μονάκριβό της τέκνο και μέσα στην ασυμφωνία του παράλογου και απολυταρχικού μυαλού της, θα κάνει τα πάντα για να αποτρέψει αυτή τη «συνεύρεση». Διακωμώδηση εδώ δεν υπάρχει από τον σκηνοθέτη, τουλάχιστον όχι όσο προστάζουν οι περιστάσεις, υπάρχει όμως μια απαστράπτουσα πραγματικότητα που θέλει τους δύο συμμετέχοντες στο δίπολο μητέρα-γιος αλληλένδετα εξαρτημένους και απόλυτα αλληλοεπιδράσιμους. Όχι όμως για πάντα.

Από την άλλη, το τερατουργηματικό υβρίδιο επιτίθεται και μολύνει τη μάνα σε μια στιγμή αδυναμίας της, μετατρέποντάς την σταδιακά σε μια παραμορφωμένη και απέθαντη απειλή. Ένα νεκροζώντανο και νεκραναστημένο κουφάρι το οποίο με τη σειρά του εξαπολύει τον θάνατο σε όσους πλησιάζουν το σπίτι, σε όσους παρέμειναν συνένοχοι στην εθελοτυφλία τους (αχόρταγα αφοσιωμένοι στις δικές τους κρεμώδεις αδυναμίες) και σε όσους αμφισβητούν την αδιάλειπτη αγάπη προς τον μονάκριβο γιο της (κυρίως μετά θάνατο).  Κάπου εκεί ένας αιματοβαμμένος  χορός απέθαντων ξεκινά .


Μετά την μεταμόρφωση της μητέρας σε απέθαντη, καταβροχθίστρια σάρκας, ο Jackson οργιάζει. Μέσα στα εμπνευσμένα του καρέ παρελαύνουν όλοι οι σινεματικοί του ήρωες, όσοι αγάπησε και όσοι αναπόδραστα του δίδαξαν τους φανερούς και κρυφούς μηχανισμούς του κινηματογράφου. Μέσα στο Braindead αναπνέουν οι νεκροζώντανοι του Romero φιλτραρισμένοι από την ανεμελιά του Raimi και το μεράκι του Yuzna, η ακρότητα του Gordon Lewis παρέα με τον όραμα του εφετζή Harryhausen, μερικές σταγόνες από την διασκεδαστική παράνοια των ταινιών του Henenlotter, ένα παραμύθι αναλλοίωτης πίστης, και ένα φιλί βγαλμένο από ολόκληρη τη ρομαντζάδα των χολιγουντιανών 40ς.

Όλα τα παραπάνω πολλαπλασιασμένα …επί χίλια (εκτός του φιλιού), καταλήγουν σε ένα φιλάνε άξιο απέραντης μνείας, με τον νεαρό Lionel να αγωνίζεται με στρατιές παραμορφωμένων εχθρών, να πνίγεται από την ακατάστατη αιματοχυσία και τελικά να απογαλακτίζεται και να αναγεννιέται μέσα από τα σπλάχνα της μητέρας που τον γέννησε, ασπαζόμενος την τότε ανεξαρτητοποιημένη Νέο-Ζηλανδική πραγματικότητα (στο πλαίσιο ανεξαρτησίας της χώρας το 1947 – άλλωστε η ταινία τοποθετείται αόριστα στα 50’s). Μια αναγέννηση όμοια με εκείνη του ντεμπούτου Bad Taste που μεταμόρφωσε τον Jackson από ονειροπόλο κινηματογραφόφιλο σε ερασιτέχνη κινηματογραφιστή και τώρα σε δημιουργό παγκόσμιας εμβέλειας και λατρείας.

Κάπου εκεί το Braindead αποκαλύπτεται και μου θυμίζει γιατί αγαπώ αυτή τη τέχνη. Μπορεί η ταινία του Jackson να είναι λουσμένη στο αίμα και τα εντόσθια, μπορεί από τα θεμέλιά της να είναι χτισμένη επάνω στη κωμωδία και την σάτιρα, παραμένει όμως η επίτευξη ενός ονείρου, απόσταγμα της νεανικής και ακόρεστης φαντασίας ενός ανθρώπου, ικανού να πλάθει και να γκρεμίζει (κινηματογραφικούς) κόσμους, χωρίς ούτε για μια στιγμή να γίνεται θρασύς ή μεγαλομανής. Σαν ένα μικρό παιδί που του έδωσαν το αγαπημένο του παιχνίδι και άφησαν να το χαρεί οργιάζοντας χωρίς φειδώ και χωρίς περιορισμούς, με την φαντασία του αχαλίνωτη και το πείσμα του για δημιουργία ακλόνητο. Ένα πείσμα που μεταμορφώνει τις ευχές του σε πραγματικότητα και τα όνειρά του σε εικόνες καθιστώντας το Braindead ως την απολαυστικότερη κωμωδία των 90’s, την πιο αιματοβαμμένη ταινία που μπορώ να θυμάμαι και την καλύτερη γραφή ενός σπουδαίου σκηνοθέτη, η καριέρα του οποίου ακόμα ξετυλίγεται.

Υπερβολές, έτσι; Χμμ…

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2012

Restless (2011)



Το Restless, παρ’ όλη την μακάβρια αύρα και την προ/μετά/θανάτια αναπνοή του, παραμένει ένα συναισθηματικό παραμύθι. Ένα παραμύθι από εκείνα που διαβάζονται τις πιο δύσκολες στιγμές και τις μεταμορφώνουν σε αθάνατες εμπειρίες μιας ζωής χωρίς φινάλε. Άλλωστε, είχα ακούσει κάποτε να λένε ότι κάποιες αναμνήσεις μένουν για περισσότερο από μια ζωή. Ταινίες σαν και τούτη εδώ, με την ανασφάλεια, την νεανική απειρία και την περιρρέουσα μελαγχολία τους, δε θέλησαν ποτέ να (επανα)προσδιορίσουν το δράμα αλλά να αγγίξουν, έστω και κλασματικά, τη στιγμή. Τη στιγμή που χωρίς φειδώ μοιράζονται οι δύο νεαροί πρωταγωνιστές, ακόμα και όταν ο θάνατος τούς έτυχε σαν φίλος, σιγοτραγουδώντας το τραγούδι μιας λάθος εποχής.

Δεν ξέρω και για να πω την αλήθεια, δεν θα ήθελα να μάθω κιόλας, αν για τον Gus van Sant αυτή είναι μια σημαντική ταινία. Ξέρω όμως ότι παραμένει μια από τις ομορφότερες στιγμές μιας πολυμορφικής και αυθόρμητα αντισυμβατικής φιλμογραφίας. Και μπορεί ο δημιουργός, μετά από τόσα χρόνια και τόσες ταινίες που μας έχει χαρίσει να μην έχει καταφέρει ακόμα να γίνει φίλος (αλήθεια όμως, δεν είναι δικό μου το λάθος), δεν μπορώ να πω όμως το ίδιο για την Annabel και τον Enoch (εκείνη μια μελαγχολική καουμπόισσα και εκείνος ένας περιπλανώμενος ονειροπόλος), δύο χαρακτήρες που τους συναντάς για μία φορά και τους θαυμάζεις για όλες τις υπόλοιπες, ακόμα και αν δεν καταφέρουν να σε πείσουν με την πρώτη. Πώς να ξεχάσεις άλλωστε το χαμόγελο και τη λαχτάρα τους να καταβροχθίσουν ό,τι τους έχει απομείνει, πώς να ξεχάσεις την αρμονία στο βλέμμα τους όταν κοιτάζονται στα μάτια, αντλώντας το οξυγόνο για μια βουτιά ακόμα στο άγνωστο της επόμενης αναπνοής.

Chris Zafeiriadis

Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Rosemary's Baby (1968)


Γνήσιο δείγμα auteurίστικης καλλιτεχνίας, το Μωρό της Ρόζμαρι έχει την δύναμη να γοητεύει. Από τους πανοραμικούς εναρκτήριους τίτλους και την αρκούντως μεθυστική μουσική του Christopher Komeda, η ταινία του Πολωνού σε μαγεύει σαν καλοκαιρινή πανσέληνος που ρίχνει απλόχερα τη φεγγαρόφωτη λάμψη της στα κορμιά των ανθρώπων. Και οι άνθρωποι, έτσι φεγγαροφωτισμένοι όπως είναι, χαμογελάνε, επιθυμούνε, κοιτάζουν γοητευμένοι και κρατιούνται χέρι-χέρι, κλείνουν τα μάτια και ονειρεύονται χωρίς φειδώ, θαρρείς και είναι το μόνο που τους έχει απομείνει να κάνουν στον άληκτο τούτο κόσμο. Έναν κόσμο αυθόρμητα θρησκόληπτο, αφιερωμένο και χτισμένο μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια πάνω σε φρονήματα, αξίες, ιστορίες και πεποιθήσεις εκατοντάδων χιλιάδων ετών, που μέχρι και σήμερα έχουμε την ανάγκη να πιστεύουμε. Και η πίστη είναι ένα από τα μεγαλύτερα όπλα του σύγχρονου και πολιτισμένου ανθρώπου. Μια από τις μεγαλύτερες αδυναμίες, επίσης.

Αντίθετα με όσα λέγονται, γράφονται και όσα τελικά ισχυρίζονται οι θεοσεβούμενοι (γι’ αυτό ίσως και θεοφοβούμενοι) επικριτές της ταινίας, το Μωρό της Ρόζμαρι παραμένει μια βαθύτατα χριστιανική ταινία. Δεν θα μπορούσε  να χαρακτηριστεί διαφορετικά μια ιστορία η οποία ασπάζεται με ευλάβεια τις θρησκευτικές αξίες της Δύσης, καταφέρνοντας τελικά να μιλήσει για τους ανθρώπους στο σύνολό τους, με ή χωρίς αυτές. Άλλωστε κάποια από τα διακριτικά της ανθρώπινης ύπαρξης παραμένουν όμοια σε όποια ομάδα (θρησκευτική, πολιτική ή γεωγραφική) και αν ανήκει κάποιος. Ο μεφιστοφελισμός του βιβλίου του Ira Levin μπορεί να κυριαρχεί σαν ιδέα, παράγει όμως αμέτρητους συνειρμούς για μια καταπιεσμένη κοινωνία που πάσχει αντί να θεραπεύει, διχάζει αντί να ενώνει και τελικά συνωμοτεί, παραδομένη αβίαστα σε εκείνον που έχει την δύναμη να πραγματοποιήσει τα ονειρικά απωθημένα της. Και η κάμερα του Polanski, με την ειρωνεία και τον ανορθολογισμό της να καλπάζουν στα περισσότερα καρέ, ξεγυμνώνει με την ίδια ευλάβεια το μεγαλείο της αδυναμίας, ξεγυμνώνοντας παράλληλα αέναες αλήθειες του ανθρωπίνου γένους, ανεξαρτήτως θρησκείας.

Η ιστορία της Ρόζμαρι και του μεφιστοφελικού της τέκνου μοιάζει από τα θεμέλιά της αφιερωμένη στην επιθυμία. Επιθυμία η οποία ξεχειλίζει από τους πρώτους ακόμα διαλόγους, όταν οι επικείμενοι γονείς βρίσκονται προς αναζήτηση στέγης. Κάπου εκεί, η πρώτη κιόλας λαχτάρα της Μητέρας πραγματοποιείται, για να δώσει την θέση της σε εκείνες που θα ακολουθήσουν. Το μεγαλοπρεπές διαμέρισμα αποκτάται και μαζί το όνειρο της μητρότητας αρχίζει να εκκολάπτεται, δημιουργώντας μια «νέα αρχή», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Ρόζμαρι, για το νεαρό ζευγάρι. Από εκεί και έπειτα το έργο των σατανολάτρων ακολούθων μπαίνει σε εφαρμογή, με το νεαρό κορίτσι να πρωταγωνιστεί σε μια συνουσία μυστική και να βιάζεται τόσο σωματικά όσο και πνευματικά, ταλαντευόμενη μεταξύ δια-νοητικής φθοράς και αντικειμενικής αφθαρσίας.

Μέχρι το μνημειώδες φινάλε και την αποκάλυψη της αποτρόπαιης αλήθειας(;), ο Polanski θα αποδεσμεύσει το κοινό από όλες τις προκαταλήψεις που μπορεί να δεσμεύουν τους ανθρώπους και θα χρησιμοποιήσει το άμορφο Κακό (άλλωστε, ούτε το μωρό, ούτε ο διάσημος πατέρας του εμφανίζονται ποτέ στην οθόνη) χτίζοντας μια αρραγή εωσφορίζουσα ατμόσφαιρα για να μαγέψει τους απαιτητικούς, να προσβάλει τους ευκολόπιστους και να ικανοποιήσει τόσο την τελευταία επιθυμία της υπέροχης πρωταγωνίστριας όσο και τους ακριβοθώρητους μάρτυρες της Ιδέας. Μιας Ιδέας η οποία μπορεί να ακολουθεί ένα διαφορετικό μονοπάτι, παραμένει όμως ένα Ιδανικό για το οποίο κάποιοι θα σκότωναν και άλλοι θα θυσίαζαν ακόμα και την ζωή τους για την υπεράσπισή του.

Αν όμως κάτι απομένει μετά τους συναισθηματικά ακραιφνείς τίτλους τέλους δεν είναι  η (μη) αποδοχή της μυθολογίας, αλλά η επικράτηση της προσωπικής μας επιθυμίας. Επιθυμίας να έρθουμε ξανά κοντά, κάνοντας έρωτα χωρίς περιττές αυταπάτες, βυθισμένοι στη δική μας ερεβώδη πραγματικότητα. Με ένα ποτήρι ερυθρό κρασί να μεθάει τη στιγμή και το αιώνιο φως του μακρινού φεγγαριού να λούζει τα αμαρτωλά μας ένστικτα  αφυπνίζοντας παράλληλα τα πιο ανομολόγητά μας πάθη. Left hand path

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Tyrannosaur (2011)



Με δάκρυα στα μάτια και στην καρδιά οργή…

Ο Τυραννόσαυρος ξεκινάει με έναν θάνατο. Ένας άντρας αποχαιρετά τον πιο πιστό, τετράποδο φίλο του, θάβοντάς τον στην αυλή που κάποτε ένιωσε σαν στο σπίτι του και στη συνέχεια μένει μόνος να κουβαλά το βάρος της ανάμνησης. Αποχαιρετά το μοναδικό ίσως πλάσμα που κατάφερε να (τον) αγαπήσει, μέσα σε ένα κόσμο λουσμένο στο θυμό και την απογοήτευση των κατοίκων του. Θυμό και απογοήτευση που γεννοβολούν το θάνατο, προκαλώντας παράλληλα θλίψη και οργή για έναν τόπο στον οποίο έτυχε να ανήκουμε όλοι, χωρίς σύνορα και χωρίς γεωγραφικούς προσδιορισμούς. Κάπου εκεί, συνειδητοποιείς ότι αυτός άντρας έχει από καιρό αποχαιρετήσει την πίστη του, άκρατο σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής η οποία πενθεί χωρίς να το καταλαβαίνει, πλημυρισμένη από ανθρώπους που είτε ξέχασαν να αγαπήσουν τους εαυτούς τους, είτε τους αγάπησαν περισσότερο από όσο το άξιζαν.

Η ταινία του Considine (με το συναισθηματικό βάρος ενός ...τυραννόσαυρου) μιλάει για τον άνθρωπο με τις πιο αδυσώπητες αλήθειες. Τον άνθρωπο που εγκλωβισμένος σε ένα ζοφερό παρόν, πιο εύκολα καταστρέφει απ’ ό,τι δημιουργεί, πιο εύκολα θυμώνει απ’ ό,τι χαμογελάει, πιο εύκολα απογοητεύεται απ’ ό,τι προσπαθεί. Και τελικά, πιο εύκολα απεχθάνεται απ’ ό,τι καταφέρνει να αγαπήσει. Θαρρείς και η αγάπη έχει εκλείψει απ’ το σήμερα, θαρρείς ότι κοντοστάθηκε στο χτες, αδυνατώντας να ρίξει το βλέμμα της σε εκείνους που το έχουνε ανάγκη. Εκείνους τους ψυχογραφημένα ευάλωτους που έχασαν τον δρόμο τους χωρίς να το καταλάβουν, που νιώθουνε την θλίψη χωρίς να το συνειδητοποιούν.

Ο Joseph και η Hannah (με το θρησκευτικό αντίκτυπο των ονομάτων τους) έχουν από καιρό χάσει τον δρόμο τους, περικυκλωμένοι από ανθρώπους που δεν ζήτησαν ποτέ. Ανθρώπους που τους περιβάλλουν σαν τύραννοι, χαμένοι και αυτοί σε ένα σάπιο τόπο που τους ανήκει ολοσχερώς. Ανθρώπους που ψάχνουν από κάπου να πιαστούν, σαν συναισθηματικοί ναυαγοί που ζητούν βοήθεια από τον Θεό, αναζητώντας μια συγχώρεση που δεν τους δόθηκε ποτέ. Αλήθεια όμως, πότε ήταν η τελευταία φορά που βοήθησε κάποιον ο Επουράνιος Πατέρας; Πότε ήταν η τελευταία φορά που μας έλουσε στο φως, φωτίζοντας παράλληλα το σκοτάδι που μας περιβάλλει όλους; Ο Θεός δεν αγγίζει, δεν παίρνει θέση και δε βοηθά ποτέ κανέναν, μονάχα παρατηρεί περιμένοντας να αλλάξουμε ρότα, να βρούμε τη δύναμη να προχωρήσουμε προς τη σωστή κατεύθυνση. Τα θαύματα που είχαμε στη διάθεσή μας, νομίζω τα έχουμε εξαντλήσει προ πολλού. Παρόλα αυτά, ο παράδεισος δεν έχει χαθεί.

Διότι στη ζωή που μας έτυχε δεν υπάρχει καλός η κακός άνθρωπος, υπάρχει μόνο ο τρόπος που διαχειρίζεσαι τα συναισθήματά σου. Όπως δεν υπάρχει εξυπνάδα ή αφέλεια, υπάρχει ο τρόπος που διαχειρίζεσαι το μυαλό σου. Ίσως ακόμα να μην υπάρχει θεός ή διάβολος αλλά ο τρόπος που χωρίς φειδώ διαχειρίζεσαι τις προσευχές σου. Μέσα σε όλα αυτά έρχεται για όλους η στιγμή που πρέπει να αμφισβητήσουμε τις πεποιθήσεις μας, αμφισβητώντας παράλληλα τις μέχρι τώρα επιλογές μας. Ίσως τότε καταφέρουμε να αποδεσμευτούμε από τα αόρατα δεσμά που μας κρατούν αιχμάλωτους, ίσως τότε καταφέρουν να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλο στα μάτια, λυτρωμένοι και ελεύθεροι, ο καθένας από εμάς ηγέτης στη δική του Εδέμ.

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

The Fearless Vampire Killers (1967)



Βαθιά μέσα στις δαιδαλώδεις βουνοκορφές, στην παγωμένη καρδιά της μυθικής Τρανσυλβανίας, οι ατρόμητοι κυνηγοί βρικολάκων θα χορέψουν το χορό των απέθαντων θηραμάτων τους. Ένα χορό που τους φέρνει αντιμέτωπους με τα πλάσματα της νύχτας, πλάσματα κινηματογραφικά αγαπημένα, πρωταγωνιστές μακάβριων μύθων και τρομακτικών ιστοριών, αλησμόνητες και αγέραστες φιγούρες ενός κόσμου, όχι και τόσο μακρινού ή διαφορετικού από το δικό μας.

Επάνω σε αυτό τον κόσμο πατάει ο Polanski και επάνω του χτίζει το δικό του παραμύθι. Και το κάνει με τον πιο απολαυστικό τρόπο. Έχοντας περιλούσει την ατρόμητη ιστορία του με το χιούμορ και την ειρωνεία της δημιουργικής του φύσης, καταφέρνει να κρύψει στα σπλάχνα της δημιουργίας τόσο την λατρεία του για τέτοιου είδους βαμπιρικές ιστορίες, όσο και τις αλήθειες για την τρωτή και τόσο ευπαθή φύση του ανθρώπου. Από τον καθηγητή Abronsius (o Jack MacGowran να μοιάζει με γερασμένο αλλά σοφό Αστερίξ) και τον άξεστο βοηθό του Alfred  (o ηθοποιός Polanksi σε «φωτεινά» κέφια), μέχρι την μεγαλοπρεπή φιγούρα του Ferdy Mayne ως κόμη Krolock και την παρα λίγο Sharon Tate extravaganza στο ρόλο της απαχθείσας Sarah (και μεταξύ μας, πως να ξεχάσεις την υπέροχη εικόνα της στο χιονισμένο παράθυρο), οι ήρωες παραμένουν σωματικά ευάλωτοι και ψυχικά μαραμένοι. Άλλωστε ο πανέξυπνος Πολωνός στις ταινίες του μιλούσε πάντοτε για το μεγαλείο και τη φθορά της ανθρώπινης ψυχής και ποτέ της σάρκας. Μιας ψυχής που ποτέ δεν σταματά να επιζητά, να παλεύει και να λαχταρά, σαν να είναι η τελευταία της μέρα στο ρου μιας ακόμα γερασμένης αιωνιότητας.

Νομίζω όμως πως και ο ίδιος ο σκηνοθέτης δεν περίμενε την καταξίωση με τούτο το παγωμένο αριστοτέχνημα. Αυτό που στόχευε ήταν μάλλον την καλλιτεχνική του εκσπερμάτωση η οποία θα γεννοβολούσε την εμπιστοσύνη μιας δύσκολης (αλλά αχόρταγης) αγοράς, την οποία και κέρδισε λίγο αργότερα παρέα με ένα κορίτσι που το λέγαν Rosemary. Η ταινία όμως, παρά την κωμική της ατμόσφαιρα και την ενορχηστρωμένη της παραδοξότητα, παραμένει μια σοβαρή πρόταση. Δε σατιρίζει ξεδιάντροπα και ούτε αγκιστρώνεται στους μύθους τους οποίους διαλαλεί κατακρεουργώντας τους, μονάχα τους δανείζεται για να δημιουργήσει τους δικούς της διαχρονικούς ήρωες. Και τα καταφέρνει χωρίς ίχνος ντροπής ή αμοραλισμού, με σαράντα σχεδόν χρόνια στην πλάτη, να παραμένει αυθεντικά καλλιτεχνική, επίκαιρη και φρέσκια όπως οι απέθαντοι πρωταγωνιστές της.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Le Havre (2011)



Πλημμυρισμένο με τα πιο έντονα χρώματα των ανήσυχων αλλά πάντοτε χαμογελαστών πρωταγωνιστών του και αφιερωμένο στα βλέμματα ολόκληρου του κόσμου, το «μικρό» Λιμάνι της Χάβρης αναμετράται με τη σύγχρονη μεταναστατευτική πραγματικότητα, φιλοδοξώντας παράλληλα να υπενθυμίσει σε όλους εμάς την ανάγκη της ανθρώπινης επικοινωνίας. Μια από τις χαρακτηριστικότερες στιγμές του Φινλανδού δημιουργού και μια από τις ομορφότερες ιστορίες που μας χάρισε τα τελευταία χρόνια ο ευρωπαϊκός κινηματογράφος, αφήνει την αισιοδοξία του παραμυθιού να αγκαλιάσει τα καρέ, αγκαλιάζοντας παράλληλα τις ψυχές των θεατών που θα την παρακολουθήσουν.
Ή τους ναυαγούς που έτυχε να ναυαγήσουν στο λιμάνι μιας τέτοιας αλήθειας. 

Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

Cruciamentum - Engulfed in Desolation



Το underground φλέγεται. Με τις φωτιές του να απλώνονται επιθετικά, όπως ακριβώς συνέβαινε στις αρχές των 90’s, με δεκάδες νέα και κυρίως πωρωμένα συγκροτήματα να μοιράζονται την επιθανάτια ευθύνη για τα αποκαΐδια που αφήνουν πίσω. Η μουσική των Cruciamentum πυρπολεί ακατάπαυστα τα αυτιά και την ψυχή του ακροατή όπως ακριβώς οφείλει να πράττει το γνήσιο death metal που αγαπάμε. Τα μέλη του συγκροτήματος από την Μ. Βρετανία έχουν μελετήσει (και αφομοιώσει) στο έπακρον τις θανατερές επιρροές με τις οποίες γαλουχήθηκαν και διδάχτηκαν στο πέρασμα του χρόνου,  ποτίζοντας το συναίσθημα τους με το μίσος και το άσβεστο πάθος μιας χαοτικής γενιάς που πρέπει να καταστρέψει για να μπορέσει να δημιουργήσει ξανά. Να δημιουργήσει μια γαμημένη τέχνη η οποία θα εμπνεύσει και θα χαρίσει δύναμη και σθένος σε εκείνους που το έχουνε ανάγκη.

Σήμερα, με την ψυχή στην άβυσσο και την καρδιά να σπαρταράει, περισσότερο από ποτέ.


Chris Zafeiriadis 

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Funny Face (1957)


Δεν γνωρίζω κατά πόσο θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι το Funny Face είναι μια αριστουργηματική και αναγκαία για τον απαιτητικό σινεφίλ, ταινία. Δεδομένης της ψυχρολουσίας του πρώτου δεκάλεπτου, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει. Εκεί ακριβώς είναι που εμφανίζεται η μικρή πρωταγωνίστρια Jo για να κυριαρχήσει στην ταινία, μεταλλάσσοντάς την από ανυπόφορη φαρσοκωμωδία που θέλει να οικειοποιείται το ροζ ως το χρώμα που θα σώσει τον πλανήτη, σε μια ανέμελα μικρή, πλην όμως απολαυστική, ιστορία αγάπης - για τους λιγότερο παραπονιάρηδες και περισσότερο ρομαντικούς θεατές. Αγάπης τόσο προς το πρόσωπο του έτερου πρωταγωνιστικού χαρακτήρα του - εξίσου κυρίαρχου-  Dick, όσο και προς την ακτινοβολούσα Πόλη του Φωτός και την λάμψη που εκπέμπουν οι διάσημοι δρόμοι της.

Το υλικό του Doden μοιάζει αρχέγονα θηλυπρεπές. Από το κακόγουστα στημένο περιοδικό μόδας (με το ειρωνικό όνομα «Quality» και τα σχεδόν διαστημικά γραφεία του) και τις δολοφονικές στιχομυθίες μεταξύ των δύο φύλλων, μέχρι τις ρομαντικές βόλτες στα φεγγαροφωτισμένα σοκάκια του Παρισιού και το αναμενόμενο φιλί στο φινάλε, θαρρείς πως αυτή η ταινία δεν επιζητά τίποτα παραπάνω από την αναγνώριση της ως μια αστεία μουσικοχορευτική παράσταση, τοποθετημένη στην πιο διάσημη πόλη του κόσμου.

Μια παράσταση που χρησιμοποιεί τις αριστοτεχνικές χορευτικές ικανότητες του μεγάλου Astaire (κάποια στιγμή ίσως θα έπρεπε να αναζητήσουμε την σύγκριση με το σήμερα – για να μην την επιτύχουμε ποτέ) και το αθώο βλέμμα της (λιγότερο, πλέον) εύθραυστης Hepburn, για να δώσει την δυνατότητα στον σκηνοθέτη να σχολιάσει και τελικά να ξεμπροστιάσει την υποκρισία του πνεύματος και της σοφίας έναντι της σάρκας και των κρυμμένων πόθων, αποθεώνοντας παράλληλα το πνεύμα του κόσμου της μόδας και της πασαρέλας. Δεν ξέρω αν αυτό είναι απόλυτα αξιοπρεπές, είναι όμως απόλυτα διασκεδαστικό να το βλέπεις ακόμα και σήμερα, που τα γούστα του κόσμου αδυνατούν να αλλοιωθούν με το πέρασμα του χρόνου. Το όμορφο πάντα θα τραβάει το βλέμμα και το χειροκρότημα των ανθρώπων, το αθώο πάντα θα κρυφολαχταρά να μετατραπεί σε ένοχο, ενώ το πρόστυχο πάντοτε θα διεγείρει εκείνους που διεγείρονται από την πρόστυχη, αλλά ειλικρινή, φαντασία τους.

Δεν είμαι σίγουρος αν υπάρχει κάποιος που θα κατέτασσε το Funny Face στην κορυφή των μουσικοχορευτικών 50’ς (αντίθετα με το Singing in the Rain το οποίο μοιάζει να αγαπάται περισσότερο και από περισσότερους) αλλά φαντάζομαι πως οι γυναίκες (πρωτίστως εκείνες με κοριτσίστικη καρδιά) θα ευχαριστηθούν και με το παραπάνω το αστείο αυτό, ροζ μουτράκι της ιστορίας. Οι πιο αρρενωποί χαρακτήρες ίσως χρειαστεί να ψάξουν στις λεπτομέρειες για να καταφέρουν να αντικρύσουν αξιόλογες στιγμές (όπως τον σχεδόν ψυχεδελικό χορό της Jo στο ημίφως ενός μπαρ ή στους κρυφο-screwball διαλόγους με την αρχισυνταξία του περιοδικού). Μην απορείς, έχω ακούσει να λένε ότι στις λεπτομέρειες κρύβονται οι πιο ένοχοι πόθοι αλλά και οι πιο ευγενείς απολαύσεις των ανθρώπων. 
Τί μάρκα είπαμε φοράει ο Διάβολος;


Chris Zafeiriadis

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Carnage (2011)



Εγκλωβισμένος ανάμεσα στις καλογυαλισμένες ταπετσαρίες ενός τυπικού (γι’ αυτό, ίσως, και συμβολικού) διαμερίσματος, τοποθετημένου σε μια τυχαία γωνιά του δυτικού πολιτισμού, ο Θεός της Σφαγής θα πετσοκόψει τους τέσσερις μεσήλικες πρωταγωνιστές του και θα διαχύσει τα εντόσθια τους στους τέσσερις τοίχους (έναν για κάθε πρωταγωνιστή),  εξολοθρεύοντας κάθε ίχνος επίσημης (και υποχρεωτικής) ευγένειας που μας χαρακτηρίζει. Κάπως έτσι, το επιβεβλημένο αστικό  προσωπείο γίνεται ρημάδι, δίνοντας την θέση του στην πιο απολαυστική αποδόμηση της πολιτισμένης διαγωγής μας, σε μια ταινία που πιθανότερο είναι να μισήσεις, παρά να αγαπήσεις.   

Παρακολουθώντας την Σφαγή έπιασα τον εαυτό μου να χαμογελάει σαρδόνια. Όχι από τα (λιγότερο)κωμικο(και περισσότερο)τραγικά, φαιδρά ευτράπελα των δύο ζευγαριών αλλά από την σοφία που αναβλύζει μέσα από την παγίδα που τους έστησε ο σκηνοθέτης. Στην αρχή τους φέρνει αντιμέτωπους με έναν καθημερινό, συνηθισμένο (ακόμα και αν κατέληξε σε μικρή αιματοχυσία) καβγά των τέκνων τους και στη συνέχεια (με τους ματωμένους πρωταγωνιστές απόντες) τους επιβάλει να εξετάσουν τις διαφορές των δύο παιδιών, εξετάζοντας παράλληλα και τους λόγους που μια άγουρη κοινωνία εκκολαπτόμενων αστών, προτιμά να λύνει τα προβλήματά της πολεμώντας με ξύλινα όπλα στα χέρια, παρά με την σοφία των ενηλίκων. Μια σοφία που ακόμα και αν μοιάζει παρούσα στα πρώτα λεπτά της ταινίας, στη συνέχεια καταδικάζεται στην αφάνεια, σαν να μην υπήρξε ποτέ.   

Το θεατρικό της Yasmina Reza μοιάζει το ιδανικό όπλο για να εξαπολύσει ο σκηνοθέτης μια τυπική (πλην όμως, πάντοτε αναγκαία) επίθεση στην ανθρώπινη ευγένεια.  Και δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα παραπάνω από το να αφήσει χώρο σε αυτούς τους μανιακούς ρημαδόρους να ρημάξουν την απαστράπτουσα αξιοπρέπειά τους, ρημάζοντας παράλληλα την κατανόηση των συμβάντων και, κατ’ επέκταση, του εαυτού τους. Γυαλισμένες εξωτερικά αλλά τσαλακωμένες εσωτερικά υπάρξεις, οι οποίες  παραμένουν τρομοκρατημένες στη θέα μιας αλήθειας που δεν λέγεται, πνίγουν την θλίψη τους σε ακριβά ουίσκι και χειροποίητες τάρτες φρούτων, κρύβοντας παράλληλα την περιρρέουσα κακοθυμία τους σε ακριβά λευκώματα φωτογραφιών και σπάνιες εκδόσεις βιβλιοδετημένων αναμνήσεων.   

Κοιτώντας όμως τη φιλμογραφία του Πολωνού, διαπιστώνεις ότι δεν έχουν αλλάξει και πολλά από όταν το Μαχαίρι έκοβε στα δύο τον φαινομενικό πολιτισμό στον οποίο ανήκουμε. Για τους περισσότερο (απαισιόδοξους, ρεαλιστές) δεν πρόκειται να αλλάξει κάτι, ακόμα κι αν περάσουν χίλια χρόνια από τώρα και χίλιοι άνθρωποι βρεθούν στα ίδια σπίτια που κατοικούμε σήμερα εμείς. Αυτό που ίσως αλλάξει (για τους αισιόδοξους, ρομαντικούς) είναι η προσωπική μας παραδοχή. Διότι ακόμα και αν το προσπαθούμε καθημερινά, δεν μπορούμε να φαινόμαστε συνεχώς ως εκείνοι που θα έπρεπε. Αναπόδραστα, κάποια στιγμή θα φανούμε αυτοί που πραγματικά είμαστε. Μπορούμε να υποκριθούμε, όχι όμως για πάντα, μπορούμε να κρυφτούμε, έως την στιγμή που θα ξεράσουμε τους εαυτούς μας στα μούτρα εκείνων που το αξίζουν περισσότερο.   

Chris Zafeiriadis