Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Τετάρτη 04:45 (2015)


Μέσα στη νύχτα της Αθήνας που δεν φωτίζεται ποτέ, μέσα στην καρδιά της Ελλάδας της κρίσης και της πατρίδας που εκούσια πότισε τα παιδιά της με κάλπικους πόθους και ψεύτικες υποσχέσεις, υπάρχει ένας κόσμος διαφορετικός από αυτόν που μας διδάξαν στο σχολείο. Κάτω από την επιφάνεια όσων μπορείς να αναγνωρίσεις με μια πρώτη ματιά, υπάρχει ένας κόσμος που υπακούει μονάχα στους κανόνες της νύχτας και στους άγραφους νόμους μιας κοινωνίας που ζει και αναπνέει, εδώ και χιλιάδες χρόνια, αλλά δεν θα συναντήσεις ποτέ στην καθημερινότητά σου. Αλλά ακόμη κι αν τύχει και κάποτε βρεθείς σε δρόμους διασταυρωμένους, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να στρέψεις το βλέμμα σου από την άλλη πλευρά, μήπως και καταφέρεις έτσι να παραμείνεις αλώβητος και ταπεινός. Μέσα σε έναν τόπο που μοιάζει να ζει τον εφιάλτη, έναν διεφθαρμένο τόπο εκπορνεύσιμης και (γι’ αυτό) καταρρέουσας εμπιστοσύνης, η ιστορία του Αλεξίου μοιάζει με ωρολογιακή βόμβα. Μια βόμβα σιωπηλή και ήρεμη, η οποία, μη γελιέσαι, κάποια στιγμή θα εκραγεί, απλώς δεν ξέρουμε πόσους και ποιους θα παρασύρει ορμητικά το ωστικό της κύμα.

Η ταινία ξεκινάει μια χειμωνιάτικη νύχτα της Δευτέρας, ανάμεσα σε αλκοόλ, ζωντανή jazz μουσική και αναθυμιάσεις ξενυχτισμένων τσιγάρων, για να τελειώσει ξημερώματα Τετάρτης, σε μια πλημμυρισμένη από τις σταγόνες της βροχής ταράτσα. Στο ενδιάμεσο δεν παρεμβάλλεται τίποτα παραπάνω από την αποδόμηση ενός απατηλού ονείρου και τη συνειδητοποίηση πως σε ετούτη τη ζωή όπως εύκολα μπορείς να ονειρευτείς, τόσο εύκολα μπορείς και να ξυπνήσεις. Αυτό που διαφέρει της φερέλπιδος αρχής από το λίγο πριν το τέλος είναι ο χρόνος που διαθέτεις για να συλλογιστείς και τελικά να πιστέψεις ότι το μέλλον σου ανήκει. Να πιστέψεις ότι στο πλαίσιο του χρόνου που σου δόθηκε οφείλεις να αναζητήσεις την κατάκτηση της ουτοπίας, περιμένοντας απλώς τη στιγμή που το όνειρο θα μετατραπεί είτε σε φωτεινή πραγματικότητα είτε σε αδυσώπητο εφιάλτη που θα σε στοιχειώνει και θα προσπαθεί να σε καταπιεί ολόκληρο μέσα στο σκοτάδι του.

Μέσα σε αυτό το σκοτάδι περιπλανιέται και ο ήρωας της ιστορίας, προσπαθώντας να κερδίσει λίγο ακόμα χρόνο, προτού χαθεί για πάντα και η τελευταία αχτίδα ανόθευτου φωτός. Ο Στέλιος (ένας υπέροχα εκφραστικός Στέλιος Μάινας) είναι ένας άνθρωπος που απλώς τρελάθηκε στην ώρα του, επένδυσε τα πάντα και προσπάθησε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Δεν μπορείς να τον κατηγορήσεις γι’ αυτό, άλλωστε οι περισσότεροι από εμάς θα έπρεπε να επενδύουμε τα πάντα για να ζούμε όπως επιθυμούμε. Αρκεί να έχουμε το θάρρος να μετριάσουμε τις υπερβολές χωρίς να κάνουμε εκπτώσεις στις επιθυμίες μας. Αιώνια ερωτευμένος με τη μουσική, ο ήρωας κινείται από την ευαισθησία του σαξοφώνου και τη ζωή στο μεσονύχτι, στον εθισμό του δανεισμού και τη σιωπή μιας Αθήνας που πλανεύει. Το πρόβλημα του Στέλιου, φυσικά, δεν είναι ότι έχτισε τις ελπίδες του σε λάθος βάσεις, αλλά το ότι βοηθήθηκε από τους λάθος ανθρώπους και το έκανε την λάθος στιγμή στον πιο λάθος τόπο. Σήμερα που το σκοτάδι της νύχτας απλώνεται αγέρωχα επάνω στους ανθρώπους, έχει φτάσει η ώρα που το ζύγι θα δείξει την αλήθεια.

Σε μια αιμορραγούσα Ελλάδα που αδυνατεί να θρέψει τα παιδιά της, έναν δυσλειτουργικό, κίβδηλο και ρημαγμένο από τη Δυτική αδηφαγία τόπο, η Τετάρτη μοιάζει με μια μεταμεσονύχτια jazz ελεγεία αφιερωμένη στη σύγχρονη μοναξιά. Μια μοναξιά σαν μια βροχή, εγκλωβισμένη σε ένα σύμπαν διαφθοράς που έχει παραδοθεί εξ’ ολοκλήρου στα αγαθά του καπιταλισμού, το αλκοόλ, τα studio με τις γυναίκες και την παράλυση των ηθικών αξιών. Ένα σύμπαν πνιγμένο στις σειρήνες και τη βοή των περιπολικών, στις πολυεθνικές και στην ανικανότητα των κυβερνώντων να διατηρήσουν την ταυτότητά μας (και από το βήμα της Βουλής, δειλά να απονέμουν τις ευθύνες). Σε αυτό το σύμπαν, που δεν απέχει και πολύ από τη σημερινή πραγματικότητα, οι άνθρωποι νιώθουν, χωρίς βέβαια να είναι, ανίκανοι, αιμορραγούν αλλά, όπως ο τόπος που τους θρέφει, στέκονται ακόμα ζωντανοί.

Ο Αλεξίου βυθίζει αυτή την ιστορία αμφίβολης επιβίωσης και κυρίως συναισθηματικής απομόνωσης μέσα σε ένα κινηματογραφικά θαρραλέο και στυλιστικά κομψοτεχνικό μαύρο, αφήνοντας τον ήρωα να αγγίξει τη στιγμή που νομίζει ότι θα τα καταφέρει, ακόμα κι αν για λίγο αντίκρισε τα πάντα γύρω του έτοιμα να καταρρεύσουν. Έτσι και ο Στέλιος παρκάρει το αυτοκίνητό του (στη θέση 52), υπερασπίζεται την αξιοπρέπειά του και λογαριάζεται με τους νονούς μιας νύχτας που, όπως η βροχή, κάποια στιγμή τελειώνει, αφήνοντας την οσμή από την έκρηξη να ευωδιάσει την ατμόσφαιρα. Μια μοναχική ευωδιά που ξεκινά από το ματωμένο σήμερα και φτάνει μέχρι την ειλικρίνεια του ονείρου για ένα τελευταίο ταξίδι προς την Αιδηψό.
Chris Zafeiriadis

Δεν υπάρχουν σχόλια: