Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Whatever Works (2009)


Ο Boris μας βλέπει. Όπως τον βλέπουμε, τον ακούμε και τον νιώθουμε και εμείς. Μόνο που αυτός μπορεί να μας μιλήσει, ενώ εμείς όχι. Μάλιστα αυτός μπορεί να μιλήσει σε όλους όσους τον παρακολουθούν ενώ εμείς μόνο σε όσους βρίσκονται δίπλα μας. Αυτό δεν είναι δείγμα μεγαλομανίας φυσικά, αλλά χάρη. Η χάρη τού να βρίσκεσαι από την άλλη πλευρά την οθόνης και να εκθέτεις τον εαυτό σου, χωρίς να σε νοιάζει (ίσως επειδή έχει σταματήσει να σε νοιάζει), εκθέτοντας παράλληλα και την αλήθεια που κατάφερες να εκμαιεύσεις από την ζωή. Η ζωή όμως είναι γεμάτη εκπλήξεις, δεν λένε; Και στις εκπλήξεις δεν κάνει εξαιρέσεις.

Πνιγμένος ανάμεσα στην στρυφνότητα και την απαισιοδοξία ενός σχεδόν γεροπαράξενου υποχόνδριου, μονίμως κατσουφιασμένου (και μεμψίμοιρου) αστού, απρόσμενα αγενής και (συμπερασματικά) άτυχος, χωρίς ίχνος γοητείας ή χαμόγελου, ο Boris είναι από εκείνους τους χαρακτήρες που τους αρέσει να μιλάνε έξω από τα δόντια. Γεγονός που κάποιους τους ελκύει σαν μαγνήτης, ενώ κάποιους άλλους (τους περισσότερους, μάλλον) τους απωθεί. Ένας άνθρωπος αυστηρός και θυμωμένος με τους ανθρώπους στα όρια της μισανθρωπίας, με μοναδική επιθυμία την ησυχία και την τετελεσμένη κριτική του.

Μέσου αυτού του περίεργου χαρακτήρα, αποκαλύπτεται το προσωπείο ενός θυμωμένου με τον (οποιονδήποτε) Θεό ανθρώπου, ο οποίος δεν συνειδητοποιεί απλά την θνησιμότητα που κουβαλάμε στην πλάτη μας όλοι, αλλά και την ματαιότητα της ατέρμονης αναζήτησης ενός απώτερου νοήματος. Ή για να το πω απλά (μιας και ο δημιουργός το παρουσιάζει χαριτωμένα εμμέσως) ενός ανθρώπου που δεν του έχει κάτσει ακόμα, γι’ αυτό και έχει σταματήσει να ελπίζει. Σε κάνει να αναρωτιέσαι βέβαια πως ένας τέτοιος χαρακτήρας χωράει σε μια παθιασμένη φιλμογραφία, η οποία βρίθει από ερωτοχτυπημένα συναισθήματα, αυθαίρετες απολαύσεις και αναλλοίωτα γυναικεία αρώματα. Η απάντηση δίνεται από την τύχη η οποία καμιά φορά σου χτυπάει την πόρτα την πιο απρόσμενη στιγμή. Στην κυριολεξία όμως.

Ένα κορίτσι ονόματι Melody από την Εδέμ του Mississippi, φέρνει την ευτυχία στη ζωή του Boris (η μελωδία της ευτυχίας, ίσως). Με το γλυκό προσωπάκι, το απαλό δέρμα, τις πολύχρωμες κάλτσες και το στρογγυλό κωλαράκι, η Melody είναι από τα κορίτσια που δεν μπορείς να αντισταθείς. Όπως δεν της αντιστέκεται και ο Boris, παραβλέποντας τις γιγαντιαίες – σε όλα τα επίπεδα - διαφορές ανάμεσά τους. Έτσι ο ιδιοφυής Woody πλάθει μερικούς από τους απολαυστικότερους διαλόγους της καριέρας του και ταυτόχρονα χρησιμοποιεί την Melody για να μεταπείσει τον ήρωά του. Όχι να του χαρίσει την ευτυχία αλλά να του δώσει το έναυσμα της αναζήτησης για εκείνο που θα τον κάνει ευτυχισμένο. Με ό,τι. Άλλωστε δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για πολλά πράγματα σε αυτό τον κόσμο.

Οι εκπλήξεις τελικά συνεχίζουν να συμβαίνουν, η ζωή κυλάει όπως πρέπει να κυλάει με τις ταραχές, τις ανησυχίες και τις γκρίνιες να παραμένουν, Μόνο που αυτή την φορά είναι λιγότερο επικριτικές, ενώ ο Boris φαίνεται για πρώτη φορά να νοιάζεται. Παράλληλα χρησιμοποιεί την χάρη που έχει να μας μιλάει, χαρίζοντάς μας απλόχερα μερικές ακόμα αποφθεγματικές διαπιστώσεις για την ζωή και ένα χαμόγελο. Και ενώ όλοι, πλημμυρισμένοι από αισιοδοξία εύχονται happy new year στο ισορροπημένο φινάλε της ταινίας, εμένα δεν μου μένει τίποτα παραπάνω απ’ το να ευχηθώ ακριβώς το ίδιο σε όσους η μοίρα έριξε, παραμονή πρωτοχρονιάς, επάνω σε αυτές τις γραμμές.

Chris Zafeiriadis

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2011

The Shop Around the Corner (1940)


Παρευρισκόμενο ανάμεσα στη δύση των οικονομοπληγμένων ‘30s και την αυγή των προ/μετα/πολεμικών ‘40ς, η ταινία του Lubitsch καταφέρνει να αναπνέει με μεγάλη ευκολία ανάμεσα στα επίσης οικονομοπληγμένα ’010s και τα χρόνια που θα τα ακολουθήσουν. Γεγονός που δεν την καθιστά σπουδαία, αναδεικνύει όμως την εσωτερική δύναμη που κρύβει μέσα του ο κινηματογράφος, νικώντας τον φθοροποιό χρόνο ο οποίος δεν χαρίζεται σε κανέναν από εμάς.

Το Shop Around the Corner ακολουθεί τα γεγονότα μέσα και έξω από ένα… shop around the corner στη Βουδαπέστη, το οποίο εμπορεύεται είδη ταξιδίου, δώρα και αξεσουάρ για άντρες και γυναίκες. Ως εκ τούτου, άντρες και γυναίκες είναι και οι μικρουπάλληλοί τους οποίους απασχολεί. Μικρουπαλλήλοι οι οποίοι εν μέσω μιας αιωρούμενης οικονομικής ανισορροπίας, πυκνά συχνά σκύβουν το κεφάλι στις εντολές του αυστηρού ιδιοκτήτη, πάντα όμως με το χαμόγελο στο πρόσωπό τους. Ένα χαμόγελο το οποίο ευωδιάζει την βεβαρημένη ατμόσφαιρα και που ο Lubitsch μάλλον χρησιμοποιεί περισσότερο ως εργαλείο και λιγότερο ως συμπλήρωμα των έξυπνων διαλόγων.

Ανάμεσα στους υπαλλήλους βρίσκεται και ο Alfred (η καριέρα του James Stewart μόλις είχε αρχίσει να απογειώνεται) στον χαρακτήρα του οποίου αντανακλούνται δύο σημαντικά χαρακτηριστικά. Από την μία αναγνωρίζεις έναν άνθρωπο με εμπιστοσύνη στον εαυτό του, τον οποίο δύσκολα μπορείς να φοβίσεις (και να λυγίσεις) και από την άλλη στο πρόσωπο αυτού του νέου διαφαίνεται η πειθαρχημένη ανασφάλεια της μοναξιάς. Μια ανασφάλεια η οποία αντίκειται στο χριστουγεννιάτικο κλίμα της ταινίας (Χριστούγεννα στη Βουδαπέστη δεν έχω κάνει αλλά φαντάζομαι η μοναξιά πονάει παντού το ίδιο εκείνους που θέλησαν να έχουν κάποιον δίπλα τους και δεν τα κατάφεραν) και που ο Alfred προσπαθεί να πολεμήσει μέσω μιας ανώνυμης αλληλογραφίας. Να παρατηρήσω εδώ ότι η αλληλογραφία εκείνη την εποχή δεν είχε την μορφή που έχει σήμερα. Τότε δεν υπήρχαν τα emails, το facebook και η αδιακριτικότητα του Skype για να έρχονται σε επαφή οι ανά τον κόσμο ανώνυμοι ρομαντικοί. Μονάχα ένα φύλλο χαρτί, δυο κουβέντες γραμμένες και η φαντασία του καθενός να πλάθει ό,τι επιθυμούσε. Και να ονειρεύεται, ελεύθερη υποθέτω.

Κάπως έτσι ξεκινάει ένα εξόχως απολαυστικό παιχνίδι ρόλων, μιας και η άλλη πλευρά της αλληλογραφίας βρίσκεται στο στενό περιβάλλον του Alfred (έξοχη η Margaret Sullavan στον ρόλο της μαζεμένης πλην όμως διαθέσιμης νεαρής). Ένα παιχνίδι που δίνει την ευκαιρία στον Lubitsch να ξετυλίξει για ακόμα μια φορά τον screwball χαρακτήρα που τόσο αγαπήθηκε εκείνη την εποχή, ενώ ταυτόχρονα του δίνεται η δυνατότητα να αφυπνίσει συνειδήσεις, ταλαντευόμενος ανάμεσα στις έννοιες της χαράς και την λύπης, την μοναξιάς και της ελπίδας, του πλούτου των αγαθών και του πλούτου την συντροφικότητας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως οι ολιγοπληρωμένοι υφιστάμενοι, παρουσιάζονται ευδιάθετοι και πρόθυμοι, ενώ ο μεγαλέμπορος ιδιοκτήτης έρχεται αντιμέτωπος με μια αυτοκτονική απόρριψη του προσωπικού του περίγυρου.

Και ενώ η ιστορία, η μοίρα και η τύχη αποκαλύπτουν τους σκοπούς τους, τόσο στους πρωταγωνιστές όσο και στον θεατή, η αλήθεια που αναπνέει στην ταινία έρχεται σιγά-σιγά στην επιφάνεια. Το μεγαλύτερο μέρος της δράσης δεν βρίσκεται μέσα στο μικρό μαγαζάκι, γεγονός που επιβεβαιώνει εκείνους που από πάντα πίστευαν ότι σπίτι δεν είναι εκεί που τρως και κοιμάσαι αλλά εκεί που βρίσκονται όλα όσα αγαπάς και σε κάνουν να νιώθεις ζωντανός, δωρίζοντάς σου γενναιόδωρα χαμόγελο και χαρά. Χαρά, η οποία ενισχύεται με την σειρά της από το χριστουγεννιάτικο κλίμα της Βουδαπέστης, δίνοντας την δυνατότητα στον Lubitsch να υπερηφανεύεται, ακόμα και σήμερα, για μια από την απολαυστικότερες ταινίες των ημερών.

Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Casus Belli (2010)


Αιτία εξέλιξης.

Με το πολυβραβευμένο Casus Belli ζεις για έντεκα λεπτά στο τούνελ ενός ομφάλιου λώρου. Σε συνθήκες αέρα πολέμου βλέπεις να χτίζεται ο τοίχος της εξέλιξής μας, με τουβλάκια ντόμινο. Ακουμπάς στον τοίχο να ξαποστάσεις ενώ περιμένεις όρθιος στις ουρές.

Οι πύλες διαδέχονται η μία την άλλη, συσκευασμένα στοματικές, παιχνιδιάρικες και προκλητικά χορευτικές, διανοητικοποιημένες, της Εδέμ, της «κουλτούρας», του πλαστικού πράσινου. Οι ουρές αναδεικνύουν την υπομονή, σου μαθαίνουν να υπομένεις τον άλλον.

Περιμένεις κάτι γόνιμο στην ουρά του ομφάλιου λώρου, αλλά αυτή προδίδει, είναι σπειροειδής. Η μικρογραφία της προόδου του είδους σου θα ήθελες να οδηγεί σε μια κραυγή από τη ξαφνική ελευθερία και την επαφή με το οξυγόνο. Το κρύο στην τελευταία ουρά όμως σε πνίγει οξύμωρα. Εσύ θες τη ζεστασιά της αρχής.

Η κραυγή έρχεται. Είσαι μεγάλος πια, κι όμως περιμένεις να τροφοδοτηθείς. Ένα συσσίτιο που δε ζήτησες αλλά νοσταλγείς. Έρχεται τότε φυσικά: rewind και κραυγή. Καταστροφή για να υπάρξει γέννηση. Σε έναν τόπο όπου η τροφοδοσία είναι έννοια έξωθεν. Παθητική. Είναι αναπόφευκτο, το καλάθι με το ψωμί με τα πολλά συνοδά του θα γυρίσει πίσω στους αγρούς.

Αρχετυπικά αγριωπός, έχεις θυμώσει, είναι πολλά τα χρόνια. Θέλεις να σπρώξεις το καλάθι, εκεί στην ερημιά, να μπεις πάλι στην αλυσίδα της παραγωγής, να δημιουργήσεις. Ο πόλεμος συννεφιάζει το βλέμμα, αλλά το ντόμινο πέρασε από μπροστά, έχοντας σαν αντίστιξη τις αιτίες.

Κάπου άλλου, μέσα σου, κάθεται ένα παιδάκι σε ένα κόκκινο χαλί και παίζει με τα στρατιωτάκι του. Το βλέμμα του πέφτει στην εικόνα στον τοίχο απέναντι: ο αρχετυπικός άνθρωπος περπάτα πολλαπλασιαζόμενος, εξελισσόμενος, παρατά το όπλο και είναι πιο ελαφρύς για να τρέξει στους αγρούς. Το παιδάκι σηκώνεται και τολμά να αναμετρηθεί στο ύψος με την τελευταία εκδοχή του ανθρώπου. Κι εκείνο ήδη άφησε το όπλο. Είναι έτοιμο να καλλιεργήσει για να καλλιεργηθεί.

Εύη Αβδελίδου

Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Rise of the Planet of the Apes (2011)

“All hail Caesar... Hail! Hail!”


Χαμογελάω ευχάριστα όταν βλέπω ιστορίες του παρελθόντος να αναπνέουν στο σήμερα. Δείχνει ότι κάποιες ταινίες κατάφεραν να ξεπεράσουν τον σκόπελο του χρόνου, αποδεικνύοντας τόσο την κινηματογραφική τους ποιότητα όσο και την επιρροή τους απέναντι σε κάποιους ανθρώπους. Το franchise του Πλανήτη των Πιθήκων συνάντησε το καλλιτεχνικό ζενίθ του στην πρώτη, μυθική ταινία του ’68. Από εκεί και έπειτα τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους, τα sequels ήρθαν για να θρέψουν τους οπαδούς της σειράς (εδώ κάποιοι θα χρησιμοποιήσουν το ρήμα «εκμεταλλευτούν» - και ποιος να τους κατηγορήσει), ενώ το remake του κ.Burton, πέραν του αυθορμητισμού του, δεν πρέπει να βρήκε πολλούς υποστηρικτές. Άνθρωποι στιγματίστηκαν, ίσως και να επωφελήθηκαν με την πάροδο του χρόνου και κανείς δεν μπορεί να πει ότι σήμερα συμβαίνει κάτι το διαφορετικό. Με την διαφορά ότι η φετινή Εξέγερση, διαθέτει όλα εκείνα που έπρεπε αλλά μέχρι τώρα έλειπαν από τις ταινίες που προηγήθηκαν. Και το ευχάριστο χαμόγελο, μετατρέπεται σε σαρδόνιο…

Τοποθετημένο χρονικά λίγο μετά την εκτόξευση του διαστημοπλοίου που μετέβαινε το πλήρωμα της πρώτης ταινίας, αλλά αρκετά πριν από τα γεγονότα που (το) ακολούθησαν, η ταινία ακολουθεί τον επίμονο βιολόγο Will (James Franco, χμμ) στην προσπάθειά του προς την ανακάλυψη ενός ιού με την δυνατότητα να επαναπροσδιορίζει και να τροποποιεί τις διανοητικές ικανότητες του εγκεφάλου. Ενός ιού που αυξάνει την νοημοσύνη των πιθήκων αλλά παράλληλα αποτελεί αντίδοτο για τον ανθρώπινο Alzheimer. Αυτή είναι και η αιτία που θα χρησιμοποιήσουν οι σεναριογράφοι για να δώσουν την ευκαιρία στον Will να πειραματιστεί έχοντας από την μια έναν πίθηκο και από την άλλη έναν άρρωστο πατέρα ως πειραματόζωα. Όπως όμως συμβαίνει στις περισσότερες ταινίες, ένας ιός είναι πάντοτε απρόβλεπτος ενώ ένας άνθρωπος είναι αρκετά υπερόπτης για να το αντιληφθεί εγκαίρως.

Κάπως έτσι, ένας πίθηκος ονόματι Caesar, ξυπνάει από τον λήθαργο της κατώτερης ύπαρξης (όπως αντιμετωπίζονται όλα τα ζωντανά όντα αυτού του πλανήτη από τον άνθρωπο) και εξεγείρεται, διεκδικώντας την ευκαιρία να ζήσει ως ίσος. Μια ευκαιρία που του δόθηκε από ανθρώπινο χέρι. Έτσι το αναπόφευκτο “Rise” του τίτλου αποτελεί κατ’ εξοχήν ανθρώπινο προϊόν και σκέφτομαι ότι η ταινία θα μπορούσε κάλλιστα να ονομάζεται «Fall of the Planet of the Humans». Μάλιστα, μ’ αυτή την τελευταία παρατήρηση είμαι σίγουρος θα συμφωνήσουν και όσοι έχουν ήδη παρακολουθήσει το αποκαλυπτικό φινάλε. Για όλους τους υπόλοιπους που δεν έχουν φτάσει ακόμα εκεί, η ταινία έχει να προσφέρει τα μέγιστα.

Πίσω στην ιστορία. Στο μεγαλύτερο μέρος της η ταινία κυλάει ήρεμα προσπαθώντας να χτίσει τους χαρακτήρες της, παράλληλα με τις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους (Will με Caesar, Will με τον πατέρα του, Caesar με τους άλλους πίθηκους). Και σε αυτό τον τομέα τα καταφέρνει άψογα, αν αναλογιστεί κανείς ότι διαθέτει διαφορετικές μορφές ζωής που μάλιστα δεν κατέχουν την ομιλία. Έτσι, η μεγαλύτερη απόλαυση του Rise έγκειται στον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσεται. Παράλληλα, αναπτύσσεται και ο Caesar. Από νεογέννητος πίθηκος μέχρι πλήρως αναπτυγμένος ανθρωποχαρακτηριστικός ηγέτης, αυτός ο ήρωας κλέβει την παράσταση (αναδεικνύοντας ταυτόχρονα και την εξαιρετική δουλεία που έχει γίνει στα ειδικά εφέ). Ένας χαρακτήρας που για κάποιο περίεργο λόγο διαθέτει πολλά από τα χαρακτηριστικά του Charlton Heston στην ταινία του ’68, από το παρατσούκλι «bright-eyes» και τον εγκλεισμό του σε ένα κλουβί-φυλακή, μέχρι το περιλαίμιο που του φόρεσαν, για τους ίδιους ακριβώς λόγους.

Σε αυτό τον υπέροχο πίθηκο μοιάζει να αφιερώνεται το σοφά μελετημένο σενάριο του Rise. Από τις κινήσεις, τους μορφασμούς και τα συναισθήματα που αποπνέουν τα μάτια του Caesar, ο σιωπηλός πρωταγωνιστής σιγά σιγά αποπιθηκοποιείται, εξωτερικεύοντας αέναα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, με πρώτο και καλύτερο την θέληση για ελευθερία. Με αυτό τον τρόπο χτίζεται ένα δραματικό υπόβαθρο το οποίο ξεπερνάει τον sci-fi χαρακτήρα της ταινίας, διαμορφώνοντας έτσι μια πολύανθη ιστορία, ανοιχτή σε αναγνώσεις. Ωστόσο, η ταινία παραμένει ένα blockbuster. Γι' αυτό και δεν ξεχνάει τις mainstream καταβολές της, κρατώντας μια επική σκηνή μάχης για το φινάλε. Μια σκηνή η οποία μετατρέπει τον Caesar σε αδιαφιλονίκητο ηγέτη, όχι μιας ομάδας επιτιθέμενων προς την κατάκτηση του πλανήτη, αλλά μιας ομάδας αφυπνισμένων πιθήκων που απλά επιζητούν να απομακρυνθούν από τον ανθρώπινο παράγοντα, αφήνοντάς το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη στην δικαιοδοσία του.

Πρέπει όμως να πω ότι το Rise λειτουργεί και σαν αυτόνομη παραγωγή, αποδεσμευμένο από στενά όρια που μπορεί να θέτει μια ιστορία 50 και βάλε χρόνων. Μια παραγωγή που εκτός των παχουλών επιταγών και ακριβοπληρωμένων συντελεστών, διαθέτει επιπλέον ένα μεγάλο προτέρημα σε αντίθεση με τα τις περισσότερες υπερπαραγωγές του σύγχρονου Hollywood. Τον σεβασμό. Σεβασμό τόσο προς την ιστορία του Πλανήτη των Πιθήκων, την οποία επ’ ουδενί καπηλεύεται αλλά ανανεώνει, όσο και προς τον υποψήφιο θεατή που θα επιλέξει να του χαρίσει 105 λεπτά από τον χρόνο του για να την παρακολουθήσει. Σπάνιο αυτό.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Cul-de-sac (1966)

L’ humour, L’ amour, La mort…

Ένα χρόνο μετά το ντελιριακό Repulsion και κανά δύο πριν απ’ το πανέμορφο Μωρό της Rosemary, o Πολωνός σκηνοθέτης μάς χάρισε δύο ταινίες, οι οποίες ελάχιστα μνημονεύονται πλέον στις σινεφιλικές συζητήσεις των κινηματογραφόφιλων. Η μια έχει να κάνει με κάποιους χαβαλέδες κυνηγούς βρικολάκων (για την αξία της οποίας θα μιλήσω κάποια άλλη στιγμή) και η άλλη είναι ετούτη εδώ, με την ασπρόμαυρη φωτογραφία, την όμορφη ηθοποιό (και τους άσχημους συμπρωταγωνιστές της), τις διαταραγμένες κότες , το απόμακρο σκηνικό, τις παλιρροιακές συνθήκες και τον φόνο που δεν συντελείται αρχικά, παραμένει όμως (ο) μονόδρομος για να βγουν από το αδιέξοδο(!) κάποιοι απ’ τους ήρωες της ταινίας.

Για αυτή την τρίτη μεγάλου μήκους του ταινία ο Polanski επιλέγει ένα νιόπαντρο ζευγάρι και το απομονώνει, τοποθετώντας το σε ένα πυργόσπιτο, περικυκλωμένο από την μοναχικότητα μιας παλίρροιας. Ένα ζευγάρι που ζωγραφίζει πορτραίτα στους καμβάδες του, ακούει δίσκους στο πικάπ και επικοινωνεί κάτω από το λιγοστό φως της Μικρής Άρκτου. Με εκείνον (έναν περιέργως διασκεδαστικό Donald Pleasence) λίγο περισσότερο φιλήσυχο απ’ το κανονικό και εκείνη (μια υπέροχη Françoise Dorléac) λίγο περισσότερο αγενή απ’ ότι θα περίμενε κανείς. Ανάμεσά τους ο σκηνοθέτης έχει τοποθετήσει μία υπέροχη δυσαρμονία, μιας και εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι οι δύο τους, εκτός από αταίριαστοι, δεν αγαπιούνται κάν (αλήθεια, πόσο φοβίζει η ιδέα την απομόνωσης με μια γυναίκα που φαίνεται να μην νοιάζεται για κανέναν, πέραν του εαυτού της;). Με άλλα λόγια, υπάρχει κάτι που τους συνδέει με τους Andrzej και Krystyna του Μαχαιριού, λες και οι δυο τους είναι η φυσική συνέχεια εκείνου του ταραγμένου ζευγαριού και εδώ είναι το σπίτι στο οποίο οδήγησαν το αυτοκίνητό τους μετά το φινάλε της πρώτης ταινίας του Πολωνού. Απροσδιόριστες εικασίες….

Στο (επι)κέντρο εμφανίζεται ο αποτρόπαιος γκάνγκστερ με τους τραμπουκισμούς μικρού παιδιού. Η επιβλητική φιγούρα και η χαλικώδη φωνή του Lionel Stander βρίσκουν την απόλυτη ταύτιση στον χαρακτήρα που έπλασε η φαντασία του Polanski, ενός χαρακτήρα η ιδιοσυγκρασία του οποίου μοιάζει να ταιριάζει απόλυτα με το ανισσόροπο περιβάλλον του απομονωμένου ζευγαριού.

Και η σύγκρουσή των τριών (πλέον) μοιάζει με γιορτή για τους πιο κλινικούς. Οι σχέσεις κυριαρχίας και οι συγκρούσεις για την εξουσία εδώ εδραιώνονται για τα καλά στο σινεμά του Πολωνού, με την διαφορά ότι οι συγκεκριμένοι τρεις χαρακτήρες διαθέτουν αρκετά από τα χαρακτηριστικά της Carole του Repulsion. Γεγονός που ανατρέπει τις οποιεσδήποτε φυσιολογικές δράσεις και αντιδράσεις των χαρακτήρων, μετατρέποντας το Cul-de-sac σε ένα απολαυστικό διαμάντι. Ένα διαμάντι πνιγμένο στο σιωπηλό χιούμορ του δημιουργού και την μέθη μιας συνεχόμενα ανατρεπτικής ατμόσφαιρας, ικανής να προκαλέσει την αποστροφή στους ανέτοιμους θεατές.

Από την τρικυμία των τριών θα περάσουν αρκετοί ακόμα χαρακτήρες τους οποίους θα χρησιμοποιήσει ο σκηνοθέτης για να επαληθεύσει και να ενισχύσει την μάχη που δίνεται (υπέροχο το βλέμμα της Dorléac όταν αναγκάζει τον γκάγκστερ να υποδυθεί τον υπηρέτη του σπιτιού). Και αν κάποιος μου πει ότι σεναριακά η ταινία πάσχει, θα του απαντήσω ότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η απόλαυση του. Δεν υπάρχει αφέλεια, προχειρότητα ή παραλογισμός εδώ, υπάρχει η συγκρατημένη σοφία ενός φιλμ, μαύρου μέχρι το μεδούλι του. Σοφία, τόσο προς τον έρωτα που ποτέ δεν υπήρξε, όσο και στην μεταμόρφωση ενός φιλήρεμου ανθρώπου σε ολετήρα της σχέσης, του σπιτιού, της συνείδησης και, τελικά της ζωής.

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή, 2 Δεκεμβρίου 2011

Dog Soldiers (2002)


Το Dog Soldiers δεν είναι η ταινία που θα αγαπήσεις. Δεν είναι καν η ταινία που θα συμπαθήσεις. Είναι όμως η ταινία που υπό τις κατάλληλες συνθήκες θα καταφέρεις να απολαύσεις, μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός της.

Για τον Neil Marshall δεν έχεις να κάνεις και πολλά κομπλιμέντα. Αν έχεις παρακολουθήσει της ταινίες του αντιλαμβάνεσαι ότι όλες βαδίζουν στο ίδιο μονοπάτι (μια ομάδα κυνηγημένων, απειλείται και αποδεκατίζεται αργά και σταθερά, μέχρι την επιβίωση του ενός) με μοναδική διαφοροποίηση το τοπίο και την χρονολογία. Εδώ χρονογραφεί το νυχτοκάματο μιας ομάδας, όχι και τόσο, σκληροτράχηλων αλλά περισσότερο φωνακλάδων, γκρινιάρηδων και πολυλογάδων στρατιωτών, σε μια αποστολή στα άγνωστα δάση της Ιρλανδικής υπαίθρου. Μια ομάδα η οποία πολύ όμορφα θα καταδιωχθεί από μια άλλη, λιγότερο ανθρωπόμορφη και περισσότερο λυκανθρώπινη.

Πιάνομαι από αυτή την τελευταία λέξη. Το είδος του λυκανθρώπου, όσο αστείο και αν ακούγεται σαν έννοια, είναι αυτό με τις λιγότερες παρουσίες (κατ’ επέκταση και επιτυχίες) από καταβολής κινηματογράφου. Είναι όμως και από τα πιο αναγνωρίσιμα. Από τους μασκαρεμένους ηθοποιούς των 30s και 40s(Werewolf of London, Wolfman), τις αποτροπιαστικές αλλά πάντοτε εμπνευσμένες μεταμορφώσεις των 80s (An American Werewolf in London, Howling) μέχρι τις πολύχρωμες υπερβολές του hype της εποχής μας (Red Riding Hood), οι ιστορίες με λύκους, μετριούνται ανά δεκαετία, κυριολεκτικά στα δάχτυλα. Αυτό δεν τις μετατρέπει φυσικά σε διαμάντια, τις κηρύσσει όμως αυτόματα σε must-see για εκείνους που απεχθάνονται τα βαμπιροσαλιαρίσματα, αναζητώντας την συγκίνηση κάτω από το πλήρες φως της πανσελήνου.

Με αυτό το ίδιο φως είναι λουσμένο και ολόκληρο το Dog Soldiers. Μια ταινία που μπορεί να στερείται σεναριακής πρωτοτυπίας και χαρισματικής σκηνοθεσίας (αυτά για αρχή), διαθέτει όμως την αρετή της ειλικρίνειας. Ειλικρίνεια που πηγάζει από τις προθέσεις του Marshall, και που διαφαίνεται στα αιμοβόρα τριχωτά τέρατα, τους απομονωμένους στην εγκαταλελειμμένη κατοικία επιζώντες (πόσο Night of the Living Dead μπορείς να θυμίσεις), τα ασημένια ξίφη (ξεχασμένα από τα σκηνικά του …Centurion), τα διασκορπισμένα εντόσθια, το αστείρευτο Ιρλανδικό χιούμορ και τον ασταμάτητο ρυθμό της ιστορίας που σε πιάνει από τα μούτρα και δεν σε αφήνει μέχρι να πέσουν οι αιματοβαμμένοι τίτλοι τέλους. Μια ειλικρίνεια η οποία συναντάει το απενοχοποιημένο κοινό της την στιγμή της μεταμεσονύχτιας προβολής και τελικά αποδεικνύει ότι για να κάνεις μια καλή ταινία χρειάζεται απλά να πιστεύεις σε αυτήν.

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Drive (2011)


Κάπου εκεί, στους αφιλόξενους δρόμους ενός κόσμου που τον έχει απορρίψει, ο ανώνυμος πρωταγωνιστής της ταινίας συστήνεται ως ένας ιδανικός οδηγός αυτοκινήτων. Ένας οδηγός που κατέστησε τον κίνδυνο καλύτερό του φίλο και αντικατέστησε τους ανθρώπους της ζωής του με μια σιωπηλή μοναξιά που τσακίζει κόκκαλα. Όπως και ο ίδιος άλλωστε. Θαρρείς πως οι δικοί του άνθρωποι, για κάποιο λόγο που δεν θα μάθουμε ποτέ, αποφάσισαν να (παρα)μείνουν απόντες, κρατώντας μια αόρατη απόσταση ασφαλείας από το αινιγματικό προφίλ του ανώνυμου πρωταγωνιστή.

Ο Nicolas Winding Refn ανάβει την μηχανή του και ξεκινάει με μια αριστουργηματικά σκοτεινή σκηνή μινιμαλιστικής καταδίωξης, οδηγικού εντυπωσιασμού και δεξιοτεχνικής υπεροχής, η οποία μέσα απ’ την υπνωτική βαθυχρωμία που την διακρίνει, δίνει την θέση της στους ομορφότερους τίτλους που φορέθηκαν σε ταινία τα τελευταία είκοσι χρόνια. Από εκεί και έπειτα γνωρίζεις πλέον ότι ο σκηνοθέτης έχει το βλέμμα του στραμμένο σε μια άλλη εποχή, η οποία πέρασε μόλις πριν λίγο από μέσα μας, αφήνοντας ένα παντοτινό σημάδι σε όλους. Εκ της συνειδήσεως αυτό.

Το Drive δεν είναι το αριστούργημα των ακαδημαϊκών (ακόμα και αν κουβαλάει στο πορτμπαγκάζ του βαρυσήμαντα βραβεία και διακρίσεις), είναι όμως το αριστούργημα των ευαίσθητων θεατών. Εκείνων που έχουν το θάρρος να κοιτάνε πέρα από τις εικόνες, το στιλ, την φόρμα και τους οποιουσδήποτε κανόνες θεσπίζουν την δημιουργία μιας ταινίας, αναζητώντας - και τελικά ανακαλύπτοντας - αυτό που θα τους κάνει να καρδιοχτυπήσουν μέσα στην σκοτεινή αίθουσα. Λίγο πιο στιλισαρισμένο από τα κλασσικά heist movies και λίγο πιο ανέμελο από τα στιλισαρισμένα αριστουργήματα που το έχουν επηρεάσει, το Drive αφιερώνεται εξ’ ολοκλήρου στον νεαρό πρωταγωνιστή του. Και όλα όσα αυτός δεν κατάφερε να κατακτήσει μέχρι τώρα. Σιωπηλά βυθισμένο στη neon μελαγχολία όσων δικαιούμασταν από την ζωή αλλά δεν μας «έτυχαν» ακόμα.

Πριν και μετά την ταινία ο ανώνυμος οδηγός είναι μόνος. Δεν γνωρίζουμε τίποτα γι’ αυτόν και δεν θα μάθουμε ποτέ τις λεπτομέρειες. Στην διάρκεια των 100 λεπτών όμως, γίνεται δικός μας. Έχοντας μάθει να διαχειρίζεται τον κίνδυνο της ασφάλτου, ο απρόσωπος κασκαντέρ, ντουμπλάρει ακριβοπληρωμένους πρωταγωνιστές σε επικίνδυνες κινηματογραφικές σκηνές. Αυτός παίρνει το ρίσκο, εκείνοι παίρνουν την δόξα. Τα κάνει αυτά η ζωή. Χάνει όμως με αυτό τον τρόπο την θέση του πρωταγωνιστή. Παράλληλα χάνει και την ζωή που τον προσπερνάει χωρίς να τον ρωτήσει, καθιστώντας τον παράταιρο από την κοινωνία που τον περιβάλλει. Τους λόγους, είπαμε, δεν θα τους μάθουνε ποτέ. Θα μάθουμε όμως την ελπίδα και την προσδοκία, ακριβώς την στιγμή που θα συναντήσει εκείνη. Τότε το βλέμμα του θα αλλάξει και το πρόσωπό του θα φορέσει επιτέλους ένα απρόσμενο χαμόγελο, μικρού παιδιού.

Κάπως έτσι, το Drive αποκαλύπτεται. Από τις σοφής λιτότητας σκηνές ενστικτώδους βίας μέχρι τις slow motion ερωτικές ματιές (βγαλμένες κατευθείαν από το σινεμά του Wong Kar-wai), η ταινία οδηγεί τον νεαρό πρωταγωνιστή της στην λυτρωτική πραγματοποίηση του ονείρου (όπως θα παραλλήλιζε κάποιος ρομαντικός την υπνωτική ατμόσφαιρα του φινάλε). Δεν έχει σημασία αν τελικά κερδίζει το κορίτσι ή όχι. Αρκεί που εκείνη του έδωσε την ευκαιρία, έστω και αν δεν τον ανα-γνωρίσει ποτέ κανείς, να γίνει για πρώτη φορά ο ήρωας που πότε δεν ήταν. Την δυνατότητα να οδηγεί πλέον με το δικό του πρόσωπο, μεταμορφωμένος από απρόσωπος κομπάρσος σε πρωταγωνιστή μιας ταλαιπωρημένης Πόλης γεμάτη ανώνυμους Αγγέλους.

Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

The Sugarland Express (1974)


Πριν αρχίζω να αραδιάζω τα γραφόμενά μου για το ντεμπούτο του κ.Spielberg για την μεγάλη οθόνη, θα έπρεπε ίσως να κάνω μια μικρή, πλην όμως σημαντική, εξομολόγηση: Ξεκινώντας να τοποθετώ τις διάφορες σκέψεις για το επικείμενο γραπτό μου, συνειδητοποίησα ότι αναζητούσα τα κοσμητικά εκείνα επίθετα που θα αναδείκνυαν και θα παρουσίαζαν την συγκεκριμένη ταινία σαν ένα μικρό αριστούργημα, χαμένο ίσως κάτω από την διασημότητα των ταινιών που το ακολούθησαν. Όμως πάντα αριστούργημα. Λίγο πριν ολοκληρώσω τις σκέψεις μου «θυμήθηκα» (όπως πολλάκις έχει αποδείξει η ιστορία) ότι κάποιες ταινίες δεν έχουν ανάγκη από επιχρυσωμένα επίθετα, ούτε χρειάζονται οποιουδήποτε είδους φανφαρολογίας από πολυλογάδες σαν και του λόγου μου για να αποδειχθούν σπουδαίες. Διότι πολύ απλά η σπουδαιότητα τους έγκειται σε εκείνα που δεν φαίνονται στις μπροστινές εικόνες της, αλλά σε εκείνα που πηγάζουν από την προσωπικότητα του καθενός που τις παρακολουθεί. Κάπως έτσι, το Sugarland Express έχει διαφορετική αξία για τον καθένα από εμάς, κυρίως όμως για τον διάσημο δημιουργό του. Έναν δημιουργό τον οποίο θα βρεις στις μικρές λεπτομέρειες που κάνεις δεν προσέχει και φυσικά ελάχιστη σημασία έχουν για την κριτική στην παρούσα στιγμή.

Η ταινία ξεκινάει με ένα υπέροχο πλάνο του αμερικανικού επαρχιακού αυτοκινητόδρομου, παρμένο κατευθείαν από τον εξοντωτικό Duel, με τον ήχο των βενζινοκίνητων κινητήρων να διαπερνά την ατμόσφαιρα. Κάπου εκεί, ξεπροβάλλει και η νεαρή πρωταγωνίστρια (υπέροχη η Goldie Hawn την οποία για κάποιο λόγο δεν καταφέραμε ποτέ να ερωτευτούμε στην διάρκεια της καριέρα της), με σκοπό να «κλέψει» το έτερόν της ήμισυ από ένα επαρχιακό κρατητήριο. Ως μοναδική πρόθεση των δύο, είναι να ξαναπάρουν στα χέρια τους τον δίχρονο γιό τους, τον οποίο η πρόνοια αποφάσισε να τους στερήσει. Με αυτό τον τρόπο ξεκινάει μια σκονισμένη καταδίωξη, παρόμοια με εκείνη του Duel, μόνο που εδώ ο Spielberg εισάγει για πρώτη φορά και το στοιχείο της οικογένειας (το οποίο αποκωδικοποιείται πλήρως εδώ). Έτσι, μια ιστορία που πασχίζει να αποδείξει ότι once an outlaw, always an outlaw, μετατρέπεται σε μια αγνή αφιέρωση σ’ ένα νεαρό ζευγάρι που για χάριν της οικογενειακής συνένωσης, είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει όλη την σεριφο-βλαχιά της αμερικανικής αφέλειας. Οι δύο ανυπότακτοι νέοι επικηρύσσονται μονομιάς (κάτι σαν Bonnie και Clyde αλλά χωρίς τα εγκλήματα των τελευταίων) και όταν δεκάδες περιπολικά κυνηγάνε δύο τέτοιους μικροδραπέτες, σε κάνει να αναρωτιέσαι ποιος ασχολείται με όλους τους υπόλοιπους παράνομους αυτής της χώρας.

Βέβαια η ιστορία των δύο, αν και αληθινή, πάσχει από παντού. Δεν νοείται δηλαδή να καταδιώκεσαι από δεκάδες αντιπρόσωπους του νόμου και να θεωρείς ότι θα καταφέρεις να ζήσεις το όνειρο. Νομίζω όμως ότι έτσι αναδεικνύεται ένας ασυνήθιστος ρομαντισμός ο οποίος σιγά σιγά μοιάζει να εξαλείφεται από την καθημερινότητά μας. Ένας ρομαντισμός εμπλουτισμένος με μια soundtrack-ική φυσαρμόνικα, εφηβική ανυπομονησία και μπόλικο χιούμορ, όχι κατασκευασμένο αλλά ανόθευτο και ανεπιτήδευτο, σαν αυτό που μας χαρίζει που και που η ζωή (και στο οποίο λίγα χρόνια αργότερα θα αφιερωθούν οι περιπέτειες του μεγάλο Indy - και όχι μόνο).

Για να ολοκληρώσω: Μπορείς να ισχυριστείς ότι η ταινία στερείται καλλιτεχνικής σπουδαιότητας που θα την τοποθετήσει στο δημιουργικό πάνθεο του σκηνοθέτη (αν και τα περισσότερα πλάνα με τις παρθένες συγκρούσεις και τις φασαριόζικες ρήξεις, είμαι σίγουρος ότι τα ζηλεύουν ακόμα και σήμερα αρκετοί χολιγουντιακοί). Οφείλεις όμως να παραδεχτείς ότι μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους στο ηλιοβασιλεματικό φινάλε, η κινηματογράφηση της εκκεντρικής ιστορίας του ανυπότακτου αυτού ζευγαριού (το οποίο δεν χαρίστηκε σε κανέναν πλην του ισχυρότερου θεσμού), διαθέτει και, για να είμαστε ειλικρινείς, υπόκωφα συστήνει τα χαρακτηριστικά ενός εκ των σπουδαιότερων δημιουργών της κινηματογραφικής κουλτούρας. Γι’ αυτό και, εμμέσως, την απολαμβάνεις περισσότερο από όσο νομίζεις. Και ας μη το πιάνεις με την πρώτη.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Super 8 (2011)


Υπάρχουν κάθε λογής άνθρωποι. Κάθε λογής χαρακτήρες και κάθε λογής γούστα και παραξενιές. Μέσα σε αυτή την πληθώρα επιλογών που έχει δοθεί τριγύρω, υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι δεν χωράνε στον δικό μας κόσμο. Ή για να το πω καλύτερα, που ο κόσμος μας δεν τους είναι αρκετός. Γι αυτό και αρέσκονται στο να καταναλώνουν ιστορίες από το υπερπέραν, με πλάσματα από άλλους πλανήτες, τεχνολογίες που ακόμα δεν έχουν ανακαλυφθεί στη γη και κοσμικά σκάφη που κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση από τον ορθολογισμό των υπολοίπων θνητών. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους, η φαντασία ισούται με την δύναμή τους. Εκεί βρίσκεται η δική τους πραγματικότητα η οποία μπορεί να αλλάζει χίλιες μορφές το δευτερόλεπτο, παραμένει όμως ο τόπος στον οποίο αναπνέουν με ευχαρίστηση και ηδονή. Η σχέση αυτών των ανθρώπων με το Super8 είναι άμεση και αλληλοεπιδράσιμη.

Για την κινηματογραφική καριέρα του J.J. Abrams δεν έχεις να πεις και πολλά. Είναι ελάχιστες οι καταθέσεις του στη μεγάλη οθόνη, πράγμα που σε κάνει ελαφρώς δύσπιστο ως προς τις ικανότητές του. Ωστόσο, μέσα από την τηλεοπτική του καριέρα (την οποία δεν κρύβω ότι σε στιγμές έχω απολαύσει) γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ο συγκεκριμένος κύριος αγαπάει το φανταστικό. Είτε αυτό βρίσκεται στα σενάρια τα οποία υπογράφει, στις σειρές που σκηνοθετεί, στα βιβλία που έχει διαβάσει, είτε ακόμα και στο σινεμά που έχει παρακολουθήσει. Γι αυτό το τελευταίο δεν υπάρχει αμφιβολία. Το Super8 έχει την ικανότητα να παλινδρομεί ανάμεσα στις επιρροές που τον έπλασαν σε αυτό που είναι σήμερα, τις - σκόπιμες - αναφορές στο σινεμά που έχει αγαπήσει και την έμψυχη ανάγκη της προσωπικής του δημιουργίας. (Σε αυτή την τελευταία πρόταση μπορείς να χωρέσεις όλα τα αφελή monster movies των 30’s-40’s-50’s, την παιδική φαντασίωση αλλά και τη λαχτάρα για ανακάλυψη/επινόηση/δημιουργία, την τεχνολογία που πέρασε, την τεχνολογία που έρχεται, την φιλοσοφία και τις «τυπικότητες» του sci-fi genre και οτιδήποτε άλλο έτυχε να διαβάσεις στα πολυάριθμα και πολύγνωμα γραπτά που κυκλοφορούν γι’ αυτή την ταινία).

Κάπου εκεί επεμβαίνει ο διάσημος παραγωγός του Super 8. Ένας πολυπράγμων δημιουργός ο οποίος έχει καταθέσει πολλάκις την άποψή του για τον τρόπο που πρέπει να βλέπουμε και να απολαμβάνουμε το σινεμά και πολλά από τα χαρακτηριστικά του βρίσκονται εξόφθαλμα μέσα στην ταινία. Ίσως κάποιος να υποστηρίζει ότι η παρουσία του λειτουργεί ανασταλτικά για τον Abraams του οποίου ο χώρος περιορίζεται επικίνδυνα, κάποιος άλλος όμως θα σκεφτεί ότι ο συγκεκριμένος κύριος, ουδέποτε λειτούργησε ως διεκπεραιωτής, παρά μόνο ως ένας αφοσιωμένος έφηβος που υπηρετεί την φαντασία και το ένστικτό του, εμπνέοντας τους κατά καιρούς συνεργάτες του. Δεν γνωρίζω πού ακριβώς βρίσκεται η αλήθεια και δεν έχω να σου πω τίποτα παραπάνω (όπως φαντάζομαι ούτε η ταινία) αν δεν ανήκεις σε εκείνους που γαλουχήθηκαν με το είδος . Γνωρίζω όμως ότι αν είσαι λάτρης όλων όσων αναφέρονται παραπάνω, το πιθανότερο είναι όχι μόνο να απολαύσεις την ταινία αλλά το χαμόγελό σου να χαθεί πολύ αργότερα από το πέσιμο των τίτλων τέλους (και την α λα close encounters απογείωση του εξωγήινου αεροσκάφους).

Βλέπεις, η πραγματικότητα για τον καθένα είναι διαφορετική. Εδώ φαίνεται μέσα από την super8 κάμερα των πιτσιρικάδων πρωταγωνιστών (και ως πρωταγωνιστές μπορείς να εκλάβεις οποιονδήποτε από τους συντελεστές θέλεις), η οποία εν μέσω δημιουργίας μιας casablancικής σκηνής αποχωρισμού, λοξοδρομεί, «βλέποντας» - και στη συνέχεια αποκαλύπτοντας - την δική της πραγματικότητα. Το τι βλέπει ο καθένας από εμάς στη συνέχεια, είναι καθαρά θέμα πίστης.

Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

The Thing from Another World (1951)


Το πρώτο πράγμα που αντικρίζει κάποιος παρακολουθώντας την ταινία του Nyby (μετά το πασίγνωστο σηματάκι της RKO), είναι το όνομα του Howard Hawks στη θέση του παραγωγού και στη συνέχεια έρχεται ο τίτλος της ταινίας. Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές έχω παρακολουθήσει το λογότυπο του τίτλου να σκίζει την οθόνη, σα να θέλει να επιτεθεί, προσπαθώντας να εισβάλλει στον δικό μας κόσμο. Βέβαια, γι’ αυτό δεν ευθύνεται ο ίδιος ο Nyby αλλά η Carpenterική Νύχτα με τις Μάσκες όπου ο εκεί μικρός πρωταγωνιστής παρακολουθεί έντρομος την συγκεκριμένη ταινία από μια μικρή τηλεόραση (πριν ακόμα το αριστουργηματικό remake του ‘82 γίνει πραγματικότητα). Αλλά αυτό είναι ένα άλλο κείμενο, yet to be released…

Το Thing from Another World θέλει να αφιερωθεί στην δύναμη και την εξυπνάδα του ανθρώπου. Ως αντιπροσωπευτικό δείγμα του είδους επιλέγονται κάποιοι στρατιωτικοί, ένας επιστήμονας, ένας δημοσιογράφος και μια γραμματέας, όλοι τους αμερικανοί και όλοι τους αντιμέτωποι με την ανακάλυψη και στη συνέχεια την επιθετική μανία ενός διαφορετικού είδους από κάποιο μακρινό πλανήτη που δεν γνωρίζουμε. Ένα άλλο είδος body snatcher το οποίο κουβαλάει στην πλάτη του εκατομμύρια χρόνια ξεχασμένης ιστορίας, θαμμένα στους πάγους της γης. Σε αυτό το κατάλευκο τοπίο του Βορείου Πόλου, με το χιόνι να επιβεβαιώνει την λευκή κυριαρχία του απέναντι στα υπόλοιπα χρώματα και το βαρομετρικό να χαμηλώνει απότομα, κάνοντας παρέα στον χαμηλό φωτισμό που πρωταγωνιστεί στην ταινία, το ανθρώπινο είδος επιβιώνει με το μίνιμουμ των απωλειών. Ίσως γιατί στα 50΄ς ακόμα δεν είχε ανακαλυφθεί το αναλώσιμο της ανθρώπινης φύσης, ίσως γιατί η αμερικάνικη κοινωνία δεν ήταν ακόμα έτοιμη να δεχτεί την ευπάθεια της εύπλαστης νοημοσύνης της.

Κάπου εκεί θα γίνουν και οι απαραίτητες, πλην όμως ευγενικές, για την εποχή, νύξεις, για τους διάφορους εχθρούς που απειλούσαν την τότε Αμερική. Γεγονός παραμένει ότι αυτή η χώρα ποτέ δεν σταμάτησε να αναμετριέται με ένα απροσδιόριστο θεριό και η αχρωμία του ασπρόμαυρου φιλμ δεν εμπόδισε κάποιους να το χρωματίζουν με τα πιο έντονα χρώματα. Δεν έχει όμως καμία σημασία, διότι ο χρόνος κυλάει και η ταινία μετά από πενήντα χρόνια αναπνέει ακόμα, δίνοντας τροφή στους σεναριογράφους της εποχής μας. Και αν θελήσεις να με ρωτήσεις, θα σου απαντήσω ευθέως ότι εμείς δεν έχουμε καμία δουλειά να κοιτάμε καχύποπτα και υποψιασμένα μια ταινία η οποία κατάφερε να επηρεάσει από το Rio Bravo έως και το Alien. Δεν της αξίζει νομίζω. Άλλωστε θαρρώ πως αυτοί οι ελάχιστοι που θα την αναζητήσουν σήμερα, δεν έχουν τίποτα κοινό με εκείνους που ανακαλύπτανε τότε σημεία και τέρατα (εδώ κυριολεκτικά). Ο χρόνος αποδαιμονοποίησε το …Thing μετατρέποντάς το σε ένα απολαυστικό εργαλείο της ακόρεστης φαντασίας (μας).

Εντούτοις, το πράγμα από τον άλλο κόσμο φέρνει στο νου απορίες και πραγματικότητες από τον δικό μας. Απορίες που γεννιούνται στα πρώτα χρόνια της ζωής και πραγματικότητες που μαθαίνουμε μέχρι να έρθει ο θάνατος. Ανάμεσα στα δύο παρουσιάζει αθάνατες αλήθειες για το ανθρώπινο είδος. Παγκόσμιες. Από την “knowledge is more important than life” άποψη της πάντα εντυπωσιασμένης επιστήμης, μέχρι το kill-or-be-killed αίσθημα που διακατέχει εκείνους που μάχονται. Και στην ολοκλήρωση αποφαίνεται: Η ανθρωπότητα πάντοτε θα έλκεται από το αλλόκοτο, το διαφορετικό από εκείνη. Αλλά και πάντοτε θα το φοβάται. Γι αυτό και κάθε άνθρωπος έχει στραμμένο το βλέμμα προς τον δικό του ουρανό. Ο καθένας φαντάζομαι για τους δικούς του λόγους.

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

The Guard (2011)


Υπάρχουν μερικές στιγμές στη ταινία οι οποίες θα σε κάνουν να γελάσεις, να χαμογελάσεις και τελικά να ευχαριστηθείς με την ψυχή σου τα ενενήντα έξι λεπτά αυτής της κωμικο-δραματικής ιστορίας. Μιας ιστορίας που εκτυλίσσεται σε κάποια κωμόπολη της ιρλανδικής επαρχίας, με τους γκριζωπούς ουρανούς, τους περίεργους ανθρώπους, τις δολοφονικές ατάκες και τελικά, το αναπάντεχο έγκλημα το οποίο πηγαίνει αντίθετα στην ανυπαρξία όσων δεν συμβαίνουν σε ένα τέτοιο μικροκαμωμένο μέρος. Σε αυτό τον τόπο ζει και αναπνέει ο αστυνόμος Gerry, αποπνέοντας όμως την κακομουτσουνιά και την αγένεια του πενηντάρη που έμεινε μόνος στη ζωή, έχοντας τον χρόνο να την φιλοσοφήσει με την ησυχία του. Το φιλοσόφημα δεν θα το δεις, θα δεις όμως τα αποτελέσματά του.

Για τον Gerry (έξοχος ο Brendan Gleeson σε έναν ρόλο γραμμένο για την πάρτη του) ο κόσμος γύρω του μοιάζει να μην έχει και πολύ ενδιαφέρον και τίποτα δεν φαίνεται να τον εκπλήσσει πια, κάτι που γίνεται αντιληπτό από την πρώτη κιόλας σκηνή της ταινίας. Από εκεί και έπειτα και καθώς αναπτύσσεται η ιστορία, αντιλαμβάνεσαι ότι αυτός ο χαρακτήρας ανήκει σε εκείνους τους περίεργους ανθρώπους που κάτω από την αδιάκοπα απρεπή συμπεριφορά τους, κρύβουν μια σπάνια ευγένεια, την οποία όμως χαρίζουν σε εκείνους τους ελάχιστους που την αξίζουν. Όχι την ευγένεια που βλέπουμε και αντιλαμβανόμαστε ως εικόνα γύρω μας, αλλά την ευγένεια ως ουσία και στη συνέχεια ως συναίσθημα. Κάπως έτσι ο Gerry γίνεται φίλος (δεν είναι τυχαίο που η σύζυγος ενός συναδέλφου τον αποκαλεί με το μικρό του όνομα μετά από δύο μόλις τυπικές συναντήσεις).

Ίσως κάπου εκεί, στο μέσο περίπου της ιστορίας αντιλαμβάνεσαι ότι το ανθρωποκτονικό έγκλημα, οι μεγαλοαστικοί (αλλά όχι μεγαλοαστοί) δολοφόνοι, τα κλεμμένα ναρκωτικά και ο εκ της δύσεως πράκτορας, είναι σχεδόν δευτερεύουσας ουσίας, όχι όμως και δευτερεύουσας σημασίας. Διότι για τον writer-director McDonagh αυτή δεν είναι μια αστυνομική κωμωδία, ακόμα και αν επιφανειακά φαίνεται ως τέτοια. Είναι η απεικόνιση ενός ιδιαίτερου άντρα και η απελευθέρωσή του από τα δεσμά που τον κρατούν αιχμάλωτο.

Και τότε έρχεται η σκηνή στην προβλήτα να επιβεβαιώσει τις παραπάνω σκέψεις, με τον Gerry να επαληθεύει με τον καλύτερο τρόπο τον ρόλο που τού έδωσε η ζωή. Θαρρείς πως τώρα είναι η ευκαιρία την οποία αρπάζει για να αποκαλύψει στον κόσμο τον αληθινό εαυτό του και στη συνέχεια να χαθεί χωρίς ίχνη στο βαθύ μπλε του απέραντου ωκεανού (το οποίο, μεταξύ μας, ταιριάζει απόλυτα με το χαρακτηριστικό χρώμα της στολής του), αφήνοντας την μελαγχολία της καθημερινότητας για εμάς τους υπόλοιπους που μείναμε πίσω.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 20 Οκτωβρίου 2011

The Best of 2010-2011. Οι καλύτερες ταινίες της σεζόν.

Η συγκεκριμένη ανάρτηση καθυστέρησε περίπου δύο μήνες. Οι ταινίες όμως παρέμειναν και θα παραμείνουν όσο υπάρχουν κινηματογραφόφιλοι να τις αναζητούν, να τις συζητάνε, να τις επικρίνουν και τελικά κάποιες να τις αγαπάνε. Δεν έχει σημασία η ημερομηνία, σημασία έχει η στιγμή. Ελπίζω με την παρακάτω λίστα να καλύπτω μια σεζόν από την οποία θα έχω τελικά πολλά να θυμάμαι. Η λίστα αφορά ταινίες που παίχτηκαν στις Ελληνικές αίθουσες από τέλη Αυγούστου ‘10 μέχρι τέλη Αυγούστου ’11 και όπως πάντα η σειρά είναι (σχεδόν) τυχαία…

20. Kak ya provel etim letom - Aleksey Popogrebskiy

Ο χρόνος συστέλλεται και διαστέλλεται διαφορετικά για τον καθένα από εμάς και αυτά που κουβαλάει μέσα του. Σ’ ένα απομονωμένο μετεωρολογικό σταθμό στην παγωμένη Αρκτική, οι δύο πρωταγωνιστές εξαναγκάζονται να μοιραστούν τις πιο δύσκολες στιγμές της ζωής, η οποία δείχνει εδώ με διαφορετικό τρόπο στο κάθε άντρα το άγριο πρόσωπό της. Ένας ολόκληρος χειμώνας απλωμένος σε μονάχα δυο ψυχές.

19. The Ward - John Carpenter

Είναι σαν να συναντάς έναν φίλο που έχετε καιρό να βρεθείτε. Έχετε να πείτε αρκετά αλλά κυρίως να θυμηθείτε τις στιγμές που σας ενώνουν. Κάπως έτσι, Ο Θάλαμος του τρόμου μεταμορφώνεται σε δωμάτιο αντάμωσης. Φυσικά και έχει ελαττώματα. Όμως από αυτά έχουμε όλοι. Και μη βιαστείς να κρίνεις την θέση του σε αυτή την λίστα και το είδος που υπηρετεί, αν δεν ήταν αυτό, θα διάβαζες για το Insidious τώρα.

18. Nord - Rune Denstad Langlo

Οι περισσότεροι μάλλον το προσπέρασαν, αλλά το παγωμένο αυτό διαμαντάκι του Νορβηγού έχει καταφέρει να ζεστάνει αρκετές μοναχικές καρδιές που είχαν την τύχη να βρεθούν κοντά του. Στο ταξίδι προς την αρχέγονα χιονισμένη Tomak Valley του Νορβηγικού Trondheim, ο τριαντάρης Jomar έχει την ικανότητα να μιλάει μόνο σε εκείνους που είναι διατεθειμένοι να τον ακούσουν. Και αυτό τελικά, είναι περισσότερο προσόν παρά μειονέκτημα.

17. Copie conforme - Abbas Kiarostami

Ποιο είναι το αληθινό, ποιο το πρωτότυπο και ποιο το αντίγραφο; Αν στην τέχνη μπορούν να υπάρξουν συγκεκριμένοι ορισμοί, στον έρωτα κάτι τέτοιο είναι αδύνατο. Όταν ένας άνθρωπος προσπαθεί να ξαναγίνει αυτό που ήταν κάποτε, η αλήθεια της πραγματικότητας δεν αργεί να έρθει στην επιφάνεια. Νομίζω πως το μήνυμα του Kiarostami είναι ξεκάθαρο. Τα συναισθήματα δεν αντιγράφονται. Είτε συντηρούνται είτε χάνονται για πάντα στο πέρασμα του χρόνου.

16. You Will Meet a Tall Dark Stranger - Woody Allen

Δεν είναι θέμα πίστης, αλλά αγάπης. Πραγματικής αγάπης. Ο Woody Allen αγαπάει να μιλάει για τους ανθρώπους, όπως ακριβώς αυτοί είναι. Χαμένοι στην ανασφάλεια, τα πιστεύω, τα πάθη και τις επιθυμίες τους. Κυρίως τις επιθυμίες που δύσκολα πραγματοποιούνται. Και που κάθε μια από αυτές έχει και το δικό της τίμημα. Αυτό το φιλί στο αυτοκίνητο που δεν δόθηκε ποτέ, ακόμα το θυμάμαι.

15. Incendies - Denis Villeneuve

Μια μητέρα χάνεται αφήνοντας ως μοναδική κληρονομιά στα δυο παιδία της ένα μυστήριο γράμμα. Ένα γράμμα όπου τους καλεί να ταξιδέψουν στα πιο περίεργα και επικίνδυνα μέρη της γης με σκοπό να ανακαλύψουν τις βαθύτερες ρίζες μιας αλήθειας που τούς κράτησε κρυφή. Βασισμένο σε ένα μικρό θεατρικό του Wajdi Mouawad, η ταινία του Καναδού Villeneuve παρουσιάζει μια ιστορία αναζήτησης της ταυτότητας η οποία μέσα από τις αρχαιοελληνικά τραγικές προεκτάσεις της, καταλήγει σε ένα φινάλε που θα ζήλευαν οι περισσότεροι σεναριογράφοι σήμερα.

14. Carlos - Olivier Assayas

Τρομοκράτης για κάποιους, επαναστάτης για κάποιους άλλους, ο Carlos έχει γράψει το δικό του κεφάλαιο στο βιβλίο της ιστορίας, κατέχοντας χίλιους ακόμα χαρακτηρισμούς για όσους αρέσκονται στο να χαρακτηρίζουν τους ανθρώπους. Για τον Assayas παραμένει μια εξέχουσα φυσιογνωμία πάνω στην οποία χτίζει ένα μυθοπλαστικό / βιογραφικό ντοκουμέντο, χαρίζοντας σε όλους εμάς μια σπάνια κινηματογραφική εμπειρία. Αναζητείστε την πλήρη έκδοση.

13. The Kings Speech - Tom Hooper

Κάθε ηγέτης πρέπει να είναι κάτι παραπάνω από τον άνθρωπο που δίνει τα προστάγματα. Πρέπει να είναι εκείνος πάνω στον οποίο ο λαός θα τοποθετήσει την ελπίδα και την πίστη για το δύσκολο αύριο που έρχεται. Όποιο και αν είναι αυτό. Η ταινία του Hooper ξεπερνάει την εποχή της και τα πορτραίτα τα οποία παρουσιάζει, δίνοντας την δυνατότητα σε κάθε θεατή να κάνει την σύγκριση. Και φυσικά να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα.

12. True Grit - Ethan Coen, Joel Coen

Ο αγέραστος Jeff Bridges και η μικροκαμωμένη Hailee Steinfeld δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους αλλά και την ευκαιρία στους ακούραστους αδερφούς να δημιουργήσουν ένα από τα καλύτερα ανακατασκευάσματα του σύγχρονου Hollywood. Ένα ανακατασκεύασμα επικηρυγμένων, αλογατάρηδων, ξεπεσμένων ηρώων και ασυγχώρητων θρύλων που έμελε να ξεχαστούν απ’ τους ανθρώπους γύρω τους. Όχι όμως και από την κινηματογραφική ιστορία.

11. Des hommes et des dieux - Xavier Beauvois

Μπορείς να κατηγορήσεις τον Beauvois για τους αργούς ρυθμούς, τον κατηχητικό ηρωισμό και την έλλειψη επιφανειακής πλοκής. Εγώ προτιμώ να κοιτάω τους μοναχούς πρωταγωνιστές ως ανθρώπους πιστούς στις αξίες και τα πιστεύω τα οποία τους διαμόρφωσαν σε αυτό που είναι σήμερα. Άνθρωποι ευάλωτοι στη θέα του θανάτου που τους απειλεί, εύθραυστα σύμβολα όμως υπεράνω θρησκειών, σε μια ταινία αφιερωμένη σε οποιαδήποτε μορφή πίστης μπορεί να οδηγεί τους οποιουσδήποτε πιστούς αυτού του κόσμου.

10. Hereafter - Clint Eastwood

Ίσως να το χαρακτηρίσεις ως ένα φιλμ το οποίο σε κοιτάει αλλά δεν μπορεί να σε αγγίξει. Και εκεί ακριβώς θα έχεις κάνει λάθος. Το Hereafter μπορεί να σε αγγίξει με έναν αόρατο τρόπο που σπάνια συναντάς στον κινηματογράφο. Γι αυτό και το αντιλαμβάνεσαι δύσκολα. Όπως δύσκολα αντιλαμβάνεσαι αυτό που ίσως υπάρχει μετά (after) όσο βρίσκεσαι από την πλευρά την δική μας (here). Πριν φτάσεις όμως εκεί, πρέπει να ζήσεις εδώ. Τώρα.

9. Somewhere - Sofia Coppola

Ένας άντρας θαμμένος κάτω από τόνους μοναξιάς προσπαθεί να αναπνεύσει, πασχίζει να βρει το οξυγόνο που υπάρχει γύρω του, μήπως και καταφέρει να κρατηθεί στη ζωή. Όχι αυτή που επέλεξε αλλά αυτή που άφησε πίσω του. Αυτός ο άντρας αναπνέει ξανά, μοναχά τις λίγες στιγμές που μοιράζεται με την εντεκάχρονη κόρη του. Αυτή που θα του δώσει το θάρρος να βαδίσει μακριά απ’ τον κενό του μικρόκοσμο, προς στο απέραντο άγνωστο.

8. Inception - Christopher Nolan

Πολλαπλά επίπεδα και πολλαπλές πραγματικότητες σε μια ταινία που παίζει με τα όνειρα που βλέπουμε, τα όνειρα που θέλουμε να πραγματοποιηθούν και τα όνειρα που δεν είδαμε ποτέ, όσο και αν προσπαθήσαμε. Ο Nolan τελικά αποδεικνύει την κινηματογραφική του μαεστρία παντρεύοντας το ακριβοπληρωμένο οφθαλμόλουτρο με την κινηματογραφική ποιότητα σε μια ταινία που δύσκολα το Hollywood θα καταφέρει να ξεπεράσει.

7. Another year - Mike Leigh

Ο Mike Leigh είναι μεγάλος μαέστρος. Παίρνει ένα υγιές ζευγάρι (Tom και Gerry) και τους τοποθετεί στο κέντρο ενός κύκλου αποτελούμενου από χαρακτήρες που δεν ήταν αλλά έγιναν προβληματικοί με την πάροδο των χρόνων. Και που παραμένουν έτσι, μπερδεμένοι και χαμένοι στη μοναξιά τους με κάθε νέο χρόνο που έρχεται και φεύγει. Σε αυτή την ταινία, κάποιοι κοίταξαν αυτό που έχουν, κάποιοι αδιαφόρησαν κάποιοι άλλοι είδαν αυτό που φοβούνται περισσότερο στη ζωή.

6. Black Swan - Darren Aronofsky

Η ψυχορραγούσα μπαλαρίνα, η διάσημη μουσική του Tchaikovsky και ο ιδιοφυής σκηνοθέτης, εναρμονισμένα όλα μαζί, συντελούν τα θεμέλια ενός χορευτικού φιλοσοφήματος, αποδεικνύοντας ότι για να φτάσεις στην ποθητή τελειότητα πρέπει πρώτα να σκοτώσεις ό,τι προϋπήρχε μέχρι τώρα μέσα σου . Θεωρώ ότι και ο ίδιος ο Aronofsky βρίσκεται κοντά στον ίδιο στόχο. Κάποια στιγμή στο μέλλον, θα χτυπήσει κορυφή.

5. Film socialism - Jean-Luc Godard

Μόνο ένας αληθινός καλλιτέχνης θα παρουσίαζε τον κόσμο γύρω μας με αυτό τον τρόπο. Clarity through obscurity, με την ταπεινότητα, την χαμηλή φωνή και την στωικότητα ενός σκηνοθέτη που δεν χωράει στα στενά όρια της τυπικής μορφής κινηματογράφισης. Χρειάζεται θάρρος για να μπορέσεις να σκεφτείς μας λέει. Γεμάτη εικόνες, ομορφιά και ακατέργαστη δύναμη, την ταινία αυτή πρέπει να την παρακολουθήσεις με κομμένη την ανάσα για να μπορέσεις να αναρωτηθείς αν θα μπορέσει ποτέ η ελευθερία να μας υποδεχτεί.

4. A Torinói ló - Béla Tarr

Οι περισσότεροι δεν το κοίταξαν καν. Αυτή μάλλον είναι και η μοίρα του Bela Tarr. Καταδικασμένος να δημιουργεί σινεμά για λίγους. Που όμως μέσα από τις μακρόσυρτες σιωπές του μιλάει για όλους εμάς, όπως ακριβώς είμαστε. Άνθρωποι καταδικασμένοι να ζήσουμε και να πεθάνουμε χωρίς ποτέ να μάθουμε το γιατί. Χωρίς να καταλάβουμε ούτε για μια στιγμή την γκρίζα πραγματικότητα που μας περιβάλει και με την οποία πρέπει να αναμετρηθούμε.

3. Tree of Life - Terrence Malick

Δεν έχει σημασία που οι άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν το Δέντρο της Ζωής. Σημασία έχει πως το Δέντρο καταλαβαίνει τους ανθρώπους. Για τον Malick ο κινηματογράφος είναι κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που έχει ορίσει ο περισσότερος κόσμος. Είναι ο καμβάς πάνω στον οποίο θα ζωγραφίσει τα αριστουργήματά του, προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσει τα μυστήρια του σύμπαντος, της ζωής και τελικά της ψυχής μας. Ίσως αν κοιτάξουμε προσεκτικά μπορέσουμε κάποτε και επικοινωνήσουμε μαζί του. Διότι όσο το κοιτάς, τόσο σε απορροφάει. Και όσο βυθίζεσαι μέσα του, τόσο μεταλλάσσεσαι, αναζητώντας το αντίθετο σε όλο αυτό το χάος που υπάρχει τριγύρω μας.

2. Attenberg - Αθηνά Ραχήλ Τσαγγάρη

Κάποιοι το μίσησαν, κάποιοι το λάτρεψαν και κάποιοι άλλοι που μάλλον δεν κατάλαβαν και πολλά, αποφάσισαν να το στείλουν να βγάλει το φίδι απ’ την τρύπα. Χρόνια τώρα, ο ελληνικός κινηματογράφος είναι δύσκολο πράγμα για να ασχοληθείς. Εδώ όμως υπάρχει ένα κορίτσι το οποίο πέρα από τον προφανή αναζητητικό του χαρακτήρα, θυμίζει κάτι από/σε όλους μας. Και μπορεί κάποιοι να μην έχουν φτάσει ακόμα εκεί, όταν όμως βρεθούνε ελπίζω να έχουν την ευκαιρία να κοιτάξουν ξανά.

1. The American - Anton Corbijn

Μπορείς να κοιτάξεις αλλά δεν μπορείς να αγγίξεις. Μπορείς να αισθανθείς αλλά θα είναι μόνο για λίγο. Κάπου εκεί, λίγο πιο έξω από τις πύλες του παραδείσου, σού επιφυλάσσεται μια έκπληξη. The closer you get to the meaning, the sooner you know that you’re dreaming φίλε μου. Μπορεί να έμοιαζε με την ευκαιρία που πάντα έψαχνες αλλά μη γελιέσαι, δεν είναι αυτό που θα μπορέσεις να έχεις. Είναι αυτό που δεν θα μπορέσεις να έχεις ποτέ. Η επιλογή δεν θα είναι ποτέ δική μας αλλά πάντοτε δική Του.


Καλό χειμώνα εύχομαι σε όλους και καλές προβολές για τη νέα σεζόν ο οποία ήδη προκαλεί συγκινήσεις…

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή, 7 Οκτωβρίου 2011

Cat on a Hot Tin Roof (1958)


"Οικογένεια: Ομάδα ανθρώπων που συνδέονται με δεσμούς αίματος και συνήθως κατοικούν κάτω από την ίδια στέγη, (συνεκδ.) σπίτι καλής κοινωνικής τάξης, τίμιο και ευηπόληπτο: παιδί από οικογένεια." (Ελληνικό Λεξικό-Τεγόπουλος, Φυτράκης).

Αυτοί οι δεσμοί αίματος που συνθέτουν την οικογενειακή εστία, άλλοτε μπορούν να περιγράψουν ένα σκηνικό σαν αυτό της Μελωδίας της Ευτυχίας και άλλοτε να καταφύγουν σε ένα πνιγηρό και υποκριτικό λαγούμι, όπου τα μέλη της οικογένειας επιβιώνουν σκίζοντας ο ένας τις σάρκες του άλλου.

Μια τυπικά συντηρητική οικογένεια του Νότου, γίνεται για άλλη μια φορά ο βασικός καμβάς του θεατρικού συγγραφέα, με τον αιχμηρά ρεαλιστικό λόγο, Tennessee Williams. Χρωματίζοντάς την με τα πλέον μελανά χρώματα, προσδίδει περισσότερο από ποτέ στο έργο του στοιχεία της προσωπικής του ζωής, όπως ο αλκοολισμός, οι ψυχικές νευρώσεις και η ομοφυλοφυλία. Η κινηματογραφική μεταφορά του βραβευμένου με Πούλιτζερ (1955) κειμένου, από τον Richard Brooks, διατηρεί τα δομικά στοιχεία της θεατρικής παράστασης, χρησιμοποιώντας ως σκηνικό την επιβλητική έπαυλη ενός μεγαλοκτηματία του Μισισιπή, ενώ κτίζει την πλοκή πάνω στις ορμητικές ή ζωώδεις ερμηνείες των ηθοποιών, οι οποίες αρχικά εκδηλώνονται με μια σιωπηλή δυναμική για να μεταμορφωθούν στη συνέχεια σε εκρηκτικά εκκωφαντικές κραυγές βαρυσήμαντων μηνυμάτων.

Η ταινία μπορεί από τη μια να απογοήτευσε το θεατρικό δημιουργό της, ο οποίος την κατέκρινε, λόγω των λογοκριμένων κομματιών του έργου του, από το ηθικά επίπλαστο Χόλιγουντ για να κερδίσει την πολυπόθητη μεγάλη εμπορική επιτυχία (παράλληλα με τις έξι υποψηφιότητες για όσκαρ), από την άλλη όμως δε διστάζει να μας υποβάλλει σε ένα νοσηρό οικογενειακό παιχνίδι, υπογραμμίζοντας την υποκρισία και την ματαιότητα όσων θεσμών, η τυπική αμερικανική κοινωνία θεωρούσε άμεμπτων, δηλαδή, της καλής κοινωνίας, της «ανέγγιχτης» εκκλησίας και των υπόδουλα άβουλων τοπικών αρχών.

Στο κήπο της έπαυλης, σε ένα υπνοδωμάτιο, στο καθιστικό και στο υπόγειο, κινούνται άλλοτε θορυβωδώς, άλλοτε συνωμοτικά και άλλοτε νευρικά, τα μέλη αυτής της οικογενειακής τραγωδίας. Την πατριαρχική φιγούρα, καταλαμβάνει σαρωτικά, ο Big Daddy, (Burl Ives), ο οποίος θεωρώντας ότι έχει ξεπεράσει ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, επιστρέφει,για να νουθετήσει τον άσωτο υιό του και να επιβάλλει για άλλη μια φορά την αδιαμφισβήτητη ισχύ του στο οικογενειακό περιβάλλον που μοιάζει να τον θρηνεί ήδη. Δίπλα του, με ένα σχεδόν μόνιμα παγωμένο χαμόγελο, η πιστή του σύζηγος (Judith Anderson), η οποία τον ακολουθεί προσπαθώντας να τακτοποιήσει, τα τσαλακωμένα σημάδια της οικογενειακής αυτής εστίας.

Κάτω από την τιτάνια σκιά αυτής της πατρικής φιγούρας, παραπαίουν οι δυο γιοι με τις οικογένειες τους. Από τη μια ο πρωτότοκος (Jack Carson), ο οποίος διψώντας για την πατρική αναγνώριση και αγάπη, αποφασίζει να καθυποτάξει, όλες τις προσωπικές του επιθυμίες και να εναρμονιστεί εν τέλει με το ρόλο του «καλού και υπάκουου» παιδιού, το οποίο όταν αντιλαμβάνεται ότι δεν θα γευτεί τα ψήγματα αγάπης που αποζητά, θα αφεθεί στο ανελέητο κυνήγι της οικογενειακής περιουσίας, έχοντας ως αρωγούς και συμπολεμιστές του, μια νευρωτικά τυπική σύζυγο (Madeleine Sherwood) και την τρομαχτική στρατιά των κακομαθημένων παιδιών του.

Από την άλλη συναντάμε το αδιαμφισβήτητο alter ego του στο δευτερότοκο γιό της οικογένειας (Paul Newman), ο οποίος αναζητώντας τρόπους να διαφύγει από το απόλυτα μανιακό και καταθλιπτικό οικογενειακό περιβάλλον, αναζητά καταφύγιο κάθε φορά σε διαφορετικούς ρόλους. Αρχικά ως αθλητής, στις ιαχές ενός απρόσωπου κοινού, στη συνέχεια σε μια φιλία-δεκανίκι και αργότερα στον πνιγηρό πάτο του αλκοολισμού. Δίπλα του, επέλεξε να σέρνει μια πραγματικά «λυσσασμένη γάτα», τη γυναίκα του (Elizabeth Taylor), η οποία προκειμένου να ξεφύγει από το σκοτεινό παρελθόν της φτώχειας και όντας έρμαιο του ερωτικού πόθου της για το όμορφο είδωλο του, ακονίζει τα νύχια της και μαίνεται στο κλειστοφοβικό κλουβί που η ίδια δημιούργησε.

Ακριβώς σε αυτή την κρίσιμη καμπή, αυτοί οι χαρακτήρες, άλλοτε ηθελημένα και άλλοτε εξαναγκασμένοι, θα παραμερίσουν στην άκρη τα προσωπεία στα οποία ήταν κρυμμένοι τόσο καιρό και θα αποκαλύψουν μια γλυκόπικρη και συνάμα καθαρτική αλήθεια, που θα λειτουργήσει καταλυτικά στις σχέσεις και θα βροντοφωνάξει τις ανείπωτες επιθυμίες που είχαν κρυμμένες μέσα τους. Ο πατέρας για μία και μοναδική φορά θα καταφέρει να αντικρίσει τα απέραντα «θλιμμένα» παιδιά του και θα παραδεχτεί ότι μια οικονομική αυτοκρατορία δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη συναισθηματική στοργή που τους αποστέρησε, απαλύνοντας την κενότητα και την πλαστότητα που είχε δημιουργηθεί σε αυτόν τον πνιγηρό οικογενειακό κλοιό.

Μέσα από τα ουρλιαχτά, τις σκιώδεις φιγούρες, τα βογκητά του πόνου και τους κρυμμένους ανθρώπους πίσω από τις πόρτες, θα δοθεί εν τέλει ένα ανεπαίσθητο ψήγμα αισιοδοξίας, καθώς οι αλυσίδες που μπορεί να περίκλειαν ασφυκτικά τα μέλη μιας οικογένειας, μπορούν να χαθούν, μετά από μια δυνατή νεροποντή πυρετωδών αποκαλύψεων και ορμητικών εξομολογήσεων.

Κατερίνα Λυτριάνη

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

Moon (2009)


Για αρκετούς κινηματογραφόφιλους το σινεμά του φανταστικού είναι κάτι παραπάνω από ένα κινηματογραφικό είδος. Είναι το μέρος όπου το μυαλό ξεδιπλώνεται, η φαντασία ταξιδεύει, και καινούριες εικόνες δημιουργούνται από το πουθενά (ή καλύτερα, όχι από τον δικό μας πλανήτη), προς ευχαρίστηση αλλά και ως πνευματική τροφή κάθε ανικανοποίητης από τον κόσμο που ζούμε, συνείδησης. Μιας συνείδησης η οποία ψάχνει και ψάχνεται (ανα)μέσα σε κόσμους μακρινούς, εικόνες που λειτουργούν ως συμπαντόπλοια με προορισμό άγνωστους τόπους, άλλοτε με έντονους χρωματισμούς και άλλοτε όχι και τόσο φωτισμένους, έτοιμους όμως να εξερευνηθούν μέχρι και το τελευταίο τετραγωνικό εκατοστό τους. Για όλες αυτές τις ταξιδιάρες ψυχές, το είδος της επιστημονικής φαντασίας τα τελευταία χρόνια μοιάζει να νοσεί. Ελάχιστα τα αξιόλογα δείγματα Fountain-ικής αριστοτεχνίας, ελάχιστοι και οι αξιόλογοι δημιουργοί που δεν αρκούνται στα εφετζίδικα τερτίπια της υψηλής τεχνολογίας.

Έχοντας σαν αφετηρία μια φανταστικά σεληνιασμένη ιστορία και έναν μικροσκοπικό προϋπολογισμό για την μεταφορά της στη μεγάλη οθόνη , η ταινία του Jones τοποθετείται στην πιο Dark Side of the Moon συνοικία του ηλιακού μας συστήματος, ένα μέρος που φωτίζεται πλήρως μοναχά για μια ημέρα τον μήνα, αφήνοντας την φαντασία των περισσοτέρων από εμάς να καλπάζει τις υπόλοιπες είκοσι εννέα για το τι μπορεί να υπάρχει εκεί πάνω. Ο Sam Bell, ως μοναδικός (γι’ αυτό και μοναχικός) κάτοικος του κοντινότερου πλανήτη μας , εξυπηρετεί τα συμφέρονται εκείνων που κατάφεραν όχι μόνο να φτάσουν στο φεγγάρι αλλά παράλληλα να το κατοικήσουν (έστω και αν αυτή η κατοικία είναι προνόμιο του ενός). Εκείνων που κατάφεραν να το εκμεταλλευτούν ως πηγή ενέργειας προς συμφέρον των υπολοίπων από εμάς που έχουν μείνει «πίσω» για σφοδρή κατανάλωση.

Στο σύνολό του το Moon μοιάζει περίεργο. Περίεργο να εξερευνήσει καινούριους ορίζοντες, καινούριες ανθρώπινες συμπεριφορές, καινούριες επιφάνειες κρυμμένες από το φως του ήλιου. Υπό αυτό το πρίσμα, το πρώτο του μισό αφιερώνεται στην αναζήτηση. Μια αναζήτηση η οποία φέρνει μια επιφανειακά solariκή ανάμνηση, η οποία επικοινωνεί μέσω ενός χωροχρονικού δορυφόρου με τον HAL 9000, και που μέσα από μια ασαφή πραγματικότητα προσπαθεί να φιλοσοφήσει επάνω στην αλά K-Pax αβεβαιότητα της (ανθρώπινης) ύπαρξης. Και τα καταφέρνει αρκετά καλά, χωρίς κανένα ίχνος υπερβολής, με μια διαυγή τιμιότητα που σπανίζει από τέτοιου είδους ταινίες στις μέρες μας.

Στο δεύτερο μισό το Moon σταματάει να αναζητά και ξεκινά να απαιτεί. Απαιτεί πρώτα απ’ όλα την ανεξαρτησία του Sam Bell ο οποίος ως εσώκλειστος του διαστημικού σταθμού, προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά του περιορισμού του. Κάπου εκεί ξεκινάει και μια μικρή πτώση της ταινίας με τον σκηνοθέτη να βαδίζει στον εύκολο δρόμο. Διότι αντί να φιλοσοφεί επάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη δημιουργώντας ερωτήματα, προβληματισμούς αλλά ταυτόχρονα και ταυτότητα, επιλέγει να αγωνίζεται να αποδράσει από έναν πλανήτη που τελικά μοιάζει φυλακή. Μέσα από την σεναριακή αυτή απλότητα, ο θεατής καλείται να επιλέξει ανάμεσα στην εξόντωση του σφάλματος και την ελευθερία μιας ζωής που δεν έπρεπε να υπάρχει, με τον Jones να απλώνει το δάχτυλο προς τη δεύτερη κατεύθυνση.

Ακόμα και έτσι όμως το Moon υπερτερεί. Αφήνει έτη φωτός πίσω του τις συνήθεις χολιγουντιανές αντιλήψεις φαντασιόπληκτων διεκπεραιωτών και αποκαλύπτει έναν σκηνοθέτη γεμάτο ιδέες, κέφι και διάθεση για δημιουργία, ο οποίος μοιάζει έτοιμος να διεκδικήσει την προσοχή μας στο (όχι και τόσο μακρινό) μέλλον. Αρκεί να συνεχίσει να κοιτάει με μια περήφανη περιέργεια τα μακρινά αστέρια του σκοτεινού ουρανού, έχοντας παράλληλα την θέληση να ταξιδέψει πιο μακριά απ’ το φεγγάρι.

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή, 2 Σεπτεμβρίου 2011

Vertigo (1958) - Σκέψεις εν μέσω Δίνης


Το ανθρώπινο είδος υπήρξε πάντοτε μοναδικά παράξενο και μοναχικό στο παιχνίδι της πάλης με του νου του. Με το μυαλό μας είμαστε ικανοί να δημιουργήσουμε πλανήτες και κόσμους ολόκληρους που είτε τους υπηρετούμε στην πραγματικότητα ή τους αφήνουμε να διαδραματίζονται παράλληλα σε ένα ονειρικό επίπεδο.

Το ανθρώπινο μυαλό έχει τη δύναμη να αναδείξει τις ικανότητές, τα ταλέντα και την προσωπικότητά, από την άλλη όμως έχει την ικανότητα να ιχνογραφεί ψυχώσεις, αδυναμίες, φαντασιώσεις και απαγορευμένες ιδέες που ενυπάρχουν στην υπο-συνείδηση όλων μας.

Με το Vertigo, ο Hitchcock όρμησε για άλλη μια φορά στη δίνη του ανθρώπινου μυαλού από την καρέκλα της ψυχανάλυσης. Το σενάριο της ταινίας βασίστηκε στο ιδιοφυές συγγραφικό δίδυμο των Boileau και Narcejac, που είχε δώσει δείγματα γραφής από το “Les Diaboliques” του Clouzot, για να γράψουν στη συνέχεια το “D' entres les morts”, περιμένοντας να το δραματοποιήσει στην οθόνη ο μάστορας του σασπένς. Η ιστορία που θα ξετυλίξει μοιάζει με ένα αρρωστημένο παραμύθι που ενέχει μέσα του φοβίες, σκοτεινά μυστικά, φαντάσματα, θάνατο, αγάπη, τρέλα. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί έναν αλληγορικό (συμβολικό;) καθρέπτη απέναντι στους ήρωες του, θέλοντας να φωτίσει με έντονα και εναλλασσομενα χρώματα, τις πολλές διαστάσεις που κατέχει η πραγματικότητα...

Ο κεντρικός ήρωας (James Stewart) παρουσιάζεται ως ένας σκληροτράχηλος αστυνομικός, ο οποίος στην αντίθετη όψη του καθρέπτη είναι ένας αδύναμος άνθρωπος που λυγίζει ξαφνικά και αναίτια από μια έντονη ακροφοβία. Μπροστά σε αυτό το σκόπελο νιώθει ανήμπορος και αποφασίζει να προσαρμόσει τη ζωή του, και να συμπορευτεί με τους φόβους και τα ενοχικά του σύνδρομα, με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο, πιο νωχελικά, άεργα και ανούσια....

Εν μέσω αυτής της καινούργιας κατάστασης θα κληθεί να βοηθήσει έναν παλιό φίλο που του ζητά να παρακολουθήσει την ευαίσθητα διαταραγμένη γυναίκα του, η οποία μπορεί να είναι τρελή ή δαιμονισμένη ή κάτι άλλο που απλά πρέπει να προσδιοριστεί .

Ο ήρωας αρχίζει να αγνοεί τη δική του νεύρωση και να βυθίζεται όλο και περισσότερο στο κυνήγι μιας άλλης ψύχωσης, πιο δυνατής από την πραγματικότητα που ζούσε μέχρι τώρα. Μέσα στη μοναχικότητά του ειδωλοποιεί αυτή τη γυναίκα και την ανυψώνει σε κάτι ανώτερο από έναν απλό ερωτικό πόθο, σε μια «ιδέα», την οποία πρέπει, να κατανοήσει, να αγγίξει και να ασπαστεί. Μέσα στο μυαλό του έχει ήδη κατασκευάσει έναν άλλο ονειρικό κόσμο, όπου σαν άλλον έρως θα ενωθεί με την ψυχή του.
Ανώφελα λοιπόν, εισχωρεί στο φαντασιακό του παιχνίδι, όπου θεωρεί ότι έχει τη δύναμη να τιθασεύσει το νοητικό του δημιούργημα το οποίο όμως θα του ξεγλιστρήσει, φέρνοντας για άλλη μια φορά στην επιφάνεια την νεύρωση του....

Για να του δοθεί, έπειτα, μια δεύτερη ευκαιρία να δημιουργήσει για άλλη μια φορά τον ονειρικά φαντασιακό του κόσμο, πλάθοντας, σαν γλύπτης, πάνω σε ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα, το προσωπείο της γυναίκας, που λατρεύει. Είναι μια βάναυση και ψυχικά σαρωτική αγάπη, που αγνοώντας τον άνθρωπο που έχει απέναντι του, τον κακοποιεί ψυχολογικά, προκειμένου να ενωθεί με το φαντασιακό του πρότυπο.

Στο προσκήνιο της ταινίας παρακολουθούμε και δυο διαφορετικούς τύπους γυναικών. Η αιώνια «φίλη» του ήρωα μας, (Barbara bel Geddes),η οποία απ' τη μια εκφράζει την αίσθηση της λογικής και του ρεαλισμού, εκπροσωπώντας μια σύγχρονη, εργαζόμενη γυναίκα, ενώ από την άλλη έχει αφεθεί στο ρόλο της παλιάς αγαπημένης, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα καταφέρει να αποκτήσει ξανά τα πρωτεία στην καρδιά του ήρωα. Και η πρωταγωνίστρια, (Kim Novak) η οποία παίρνει τόσους διαφορετικούς ρόλους και φορά τόσες μάσκες, που ο καθένας καλείται να διαλέξει αυτή που της ταιριάζει περισσότερο. Είναι η κομψή αριστοκρατική σύζυγος, η ψυχικά βασανισμένη και εύθραυστη καλλονή, η απόλυτα ερωτευμένη γυναίκα, η φτωχή απατεώνισσα.

Ο σκηνοθέτης πλάθει αρχικά ένα μυστηριακό ονειρικό κόσμο και στη συνέχεια μας προσγειώνει απότομα στην πεζή και ειρωνική πραγματικότητα, όπου όλες οι ενέργειες εξηγούνται μέσα από τα σκοτεινά πλέγματα του ασυνείδητου, τα ταπεινά ανθρώπινα ένστικτα και τις νευρωτικές φαντασιώσεις...

Οι ήρωες μας είναι άτομα κατά βάσιν μοναχικά, ίσως θλιμμένα, από τη σκληρή πραγματικότητα, χωρίς να έχουν πάντα ηθικότητα στα κίνητρα τους και τα οποία ενεργούν παρορμητικά, ελκύοντας ο ένας τον άλλον, άλλοτε μέσα από το πέπλο του ανεξήγητου, άλλοτε μέσα από την κατασκευασμένη διάσταση του κόσμου, άλλοτε από τα αισθήματά τους και άλλοτε από τους ονειρικούς κόσμους που έχουν κατασκευάσει στο μυαλό τους για καταφύγιο.

Το τέλος σε όλο αυτό το κόκκινο μύθευμα θα δώσει η ίδια η «μοίρα» αποκαθιστώντας την ομίχλη που είχαν δημιουργήσει οι σκιώδεις νευρώσεις και οι ανείπωτες αλήθειες με αυτή της καθαρτικής λύτρωσης....

Οι θεατές από την αρχή ως το τέλος κυνηγούν μαζί με τους χαρακτήρες του έργου την άγνωστη χίμαιρα, ζαλίζονται στην ιλιγγιώδη δίνη των αχαρτογράφητων φαντασιώσεων τους, απορούν, συμπάσχουν, κρίνουν και κατανοούν την πικρή αδυναμία του ανθρώπινου είδους...

Πάνω απ’ όλα μας υπενθυμίζει ότι σαν άνθρωποι στέκουμε αμήχανοι στον αέναο κύκλο της φύσης, μικροί και ανήμποροι να εξηγήσουμε τα ίχνη, τις αιτίες και τα αποτελέσματα των πράξεών μας. Ίσως εν τέλει τα μόνα σημάδια που αφήνουμε είναι οι μικρές ακίδες στον κορμό ενός αιωνόβιου δέντρου….

Κατερίνα Λυτριάνη

Για την κινηματογραφική λέσχη Καβάλας

Πέμπτη, 11 Αυγούστου 2011

Paura nella città dei morti viventi (a.k.a. City of the Living Dead) - (1980)


Για αυτούς που αγαπάνε το σινεμά του φανταστικού, το “City of the Living Dead” ανήκει σε εκείνες τις «ταινίες σταθμούς», όπως λαϊκότροπα χαρακτηρίζονται, οι οποίες αποτελούν ένα από τα ελάχιστα μέτρα σύγκρισης με τα οποία αναμετριούνται πολλές από τις κολασμένες ιστορίες που πυκνά συχνά εμφανίζονται στο πανί. Όχι γιατί ο Fulci εδώ παρουσιάζει την καλύτερη δουλειά του, ούτε γιατί η σεναριακή συνοχή αποτελεί παράδειγμα κινηματογραφικής αρτιότητας (που προσωπικά αν με ρωτήσεις, για τέτοιες στιγμές, θα έπρεπε) αλλά γιατί σε αυτή την ταινία αρχίζει να διαφαίνεται ολοκληρωμένα πια, όλο το μεράκι, η αγάπη και η αφοσίωση του σκηνοθέτη στην τέχνη που σε ένα μεγάλο βαθμό τον χαρακτηρίζει. Μια τέχνη που πολλοί θα αμφισβητήσουν, κάποιοι άλλοι θα μετανιώσουν που γνώρισαν, οι περισσότεροι όμως που θα την βιώσουν, θα μείνουν πιστοί σε ένα σινεμά που ακόμα και σήμερα συγκινεί κάθε φορά που το παρακολουθούμε, σαν να μη πέρασε ούτε μια μέρα από τότε που το γνωρίσαμε.

Η τέχνη στην οποία αναφέρομαι βέβαια δεν έχει να κάνει με τον τρόπο με τον οποίο ο Fulci παρουσιάζει τις νεκροζώντανες ιστορίες του. Αυτό ξεκίνησε ένα χρόνο πριν με το Zombie 2, όπου το αίμα, τα εντόσθια και η όρεξη των πρόσφατα αποθανόντων για ζωντανή σάρκα πρωταγωνιστούσαν με ένα πρωτόγονο τρόπο, ο οποίος έγινε το εφαλτήριο για μια σειρά αριστουργηματικών εφιαλτικών στιγμών του Ιταλικού κινηματογράφου (Nightmare City του Umberto Lenzi, Nights of Terror του Andrea Bianchi, Zombie Creeping Flesh του Bruno Mattei κτλ). Εδώ όμως ο Fulci προχωράει ένα βήμα παραπέρα.

Σε αυτή την ταινία (που είναι και η πρώτη της άτυπης τριλογίας της «Κολάσεως» - θα πούνε οι περισσότεροι) ο σκηνοθέτης παρουσιάζει χωρίς ντροπή και χωρίς κανέναν ενδοιασμό, έναν αρμονικό συνδυασμό αποκρυφισμού, Lovecraft-ικού μύθου και αποδόμησης της όποιας θρησκευτικής πίστης, καμουφλαρισμένα με όλο τον ζόφο που μπορεί να διαπεράσει την ανθρώπινη λογική. Μια λογική που κλονίζει πρώτο από όλους έναν ιεροκήρυκα, ο οποίος αφού κρεμαστεί στον αύλιο χώρο της εκκλησίας του, γίνεται η αφορμή για να ανοίξει μια από τις επτά πύλες και ένα απροσδιόριστο κακό να εισέλθει στο κόσμο των ανθρώπων. Παράλληλα με τα παραπάνω ο σκηνοθέτης αμφισβητεί την έννοια της γραμμικής αφήγησης, παρουσιάζοντας τα γεγονότα χωρίς σαφή αρχή, μέση και τέλος, ακριβώς όπως θα συνέβαινε αν τα σύνορα μεταξύ ανθρώπινης λογικής και της απέχθειας ενός άλλου, δυσοίωνου κόσμου, έπαυαν να υφίστανται.

Σε αυτόν τον άψογα αποδομημένο περιβάλλον, η τελετουργική μουσική του Fabio Frizzi γίνεται το απόλυτο soundtrack ενός ακατανόητου και χαοτικού κόσμου ο οποίος εξουσιάζεται από δυνάμεις πέραν της κοινής ανθρώπινης αντίληψης. Οι νεκροί σηκώνονται από τα φέρετρα, τα απόκοσμα μουγκρητά τους κυριαρχούν στον χρονοχώρο, ένα κατατονικό μέντιουμ (με το συμβολικό όνομα Mary) αντικρίζει για λίγο την επιτύμβια στήλη του, τα σκουλήκια τα οποία είναι οι καλύτεροι φίλοι των άψυχων σωμάτων τώρα γίνονται φίλοι και των ζωντανών και μια όμορφη (αλλά πιθανότατα αμαρτωλή) κοπέλα ξερνάει τα εντόσθιά της σε μια από τις πιο εμπνευσμένες στιγμές στην ιστορία του φανταστικού σινεμά.

Οι παραπάνω σκηνές μπορεί να παρουσιάζουν με μεγάλη ευκολία την θνησιμότητα και την ευπάθεια της ανθρώπινης σάρκας, κοιτώντας όμως βαθύτερα συνειδητοποιείς την αποκάλυψη όλης της αποτρόπαιης φρίκης, η οποία πηγάζει από το ψυχολογικό μαρτύριο του πνεύματος. Διότι όταν το πνεύμα «μαρτυρά», ο καθένας από εμάς δεν βρίσκεται προ των πυλών, αλλά έχει επάξια διαβεί το κατώφλι της προσωπικής του κόλασης. Και όταν πια κάποιος βρεθεί στην απέναντι όχθη δεν υπάρχει γυρισμός. Υπάρχει μόνο η εικόνα του εφιάλτη η οποία ξεπερνά τα όρια της προσωπικής συνείδησης και μετουσιώνεται σε φιλμική πραγματικότητα, τρέφοντας (για πάντα, ίσως) την ψυχή και την φαντασία του εκάστοτε θεατή. Και αν αυτό δεν είναι η δύναμη της τέχνης του σινεμά, τότε πραγματικά δεν ξέρω τι μπορεί να είναι…

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Welcome (2009)


Welcome, Willkommen, Bienvenuto, Bienvenue, Καλώς ήρθες....

Η ταινία ήδη μας καλωσορίζει μέσω του τίτλου της, ειρωνικά, κλείνοντας το μάτι στο θέατρο του παραλόγου που διαδραματίζεται τα τελευταία χρόνια όσον αφορά την παράνομη μετανάστευση και τη σχεδόν ανύπαρκτη και ασυγκρότητη αντίδραση των Ευρωπαϊκών κρατών.

Ο σκηνοθέτης Philippe Lioret επιθυμούσε να γυρίσει μια ταινία έχοντας ως εφαλτήριο τις τραγικές συνθήκες κράτησης και την αγωνία που βιώνουν παράνομοι μετανάστες στο λιμάνι Καλαί (Calais) της Γαλλίας, ενώ αποφάσισε να ξετυλίξει την ιστορία του στις πραγματικές τοποθεσίες των γεγονότων. Ένα πολύπαθο σταυροδρόμι, τοποθετημένο στο κανάλι της Μάγχης, το οποίο χωρίζουν μόλις 22 μίλια νερού από την αγγλική ακτή Ντόβερ.

Βασικό θέμα της ιστορίας, που ξετυλίγεται μέσα από μια μελαγχολική και γκρίζα ατμόσφαιρα, είναι ο 17χρονος Μπιλάλ, ένας Κούρδος μετανάστης, ο οποίος μετά από μια περιπετειώδη και οδυνηρή πεζοπορία 4000 χιλιομέτρων από το Ιράκ, φτάνει τελικά στο Καλαί, με απώτερο σκοπό να περάσει στην Αγγλία και να ανταμώσει με την αγαπημένη του Μίνα, η οποία ζει εκεί με την οικογένειά της.

Έπειτα από μια αποτυχημένη προσπάθεια να περάσει παράνομα τα σύνορα μέσα σε ένα φορτηγό, οι αστυνομικές αρχές θα τον γυρίσουν πίσω με την προειδοποίηση της απέλασης. Τότε θα εμπνευστεί την ιδέα να διασχίσει τη Μάγχη κολυμπώντας μέχρι την αγγλική ακτή. Υπό το πρίσμα αυτού του σχεδίου θα γνωρίσει τον Σιμόν, έναν ντόπιο προπονητή κολύμβησης, από τον οποίο θα ζητήσει βοήθεια προκειμένου να προετοιμαστεί για το τιτάνιο εγχείρημά του.

Οι δυο κεντρικοί ήρωες αντικατοπτρίζουν δύο τελείως διαφορετικούς κόσμους που συναντούμε στις σύγχρονες ευρωπαϊκές πόλεις. Από τη μια ο Μπιλάλ, απόλυτα αποφασισμένος και προσηλωμένος στο στόχο του, εκπροσωπεί το παράνομο μεταναστευτικό κίνημα που κατακλύζει ολόκληρη την Ευρώπη. Χαρακτηρίζεται από μια σχεδόν πρωτόγονη δύναμη και αγνότητα, η οποία τον καθοδηγεί να εκπληρώσει αυτό για το οποίο ξεκίνησε, να συναντήσει την αγαπημένη του και να βρει μια δουλειά, η οποία θα του δώσει τη δυνατότητα να βοηθήσει την οικογένεια που άφησε πίσω του.

Από την άλλη ο Σιμόν, ο ατομικός τύπος ανθρώπου, ο οποίος έχει βυθιστεί στη κοινωνική και συναισθηματική απομόνωση των αστικών κέντρων, ανίκανος να εκφράσει την αγάπη του προς την εν διαστάσει σύζυγό του, να αναπτύξει επαφές με τους ανθρώπους γύρω του ή, ακόμα, να πραγματοποιήσει οποιαδήποτε κοινωνική δράση. Γι’ αυτόν ο Μπιλάλ θα είναι μια δραστική και βίαιη αφύπνιση από τη νάρκωση που είχε υποπέσει έως τώρα. Οι δυο άντρες θα συμπορευτούν, δημιουργώντας έναν παράδοξο δεσμό που άλλοτε παραπέμπει στη φιλία και άλλοτε στη σχέση που έχει ένας πατέρας με το γιο του, χωρίς όμως να βγουν αλώβητοι και άθικτοι από αυτή τη μελοδραματική «συγχορδία».

Οι δυο ηθοποιοί, ο Vincent Lindon ως Σιμόν και ο Firat Ayredi ως Μπιλάλ, ενσαρκώνουν ρεαλιστικά και με απόλυτη φυσικότητα τα στοιχεία των δυο χαρακτήρων, με τα χρώματα της συναισθηματικής τους κατάστασης. Για το ρόλο του Μπιλάλ ο ίδιος ο σκηνοθέτης επιδόθηκε σε μια αναζήτηση μέσα στις συμπαγείς κοινότητες των Κούρδων στην Ευρώπη (Βερολίνο, Σουηδία, Λονδίνο, Κωνσταντινούπολη), για να ανακαλύψει τον Ayredi στη Γαλλία, και μαζί με αυτόν έναν αριθμό ερασιτεχνών ηθοποιών, οι οποίοι εμφανίζονται διαδραματίζοντας διάφορους ρόλους, όπως είναι οι Κούρδοι συνοδοιπόροι του Μπιλάλ και η αγαπημένη του Μίνα.

Πίσω από τους δυο ήρωες κινείται σε ένα «γκρίζο» φόντο η ίδια η γαλλική κοινωνία. Μια κοινωνία η οποία απαρτίζεται από εθελοντές που προσπαθούν μάταια να ανακουφίσουν το δράμα των μεταναστών, από «φιλήσυχους» πολίτες που επιλέγουν να λειτουργήσουν ξενοφοβικά και να καταδώσουν τον γείτονά τους, επειδή βοηθά κάποιους παράνομους εμιγκρέδες, και από τις αστυνομικές αρχές, που έχουν άχαρα αναλάβει το ρόλο αυτού που εφαρμόζει μια αναποτελεσματική και κατάφωρα άδικη μεταναστευτική πολιτική.

Η Γαλλία έχει αντιδράσει τα τελευταία χρόνια αρκετά σπασμωδικά στο ζήτημα της παράνομης μετανάστευσης, με μια σειρά από νόμους που τις περισσότερες φορές καταπατούν τα ανθρώπινα δικαιώματα (όπως διαφάνηκε από την «επονείδιστη» απέλαση των Ρομά) θυμίζοντας σκοτεινά και σκιώδη καθεστώτα του παρελθόντος. Μέσα από την ταινία υπάρχει άμεση αναφορά σε νόμο που είχε εκδοθεί και αφορούσε βαριά πρόστιμα και φυλάκιση έως και 5 χρόνια σε όσους Γάλλους πολίτες βοηθούν ή παρέχουν καταφύγιο σε μετανάστες. Μάλιστα το 2008, 4423 Γάλλοι κατηγορήθηκαν για τα παραπάνω και βρέθηκαν κρατούμενοι.

Ωστόσο, μέσα σε αυτό το διάχυτο κλίμα της μη ανεκτικότητας και της έλλειψης αλληλεγγύης, η ταινία του Lioret προβλήθηκε μέσα στη γαλλική βουλή, ωθώντας τους βουλευτές να επανεξετάσουν το συγκεκριμένο νόμο και αποδεικνύοντας ότι η τέχνη –εκτός από τροφή της ψυχής– μπορεί να αποτελέσει και μέσο βελτίωσης των ανθρώπινων συνθηκών διαβίωσης καθώς επίσης και ορμητήριο ρηξικέλευθων και ουσιωδών αλλαγών. Επιπλέον, έχοντας κερδίσει και το βραβείο LUX (2009), οδεύει να σπάσει ένα ακόμα ανασταλτικό φραγμό στην ανθρώπινη συνεκτικότητα και συνδιαλλαγή, αυτόν της γλώσσας.

Επίκαιρη όσο ποτέ, μετά τα αιματοβαμμένα γεγονότα της Νορβηγίας, το Welcome αποτελεί εν μέρει και μια καθρεπτική αναπαράσταση της κατάστασης που επικρατεί στη χώρα μας, όπου το λιμάνι-«ανθρώπινη αποθήκη» του Καλαί δίνει τη θέση του σε αυτό της Πάτρας και στα σύνορα του Έβρου, για να μας κάνει να αναλογιστούμε ότι παρόμοιες εκδοχές της ιστορίας όλοι έχουμε ακούσει, γνωρίσει, ή ακόμα και βιώσει.

Επιβιβαστείτε λοιπόν σε ένα ακόμα «τρένο της αξιοπρέπειας» ("train de la dignité"), όπως ονομάστηκε αυτό με το οποίο τον Απρίλιο του 2011 αποπειράθηκαν να ταξιδέψουν Τυνήσιοι μετανάστες και εκπρόσωποι οργανώσεων αλληλεγγύης από τη χώρα υποδοχής τους, την Ιταλία, με προορισμό την πολυπόθητη Γαλλία. Καλό ταξίδι…

Κατερίνα Λυτριάνη

Για την κινηματογραφική λέσχη Καβάλας