Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2015

The Prestige (2006)


Το Prestige του Nolan θα σε μαγέψει. Θα σε μαγέψει μεταφέροντάς σε στον Λονδίνο του 19ου αιώνα, όπου δύο αντίζηλοι ταχυδακτυλουργοί θα δώσουν τα πάντα για να κατακτήσουν την φήμη του πιο εντυπωσιακού τρικ επάνω στη σκηνή, κατακτώντας παράλληλα την δόξα του ισχυρότερου και πιο αινιγματικού θαυματοποιού. Μια δόξα που γεννάται από το εγωιστικό συναίσθημα της υπεροχής που τρέφει τις ψυχές των δύο πρωταγωνιστών και σταδιακά τους μετατρέπει από ταλαντούχους καλλιτέχνες σε θανάσιμους ανταγωνιστές. Και τότε καταλαβαίνεις ότι ο Nolan δεν θα σου μιλήσει για την ταχυδακτυλουργία και τα μεταμφιεσμένα μυστικά της, αλλά θα σου εκθέσει με έναν υπέροχο τρόπο την αποκάλυψη του ανθρώπινου πνεύματος και την κάθοδό του, από το σημείο της έμπνευσης και της δημιουργίας, στα ατέρμονα βάθη μιας οδυνηρής και αχόρταγης αβύσσου.

Στο σύμπαν του Prestige η ανάπτυξη της σύγκρουσης γίνεται αργά και σταθερά, παράλληλα με ένα πάθος που οργιάζει. Οι δύο ταχυδακτυλουργοί γίνονται για λίγο οι μικροί θεοί που διαθέτουν τα μέσα και τη δεξιοτεχνία για να ξεγελάσουν όσους τους παρακολουθούνε μαγεμένοι. Για όσο βρίσκονται επάνω στη σκηνή το αίνιγμα γεννάται, η αλήθεια μεταμφιέζεται και το αμετάβλητο αλλάζει και μετατρέπεται σε μεταβλητό. Φυσικά ο Nolan από την αρχή ακόμα σπεύδει να μας ενημερώσει πως θεοί δεν υπάρχουν (τουλάχιστον όχι επάνω στη σκηνή) και ότι αυτό που πραγματικά συμβαίνει είναι μια ψευδαίσθηση που κατασκευάζεται με μαεστρία. Η πραγματικότητα δεν μπορεί να διαστρεβλωθεί, μπορεί μονάχα να καμουφλαριστεί με ένα διαφορετικό προσωπείο, δίνοντάς σου την δυνατότητα να ξεφύγεις από τον κόσμο που σου έτυχε, αν δεν σου κάνει.

Μέσα από το καμουφλάζ έρχεται η παραπλάνηση, γεννώντας παράλληλα το μίσος. Ένα μίσος που τρέφει και τρέφεται από την αδυναμία των δύο αυτών ανθρώπων, οι οποίοι αφιέρωσαν τη ζωή τους στην ψευδαίσθηση και θυσίασαν ένα κομμάτι του εαυτού τους, για να γίνουν τελικά σκλάβοι της ίδιας τους της εμμονής. Ως σκλάβοι δεν μπορούν παρά να υπακούσουν και να συνεχίσουν να παραπλανούν, τόσο το κοινό που θέλει να τους θαυμάσει, όσο και τους εαυτούς τους που λαχταράνε τον θαυμασμό. Ως  άνθρωποι, τυφλοί από την εμμονή, οδηγούνται στον παραλογισμό τον οποίο υπηρετούν ευλαβικά και, ξεφεύγοντας από τα όρια της ειλικρίνειας και της ηθικής, παίρνουν μέρος σε μια εγωιστική μάχη για την επικράτηση του ισχυρότερου.

Φυσικά, αν κοιτάξεις προσεκτικά θα βρεις και εκείνα που σε ενοχλούνε στη ταινία. Θα δεις τις ευγενείς απιθανότητες, τις ελλείψεις και τις σεναριακές ευκολίες που υπάρχουν μέσα στην ιστορία. Όμως αν παρατηρήσεις εκεί που πρέπει, θα δεις ότι στη ψυχή του το Prestige δεν είναι μια ταινία για τον ανταγωνισμό και τη μάχη μεταξύ των αντιπάλων. Αυτή βρίσκεται για να ξετυλίξει την πλοκή και να υπηρετήσει την ίδια την άβυσσο του ανθρώπινου παραλογισμού. 

Αν παρατηρήσεις βαθύτερα, λίγο πριν το Prestige αγγίξει τα όρια της επιστημονικής φαντασίας, θα δεις τον Nolan να σου μιλάει για την οδυνηρή μοίρα κάθε γνήσιου καλλιτέχνη που δεν μπορεί να νιώσει πλήρης αν δεν αφιερώσει την ζωή του στην ανεξάντλητη τέχνη του. Θα σου μιλήσει για τον άνθρωπο, τον θεό και την δημιουργία (όχι όμως και για την θρησκεία) και, τέλος, για την μαγεία ολόκληρου του κινηματογράφου, που για κάποιους αποτελεί διασκέδαση, ενώ για κάποιους άλλους είναι ένας υπέροχος, δεύτερος κόσμος για να ζεις. Θα σου μιλήσει για κάθε σκηνοθέτη που σε εξαπατά εν γνώσει σου και γίνεται «θεός» - ένας μικρός μάγος που κατασκευάζει τις δικές του πραγματικότητες και σου χαρίζει αισθήματα και ψευδαισθήσεις από τις οποίες δεν θέλεις να αποδεσμευτείς, που κατασκευάζει μια εξαπατημένη αλήθεια και πριν από κάθε προβολή έρχεται κοντά για να σου ψιθυρίσει «άμπρα κατάμπρα».

Και σου προκαλεί το δέος.

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2015

À bout de souffle (Breathless, 1960)


Θέλω να έρθω μαζί σου και πάμε όπου θες. Από τη Ρώμη στο Παρίσι και από εκεί στο Μόντε Κάρλο, να ζήσουμε τον έρωτα γιατί δεν μπορώ να είμαι μακριά σου. Αλλά ακόμα κι αν μπορώ, δεν θέλω ποτέ να είμαστε χώρια. Θέλω να ακούσω κάτι όμορφο από τα χείλη σου και να μη σταματήσω ποτέ να σε κοιτάζω. Να βρεθούμε, να αγκαλιαστούμε και να θυμώσουμε, να κοιμηθούμε και να ξυπνήσουμε μαζί σε ένα μικρό παριζιάνικο δωμάτιο, ανάμεσα σε αγκαλιές, βινύλια και τον ανέμελο καπνό των τσαλακωμένων μας τσιγάρων. Θέλω να μείνουμε μακριά από τον κόσμο που έχει μάθει να μας λέει ψέματα, να τιθασεύσουμε τους φόβους και τις αμαρτίες μας, αφήνοντας τον Godard ελεύθερο να μας κινηματογραφήσει όπως δεν το έκανε ποτέ κανένας μέχρι τώρα.

Θέλω να αγαπηθούμε, να γίνουμε αθάνατοι και ας πεθάνουμε μετά για πάντα. 

Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

The Battery (2012)


Η ταινία του Jeremy Gardner αποτελεί έναν μικρό άθλο. Όχι μόνο γιατί δημιουργήθηκε μέσα σε μόλις 16 ημέρες από τα 6.000 δανεικά δολάρια που μάζεψε ο δημιουργός της, χωρίς αυτό να την καθιστά φτηνή ή επιπόλαια, αλλά γιατί καταφέρνει μέσα από μια ιστορία ζωντανών νεκρών να αναδείξει όλη τη κρυμμένη μελαγχολία στο πρόσωπο των χαρακτήρων του. Καταφέρνει να αναδείξει την μοναξιά των επιζώντων μέσα σε ένα κόσμο που άνθισε από τον πολιτισμό, για να καταρρεύσει στη συνέχεια από άγνωστη αιτία και να μετατρέψει τους κατοίκους του σε αιμοδιψή ανθρωπόμορφα πλάσματα, περιφερόμενα χωρίς ψυχή και χωρίς συναίσθηση της πραγματικότητάς τους.

Μπορεί οι νεκροζώντανοι να περιφέρονται αιματοβαμμένοι και με διαθέσεις κανιβαλισμού, ωστόσο ο Gardner δεν κάνει το λάθος να επικεντρωθεί σε αυτούς και χρησιμοποιεί την εικόνα τους με φειδώ, όταν θέλει δηλαδή να δημιουργήσει στιγμές ανόθευτου τρόμου. Διαθέτει λοιπόν τον περισσότερο χρόνο του στους δύο αντρικούς του χαρακτήρες. Δυο χαρακτήρες που προσπαθούν να επιβιώσουν σε έναν τόπο που δεν έχει και πολλά να κάνεις, δεν έχεις και πολλά να πεις, αφού έχει ερημώσει από φωνές και το μόνο που απομένει είναι η ηχώ των αναμνήσεων μιας εποχής που έχει αφήσει τους ανθρώπους ανεπιστρεπτί.

Η πρώτη ώρα της ταινίας αναλώνεται στον τρόπο με τον οποίο οι δύο αυτοί κεντρικοί χαρακτήρες περιπλανιόνται στην εγκαταλελειμμένη αμερικανική ύπαιθρο αναζητώντας καταφύγιο και τροφή, αλλά και τον τρόπο που ο καθένας τους ξεχωριστά προσπαθεί να διαχειριστεί την Αποκάλυψη. Ο πρώτος είναι ένας κυνικός ρεαλιστής που σχεδόν διασκεδάζει με όσα ελάχιστα συμβαίνουν και τις περισσότερες φορές παίρνει την κατάσταση στα χέρια του, ενώ ο δεύτερος ακούει μουσική σε ένα παλιό ντίσκμαν, δυσκολευόμενος να αποδεχτεί την καινούρια πραγματικότητα στην οποία ανήκει. Οι δυο τους ταξιδεύουν συνεχώς και αναλώνονται σε λιγοστές συζητήσεις και στιγμές ανέμελου baseball αφού αυτό είναι το μόνο χαρακτηριστικό που έχουνε κοινό.

Φτάνουμε έτσι στο τελευταίο μισάωρο της ταινίας (λίγο πριν ο Gardner ξεμείνει από ιδέες) όπου οι δύο πρωταγωνιστές πέφτουν θύματα της εναπομένουσας ανθρώπινης κοινωνίας και εγκλωβίζονται με ελάχιστα τρόφιμα και καμία διέξοδο σε ένα αμετακίνητο Volvo station wagon, περικυκλωμένοι από μερικές ντουζίνες αγριεμένους νεκροζώντανους. Κάπως έτσι η ταινία υιοθετεί έναν πιο δραματουργικό τόνο και μέσω του μινιμαλισμού της αποδεικνύει ότι δεν χρειάζεσαι ένα παγκόσμιο budget για να κάνεις μια καλή ταινία τρόμου, απλά να χρησιμοποιήσεις την βαρβαρότητα όχι ως μέτρο εντυπωσιασμού αλλά ως κινηματογραφική ουσία.

Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

The Martian (2015)


Για να μπορέσεις να έρθεις κοντά και τελικά να φτάσεις στο σημείο να απολαύσεις το Martian για όλα όσα είναι – χωρίς να το κατακρίνεις για όσα δεν κατάφερε να είναι - ίσως θα πρέπει πρώτα να ρίξεις μια ματιά στο παρελθόν του δημιουργού του, από το πιο πρόσφατο έως και το πιο μακρινό. Θα δεις έτσι ότι από τις πρώτες του ημέρες, ο Scott δεν έδειξε μόνο ότι είναι ένας άνθρωπος που αγαπά την επιστημονική φαντασία αλλά κι ένας χαρισματικός αφηγητής, ο οποίος χάρισε στο είδους του sci-fi δύο αριστουργήματα που κατάφεραν να μείνουν αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου (Alien, Blade Runner). Από εκεί κι έπειτα, θα δεις ότι ολόκληρη η πορεία του είχε τα πάνω της (The Duellists, Gladiator, Matchstick Men) αλλά και τα αρκετά κάτω της (G.I. Jane, Black Hawk Down), μερικές αμφίβολες στιγμές κοινωνικού διχασμού (Thelma and Louise, Counselor, Prometheus), καθώς επίσης και μερικές άλλες, διεκπεραιωτικής εμπορικότητας (Body of Lies, Kingdom of Heaven).

Η αναγνώριση και η επιτυχία δεν άργησαν να έρθουν, αυτό όμως που δε ήρθε ποτέ για τον Scott είναι μια προσωπική σφραγίδα που θα χαρακτήριζε τις δημιουργίες μια ξεχωριστή ματιά και μια έκφραση σκέψης επάνω στα θέματά του που θα τον έκαναν ,τουλάχιστον στα μάτια μου, έναν άνθρωπο μοναδικό που θα ξανασυναντούσα σε κάθε νέα του ταινία. Κάπως έτσι, ο Scott παρέμεινε για πάντα ένας (μοντέρνος, ταλαντούχος και αμερικάνος) σκηνοθέτης ικανός για τα καλύτερα αλλά και για τα χειρότερα, ένας σκηνοθέτης που οι ταινίες του δεν διαθέτουν τον προσωπικό στοχασμό ενός ποιητή, αλλά την κοινωνική ψυχαγωγία ενός διασκεδαστή που άλλες φορές βρίσκει τον στόχο του και κάποιες άλλες δεν περνάει ούτε από δίπλα. Αυτό από μόνο του είναι ρίσκο τόσο για τους παραγωγούς που περιμένουν τα εισιτήρια, όσο και για τους σινεφίλ που λαχταράνε μια υπέροχη ταινία. Υπό αυτό το πρίσμα, νομίζω οι πρώτοι βρήκαν τον άνθρωπο που έψαχναν, ενώ οι δεύτεροι έχουν προ πολλού σταματήσει να τον αναζητούν στο πρόσωπο του Scott.

Όλα τα παραπάνω δεν τα αναφέρω για να δικαιολογήσω κάποιο παραστράτημα, ούτε για να αναγάγω κάποια αμφίβολη και επιπόλαιη ταινία του σε αριστούργημα. Θα ήταν όμως τουλάχιστον άδικο να περιμένει κάποιος από τον Scott, σήμερα στα 78 του χρόνια και μετά από είκοσι δύο περίπου ταινίες, να αλλάξει χαρακτήρα και να δει την τέχνη που υπηρετεί διαφορετικά. Όπως θα ήταν άδικο να περιμένει κάποιος από το Martian (του Scott, όχι του Weir) να διαθέτει την απεραντοσύνη μιας Οδύσσειας, τον κωδικοποιημένο και πολυδιάστατο χαρακτήρα ενός Interstellar, ή έστω την εσωτερική ανάγκη της επιστροφής σε έναν δικό σου κόσμο που αβίαστα ένιωθε ο E.T.. Αυτό που μπορεί κάποιος να περιμένει, όμως, είναι μια μοντέρνα ιστορία χαμένη στο διάστημα, μια ιστορία που σκοπό έχει να σε συναρπάσει όσο μπορεί να σε συναρπάσει η ψυχαγωγική ματιά του δημιουργού της και να σε μεταφέρει, έστω και κλασματικά, σε ένα άγνωστο σύμπαν, μακριά από το δικό σου, πάντοτε όμως ανίκανο να σου δώσει τις λύσεις που αναζητάς πίσω στη γη.

Η ταινία ξεκινάει όταν, μετά από ένα ατύχημα, ο αστροναύτης και βοτανολόγος Mark Watney (ενσαρκωμένος από τον θαυμάσιο Matt Damon) ξεμένει στο περιβάλλον τού Κόκκινου Πλανήτη, ενώ το υπόλοιπο πλήρωμα της αποστολής, θεωρώντάς τον νεκρό, ξεκινά το ταξίδι της επιστροφής για τη Γη. Ο Mark αφήνεται έτσι μόνος σε έναν έρημο τόπο, με μοναδικό αντίπαλο τα ψυχικά και βιολογικά του όρια. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οποιοσδήποτε άλλος απλός άνθρωπος είχε βρεθεί στην ίδια κατάσταση θα είχε, δεδομένων των αντιξοοτήτων, χάσει τη ζωή του από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Όμως ο Mark Watney δεν είναι ένας απλός άνθρωπος. Είναι ένας έξυπνος, εφευρετικός, αστείος αλλά και πεισματάρης επιστήμονας που χρησιμοποιεί τις επιστημονικές του γνώσεις για να επιβιώσει και να μπορέσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που προκύπτουν το ένα μετά το άλλο, χωρίς να το βάζει κάτω ούτε για ένα λεπτό. Τον παρακολουθούμε λοιπόν να μιλάει σε ένα ηλεκτρονικό ημερολόγιο ώστε να μην τρελαθεί και να κρατάει τον μυαλό του σε συνεχή έλεγχο, αντιμετωπίζοντας την κατάστασή του με σοβαρότητα, χιούμορ αλλά και μια απίθανη ελαφρότητα που του χαρίζει τόσο η προσέγγιση του Scott, όσο και η πανέξυπνη χρήση της μουσικής ντίσκο που είναι και η μόνη μουσική που έχει μαζί του ο Mark.

Στον Άρη βέβαια δεν μπορείς να μείνεις για πολύ, ακόμα κι αν βρεις τον τρόπο να καλλιεργήσεις πατάτες. Γι’ αυτό και, παράλληλα με τον Mark, παρακολουθούμε τις προσπάθειες των επιστημόνων της NASA πίσω στη Γη αλλά και του πληρώματος του σκάφους τού Mark (με κυβερνήτη την υπέροχη Jessica Chastain), οι οποίοι κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να φέρουν τον άνθρωπό τους/μας πίσω. Έναν άνθρωπο που, σύμφωνα με την ιστορία, γίνεται σύμβολο ολόκληρου του δυτικού κόσμου, ενός κόσμου που μοιάζει να παρασύρεται από την αβάσταχτη πραγματικότητα που ζει ο Mark, έχοντας προς στιγμήν ξεχάσει τα ουσιαστικά προβλήματα που μαστίζουν την ανθρωπότητα του δικού μας πλανήτη (αρρώστιες, φτώχια, μεταναστευτικό και ό,τι άλλο προσωπικό κουβαλάει ο καθένας μέσα του).

Είπαμε, όμως, ο Scott είναι ένας διασκεδαστής και η Διάσωση είναι μια διασκεδαστική, σχεδόν εφηβική ταινία που σκοπό έχει να ψυχαγωγήσει όσους βρεθούν στη σκοτεινή αίθουσα για να την απολαύσουν για τις αρετές που διαθέτει. Και θα την απολαύσουν, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο πλάνο του αστρικού ουρανού της. Θα την απολαύσουν για τα ερωτήματα που κοιτάει, που θέλει αλλά δυσκολεύεται να θέσει (πρωτίστως στον εαυτό της), για την ομορφιά της εξερεύνησης ενός άγνωστου τόπου, αλλά και την επιπολαιότητα με την οποία μπορείς να απολαύσεις μια τέτοια ταινία τη στιγμή που την έχεις περισσότερο ανάγκη. Μη τον παρεξηγείς τον Scott, γιατί εδώ γνωρίζει τα όριά του (νιώθοντας και ο ίδιος έφηβος;). Και, για να πω την αλήθεια, είναι προτιμότερο να αναλώνεται σε τέτοιου είδους ελαφρότητες και να αριστεύει, από το να αποδεικνύει την αδυναμία του να διαχειριστεί σοβαρότερες προσεγγίσεις και να αποτυγχάνει. Και ξέρεις, αυτός που δεν βρίσκει ίχνος απόλαυσης στην επιπολαιότητα, στην νεανική διασκέδαση και, τελικά, στην αγωνιώδη ακινδυνότητα μέσα σε μια ψυχαγωγική ταινία, δεν έχει ιδέα τι πάει να πει ψυχαγωγικό σινεμά.

Ή απλώς, σινεμά.

Chris Zafeiriadis 

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

Back to the Future (1985)


Αν κοιτάξεις την Επιστροφή στο Μέλλον σήμερα θα διαπιστώσεις ότι τα χαρακτηριστικά που την έκαναν διάσημη όχι μόνο δεν έχουνε αλλοιωθεί, αλλά της έχουν χαρίσει μια αναπάντεχη νοσταλγία που δεν θα μπορούσε να υπάρχει στην εποχή της. Δεν είναι μόνο η ιστορία που σε μαγνητίζει με το χωροχρονικό της ταξίδι και την αγωνία της έκβασής της, ούτε η πειστική απλοϊκότητα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών που πηγαίνουν πέρα-δώθε στο χρόνο προσπαθώντας να τον κατακτήσουν. Αν κοιτάξεις την Επιστροφή στο Μέλλον σήμερα, θα μπορέσεις να ανακαλύψεις αφέλειες που αγαπήθηκαν χωρίς ντροπή στην εποχή τους, κινηματογραφικές λεπτομέρειες που ακτινοβολούν ευφυΐα και χαρακτηριστικά ανθρώπων που τους βλέπεις σήμερα και σε πιάνουν αμήχανα τα γέλια. Αν, φυσικά, δεν σε πιάσουν πρώτα τα κλάματα, αναλογιζόμενος ότι από τότε που γύρισαν αυτή την ταινία έχουν περάσει τόσα χρόνια που άλλαξαν σχεδόν τα πάντα στο πέρασμά τους, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού σου. 

Τουλάχιστον δύο γενιές ανθρώπων εμπλέκονται σε αυτήν την ευφάνταστη ιστορία, η οποία ξεκινάει από το 1985, επιβιβάζεται σε μια DeLorean γεμάτη κλεμμένο πλουτώνιο που ανήκε σε Λίβυους τρομοκράτες (αλήθεια, που το βρήκαν αυτοί;) και πιάνει τα 140χμλ/ώρα για να ταξιδέψει τριάντα χρόνια πίσω στο χρόνο, στην ήδη καταγεγραμμένη πραγματικότητα του 1955. Μία στιλάτη DoLorean, επιστημονικά ανακατασκευασμένη και ρυθμισμένη από τα χέρια του Dr. Emmett Brown, τον οποίο ενσαρκώνει ο υπέροχος Christopher Lloyd και του οποίου αυτός είναι μάλλον ο πιο χαρακτηριστικό του ρόλος, από τη Φωλιά του Κούκου μέχρι και τα πρόσφατα Πιράνχας που συμμετείχε με χιούμορ. Ένας πεισματάρης καθηγητής, που χρειάζεσαι ακριβώς μηδέν δευτερόλεπτα για να συμπαθήσεις, χαμένος στις σκέψεις και τις εμμονές, χρησιμοποιεί διαφορετικές επιστημονικές μεταβλητές που δεν αναλύονται στην ταινία - έτσι κι αλλιώς, δεν θα καταλαβαίναμε τίποτα - διαστρεβλώνοντας με ευκολία τις μοριακές δομές και τους νόμους της φυσικής. Ανακαλύπτει έτσι το ταξίδι στο χρόνο, που μεταξύ μας, από μόνο του ως ιδέα είναι συναρπαστική, δεν καταφέρνει όμως να γίνει και ο ίδιος ταξιδιώτης, τουλάχιστον όχι σε αυτό το επεισόδιο. 

Το ταξίδι συμβαίνει κατά λάθος και κατ’ ανάγκη με επιβάτη τον νεαρό Marty McFly, έναν ταχύτατο και ασταμάτητο Michael J. Fox που δίνει τη δική του μάχη, προσπαθώντας να προφυλάξει την ιστορία που επρόκειτο να αλλάξει, όχι μόνο για να σώσει τη δική του πραγματικότητα, αλλά για να διορθώσει και τα ελαττώματά της. Στο πισωγύρισμα των τριάντα χρόνων ο Marty συναντάει κάθε λογής γνωστές και άγνωστες φυσιογνωμίες του τόπου του, συμπεριλαμβανομένων και δύο ανθρώπων που αργότερα θα γίνουν η οικογένειά του. Σε κάνει έτσι να σκέφτεσαι πόσο ανατριχιαστικό και λάθος είναι να βρίσκεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με τους γονείς σου και να έχετε την ίδια ηλικία. Να τους γνωρίζεις με τις ομορφιές της νιότης, τα πάθη και τις ανασφάλειες που δεν σου έδειξαν ποτέ γιατί απλώς είναι οι γονείς σου και δεν σου πέρασε ποτέ από το μυαλό πόσο πολύ μπορεί να μοιάζετε στη συμπεριφορά, τις σκέψεις και τον τρόπο που αντιδράτε σε κάθε τι μικρό ή μεγάλο συμβαίνει σε αυτή τη ζωή. 

Μέσα από αυτό το ταξίδι δεν θα αλλάξουν και πολλά από την παγκόσμια ιστορία. Οι αρχηγοί κρατών, η rock μουσική, τα sneakers και το skate θα παραμείνουν όπως τα ξέρεις, ενώ παράλληλα θα αναγνωρίσεις και το αναμενόμενο σε τέτοιου είδους ταινίες. Την υπαρξιακή ανησυχία των χαρακτήρων, δηλαδή, και τη προσπάθειά τους να νικήσουν τους νόμους της φυσικής, διατηρώντας τους εαυτούς τους σε μια συγκεκριμένη χρονική βεβαιότητα. Ταυτόχρονα, όμως, θα νιώσεις και την ανάγκη τους να νικήσουν τον χρόνο και να ικανοποιήσουν έτσι μια ανθρώπινη ευχή. Την ανάγκη να ταξιδέψουν, να βιώσουν και να γνωρίσουν τον τόπο και την ιστορία, πριν και μετά από αυτούς. Βέβαια, ως θεατής πρέπει να είσαι υποψιασμένος. Όταν ο Spielberg παρουσιάζει και ο Zemeckis σκηνοθετεί ένα σενάριο που απορρίφθηκε περίπου 40 φορές μέχρι να γίνει ταινία, η ανικανοποίητη ευχή της εμπειρίας μπορεί να ικανοποιηθεί, έστω κι αν είναι στη μεγάλη οθόνη. Πρόκειται φυσικά για δύο αμετανόητους παραμυθάδες, επιρρεπείς στο να αψηφούν τους κανόνες που προστάζει η λογική, τους αποδέχεται όμως ο κινηματογράφος μέσα από μια διασκεδαστική και αφελή παραδοξότητα. 

Ο Marty ταξίδεψε από το 1985 που ήταν η εποχή του, τριάντα χρόνια πίσω και συνάντησε ό,τι τον είχε διαμορφώσει, προτού ακόμα ο ίδιος γεννηθεί. Σήμερα που είμαστε στο 2015, τριάντα χρόνια μετά, το Back to the Future κάνει άλλο ένα άλμα, αυτή τη φορά εμπρός, και ενώνει ακόμα μια γενιά με τις προηγούμενες, σαν να μη πέρασε μια μέρα από το πρώτο ταξίδι της DeLorean. Ο ήχος του ρολογιού στην κεντρική πλατεία μπορεί να έχει σωπάσει, ο χρόνος όμως δεν μπορεί να σταματήσει ένα ταξίδι με κατεύθυνση το παρελθόν και επιστροφή ξανά στο μέλλον. Ένα μέλλον που τούτη τη φορά, είναι το δικό μας.

Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2015

Begin Again (2013)


Δεν ξέρω με τι ακριβώς θα έπρεπε να είμαστε ευτυχισμένοι σε αυτή τη ζωή. Αν με ρωτήσεις να σου πω ειλικρινά, δεν ξέρω καν που ακριβώς να κοιτάξω όταν προσπαθώ να συμμαζέψω την καθημερινότητά μου. Ανάμεσα σε τρυφερές κακοτυχίες και αλκοολούχα όνειρα, βαθιά μέσα σε μια ελαττωματική αλλά πανέμορφη πραγματικότητα που και να θέλαμε δεν θα μπορούσαμε να κατανοήσουμε, οφείλουμε να ενορχηστρώσουμε τις σκέψεις και το χάος που επικρατεί από το απαιτητικό σήμερα μέχρι την κάθε επόμενη μέρα. Λίγο παραπέρα νομίζω θα ήταν ανώφελο, αφού οι στροφές που παίρνει η ζωή είναι ανελέητες για τους περισσότερους από εμάς που έχουμε μάθει να κάνουμε όνειρα. Αυτό που αναζητούμε σαν χαζοί, φυσικά, δεν είναι κάποια μεγαλεπήβολη αλήθεια για να μας σώσει, αλλά ένα μικρό και ανόθευτο κομμάτι ρομαντισμού. Ένα ειλικρινές κομμάτι θαρραλέου ρομαντισμού, το οποίο θα μας δώσει τη δύναμη να διαχειριστούμε τις αποτυχίες και να ξεκινήσουμε ξανά από την αρχή, χαρίζοντας απλόχερα το χρώμα που λείπει από τα ξεθωριασμένα συναισθήματά μας. 

Το Begin Again διαθέτει τον ρομαντικό αυθορμητισμό μιας ταινίας ικανής να μας ταρακουνήσει, έστω κι αν είναι μόνο για λίγο. Δεν το κάνουν πολλές ταινίες αυτό, ούτε και η συγκεκριμένη το κάνει με άριστο τρόπο. Είναι, ωστόσο, οι χαρακτήρες, οι κινήσεις και το βλέμμα τους τέτοιο που, αλήθεια, δε με νοιάζει να ανακαλύψω τη τελειότητα στο σύνολό της, αφού αυτός ο αυθορμητισμός και η αυθεντικότητά του στέκονται πάνω από το επιβεβλημένο στιλ και την άρτια σκηνοθετική δεξιοτεχνία. Και μετά είναι τα τραγούδια που γράφτηκαν θαρρείς για τη μοναξιά μέσα στη πόλη, τον έρωτα που έχουμε ποθήσει και τους όρκους που αθετήσαμε χωρίς να το καταλάβουμε. Τραγούδια που προσπαθούν να αποδείξουν ότι δεν χρειάζονται γυαλισμένες υπερπαραγωγές για να αγγίξεις την επιτυχία, μια κιθάρα μόνο, ένα μικρόφωνο και όλη η διάθεση της αστικής μελαγχολίας αρκούν για να σε κάνουν να ερωτευτείς τη πόλη, τους ήχους, τους δρόμους και τα μπάρ μέσα στη νύχτα. Ίσως ακόμα να σε κάνουν να ερωτευτείς κι αυτόν που στέκεται δίπλα σου γιατί, όπως ξέρεις αφού έχεις φτάσει σε αυτό το κείμενο, κάποια τραγούδια έχουν τη δύναμη να το κάνουν και αυτό. 

Φυσικά ο Carney δεν είναι έχει σκοπό να σώσει τις ζωές μας. Φτιάχνει όμως μια ταινία που πιστεύει στους ανθρώπους, και μέσω της μουσικής προσπαθεί να τους φέρει λίγο πιο κοντά. Μια ταινία που αναζητά τη λάμψη των χαμένων αστεριών και προσπαθεί να μιλήσει για τις προσδοκίες και τα όνειρα που χάθηκαν στον άνεμο, όμως δεν πειράζει και τόσο, αρκεί που έχουν δώσει τη θέση τους στα επόμενα που έρχονται χωρίς σταματημό. Μια ταινία που θέλει να καρδιοχτυπήσει και απλώς ψάχνει τον τρόπο, που δημιουργεί καινούριες επιθυμίες και με κάνει να θέλω να σε πάρω τηλέφωνο για να σου πω να πάμε ξανά στον κινηματογράφο της γειτονιάς μας. Και ποιος ξέρει, ίσως αυτή τη φορά να πιούμε παρέα και μια μπίρα…
Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Les vacances de Monsieur Hulot (1953)


Κάνε μια βόλτα γύρω σου και κοίτα τους ανθρώπους. Εκείνους που στέκονται ακίνητοι σαν να ‘ναι πετρωμένοι, αγάλματα που έχασαν τον δρόμο τους, χωρίς να ξέρουν πώς να πορευτούν μέσα σε έναν κόσμο που έχει μάθει να εκθέτει πρώτα την αξία της εμφάνισης και έπειτα την ουσία της ύπαρξής μας. Ανθρώπινες εικόνες που απολαμβάνουν την ακινησία τους και δεν σηκώνουν ούτε το βλέμμα τους για να σε δούνε. Κοίτα επίσης εκείνους που δεν μένουν αδρανείς και καταφέρνουν με μεγάλη ευκολία να κινούνται, περιφέρονται όμως σαν τους χαμένους που ψάχνουν από κάτι να πιαστούν, σαν να μην έχουν συγκεκριμένες οδηγίες. Αυτούς που μοιάζουν να έχασαν το τελευταίο τους checkpoint για μια ζωή γεμάτη συγκινήσεις.

Άνθρωποι είναι όλοι τους, κομμάτια του πολιτισμού στον οποίο έτυχε να ανήκουν, αντανάκλαση μιας πραγματικότητας που αναζητά τους ήρωές της εκεί που δεν υπάρχουν. Είναι τα ανθρώπινα κεφάλαια μιας κοινωνίας διαφορετικών αντιλήψεων και διαφορετικών αστικών τάξεων που ψάχνουνε απεγνωσμένα από κάπου να ξεφύγουν, παλεύουνε να συναντήσουν το συναίσθημα για να μη πάει η ζωή χαμένη. Οι περισσότεροι από αυτούς βρίσκουν τελικά την ικανοποίηση, μαζί με ένα χαμόγελο που μοιάζει παραπονεμένο. Ποιος ξέρει, ίσως να αξίζουμε και κάτι παραπάνω που δεν το έχουμε ανακαλύψει ακόμα, ίσως να πρέπει να αυθαιρετήσουμε ολοκληρωτικά από την καθημερινότητα, προτού αποδεχτούμε τον καθολικό περιορισμό του εαυτού μας, προτού αλλοτριώσουμε και το τελευταίο χαρακτηριστικό του πιο απλού ονείρου.

Αυτοί είναι οι άνθρωποι κι αν δεν σ’ αρέσουν, δεν θα σ’ αρέσει και το σινεμά του Tati. Ένα σινεμά χτισμένο επάνω στην ευγένεια του δημιουργού του, ο οποίος κάνει σκόνη την σοβαροφάνεια και εισάγει την κωμωδία σε κάθε μικρή λεπτομέρεια της ζωής. Ένα σινεμά που ασπάζεται το απρόβλεπτο έναντι του προκαθορισμένου και διακωμωδεί κάθε πτυχή της καθημερινότητας, για να παρουσιάσει των ανθρώπους όπως ακριβώς είναι. Ως ανέμελες και εύθραυστες ζωγραφιές που ψάχνουν τον τρόπο για να αντιμετωπίσουν το χρόνο που κυλάει επάνω στα σώματα τους, αποχαιρετώντας όλους τους ανεπιστρεπτί. Ένα σινεμά που μπορεί να μη σε κάνει να γελάς με τη ψυχή σου (τουλάχιστον όχι στην αρχή), αλλά καταφέρνει με μεγάλη ευκολία να σου μεταφέρει όλο τον ρομαντισμό και την τρυφερή αβεβαιότητα της ζωής, για μια στιγμή μονάχα, ικανή όμως να παγώσει τον χρόνο και να μείνει κοντά σου για όσο εσύ επιθυμείς.

Με αυτή τη δεύτερη ταινία του ο Tati μάς συστήνει τον αγαπημένο κύριο Ιλό. Έναν σιωπηλό, γιγαντόσωμο και καλοκάγαθο άντρα, που φτάνει σε ένα παραθαλάσσιο ξενοδοχείο με σκοπό να απολαύσει τις διακοπές του. Και η αλήθεια είναι ότι τις απολαμβάνει, χωρίς να πολυλογεί, χωρίς να γίνεται αισθητός, αφού τις περισσότερες φορές περνά απαρατήρητος, και χωρίς φυσικά να αναγνωρίζει το χάος που προκαλεί στο πέρασμά του. Σε αυτό το ίδιο ξενοδοχείο απολαμβάνουν τις διακοπές τους κάθε λογής άνθρωποι και χαρακτήρες, παιδιά, ενήλικοι και δεσποινίδες, καλοντυμένοι μεγαλοαστοί και ξέγνοιαστοι οικογενειάρχες, στους οποίους ο Tati αφιερώνει την εισαγωγή της ταινίας του. Εκεί τους γνωρίζουμε φυσιογνωμικά, χωρίς να μαθαίνουμε ονόματα και λεπτομέρειες. Χρειάζεται να περάσουν δέκα λεπτά από την έναρξη μέχρι να κάνει την εμφάνισή του ο Ιλό και να ξεκινήσουν τα ευτράπελα. Ευτράπελα, απρόοπτα και αφελή ατυχήματα που δημιουργούνται μέσα στον φυσικό περίγυρο του ήρωα, καθώς μέχρι το φινάλε κινείται και περιφέρεται αδέξια ανάμεσα σε καταστάσεις που κανείς δεν μπορεί να ελέγξει ούτε και να προβλέψει την έκβασή τους.

Το πρώτο που παρατηρεί κανείς είναι ότι η φασαρία απουσιάζει ολοκληρωτικά, αφού το μόνο που συνήθως προσφέρει είναι αναστάτωση και αποπροσανατολισμό. Έτσι, τα περισσότερα πλάνα της ταινίας ντύνονται με φυσικούς και απλούς ήχους της καθημερινότητας. Ήχους που στη σημερινή εποχή πρέπει να προσπαθήσεις για να τους αντιληφθείς, αφού συνήθως καλύπτονται από φωνές και υστερίες, χωρίς να μας δίνεται η δυνατότητα να τους απολαύσουμε. Στις Διακοπές, όμως, η απλότητα έχει τη τιμητική της. Μια σιωπηλή απλότητα πολύτιμη στις μέρες μας, που ξεκινάει από την έμφαση στη λεπτομέρεια των κινήσεων, φιλτράρεται από ένα σύμπλεγμα αμέτρητων συμπτώσεων και καταλήγει σε μια πληθώρα απίθανων gag, κατασκευασμένων με την αστείρευτη υπομονή και το καλλιτεχνικό πείσμα του δημιουργού. Σοφά μελετημένες καταστάσεις αποδόμησης της καθημερινότητας, που διακωμωδούν κάθε έννοια κοινωνικής συνοχής και ηρεμίας, βρίσκουν τις ρίζες τους στο βουβό σινεμά των περασμένων χρόνων και προκαλούν με χαρακτηριστική άνεση το χαμόγελο στα χείλη των θεατών.

Ο Tati έχει τόσα πολλά να σου πει που δεν ξέρω αν χωράνε μέσα στα κάδρα του. Καταφέρνει όμως και σου τα λέει όλα με έναν υπέροχο, σχεδόν σιωπηλό, τρόπο. Θα τον ακούσεις να σου μιλάει χωρίς να χρειάζεται τις λέξεις, θα σου πει ιστορίες ολόκληρες για εσένα και για μένα, με περιττή στοργή και με εικόνες που δεν θα φύγουν ποτέ από κοντά σου, βυθισμένες σε ένα χιούμορ που αγγίζει επίπεδα ευφυΐας. Τότε θα νιώσεις ότι η παρέα με τον κύριο Ιλό είναι το ίδιο σημαντική με τους ανθρώπους που έχεις γύρω σου. Εκείνους που αδιαφορούν χαριτωμένα για όσα σου συμβαίνουν κι εκείνους που νοιάζονται, ίσως λίγο παραπάνω από όσο θα περίμενες. Ανακαλύπτεις έτσι ότι κάθε επόμενη προβολή της ταινίας έχει και κάτι παραπάνω να σου προσφέρει, μια ακόμα ιστορία που θα σου διηγηθεί ο δημιουργός κι εσύ θα τον ακούς σιωπηλά με μάτια όλο λαχτάρα. Μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι κι εσύ στο ίδιο σύμπαν ανήκεις, απλά δεν το καταλαβαίνεις με την πρώτη. Ίσως γιατί σε τράβηξαν οι ξεκούρδιστοι ήχοι μιας χαλασμένης σακαράκας, ίσως γιατί μαγνητίστηκες από τα κύματα της θάλασσας που βλέπεις να πηγαινοέρχονται, εκεί δίπλα στη νεαρή κοπέλα με το λευκό μαγιό που δεν έχει σταματήσει να σου χαμογελάει.

Ανεκτίμητο αυτό στις μέρες μας.

Chris Zafeiriadis 

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Blackhat (2015)


Υπάρχουν δύο κόσμοι παράλληλοι επάνω στη γη. Ο ένας είναι αυτός που βλέπουμε κι ακούμε καθημερινά γύρω μας, ο κόσμος, δηλαδή, στον οποίο ανήκουμε και μέσα σε αυτόν συναναστρεφόμαστε με κάθε λογής χαρακτήρες, μιλάμε, μαλώνουμε, φιλιόμαστε και πυροβολούμε με όπλα ατομικής και μαζικής καταστροφής τους διπλανούς μας. Ο άλλος κόσμος είναι ο εικονικός, αυτός που δεν φαίνεται ποτέ με γυμνό μάτι και λειτουργεί υπογείως με έναν ηλεκτρονικό τρόπο, επικοινωνώντας με αλγόριθμους, γλώσσες μηχανής και στατιστικά υπολογιστών. Είναι ένας κόσμος που διαχειρίζονται λίγοι και ικανοί, ενώ η εξουσία δεν ανήκει στους πλουσιότερους ή σε εκείνους με τις περισσότερες γνωριμίες, αλλά σε εκείνους που οι εφαρμοσμένες ηλεκτρονικές τους ικανότητες φαίνονται απεριόριστες. Φυσικά, όπως σε κάθε κόσμο, έτσι και εδώ ο πόλεμος υφίσταται, επηρεάζοντας ταυτόχρονα τις δύο αυτές πραγματικότητες με τρόπο που πολλές φορές δεν αντιλαμβάνεται ένας απλός πολίτης σαν εμάς.

Το Blackhat, από τα πρώτα κιόλας λεπτά του, σπεύδει να διαχωρίσει την δύναμη αυτών των δύο κόσμων, αναδεικνύοντας την (αόρατη) απόσταση που υπάρχει μεταξύ τους αλλά και την απόσταση που διαμορφώθηκε στο πέρασμα των χρόνων μεταξύ των ανθρώπων που τους κατοικούν. Η σύγκρουση εξουσίας και συμφερόντων δεν αργεί να έρθει, δρομολογώντας έτσι έναν αόρατο πόλεμο, όπου οι τρομοκράτες του κυβερνοχώρου (με πυρηνικές απειλές στην κατοχή τους) καταδιώκονται από τους κυβερνητικούς πράκτορες, μέσα σε μια ζούγκλα όπου φυσικά ο ισχυρότερος επικρατεί. Στο πλαίσιο αυτής της καταδίωξης, ένας βαρυποινίτης χάκερ δέχεται να συνεργαστεί με τις μυστικές υπηρεσίες της κυβέρνησης με αντάλλαγμα τη μείωση της ποινής του, αναδεικνύοντας/ έτσι τόσο την ανάγκη των δύο κόσμων για συνύπαρξη, όσο και την αλληλεξάρτησή τους.

Το Blackhat μοιάζει μια ταινία που εμπνέεται από τη σύγχρονη ηλεκτρονική ιστορία (Stuxnet) και μέσα από τα κρυπτογραφημένα δεδομένα της προσπαθεί να αντιμετωπίσει την μοναχικότητα του ανθρώπου. Του ανθρώπου που παλεύει για να διατηρήσει τις αξίες του, του ανθρώπου που περιπλανιέται χωρίς να γνωρίζει ακριβώς τι είναι αυτό που ωθεί τις επιλογές του, και, τελικά, του ανθρώπου που προσπαθεί να νικήσει την μοναξιά που του επιβάλει η ζωή. Δεν είναι κάτι που δεν έχεις ξαναδεί στο σινεμά του Mann. Είναι όμως μια αναμέτρηση, η οποία ξεκινά αρκετά χρόνια πριν, από τις ψυχαναλυτικές ημέρες ενός σπουδαίου δημιουργού, και φτάνει σήμερα στην ανάγκη κατανόησης ενός σύγχρονου λαβύρινθου στον οποίο βρέθηκαν παγιδευμένοι οι ήρωές του. Το Blackhat μοιάζει με ταινία κατασκευασμένη περισσότερο γι’ αυτούς και λιγότερο για εμάς που την παρακολουθούμε. Αν με ρωτήσεις για την πιθανότητα να τους μοιάζουμε, άλλοι λιγότερο και κάποιοι άλλοι περισσότερο, δεν μπορώ να μιλήσω, γιατί αυτό καλείται να το απαντήσει ο καθένας από εμάς ξεχωριστά.

Δεν ξέρω αν τα τεχνολογικά χαρακτηριστικά είναι τόσο ενδελεχώς μελετημένα, αλλά, για να πω την αλήθεια, δεν έχει και τόση σημασία, μιας και η καρδιά της ταινίας χτυπάει σε διαφορετικό σημείο, δίνοντάς σου να καταλάβεις γιατί ο Mann είναι ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς της εποχής μας. Θα δεις έτσι ήρωες, αντιήρωες και πολυπρόσωπους εχθρούς να κυνηγιούνται και να συγκρούονται στο ηλεκτρονικό και αστικό τοπίο, με σκηνές δράσεις τόσο υπέροχα κινηματογραφημένες και αυστηρά προσηλωμένες στη λεπτομέρεια που θα κολλήσουν το βλέμμα σου επάνω στην οθόνη. Θα δεις ένα επιπόλαιο και καχύποπτο (προς τη λάθος κατεύθυνση) σύστημα να αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει αυτούς που έχει καταδικάσει για να αντιμετωπίσει την αληθινή απειλή, αποκαλύπτοντας έτσι ότι όσα χτίσαμε στο πέρασμα των χρόνων παραμένουν τρωτά και ευάλωτα, αφού τα προστατεύουμε με τον πιο ακατάλληλο τρόπο. Τέλος, θα δεις τον Chris Hemsworth να προσπαθεί ως high-tech ιδιοφυία να διασώσει την ακεραιότητά του – έναν ήρωα που βρέθηκε από το περιθώριο στο επίκεντρο και από εκεί πάλι πίσω στο σημείο όπου τα φώτα της πόλης δεν μπορούν να φωτίσουν. Δίπλα του στέκονται οι άνθρωπου της αστικής καθημερινότητας, καταδικασμένοι και αυτοί με έναν δικό τους τρόπο, αναζητώντας την ηθική και τον τρόπο να αποφύγουνε το λάθος, αναζητώντας το κατάλληλο είδος διακομιστή για την επικοινωνία με τον κάθε διπλανό τους.


Καθώς το Blackhat ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια σου, θα διαπιστώσεις ότι πρόκειται για ένα τεχνολογικό θρίλερ που κινείται μεταξύ ανατολής και δύσης, που έχει αρκετές ατέλειες σε σχέση με το παρελθόν του δημιουργού του, αφήνει όμως μια ιδιόμορφη αλλά υπέροχη υπαρξιακή αίσθηση καμουφλαρισμένης ψηφιακής και αστικής μελαγχολίας. Μιας μελαγχολίας σπάνιας (που δεν θα αντιληφθούν οι κυνικοί), η οποία σε φέρει πιο κοντά στην αλήθεια ότι οι δύο κόσμοι που περιγράφονται στην αρχή της ταινίας μοιράζονται πολλά περισσότερα από όσα αρχικά αφήνεται να εννοηθεί. Η τελική σύγκρουση δεν γίνεται φυσικά σε κάποιο post apocalyptic βιομηχανοποιημένο τοπίο απρόσωπης ηλεκτρονικής δυαδικότητας, αλλά στην πραγματικότητα των αληθινών ανθρώπων που ζούνε κι αναπνέουν για μερικές στιγμές ανόθευτης ελευθερίας. Στον ίδιο τόπο που έζησαν και οι ήρωες του Mann, πολέμησαν και τελικά αγάπησαν με πάθος, ό,τι είναι αυτό που αξίζει να αγαπηθεί.

Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

Still Alice (2014)


Ο μεγαλύτερος εφιάλτης στη ζωή κάθε ανθρώπου είναι να χάνει τις αναμνήσεις του και κατ’ επέκταση τον εαυτό του, να χάνει όσα υπάρχουν μέσα στο μυαλό, την καρδιά και όσα έφτασαν για να χαρακτηρίσουν την προσωπικότητα του. Η νόσος του Αλτσχάιμερ είναι μια ανίατη ασθένεια που σε χτυπάει εκεί που δεν το περιμένεις, μια αμείλικτη μορφή άνοιας που ως κατάσταση συνεχώς επιδεινώνεται, διαταράσσοντας και αλλοιώνοντας τον τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς του κάθε ασθενούς. Στην ταινία των Glatzer και Westmoreland η νόσος χτυπάει την Alice, μια γοητευτική πενηντάχρονη διακεκριμένη επιστήμονα και καθηγήτρια γλωσσολογίας, η οποία αποδεχόμενη την καινούρια της κατάσταση προσπαθεί να κρατήσει στο ακέραιο την αξιοπρέπειά της, δίνοντας μια μάχη ετεροχρονισμένα πρόωρη και άδικη.

Το Still Alice διαπραγματεύεται ένα βαρύ και δύσκολο θέμα, αφού η συγκεκριμένη νόσος είναι μια από τις πιο δύσκολα αντιμετωπίσιμες, τόσο για κάθε ασθενή που τη βιώνει όσο και για κάθε έναν από τους ανθρώπους που βρίσκονται κοντά του. Η κάμερα κοιτάζει την Alice και την ακολουθεί στην καθημερινότητά της, από τα πρώτα σημάδια εμφάνισης της ασθένειας σε μικρές λεπτομέρειες που κανένας δεν προσέχει, μέχρι την επιδείνωση και τον σιωπηλό πανικό που χαρακτηρίζει τις περισσότερες στιγμές της. Παρακολουθούμε έτσι το χρονικό μιας ψυχολογικής και πνευματικής αποδόμησης που (καλώς) δεν γίνεται ακραία σοκαριστικό (αυτά φαντάζομαι αφορούν την πραγματική ζωή) και καταφέρνει να μιλήσει με ειλικρίνεια για το δύσκολο αγώνα ενός ανθρώπου ενάντια σε μια ασθένεια που ξεριζώνει συναισθήματα και μνήμες.

Οι ασθένειες, βεβαίως, δεν κάνουν διακρίσεις αφού χτυπούν τον οποιονδήποτε, την οποιαδήποτε στιγμή. Κι όπως κάθε σκληρή ασθένεια, έτσι και η συγκεκριμένη σε αλλάζει, σε κάνει να φαίνεσαι διαφορετικός, εκνευριστικός και κάποιες φορές κωμικοτραγικός. Παραμένεις όμως ο ίδιος άνθρωπος που ήσουν και πριν, απλώς αυτοί που είναι γύρω σου κοιτάζουν και βλέπουν τα συμπτώματα της νόσου και όχι την προσωπικότητά σου. Το Still Alice ρίχνει το βλέμμα του στον τρόπο που ο ασθενής καταβάλλεται από την ασθένεια και σταδιακά χάνει την ικανότητα να επικοινωνεί με τον κόσμο που τον περιβάλλει, με αναπόφευκτη έτσι την φθορά των σχέσεων με τους περίγυρους ανθρώπους. Παράλληλα παρουσιάζει τον τρόπο που ένας άνθρωπος αντιδρά και αντιμετωπίζει τη σωματική και ψυχική φθορά και προσπαθεί κάθε μέρα απ’ την αρχή να επανεκτιμά την κατάστασή του. 

Μπορεί η ταινία να στηρίζει ένα μεγάλο κομμάτι της στην οσκαρική ερμηνεία της Julian Moore, η οποία εδώ είναι σπουδαία (και όχι παραδόξως - αυτό μάλλον της το χρωστούσα), η αλήθεια όμως είναι ότι δεν σου δίνει ξεκάθαρα να καταλάβεις αν προσπαθεί να μιλήσει για την ίδια την ασθένεια ή για τον εφιάλτη εκείνου που νοσεί και σβήνει αργά αλλά σταθερά μπροστά στα μάτια εκείνων που τον αγαπούν. Φαντάζομαι πως τα όρια για κάτι τέτοιο είναι δυσδιάκριτα, αλλά τα δεδομένα εδώ δεν φαίνεται να διαχειρίζονται με απόλυτη επιτυχία, με αποτέλεσμα οι προθέσεις να είναι κάπως δυσανάγνωστες. Ωστόσο, η ιστορία παρουσιάζεται με έναν ευαίσθητο τρόπο που την συγκρατεί από το να μετατραπεί σε κάποιο φθηνό μελόδραμα, αφού οι στιγμές του μελοδραματισμού και του φθηνού συναισθηματισμού είναι ελάχιστες και τοποθετημένες με τέτοιο τρόπο μέσα στην ταινία που δεν ενοχλούν τον σκεπτόμενο θεατή.

Ως θεματική, το Still Alice ίσως θυμίσει τα πρόσφατα Away From Her και Amour, χωρίς όμως να συναγωνίζεται ούτε την σκληρότητα της αλήθειας τους ούτε τον αστείρευτο συναισθηματισμό τους. Κι αυτό διότι ως ταινία είναι μάλλον λίγο μικρότερη από το θέμα της, όμως και πάλι, δεν πειράζει γιατί πολύ απλά η καρδιά της φαίνεται να χτυπάει με τον σωστό τρόπο, καταφέρνοντας να αγγίξει εκείνους που επιθυμεί - και αυτό είναι το σπουδαιότερο κατόρθωμά της. Μια καρδιά που συγχρονίζει τους χτύπους της με αυτούς του Glatzer, ο οποίος διαγνώστηκε το 2011 με τη νόσο του Κινητικού Νευρώνα, μετατρέποντας έτσι αυτή την τελευταία του συνεργασία με τον Westmoreland την πιο προσωπική και ειλικρινή σκηνοθετική του δουλειά.

Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 8 Ιουνίου 2015

Another Earth (2011)


Σε αυτή τη Γη και τον κόσμο που μας έτυχε, δεν θα είμαστε ποτέ εφησυχασμένοι. Ακόμα κι αν τα δεδομένα φαίνονται ακλόνητα, πάντα θα υπάρχουν οι ρομαντικοί αμφισβητίες, οι αμετανόητοι ονειροπόλοι, αυτοί που θα έδιναν και τη ζωή τους ακόμα για την εξερεύνηση του άγνωστου, για την ανακάλυψη του καινούριου, του ανεπανάληπτου, αυτού που θα τους συναρπάσει περισσότερο από το προβλεπόμενο και θα αλλάξει την ιστορία των ανθρώπων με έναν τρόπο γοητευτικό. Είναι αυτοί οι άνθρωποι που αναζητούν την άκρη του ξυραφιού για να την κατακτήσουν, τρελοί που δεν ανήκουν σε κανέναν κόσμο, γι’ αυτό και το μυαλό τους βρίσκεται σε μια διαρκή περιπλάνηση. Σαν τους μεγάλους εξερευνητές, τους επιστήμονες που στο παρελθόν αμφισβήτησαν τα δεδομένα της εποχής τους, όπως ας πούμε το ότι η γη είναι επίπεδη, αλλάζοντας για πάντα τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο γύρω μας. Δίπλα σε αυτούς φυσικά, υπάρχουν πάντοτε και αυτοί οι απλοί άνθρωποι, που ονειρεύονται μονάχα να είχαν ζήσει κάπου διαφορετικά.

Στο περίβλημά του το Another Earth είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας που συναρπάζει. Μια ταινία αφιερωμένη στον ρομαντισμό της ανακάλυψης, που μιλάει για την απεραντοσύνη του διαστήματος και τις άπειρες πιθανότητες να βρεθούν σε αυτό δείγματα ζωής ενός άλλου πλανήτη. Αυτό ακριβώς συμβαίνει όταν μια Δεύτερη Γη κάνει την εμφάνισή της στο σκοτεινό νυχτερινό ουρανό. Είναι ένας πλανήτης πανομοιότυπος με τον δικό μας όπως τον γνωρίζουμε, από τη δομή των Ηπείρων και των Ωκεανών, μέχρι τα χαρακτηριστικά και τις ταυτότητες των ανθρώπων. Αυτό που απομένει για τους επιστήμονες είναι η επικοινωνία και στη συνέχεια το ταξίδι. Για όλους τους υπόλοιπους, αυτός ο δεύτερος πλανήτης, εκτός από μία συναρπαστική είδηση, ίσως αποτελεί και μια δεύτερη ανάσα για ζωή, μια ευκαιρία για να χτίσουν και να ζήσουν ένα όνειρο που παραμένει ανεκπλήρωτο. Άλλωστε το σινεμά χρησιμοποιούσε ανέκαθεν την επιστημονική φαντασία ως συμβολισμό για να εκφράσει τον πόνο που δεν μπορούμε να αποφύγουμε, την επιθυμία και την λαχτάρα του ανθρώπου να ονειρεύεται μια δυνατότητα απρόσμενης αλλαγής.

Στο Another Earth, η Rhoda, ένα κορίτσι που μόλις μαθαίνει ότι έχει εισαχθεί στο αστροφυσικό τμήμα του MIT, προκαλεί ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα και γίνεται η αιτία για να χάσουν τη ζωή τους ένα μικρό παιδί και η έγκυος μητέρα του (ειρωνικό αν σκεφτείς ότι ως επιστήμονας πιθανότατα θα είχε ασχοληθεί εκτενώς με το φαινόμενο της Δεύτερης Γης). Τραγική φιγούρα παραμένει ο σύζυγος της οικογένειας ο οποίος πέφτει για ένα διάστημα σε κώμα, χωρίς πριν να έχει δει το πρόσωπο του νεαρού κοριτσιού που προκάλεσε το δυστύχημα. Λίγα χρόνια αργότερα, η αποφυλακισθείσα Rhoda έρχεται κοντά στον μοναχικό πατέρα που ζει απομονωμένος και επιχειρεί να του χαρίσει μερικές στιγμές αξιοπρέπειας, αποκρύπτοντας ωστόσο την πραγματική της ταυτότητα. Η Rhoda είναι ένα κορίτσι που αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεων που της αναλογούν και ζει με τις συνέπειες τους, έχοντας αλλάξει πλέον κατεύθυνση στην ζωή. Δεν ζητά την συγχώρεση, μιας και αναγνωρίζει το ασυγχώρητο της απερισκεψίας της, παρά μόνο ένα λόγο για να μπορέσει να αποδεχτεί τον εαυτό της σε αυτή τη ζωή.

Η καθαρότητα και η γαλήνη του μυαλού δεν είναι κάτι εφικτό για τους δύο πρωταγωνιστές, αφού η μοίρα τους δεν μπορεί να αλλάξει - τουλάχιστον όχι σε αυτό τον πλανήτη. Υπάρχει όμως η Δεύτερη Γη, η οποία ξεκίνησε να διαφέρει από τη δική μας τη στιγμή που πρωτοαντικρίθηκε, την ίδια τη στιγμή του μοιραίου δυστυχήματος. Η Δεύτερη Γη είναι ένας κόσμος όπου τα γεγονότα ίσως συμβαίνουν διαφορετικά από τη δική μας, ένας τόπος όπου ίσως κατοικεί μια δεύτερη ευκαιρία για την ευδαιμονία των ηρώων. Μιλώντας καθαρά επιστημονικά, ίσως κάτι τέτοιο να μην μπορεί να συμβεί, ωστόσο η ουσία της ταινίας δεν βρίσκεται σε αυτή την (α)πιθανότητα. Το ενδεχόμενο και μόνο γεννάει τη σκέψη ότι σε ένα υποθετικό σενάριο συνεύρεσης, μπορεί να αγαπήσεις ή και να φοβηθείς τον δεύτερο εαυτό σου, τα συναισθήματα όμως θα είναι μάλλον αμοιβαία.

Η μελαγχολία της ιδέας δεν είναι φυσικά καινούρια. Έχει ήδη γεννηθεί στο σινεμά, από την εποχή του Méliès ακόμα, μπολιάστηκε με τη φιλοσοφική ανησυχία μιας Οδύσσειας και την ελεγειακή ονειρικότητα ενός Σολάρις, για να καταλήξει στο συναισθηματικό ορυμαγδό του Wall-Ε, κι αυτά είναι μόνο τα πιο φημισμένα παραδείγματα του είδους. Κινηματογραφικές ιστορίες είναι όλες, όπως αυτή που έστησε ο Mike Cahill, που χρησιμοποιούν τα υλικά της επιστημονικής φαντασίας, έχουν ως θέμα τους τον άνθρωπο και αφιερώνονται σε αυτόν ολοκληρωτικά. Έτσι και το Another Earth, κάτω από το Sci-Fi περίβλημά που το σκεπάζει, παραμένει μια βαθύτατα κοινωνική αλλά και αισιόδοξη ταινία. Μια ταινία που καταφέρνει να μιλήσει για την ψυχοσύνθεση του άνθρωπου που δεν μπορεί να αποφύγει το λάθος, ακόμα κι αν πρόκειται να αποβεί μοιραίο, και στη συνέχεια αναζητά μια ευκαιρία για να εξιλεωθεί. Έτσι, το Another Earth προσεγγίζει τον άνθρωπο που πριν συναντήσει την βεβαιότητα του θανάτου, παλεύει να νικήσει τους δαίμονες που κατοικούνε μέσα του, ή τουλάχιστον, προσπαθεί να συμβιβαστεί με την συνύπαρξη τους.

Σε έναν τόπο που μέσα στην απεραντοσύνη του διαστήματος δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια μικρή μπλε κουκίδα που παρατηρούμε μέσα από τα μάτια ενός Voyager, σήμερα που έχουμε νικήσει τον εγωισμό και φτάσαμε επιτέλους να πιστεύουμε ότι σε αυτό το σύμπαν δεν είμαστε μόνοι, δεν θα μπορούσαμε να είμαστε περισσότερο ευτυχισμένοι με την ιδέα ότι έχουμε τη δύναμη να νικήσουμε τον φόβο του πεπρωμένου που μας έτυχε. Αυτό ακριβώς κάνει και το Another Earth. Κι ας μην έχουμε ακόμα κατακτήσει την ομορφιά στο σύνολό της (αυτό ίσως να μην το καταφέρουμε ποτέ), κι ας φτάνουμε πάντοτε στο σημείο του παραλίγο να φιληθούμε.

Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 1 Ιουνίου 2015

Οι Αισθηματίες (2014)


Υπάρχουν οι ταινίες που σου αφηγούνται μια ιστορία σε αυστηρή, προκαθορισμένη δομή, και οι ταινίες που θέλουν απλώς να σου μεταφέρουν τα συναισθήματα των ηρώων τους. Υπάρχουν οι ταινίες που έχουνε καθορισμένη αρχή, μέση και τέλος και οι ταινίες που κινούνται ελεύθερες μέσα στον χωροχρόνο, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που διαθέτει όσα δεν μπορούν ποτέ να ειπωθούν με λόγια. Οι Αισθηματίες του Νίκου Τριανταφυλλίδη ανήκουν σαφέστατα στη δεύτερη κατηγορία, στις ταινίες εκείνες που κουβαλούν όλα τα λάθη, τις ανασφάλειες αλλά και όλες τις επιθυμίες των ανθρώπων, καταφέρνοντας να τις εκθέσουν μπροστά στα μάτια σου σε λίγα μόλις λεπτά κινηματογραφικού συναισθηματισμού. Δεν το συναντάς συχνά αυτό το στο Ελληνικό σινεμά, όμως όταν το συναντήσεις, οφείλεις να του συμπεριφερθείς με κατανόηση και ευγένεια, όπως θα έκανες με έναν καλό φίλο που έρχεται κοντά για να σου εξομολογηθεί την πιο κρυφή του αμαρτία.

Οι Αισθηματίες δεν πρέπει να υπερηφανεύονται για την πλοκή τους. Πρέπει όμως να υπερηφανεύονται για όσα πιστεύουν, για όσα τους χάρισε ο δημιουργός τους και όσα αβίαστα σου αφήνουν μετά την προβολή. Γιατί, περισσότερο από όλα, οι Αισθηματίες είναι μια αίσθηση, μια πολύχρωμη μυρωδιά, και η μελαγχολική ηχώ που αφήνει η ανάμνηση ενός φανταστικού ταξιδιού προς έναν τόπο που μπορεί να γίνει αληθινός. Ενός ταξιδιού που ξεκινάει από την Ελλάδα του σήμερα και φτάνει μέχρι την ανάγκη των ανθρώπων να νιώθουν ζωντανοί. Σε μια χώρα που βυθίζεται από το ανομολόγητο βάρος των αμαρτιών της, αυτοί οι ρομαντικοί ήρωες αναζητούν τον τρόπο να επιβιώσουν όχι ως κομπάρσοι, αλλά ως πρωταγωνιστές μιας ζωής που τους ανήκει ολοκληρωτικά.

Μέσα σε έναν κόσμο που δεν σώθηκε ποτέ κανείς από την αμαρτία, οι Αισθηματίες γίνονται εραστές. Και οι εραστές το πρώτο που κάνουν είναι να φιλιούνται, αλλιώς τι σόι εραστές μπορεί να είναι; Αν (κρυφο)κοιτάξεις προσεκτικά, θα καταλάβεις ότι αυτοί οι όμορφοι αλλά καταδικασμένοι ήρωες είναι οι άνθρωποι που βλέπεις γύρω σου. Είναι οι άνθρωποι που ζούνε κάτω από τον ίδιο ήλιο με εμάς και ψάχνουν τον τρόπο να ερωτευτούν, τον τρόπο να ζουν περήφανα, χωρίς να φοβούνται για όσα τους χαρακτηρίζουν. Γι’ αυτό χορεύουνε ξυπόλυτοι μέσα στη νύχτα, ενώ η μέρα τους βλέπει και καρδιοχτυπά.

Αυτό που απομένει λίγο πριν να τους επισκεφτεί ο θάνατος, είναι η αναζήτηση μιας υπέροχης και αληθινής αγάπης. Όλοι θα πεθάνουμε μια μέρα, το ξέρω. Απλώς οι Αισθηματίες προτιμούν να πεθαίνουν κάθε μέρα από το να παραδοθούν και να σταματήσουν την αναζήτηση.

Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 18 Μαΐου 2015

Fantastic Mr. Fox (2009)


Διαθέτει φινέτσα και στιλ ο κύριος Φοξ. Μια φινέτσα που μπορεί να μην είναι φτιαγμένη από υλικά πολυτελείας, είναι όμως τόσο όμορφη, λιτή και φτωχικά καλαίσθητη, που είναι ικανή να ζωγραφίσει χαμόγελα στα χείλη όσων τον παρακολουθούν. Εύκολα μπορείς να καταλάβεις ότι αυτός ο αλεπουδίσιος ήρωας είναι ερωτευμένος με την ίδια τη ζωή, αφού όπου σταθεί κι όπου βρεθεί απολαμβάνει το καθετί σαν να ‘ναι η πρώτη και η τελευταία του φορά. Όπως πρέπει να απολαμβάνουμε κι εμείς οι άνθρωποι το καθετί που μας συμβαίνει, ακόμα κι αν δεν είναι αυτό που αρχικά ποθήσαμε και ονειρευτήκαμε στην πιο ευάλωτη στιγμή μας. Ο κύριος Φοξ, εκτός από τη ζωή, βέβαια, είναι ερωτευμένος και με την κυρία Φοξ, η οποία είναι η αλεπού της καρδιάς του, μια υπομονετική, επίσης ατίθαση, αλλά καλόκαρδη αδερφή ψυχή που καταλαβαίνει τα μεγαλύτερα κομμάτια της αδάμαστης ξεροκεφαλιάς τού συζύγου της.

Αυτοί και η οικογένειά τους ζούνε σε μια σε μια φτωχική τρύπα κάτω από το έδαφος, αλλά παραμένουν πάντοτε ευτυχισμένοι και χαμογελαστοί. Η γαλήνη και η ηρεμία τους όμως δεν κρατάνε πολύ, αφού η ανήσυχη και επιρρεπής στην παρανομία φύση του κ. Φοξ θα μπλέξει όλη την οικογένεια σε μια μάχη με τους πιο άπληστους αγρότες του ανθρώπινου κόσμου. Κάπως έτσι, ασυμβίβαστα τρωκτικά, συνεσταλμένοι σκαντζόχοιροι και φανταστικές αλεπούδες, έρχονται αντιμέτωποι με απατεώνες και κακεντρεχείς γαιοκτήμονες, αδίστακτους δικηγόρους και κυνηγούς που κυνηγάνε τον εγωισμό τους, σε έναν αγώνα για την επιβίωση του ισχυρότερου. Σε έναν αγώνα όπου τα ζώα έχουν υιοθετήσει ανθρώπινα χαρακτηριστικά, θαρρείς και το ανθρώπινο γένος έχει μολύνει και τα υπόλοιπα είδη με τις ίδιες αναποδιές, τις ίδιες επιθυμίες και με έναν υπέροχα αφελή τρόπο αντιμετώπισης του κινδύνου. Το σχέδιο και ο απώτερος σκοπός του κ. Φοξ δεν είναι φυσικά να κατακτήσει τον κόσμο, αλλά να έχει μια πιο αξιοπρεπή καθημερινότητα για αυτόν και την οικογένειά του - και, έτσι, μια απίθανη ιστορία γίνεται σήμερα περισσότερο επίκαιρη από ποτέ.

Δεν γνωρίζω αν αυτά γίνονται μόνο στα παραμύθια ή σε τέτοιου είδους ταινίες, γνωρίζω όμως ότι η αισιοδοξία και η εσωτερική ομορφιά των ηρώων είναι κάποια από τα βασικά υλικά που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να μπορέσει να απολαύσει μια εκκεντρική και ανέμελη ιστορία σαν κι αυτήν εδώ. Μια ιστορία που προέρχεται από το παιδικό βιβλίο του Roald Dahl και, όπως τα περισσότερα παιδικά βιβλία, με τη φαντασία και την ομορφιά που ψυχαγωγεί τις παιδικές ψυχές, έχει τη δύναμη να μιλήσει για την αγάπη των ανθρώπων (που στην αληθινή της μορφή, είναι πάντοτε ανιδιοτελής) και για πανάρχαια, ευτυχώς όχι ξεχασμένα, ιδανικά. Καταφέρνει να μιλήσει για την άγρια και παθιασμένη φύση των ηρώων, για τα όνειρα που είτε πραγματοποιούνται είτε μένουνε μετέωρα, για την εμπιστοσύνη των αληθινών φίλων και, τέλος, για το συναισθηματικό αδιέξοδο εκείνων που νιώθουν διαφορετικοί και προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει με τον κόσμο γύρω τους.

Αυτός είναι ο Φανταστικός κύριος Φοξ. Μια φανταστική ιστορία που φλερτάρει με τον κίνδυνο και υιοθετεί την πεποίθηση ότι μέσα από την περιπέτεια, η ζωή μπορεί να οδηγηθεί προς μια καλύτερη πραγματικότητα. Κάτι που φαίνεται να πιστεύει και ο ίδιος ο Anderson και που εύκολα διακρίνεται σε κάθε ένα από τα τρελαμένα stop motion καρέ με τα οποία κατασκευάστηκε η ταινία. Μια ταινία που αν την κοιτάξεις στα μάτια θα καταλάβεις πόσο υπερήφανα παιχνιδιάρικη, αυθόρμητη και εξωφρενικά απολαυστική είναι - όπως πρέπει να είναι και ζωή ενός μικρού (ή μεγαλύτερου) παιδιού. Μια ταινία ειλικρινών προθέσεων και ευαίσθητης αισιοδοξίας, ντυμένη με γήινα χρώματα και την καλπάζουσα φαντασία ενός δημιουργού που μοιάζει να μην συμβιβάζεται με τίποτα λιγότερα από την γοητεία του αυθόρμητου, μέσα σε έναν κόσμο φανταστικά αληθινό.

Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 12 Μαΐου 2015

Honeymoon (2014)


Μια από τις πρώτες και ευτυχέστερες στιγμές στη ζωή ενός ζευγαριού είναι ο μήνας του μέλιτος. Μια περίοδος όπου οι νιόπαντροι απομονώνονται από όλους και όλα όσα βασανίζουν την καθημερινότητα και ζουν ελεύθερα τον έρωτά τους. Αυτός δεν είναι ισχυρισμός δικός μου, αφού δεν έχω περάσει από αυτή τη διαδικασία, είναι όμως κάτι που θα σου εξομολογηθούν τα περισσότερα ζευγάρια που παντρεύτηκαν από συναίσθημα και όχι από κάποιο προϋποσχόμενο συμφέρον. Σε αυτή την περίοδο χαλάρωσης και ψυχικής ανάτασης και ανασυγκρότησης, έχεις όλο το χρόνο να έρθεις ακόμα πιο κοντά στο άλλο σου μισό και να κάνεις όνειρα. Ονειρεύεσαι να είναι όλα τέλεια (ακόμα κι αν υποψιάζεσαι ότι δεν θα ’ναι), ενώ μέσα σου ελπίζεις ότι έχεις κάνει την καλύτερη επιλογή και δεν θα σου βγει ο άλλος εξωγήινος. Φυσικά η καρδιά σπάνια σου λέει ψέματα κι εγώ, ως ρομαντικός που είμαι αυτήν την περίοδο, θα πρότεινα να την ακούς και να μη δίνεις σημασία στη λογική.

Η Bea και ο Paul είναι ένα νιόπαντρο ζευγάρι που αποφασίζει να περάσει τις πρώτες ημέρες του έγγαμου βίου του σε μια έρημη καλύβα μέσα στο δάσος. Σίγουρα αποτελεί εναλλακτική πρόταση για μήνα του μέλιτος, αλλά οι δυο τους δεν μπορούν να είναι πιο ευτυχισμένοι. Κάτι το οποίο γίνεται γνωστό από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας, με τον έρωτα και την ανεμελιά που γεννά η σύζευξη να κυριαρχούν στην ατμόσφαιρα. Ωστόσο, αυτή δεν είναι μια ρομαντική ταινία για την αγάπη και τις απρόβλεπτες συνέπειές της, γι’ αυτό και η ιστορία δεν επαναπαύεται στην ευθυμία, αντίθετα επιτίθεται στις τρυφερές στιγμές του ζευγαριού και προκαλεί τον τρόμο. Έναν τρόμο που γεννάται όταν η Bea αρχίζει να συμπεριφέρεται παράξενα ξεχνώντας βασικές λεπτομέρειες της πραγματικότητας, ενώ το σώμα της αρχίζει σιγά-σιγά να αλλοιώνεται. Κάπως έτσι έρχεται και η διάσπαση του ζευγαριού με τον ανήσυχο Paul να απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τη γυναίκα που επέλεξε να έχει στο πλευρό του και που φαίνεται ξεκάθαρα ότι κρύβει ένα ανομολόγητο μυστικό.

Γραμμένο και σκηνοθετημένο από την αμερικανίδα Leigh Janiak και με έναν σχετικά περιορισμένο προϋπολογισμό (τέσσερα άτομα ολόκληρο το cast), το Honeymoon επιφανειακά μοιάζει με μια ‘μικρή’ ταινία που χωρίς ακρότητες και υπερβολές είναι ικανή να προκαλέσει τον τρόμο (φυσικό και υπερφυσικό), ακόμα και στον πιο υποψιασμένο θεατή. Και το κάνει με τρόπο που τις περισσότερες στιγμές βρίσκει τον στόχο του, αφού η σκηνοθέτις στήνει τις σκηνές της με προσοχή και αφηγείται την ιστορία της άλλοτε στη σιωπή και άλλοτε στη σύγχυση του φόβου και της ανασφάλειας των πρωταγωνιστών. Αφήνει έτσι το μυστήριο να εκκολαφθεί σταθερά, όχι όμως και με απόλυτη ακρίβεια στις λεπτομέρειες, αφού το σενάριο μοιάζει κάπως συγκρατημένο και το φινάλε ελαφρώς ακαλλιέργητο. Κάτι που θα ενοχλήσει τους οπαδούς της κινηματογραφικής ορθότητας, είναι όμως δευτερεύουσας σημασίας για τους λάτρεις τέτοιου είδους underground ταινιών του φανταστικού.

Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον όμως, βρίσκεται κάτω από την επιφάνεια, όπου το Honeymoon αποδεικνύεται μια ταινία που φλερτάρει με την απαισιόδοξη πλευρά μιας γαμήλιας πραγματικότητας. Μια ταινία που δημιουργεί επιφυλακτικές σκέψεις για την κοινωνία, τις επιλογές και τελικά τον συμβιβασμό μέσα στο πλαίσιο του γάμου και της συνύπαρξης με έναν άνθρωπο που ποτέ δεν θα είσαι σίγουρος ότι γνωρίζεις πραγματικά. Δεν το κάνει με τον επιβλητικό και απόλυτο τρόπο ενός Gone Girl, αλλά συμπυκνώνει ολόκληρο τον συμβολισμό στη μετάλλαξη σώματος και πνεύματος, η οποία δημιουργείται μέσα από την παγίδα μιας ονειρικής πλάνης. Η αποκάλυψη φυσικά θα έρθει, όποια στάση κι αν κρατήσεις στη ζωή, όμως η ρομαντική και αισιόδοξη πλευρά μου θέλει να σταθεί απέναντι από τον εφιάλτη που παρουσιάζει το Honeymoon. Από την άλλη, ίσως να μην είμαι και ο πιο αρμόδιος να κρίνω τις προθέσεις της Janiak, αφού όπως είπα και στην αρχή αυτού του αυθόρμητου κειμένου, η γαμήλια πραγματικότητα δεν είναι κάτι που γνωρίζω. Ακόμα κι αν όλα σε αυτή τη ζωή είναι θέμα χαρακτήρα, φυσικά, και όχι ευκαιριών.
Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 5 Μαΐου 2015

A Most Violent Year (2014)


Αναμφισβήτητα, τα χρόνια της βίας χαρακτηρίζονται από βίαιες πράξεις. Και όταν οι βίαιες πράξεις αυξάνουν με ρυθμούς ραγδαίους, κάποιοι βγαίνουν κερδισμένοι και κάποιοι άλλοι (οι περισσότεροι) παραμένουν για πάντα οι χαμένοι. Τις περισσότερες φορές η βία γεννάει βία, για να μπορέσεις όμως να επιβιώσεις σε έναν βίαιο τόπο θα πρέπει είτε να είσαι ο ισχυρότερος των ισχυρών, είτε να διαθέτεις ανεπτυγμένο το χάρισμα της διπλωματίας, παράλληλα με μια ταπεινοφροσύνη που θα διατηρήσει το προφίλ σου χαμηλό. Στη Νέα Υόρκη του 1981, έναν κόσμο όπου οι αστυνομικοί πυροβολούνται μέσα στο μετρό, η εμπιστοσύνη είναι κλονισμένη και ηθική αργοπεθαίνει αβοήθητη σε κάποια ξεχασμένη αποθήκη, το πιο δύσκολο πράγμα είναι να κοιτάξεις τον διπλανό σου στα μάτια και να του πεις την αλήθεια που γνωρίζεις. Οι περισσότεροι χαρακτήρες στην ταινία του J.C. Chandor αδυνατούν να ξεστομίσουν την αλήθεια και παραμένουν εξ’ ολοκλήρου βυθισμένοι σε ένα παιχνίδι υποκρισίας και παραπλάνησης που τσακίζει κόκκαλα με την αληθοφάνειά του. 

Ένας από τους πιο ενδιαφέροντες σκηνοθέτες της εποχής μας, επιστρέφει με μια ταινία που δεν ανήκει στην εποχή μας, αλλά διαδραματίζεται περίπου 30 χρόνια πριν από εμάς. Αυτό το ταξίδι στον χρόνο ξεκινά με την παρουσίαση ενός άντρα που τρέχει μόνος σε έναν έρημο δρόμο, μακριά από βλέμματα, παρέες και ανούσιους συνομιλητές. Καταλαβαίνεις, έτσι, αμέσως πως όταν ένας άνθρωπος επιλέγει να πορευτεί μόνος και αποκομμένος από τον περίγυρό του, τότε αυτή η μοναχική επιλογή αποτελεί και την συνειδητή απομόνωσή του από τον κόσμο που τον περιβάλλει. Αποτελεί την διαφοροποίηση του ήρωα από έναν κόσμο που δεν του ταιριάζει. Έναν κόσμο που είτε θα προσπαθήσει να αλλάξει, είτε θα τον κατακτήσει. 

Ο Abel Morales (όνομα που παραπέμπει σε μετανάστη, ενώ παράλληλα παίζει με τις λέξεις ‘able’ και ‘morals’) είναι ένας έμπορος καυσίμων στη πιο κρίσιμη στιγμή της επεκταμένης δύναμής του. Πλήττεται όμως όταν άγνωστοι επιτίθενται στα βυτιοφόρα του και ο ίδιος παγιδεύεται σε μια περίπλοκη κατάσταση, στην οποία εμπλέκονται άνομοι ανταγωνιστές, ελεγκτικοί εισαγγελείς και τραπεζικοί επιθεωρητές, φέρνοντάς τον ήρωα στο χείλος της οικονομικής και ψυχικής καταστροφής. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού η καλύτερη στιγμή για να σε χτυπήσουν είναι όταν είσαι ευάλωτος, όταν ρισκάρεις, αναπτύσσεσαι και γίνεσαι σταδιακά υπολογίσιμος και επικίνδυνος. Αυτοί που σε χτυπάνε δεν είναι φυσικά μόνο οι ανταγωνιστές, αλλά και όσοι απειλούνται από την εκκολαπτόμενη ισχύ σου και θέλουν να σε διατηρήσουν μικρό και ταπεινό (κάτι που φυσικά δεν συμβαίνει μόνο στα χρόνια της βίας και αλλά σε κάθε εποχή και τόπο ορατού, θεμιτού και αθέατου ανταγωνισμού). 

Το πυκνοχτισμένο αστικό τοπίο, τα όνειρα που δομήθηκαν σε κάποιο μολυσμένο κομμάτι γης, η ανάδειξη και η ανάγκη της οικονομικής εμμονής (που προϋπήρχε στο σινεμά του Chandor από την εποχή του Margin Call), και η μοναχικότητα ενός ανθρώπου που προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα ασφυκτικό κοινωνικό περιβάλλον που μοιάζει αφιλόξενο (σαν αυτό του All is Lost – προτού όμως όλα χαθούν), σε συνδυασμό με την τέλεια δομημένη κινηματογράφιση και την σχεδόν ξεθωριασμένη φωτογραφία, μετατρέπουν τα Χρόνια της Βίας σε μια ταινία γοητευτική, ώριμη και εσωτερικά δραματική ταινία. Μια ταινία που ζυγίζει τα όνειρα, τις προθέσεις και τα κίνητρα των ανθρώπων, αφήνοντάς τους μόνους να αποδείξουν τι είναι αυτό που τελικά κρύβουν μέσα τους, όπως ο χαρακτήρας της συζύγου που μέσα από το παγωμένο βλέμμα της παρουσιάζει τις στιγμές του πιο ειλικρινούς της κυνισμού - κάτι που αποδεικνύει και η εκκωφαντική σκηνή με το λαβωμένο ελάφι.

Εντούτοις, η ταινία δεν είναι τόσο βίαιη όσο προδιαθέτει ο τίτλος της. Περισσότερο μοιάζει με μια αγωνιώδη και σχεδόν αναίμακτη καταγραφή της εσωτερικής έντασης των δύο κεντρικών χαρακτήρων, οι οποίοι μοιάζουν άφθαρτοι (Oscar Isaac και Jessica Chastain να αποδεικνύουν την σπουδαιότητά τους), ενώ δίπλα τους ένα ολόκληρο σύστημα κυνισμού και υπόγειων συμφερόντων εντάσσει σιωπηλά τους ανθρώπους στα αμείλικτα γρανάζια του. Είναι ένα σινεμά υπέροχο και θαρραλέο που κοιτάει τον θεατή στα μάτια χωρίς να έχει σκοπό να τον λυγίσει συναισθηματικά, ένα σινεμά που μέσα στην αυτοπεποίθηση που το χαρακτηρίζει δεν φοβάται τις ευάλωτες στιγμές του, αναμετράται με τον χρόνο και καταφέρνει να διατηρεί στο ακέραιο την χειμωνιάτικη μελαγχολία του.

Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2015

The Prowler (1981)


Το Prowler είναι μια βίαιη ταινία. Είναι τόσο πειστικά βίαιη και σωστά κινηματογραφημένη που αν ανήκεις στους μεταμεσονύχτιους σινεφίλ, την απολαμβάνεις μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός της – ή την τελευταία νεανική ανάσα αγωνίας των πρωταγωνιστών, λίγο πριν συναντήσουν τη λασπωμένη μάσκα του δολοφόνου. Ενός δολοφόνου με διάθεση επιθετική και εμφάνιση αμερικανού στρατιώτη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο οποίος έχει μπερδέψει τον εχθρό και νομίζει ότι η μάχη μαίνεται ακόμα - ανάμεσα σε εκείνον και τους μαθητές που ετοιμάζονται για τον ετήσιο χορό της αποφοίτησής τους. 

Η ταινία του Joseph Zito ξεκινάει ένα καλοκαιρινό σαββατόβραδο του 1945, ανάμεσα σε ερωτικές ορμόνες, ζέστη και αχόρταγες νεανικές ανησυχίες, όταν ένας βετεράνος στρατιώτης λαμβάνει το γράμμα του χωρισμού από την κοπέλα του Rosemary (πολανσκική αναφορά;) και αποφασίζει να την εκδικηθεί. Αδυνατώντας να δεχτεί την περιφρόνηση και την απόρριψη, περιμένει την κατάλληλη στιγμή και επιτίθεται χωρίς ενδοιασμούς, δολοφονώντας την νεαρή κοπέλα και τον καινούριο εραστή της, λίγο πριν οι δυο τους συνευρεθούν ερωτικά. Ο δολοφόνος ικανοποιεί το βίαιο ένστικτό του και τον πληγωμένο από τον πόλεμο εγωισμό του (αφού τα περισσότερα τραύματα των βετεράνων είναι, κυρίως, ψυχολογικά), με το αποτρόπαιο έγκλημα να μη λύνεται ποτέ. 

Fast forward στο 1980, όπου η επόμενη γενιά ετοιμάζεται για τη δική της αποφοίτηση. Ο χορός που ετοιμάζεται για πρώτη φορά μετά από 35 χρόνια διαθέτει όλα τα ανέμελα διακριτικά γνωρίσματα που πρέπει να χαρακτηρίζουν κάθε ετήσια γιορτή αποφοίτησης, με την νεανική έξαψη να είναι ζηλευτή και τη λαχτάρα για ξεφάντωμα να βρίσκεται σε έκσταση. Κι όμως, ο δολοφόνος της Rosemary είναι ακόμα ελεύθερος και βρίσκει μια καινούρια ευκαιρία να εκδικηθεί όλους τους νεανικούς έρωτες που ετοιμάζονται να ανθίσουν κάτω από το ρομαντικό φως του φεγγαριού. Και το κάνει με έναν άγριο και παράφορο τρόπο που φέρνει δάκρυα και αίματα στα μάτια. 

Κατασκευασμένο σε μια εποχή όπου το slasher γεννήθηκε, άνθισε και παρήκμασε εντυπωσιακά, το Prowler είναι μια βρώμικη ταινία που διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του είδους στο οποίο ανήκει, χωρίς να πρωτοτυπεί και χωρίς να απογοητεύει τους λάτρεις του μεταμεσονύχτιου σινεμά. Ο Zito αποδεικνύεται μάστορας του είδους, αφού γνωρίζει καλά πώς να στήσει μια ταινία με ρυθμό, ένταση και νεανικά κορμιά που πέφτουν θύματα, ενώ άψυχα (πλέον) σωριάζονται ανάμεσα στα αίματά τους. 

Ο σκηνοθέτης με τις ελάχιστες ταινίες και τις ακόμα λιγότερες επιτυχίες στο ενεργητικό του, κατασκευάζει ένα εικονογραφημένο λουτρό αίματος που με ανεξέλικτη πλοκή, ελάχιστους διαλόγους μεταξύ των πρωταγωνιστών (αυτό εδώ είναι θετικό) και εντυπωσιακά ειδικά makeup εφέ (ο Tom Savini στα καλύτερά του), γράφει το όνομά του στην ιστορία του αμερικανικού underground. Ακολουθεί τα χνάρια που άφησε η περιβόητη Παρασκευή και 13 που κυκλοφόρησε ένα χρόνο πριν (και που ο ίδιος υπηρέτησε, σκηνοθετώντας το 4ο μέρος της σειράς) και δανείζεται στοιχεία από το ματωμένο σινεμά της Ευρώπης (όπως ολόκληρο το slasher είδος) και κυρίως από τις ιδέες του πατέρα Bava (οι ομοιότητες σε σκηνές με το υπέροχο Reazione a catena είναι εμφανείς) για να ολοκληρώσει το αιματοκύλισμα. Και το κάνει με τρόπο εντυπωσιακό, οδηγώντας την ιστορία σε ένα εκρηκτικά ‘αποκαλυπτικό’ φινάλε, προβλεπόμενο για τους απαιτητικούς, τους συντηρητικούς και τους ανίατα σοβαροφανείς - υπέροχο, όμως, για όλους τους υπόλοιπους, αφού για τις ώρες που συνήθως παίζει η ταινία, δεν χρειάζεται τίποτα παραπάνω.

Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2015

Kis Uykusu (Winter Sleep, 2014)


Υπάρχει καρδιά μέσα στη Χειμερία Νάρκη. Μια καρδιά που, όπως σε κάθε χειμερία νάρκη, συνεχίζει να χτυπάει ασταμάτητα, ακόμα κι αν φαίνεται καμιά φορά να ελαττώνει τους ρυθμούς της. Η 196 λεπτών ιστορία του Ceylan μοιάζει με μια σπουδαία ενδοσκοπική κριτική στην οικειοθελή και αποσιωπημένη μείωση των χτύπων της καρδιάς, μια κριτική που προσπαθεί να αφυπνίσει τους ήρωές της από τον λήθαργο που χαρακτηρίζει την καθημερινότητά τους και στον οποίο έχουν βυθιστεί χωρίς να το καταλάβουν. Ή ακόμα κι αν το κατάλαβαν, επαναπαύτηκαν σε μια πραγματικότητα που τους αγκάλιασε στοργικά, χωρίς να υπολογίσουν τις βλαβερές συνέπειες της ανυπαρξίας τους. Με αυτό τον τρόπο, η μνήμη στέκεται απέναντι από τη λήθη και το πάθος για μια ζωή γεμάτη αξίες ορθώνεται απέναντι από την καταδίκη.

Η Χειμέρια Νάρκη διαδραματίζεται σε ένα μικρό, απομονωμένο και γραφικό ξενοδοχείο (με τη Σαιξπηρική ονομασία ‘Οθέλλος΄), τοποθετημένο στα ανεξάντλητα βάθη της Καππαδοκίας, ένα μέρος που το εκτιμούν περισσότερο όσοι έχουν μάθει να απολαμβάνουν το φυσικό τοπίο της Τούρκικης ενδοχώρας. Ο Ceylan δεν θα δείξει και πολλά από τον περιβάλλοντα χώρο, όσο όμορφος κι αν είναι, θα τον συνδέσει όμως έμμεσα με τον κεντρικό χαρακτήρα και ιδιοκτήτη, Aydin, έναν εύπορο πρώην ηθοποιό θεάτρου που, όπως και το ξενοδοχείο του, έχει από καιρό απομονωθεί από τον πολιτισμό και την πολυκοσμία. Ανίατα αφοσιωμένος στις σκέψεις του, ο Aydin αρθρογραφεί για κάποια μικρή, τοπική εφημερίδα και χαρίζει στον κόσμο αδρές φιλοσοφίες για τη ζωή, τον θάνατο και τον τρόπο που οι άνθρωποι βλέπουν τα χρόνια να περνούν. Όπως ακριβώς περνούν και τα δικά του, χωρίς ο ίδιος να έχει τη δύναμη να ζυγίσει την εξουσία και τον ψυχολογικό τρόπο με τον οποίο την ασκεί σιωπηρά σε όσους βρίσκονται κοντά του.

Άσχετα με το μέγεθος, στο βασίλειό του ο καθένας είναι βασιλιάς., κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί αυτό και ο Aydin μοιάζει ο πιο ταπεινός από αυτούς. Δείχνει να μην τον ενδιαφέρουν τόσο τα περιουσιακά του όσο η γενναιότητα της ηθικής, του πνεύματος και της ψυχής, απόρροια, φυσικά, της καλλιεργημένης και εφησυχασμένης ψυχικής μοναξιάς του, η οποία ναυάγησε στην ήσυχη γωνιά αυτού του τόπου. Οι μοναδικοί άνθρωποι που παραμένουν κοντά στον πρωταγωνιστή είναι η όμορφη, ευάλωτη και αρκετά χρόνια νεότερη γυναίκα του που ασχολείται με φιλανθρωπίες (κλασική ενασχόληση για τους εύπορους αστούς), καθώς και η πρόσφατα διαζευγμένη αδερφή του, η οποία διαμένει στο ξενοδοχείο και αναλώνεται μαζί του σε νυχτερινές συζητήσεις και ανταλλαγές αναντίρρητων απόψεων. Η βασιλεία όμως και ο προσωπικός εφησυχασμός τού Aydin θα κλονιστούν όταν ένα μικρό παιδί πυροδοτήσει μια σειρά από γεγονότα, τα οποία τον φέρνουν αντιμέτωπο με μια αλήθεια που μέχρι τώρα αδυνατούσε να αντιληφθεί (πρέπει πάντα να προσέχεις πώς κοιτάνε τα μικρά παιδιά, σα να μπορούν να αναγνωρίσουν την αλήθεια στα βλέμματά των μεγαλυτέρων, επιδιώκοντας την ειλικρίνειά τους).

Ο Ceylan δεν αμφισβητεί τις προθέσεις του ήρωά του, αμφισβητεί όμως τον τρόπο που ένας άνθρωπος διαχειρίζεται τις αξίες που θέλει να ευαγγελίζεται και το κάνει με τρόπο καθηλωτικό, κατασκευάζοντας μία ταινία γενναία σαν τις γενναίες ιδέες των ανθρώπων. Μια ταινία θεατρικής αισθητικής Τσεχωφικών αναφορών αλλά κυρίως υπόκωφης Μπεργκμανικής εκφραστικότητας που σκοπό δεν έχει να κατακρίνει τις ηθικά καταδικαστέες πράξεις των χαρακτήρων, αλλά να αποκαλύψει την δυσδιάκριτη και τρομακτική απόσταση που βρίσκεται μεταξύ τους. Μια ταινία που συγκρούεται υπογείως με την επανάπαυση, συνθλίβει την φαινομενικά αθώα συγκαταβατικότητα και αναζητά την ελευθερία του πνεύματος μέσω της αφύπνισης της συνειδήσεως.

Μπροστά στη κάμερα του Ceylan, οι ήρωες συγκρούονται με τους ακατάπαυστους διαλόγους τους, εξομολογούνται αλήθειες και εκθεμελιώνουν τις σχέσεις τους, προσβάλλοντας παράλληλα τις αρετές που νομίζουν ότι τους ανήκουν. Πρόκειται για χαρακτήρες που στο σύνολό τους είναι τόσο όμορφα δομημένοι, που θαρρείς ότι υπάρχουν πολύ πριν εκτεθούν μπροστά στην οθόνη και θα υπάρχουν ακόμα ζωντανοί και μετά τους τίτλους τέλους. Που ανασαίνουν βαριά, όπως ένα αγέρωχο άλογο που παλεύει να απελευθερωθεί από τα δεσμά του (όπως συμβαίνει σε μια από τις πιο σκληρές και αμφιλεγόμενες σκηνές της ταινίας), χαρακτήρες που όπως ο καιρός και η εποχή, έτσι κι αυτοί αλλάζουν με το πέρασμα του (κινηματογραφικού) χρόνου και κοιτάζουν πλέον τις ζωές τους διαφορετικά.

Λίγο πριν το φινάλε της Χειμέριας Νάρκης, οι ήρωες θα αντιληφθούν ότι η συγνώμη που οφείλουν δεν είναι μια εύκολη υπόθεση και ότι η πραγματική μετάνοια είναι πάντα θέμα ωριμότητας. Ωριμότητας που κάποιοι από αυτούς καταφέρνουν να αγγίξουν αναζητώντας τη συγχώρεση, ενώ κάποιοι άλλοι αποπνέουν για τελευταία φορά την απόγνωσή τους, προσπαθώντας να περισώσουν από τα συντρίμμια της αυτοκαταστροφής μια παράσταση που ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί.


Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 13 Απριλίου 2015

The Babadook (2014)


Πάντοτε πίστευα ότι μια καλή ταινία τρόμου μπορείς απλά και μόνο να την ακούς. Δεν χρειάζεται να βλέπεις τα τέρατα, τα αίματα και τα τρομαγμένα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, μπορείς μονάχα να ακούς τις κραυγές και τους ήχους της αγχώδους (δια)ταραχής τους, μπορείς να αισθάνεσαι το σκοτάδι και την απειλητική ατμόσφαιρα που δημιουργεί η έλλειψη μιας αντικειμενικής αναπαράστασης. Με αυτό τον τρόπο η φαντασία ερεθίζεται αβίαστα χωρίς να μπορείς να της ξεφύγεις, χωρίς να μπορείς να αποδράσεις από την φρίκη και τον πανικό που ο ίδιος προκαλείς στον εαυτό σου, όσο ερμητικά κλειστά κι αν πιστεύεις ότι μπορείς να κρατήσεις τα μάτια σου. Έτσι, ο τρόμος που προκαλείται είναι περισσότερο επικίνδυνος, αφού παίρνει τη μορφή που του δίνεις εσύ, εκείνη που κατοικεί στις πιο σκοτεινές γωνιές του μυαλού περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να επιτεθεί στην καθημερινή σου αταραξία. Μια καλή ταινία τρόμου μπορεί να το προκαλέσει αυτό, απλά και μόνο με τους ήχους που είναι ενδεδυμένες οι σκηνές της, απλά και μόνο με την συνειδητή δημιουργία ενός υποκειμενικού εφιάλτη έτοιμου να σε κατασπαράξει. Το Babadook είναι η καλύτερη ταινία για να την ακούσεις.

Η ταινία της Αυστραλιανής Jennifer Kent πραγματεύεται την ιδέα του μπαμπούλα που έρχεται συνήθως τις νύχτες για να τρομάξει τα μικρά παιδιά και, αν του κάνει κέφι, να επιτεθεί και στους ανυποψίαστους γονείς τους. Στην προκειμένη περίπτωση, η υπερφυσική δύναμη του τίτλου ξεπηδά από τις σελίδες ενός αγνώστου ταυτότητας παιδικού βιβλίου και επιτίθεται στον εξάχρονο Samuel και τη μοναχική μητέρα του, Amelia. Δύο χαρακτήρες ευάλωτοι που έρχονται αντιμέτωποι με την οντότητα αυτή, ο καθένας με τον δικό του τρόπο και για τους δικούς του λόγους.

Είναι φανερό ότι η σκηνοθέτις, ήδη από το μικρού μήκους “Monster” , προσπαθεί να μιλήσει για τους κρυμμένους φόβους του καθενός από εμάς και την μορφή που τους δίνουμε για να μας στοιχειώνουν με ευλάβεια. Και το κάνει με ένα υπέροχο παιχνίδι υποβολής και φωτοσκιάσεων που, είμαι σίγουρος, θα ζήλευαν οι masters of horror της δεκαετίας του ‘30 και του ’40. Ένα μικρό παιδί άμαθο, ανεπιτήδευτο και αθώο όπως είναι, βλέπει τον Babadook σε κάθε σκιά της καθημερινότητάς του, μέχρι να πειστεί ότι τον βλέπει και στο φως. Οι λόγοι δεν είναι πολύπλοκοι, η πραγματικότητα όπως ακριβώς αναγνωρίζεται, έτσι με την ίδια ευκολία μπορεί και να διαστρεβλωθεί. Στο μυαλό ενός μικρού παιδιού οι μπαμπούλες υπάρχουν πάντα, είναι όμως στο χέρι των μεγαλυτέρων να τους διώξουν και να τους κρατήσουν μακριά. Έτσι, το τέρας συστήνεται στον θεατή, ακόμα κι αν παραμένει απρόσωπο, διατηρώντας παράλληλα υπό αμφισβήτηση την αντικειμενικότητα της ύπαρξής του.

Ωστόσο, από τη μέση περίπου της ταινίας κι έπειτα, με ένα εξωφρενικό twist του σεναρίου, ο Babadook θα εγκαταλείψει τον μικρό Samuel και θα ξεκινήσει να επιτίθεται και να πολιορκεί την αντίληψη της μητέρας. Μιας μητέρας που καλείται να αντιμετωπίσει το σκοτάδι που κατοικεί μέσα της από την ημέρα που ο σύζυγός της, έξι χρόνια πριν, έχασε τη ζωή του σε αυτοκινητιστικό, μεταφέροντάς την στο νοσοκομείο για να γεννήσει. Το σκοτάδι φυσικά δεν γεννήθηκε σε μια νύχτα - όπως ο Samuel -, αλλά αναπτύχθηκε σταδιακά, αφού ο πόνος και η θλίψη της απώλειας δεν κατάφεραν να ξεπεραστούν. Αναπτύχθηκε όσο η οδύνη της μοναξιάς μεταμορφωνόταν σε πνευματική απειλή που το μυαλό θέλησε να κρατήσει κρυφή (στις σκιές;) μέχρι να έρθει η ώρα της απελευθερωτικής φανέρωσης.

Κάπου εδώ, η Kent θα σε βάλει να σκεφτείς αν η μορφή του Babadook είναι μια αληθινή οντότητα που ήρθε για να στοιχειώσει τους πρωταγωνιστές και να διεκδικήσει την σωματική τους κάθοδο στην άβυσσο, ή παραμένει αποκύημα ενός παρανοϊκού μυαλού σε πνευματική αποσύνθεση. Αν παραμένει μια ενοχική αναπαράσταση όσων μαρτυρικά μάς βασανίζουν, όσων προσπαθούμε να κρατήσουμε σε απόσταση γιατί δεν έχουμε το σθένος να αντιμετωπίσουμε.

Μέχρι το κρεσέντο του φινάλε, απάντηση από την Kent δεν θα πάρεις. Το σινεμά, άλλωστε, δεν είναι για να σου τα δίνει όλα. Από τις αυξομειώσεις της φωνής που μεταμορφώνονται σε κραυγές, από τα μάτια που σε κοιτάζουν αλλά δεν μπορείς να τα δεις μες στο σκοτάδι (νιώθεις όμως το βλέμμα τους καρφωμένο επάνω σου) και το μαύρο πέπλο που σκεπάζει τον Babadook (θυμίζοντας το Νοσφεράτου), μέχρι τα χαμόγελα, τις ανθισμένες βουκαμβίλιες και το λευκό περιστέρι του φινάλε ως σύμβολο της ειρήνης, θα πρέπει να αποφασίσεις. Θα πρέπει να επιλέξεις αν αυτό που μόλις παρακολούθησες ήταν ένας αληθινός τρόμος που κατοικεί στο πετσί σου, ένας πνευματικός ψυχαναγκασμός σε έκσταση, ή μια ερεβώδη κατάδυση στις πιο σκοτεινές γωνιές του υποσυνείδητου.

(…με το σκοτάδι του θανάτου να μένει εκτός οθόνης, έχοντας όμως με επιτυχία κυριεύσει τα πάντα στο πέρασμά του.)

Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Τετάρτη 04:45 (2015)


Μέσα στη νύχτα της Αθήνας που δεν φωτίζεται ποτέ, μέσα στην καρδιά της Ελλάδας της κρίσης και της πατρίδας που εκούσια πότισε τα παιδιά της με κάλπικους πόθους και ψεύτικες υποσχέσεις, υπάρχει ένας κόσμος διαφορετικός από αυτόν που μας διδάξαν στο σχολείο. Κάτω από την επιφάνεια όσων μπορείς να αναγνωρίσεις με μια πρώτη ματιά, υπάρχει ένας κόσμος που υπακούει μονάχα στους κανόνες της νύχτας και στους άγραφους νόμους μιας κοινωνίας που ζει και αναπνέει, εδώ και χιλιάδες χρόνια, αλλά δεν θα συναντήσεις ποτέ στην καθημερινότητά σου. Αλλά ακόμη κι αν τύχει και κάποτε βρεθείς σε δρόμους διασταυρωμένους, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να στρέψεις το βλέμμα σου από την άλλη πλευρά, μήπως και καταφέρεις έτσι να παραμείνεις αλώβητος και ταπεινός. Μέσα σε έναν τόπο που μοιάζει να ζει τον εφιάλτη, έναν διεφθαρμένο τόπο εκπορνεύσιμης και (γι’ αυτό) καταρρέουσας εμπιστοσύνης, η ιστορία του Αλεξίου μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα. Μια βόμβα σιωπηλή και ήρεμη, η οποία, μη γελιέσαι, κάποια στιγμή θα εκραγεί, απλώς δεν ξέρουμε πόσους και ποιους θα παρασύρει ορμητικά το ωστικό της κύμα.

Η ταινία ξεκινάει μια χειμωνιάτικη νύχτα της Δευτέρας, ανάμεσα σε αλκοόλ, ζωντανή jazz μουσική και αναθυμιάσεις ξενυχτισμένων τσιγάρων, για να τελειώσει ξημερώματα Τετάρτης, σε μια πλημμυρισμένη από τις σταγόνες της βροχής ταράτσα. Στο ενδιάμεσο δεν παρεμβάλλεται τίποτα παραπάνω από την αποδόμηση ενός απατηλού ονείρου και τη συνειδητοποίηση πως σε ετούτη τη ζωή όπως εύκολα μπορείς να ονειρευτείς, τόσο εύκολα μπορείς και να ξυπνήσεις. Αυτό που διαφέρει της φερέλπιδος αρχής από το λίγο πριν το τέλος είναι ο χρόνος που διαθέτεις για να συλλογιστείς και τελικά να πιστέψεις ότι το μέλλον σου ανήκει. Να πιστέψεις ότι στο πλαίσιο του χρόνου που σου δόθηκε οφείλεις να αναζητήσεις την κατάκτηση της ουτοπίας, περιμένοντας απλώς τη στιγμή που το όνειρο θα μετατραπεί είτε σε φωτεινή πραγματικότητα είτε σε αδυσώπητο εφιάλτη που θα σε στοιχειώνει και θα προσπαθεί να σε καταπιεί ολόκληρο μέσα στο σκοτάδι του.

Μέσα σε αυτό το σκοτάδι περιπλανιέται και ο ήρωας της ιστορίας, προσπαθώντας να κερδίσει λίγο ακόμα χρόνο, προτού χαθεί για πάντα και η τελευταία αχτίδα ανόθευτου φωτός. Ο Στέλιος (ένας υπέροχα εκφραστικός Στέλιος Μάινας) είναι ένας άνθρωπος που απλώς τρελάθηκε στην ώρα του, επένδυσε τα πάντα και προσπάθησε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Δεν μπορείς να τον κατηγορήσεις γι’ αυτό, άλλωστε οι περισσότεροι από εμάς θα έπρεπε να επενδύουμε τα πάντα για να ζούμε όπως επιθυμούμε. Αρκεί να έχουμε το θάρρος να μετριάσουμε τις υπερβολές χωρίς να κάνουμε εκπτώσεις στις επιθυμίες μας. Αιώνια ερωτευμένος με τη μουσική, ο ήρωας κινείται από την ευαισθησία του σαξοφώνου και τη ζωή στο μεσονύχτι, στον εθισμό του δανεισμού και τη σιωπή μιας Αθήνας που πλανεύει. Το πρόβλημα του Στέλιου, φυσικά, δεν είναι ότι έχτισε τις ελπίδες του σε λάθος βάσεις, αλλά το ότι βοηθήθηκε από τους λάθος ανθρώπους και το έκανε την λάθος στιγμή στον πιο λάθος τόπο. Σήμερα που το σκοτάδι της νύχτας απλώνεται αγέρωχα επάνω στους ανθρώπους, έχει φτάσει η ώρα που το ζύγι θα δείξει την αλήθεια.

Σε μια αιμορραγούσα Ελλάδα που αδυνατεί να θρέψει τα παιδιά της, έναν δυσλειτουργικό, κίβδηλο και ρημαγμένο από τη Δυτική αδηφαγία τόπο, η Τετάρτη μοιάζει με μια μεταμεσονύχτια jazz ελεγεία αφιερωμένη στη σύγχρονη μοναξιά. Μια μοναξιά σαν μια βροχή, εγκλωβισμένη σε ένα σύμπαν διαφθοράς που έχει παραδοθεί εξ’ ολοκλήρου στα αγαθά του καπιταλισμού, το αλκοόλ, τα studio με τις γυναίκες και την παράλυση των ηθικών αξιών. Ένα σύμπαν πνιγμένο στις σειρήνες και τη βοή των περιπολικών, στις πολυεθνικές και στην ανικανότητα των κυβερνώντων να διατηρήσουν την ταυτότητά μας (και από το βήμα της Βουλής, δειλά να απονέμουν τις ευθύνες). Σε αυτό το σύμπαν, που δεν απέχει και πολύ από τη σημερινή πραγματικότητα, οι άνθρωποι νιώθουν, χωρίς βέβαια να είναι, ανίκανοι, αιμορραγούν αλλά, όπως ο τόπος που τους θρέφει, στέκονται ακόμα ζωντανοί.

Ο Αλεξίου βυθίζει αυτή την ιστορία αμφίβολης επιβίωσης και κυρίως συναισθηματικής απομόνωσης μέσα σε ένα κινηματογραφικά θαρραλέο και στυλιστικά κομψοτεχνικό μαύρο, αφήνοντας τον ήρωα να αγγίξει τη στιγμή που νομίζει ότι θα τα καταφέρει, ακόμα κι αν για λίγο αντίκρισε τα πάντα γύρω του έτοιμα να καταρρεύσουν. Έτσι και ο Στέλιος παρκάρει το αυτοκίνητό του (στη θέση 52), υπερασπίζεται την αξιοπρέπειά του και λογαριάζεται με τους νονούς μιας νύχτας που, όπως η βροχή, κάποια στιγμή τελειώνει, αφήνοντας την οσμή από την έκρηξη να ευωδιάσει την ατμόσφαιρα. Μια μοναχική ευωδιά που ξεκινά από το ματωμένο σήμερα και φτάνει μέχρι την ειλικρίνεια του ονείρου για ένα τελευταίο ταξίδι προς την Αιδηψό.
Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Birdman: Or (The Unexpected Virtue of Ignorance) - (2014)


Υπάρχει μια φλόγα μέσα στη ψυχή του Birdman που καίει σιωπηλά. Είναι μια φλόγα που ξέρεις ότι γεννήθηκε όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί κι ας μη το βλέπεις στην οθόνη, που περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να γιγαντωθεί και να θεριέψει, να γίνει μία αδάμαστη και θυμωμένη πυρκαγιά που θα κάψει τα πάντα στο πέρασμά της. Αυτό δεν είναι κάτι που λέω εγώ, άλλωστε ποτέ δεν ήμουν τόσο οξυδερκής στην αντίληψή μου. Είναι όμως μια πραγματικότητα που θα σου εξομολογηθεί κάθε ένας από τους μικρούς ή μεγάλους καλλιτέχνες που υπάρχουν εκεί έξω, κάθε ένας που έχει την ανάγκη να βγάλει από μέσα του το φως, εκθέτοντας τα σωθικά του επάνω στο μέσο που του δόθηκε. Για κάθε ζωγράφο είναι ο καμβάς, για κάθε γλύπτη είναι ο πηλός και για τον σκηνοθέτη είναι το λευκό πανί μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα. Για τον ηθοποιό είναι μια σκηνή γεμάτη προβολείς που τον στοχεύουν, μια παράσταση που θα δώσει μπροστά στα μάτια εκείνων που τον παρακολουθούν, περιμένοντας να τους προκαλέσει το δέος και, αλήθεια, δεν χρειάζεται πάνω από μια στιγμή για να το καταφέρει. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή αναζητά ο Birdman, από την αρχή ακόμα που τον βλέπουμε να αιωρείται στο καμαρίνι του, μέχρι την απρόσμενη αρετή του αφελούς φινάλε.

Πριν την αφέλεια της κατάληξης, όμως, η αρετή προηγείται. Η αρετή και η τέχνη του Iñárritu, ο οποίος μας έχει χαρίσει ένα αδυσώπητο αριστούργημα σπαρακτικού σινεμά (Amores Perros) και τρεις ταινίες βυθισμένες σε ένα δραματικό ρεαλισμό που τσακίζει κόκκαλα και, σε στιγμές, γίνεται αβάσταχτος (21 Grams, Babel, Biutiful). Είναι οι ιστορίες των ανθρώπων που παλεύουν να επιβιώσουν σωματικά και ψυχικά μέσα σε μια ζωή που δεν αντέχουν, θα κάνουν όμως τα πάντα για τα καταφέρουν πληρώνοντας το τίμημα που τους αντιστοιχεί.

Με το Birdman τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά, αφού έρχεται για να εισάγει ένα πιο φανταστικό και σε στιγμές κωμικό στοιχείο στο σινεμά του Iñárritu (αν και ούτε για ένα λεπτό δε γίνεται κωμωδία), εισάγοντας παράλληλα την αναζήτηση της αληθινής ταυτότητας με την οποία φαίνεται να ταυτίζονται τόσο ο σκηνοθέτης όσο και ο πρωταγωνιστής της ταινίας. Ο Birdman δεν αναζητά τον τρόπο για να επιβιώσει ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτό το έχει καταφέρει εύκολα στο παρελθόν με τις blockbuster ταινίες όπου πρωταγωνιστούσε. Αναζητά τον τρόπο για να αναγνωριστεί καλλιτεχνικά από εκείνους που σχημάτισαν άποψη από τα αφελή κατορθώματά του και σήμερα δε λένε με τίποτα να αλλάξουν την πεποίθησή τους. Παλεύει για να γίνει σημαντικός και να αγαπηθεί από εκείνους που τον έχουν απορρίψει, κάτι που, αν με ρωτήσεις, είναι ακόμα δυσκολότερο από το να ξεκινάς από το μηδέν, ενώ χρειάζεται όλα τα αποθέματα θάρρους που μπορεί να διαθέτει ένας άνθρωπος για να συγκρατήσει την εσωτερική αγωνία που σαν πυρηνική βόμβα, ετοιμάζεται να εκραγεί.

Η ταύτιση του πρωταγωνιστή με τον ήρωα είναι προφανής, αφού ο Keaton, που 20 χρόνια πριν έπαιξε ένα σούπερ ήρωα στη μεγάλη οθόνη (Batman), υποδύεται σήμερα έναν ηθοποιό που 20 χρόνια πριν έπαιξε ένα σούπερ ήρωα στη μεγάλη οθόνη (Birdman). Και τον βλέπεις μπροστά στα μάτια σου (με τις τυμπανοκρουσίες του Antonio Sanchez στο background) να δίνει τη δική του μάχη, προσπαθώντας να επιβιώσει από την απόγνωση. Δεν αδυνατεί να προσαρμοστεί στην εποχή του. Αντίθετα, την αντιλαμβάνεται πλήρως και απλώς την απορρίπτει. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και επικοινωνίας δεν είναι παρά το μέσο για να εκθέσεις την ουσία της ύπαρξής σου, ο τρόπος που θα επικοινωνήσεις με τους σωστούς ή τους λάθους ανθρώπους που σε ακολουθούν. Αν όμως δεν διαθέτεις ουσία, είσαι απλώς μια εύθραυστη και αναλώσιμη εικόνα που θα ξεχαστεί στο επόμενο upload που θα γίνει viral. Έτσι, ο Birdman αναζητά την ευκαιρία να κάνει κάτι σωστό, με όπλο τη φιλοδοξία να νιώσει τον εαυτό του αγαπητό για όλους τους σωστούς λόγους. Δίνει μια παράσταση ζωής που ισορροπεί ανάμεσα στο χειροκρότημα της αποθέωσης και τον εξευτελισμό του ηθοποιού που περπατάει γυμνός ανάμεσα στους ανθρώπους της Times Square, σε μια από τις πιο ουσιαστικές κινηματογραφικές στιγμές της φετινής χρονιάς – και η εμμονή με τον εγωισμό γίνεται σκόνη σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα ανόθευτης πραγματικότητας.

Δίπλα του στέκεται ο Iñárritu, που πάνω από όλα πιστεύει στον ήρωά του, οικοδομώντας μια ιστορία που εξισώνει τον ηθοποιό του Hollywood με τον ηθοποιό του Broadway, μετατρέπει τις ψευδαισθήσεις σε αληθινές αισθήσεις και σου δίνει την εντύπωση ότι παρακολουθείς ένα δίωρο μονόπλανο. Φυσικά, το μονόπλανο υπάρχει (αν και τεχνητό), όχι για να θυμίσει κάποια θεατρική παράσταση (αφού οι διακοπές στο θέατρο υπάρχουν κάθε φορά που σβήνουν τα φώτα και πέφτει η αυλαία), αλλά ως αντανάκλαση της ζωής που κυλά ασταμάτητα και δεν διακόπτει ούτε για ένα δευτερόλεπτο την ακατάπαυστη ορμή της. Μια ορμή που δημιουργεί ένα δικαιολογημένο, σε στιγμές, θυμό που διέπει τους περισσότερους χαρακτήρες της ταινίας, στερεί όμως από το θεατή ένα κομμάτι του συναισθηματικού βάρους που κουβαλάει ο ήρωας, είτε ως καταιγιστικός Birdman είτε ως φημισμένος ηθοποιός που αναζητά την εξιλέωση.

Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, βέβαια, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε το Birdman, όχι για όσα δεν είναι, αλλά για όσα κατάφερε να είναι. Φυσικά, την ιστορία του δεν την συναντάς πρώτη φορά, έχει περάσει ξανά μπροστά από τα μάτια σου, ακόμα κι αν δεν το έχεις καταλάβει με την πρώτη, είτε μέσα σε κάποια σκοτεινή αίθουσα, είτε επάνω σε κάποιο φωτοστολισμένο σανίδι. Αυτός δεν είναι λόγος για να φερθείς χαιρέκακα στο Birdman (και να το απορρίψεις, όπως απέρριψαν οι θεατές τον ίδιο τον ήρωα). Αντιθέτως, πρέπει να το τοποθετήσεις δίπλα σε ταινίες όπως το Opening Night και το All That Jazz, αφού η καρδιά του χτυπάει στους ίδιους ρυθμούς, αν και με διαφορετικό τρόπο. Αρκεί να μη νομίζεις ότι από την πυρκαγιά που προκαλεί ο ήρωας ξεφεύγει και ο ίδιος, αρκεί να μην μπερδέψεις το άρωμα της αλχεμίλλης στην αρχή με αυτό της νεκρικής βιολέτας του φινάλε και πιστέψεις ότι η αφέλεια που μόλις ξεδιπλώθηκε μπροστά σου δεν έχει το δικό της τίμημα.
Chris Zafeiriadis