Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Les vacances de Monsieur Hulot (1953)


Κάνε μια βόλτα γύρω σου και κοίτα τους ανθρώπους. Εκείνους που στέκονται ακίνητοι σαν να ‘ναι πετρωμένοι, αγάλματα που έχασαν τον δρόμο τους, χωρίς να ξέρουν πώς να πορευτούν μέσα σε έναν κόσμο που έχει μάθει να εκθέτει πρώτα την αξία της εμφάνισης και έπειτα την ουσία της ύπαρξής μας. Ανθρώπινες εικόνες που απολαμβάνουν την ακινησία τους και δεν σηκώνουν ούτε το βλέμμα τους για να σε δούνε. Κοίτα επίσης εκείνους που δεν μένουν αδρανείς και καταφέρνουν με μεγάλη ευκολία να κινούνται, περιφέρονται όμως σαν τους χαμένους που ψάχνουν από κάτι να πιαστούν, σαν να μην έχουν συγκεκριμένες οδηγίες. Αυτούς που μοιάζουν να έχασαν το τελευταίο τους checkpoint για μια ζωή γεμάτη συγκινήσεις.

Άνθρωποι είναι όλοι τους, κομμάτια του πολιτισμού στον οποίο έτυχε να ανήκουν, αντανάκλαση μιας πραγματικότητας που αναζητά τους ήρωές της εκεί που δεν υπάρχουν. Είναι τα ανθρώπινα κεφάλαια μιας κοινωνίας διαφορετικών αντιλήψεων και διαφορετικών αστικών τάξεων που ψάχνουνε απεγνωσμένα από κάπου να ξεφύγουν, παλεύουνε να συναντήσουν το συναίσθημα για να μη πάει η ζωή χαμένη. Οι περισσότεροι από αυτούς βρίσκουν τελικά την ικανοποίηση, μαζί με ένα χαμόγελο που μοιάζει παραπονεμένο. Ποιος ξέρει, ίσως να αξίζουμε και κάτι παραπάνω που δεν το έχουμε ανακαλύψει ακόμα, ίσως να πρέπει να αυθαιρετήσουμε ολοκληρωτικά από την καθημερινότητα, προτού αποδεχτούμε τον καθολικό περιορισμό του εαυτού μας, προτού αλλοτριώσουμε και το τελευταίο χαρακτηριστικό του πιο απλού ονείρου.

Αυτοί είναι οι άνθρωποι κι αν δεν σ’ αρέσουν, δεν θα σ’ αρέσει και το σινεμά του Tati. Ένα σινεμά χτισμένο επάνω στην ευγένεια του δημιουργού του, ο οποίος κάνει σκόνη την σοβαροφάνεια και εισάγει την κωμωδία σε κάθε μικρή λεπτομέρεια της ζωής. Ένα σινεμά που ασπάζεται το απρόβλεπτο έναντι του προκαθορισμένου και διακωμωδεί κάθε πτυχή της καθημερινότητας, για να παρουσιάσει των ανθρώπους όπως ακριβώς είναι. Ως ανέμελες και εύθραυστες ζωγραφιές που ψάχνουν τον τρόπο για να αντιμετωπίσουν το χρόνο που κυλάει επάνω στα σώματα τους, αποχαιρετώντας όλους τους ανεπιστρεπτί. Ένα σινεμά που μπορεί να μη σε κάνει να γελάς με τη ψυχή σου (τουλάχιστον όχι στην αρχή), αλλά καταφέρνει με μεγάλη ευκολία να σου μεταφέρει όλο τον ρομαντισμό και την τρυφερή αβεβαιότητα της ζωής, για μια στιγμή μονάχα, ικανή όμως να παγώσει τον χρόνο και να μείνει κοντά σου για όσο εσύ επιθυμείς.

Με αυτή τη δεύτερη ταινία του ο Tati μάς συστήνει τον αγαπημένο κύριο Ιλό. Έναν σιωπηλό, γιγαντόσωμο και καλοκάγαθο άντρα, που φτάνει σε ένα παραθαλάσσιο ξενοδοχείο με σκοπό να απολαύσει τις διακοπές του. Και η αλήθεια είναι ότι τις απολαμβάνει, χωρίς να πολυλογεί, χωρίς να γίνεται αισθητός, αφού τις περισσότερες φορές περνά απαρατήρητος, και χωρίς φυσικά να αναγνωρίζει το χάος που προκαλεί στο πέρασμά του. Σε αυτό το ίδιο ξενοδοχείο απολαμβάνουν τις διακοπές τους κάθε λογής άνθρωποι και χαρακτήρες, παιδιά, ενήλικοι και δεσποινίδες, καλοντυμένοι μεγαλοαστοί και ξέγνοιαστοι οικογενειάρχες, στους οποίους ο Tati αφιερώνει την εισαγωγή της ταινίας του. Εκεί τους γνωρίζουμε φυσιογνωμικά, χωρίς να μαθαίνουμε ονόματα και λεπτομέρειες. Χρειάζεται να περάσουν δέκα λεπτά από την έναρξη μέχρι να κάνει την εμφάνισή του ο Ιλό και να ξεκινήσουν τα ευτράπελα. Ευτράπελα, απρόοπτα και αφελή ατυχήματα που δημιουργούνται μέσα στον φυσικό περίγυρο του ήρωα, καθώς μέχρι το φινάλε κινείται και περιφέρεται αδέξια ανάμεσα σε καταστάσεις που κανείς δεν μπορεί να ελέγξει ούτε και να προβλέψει την έκβασή τους.

Το πρώτο που παρατηρεί κανείς είναι ότι η φασαρία απουσιάζει ολοκληρωτικά, αφού το μόνο που συνήθως προσφέρει είναι αναστάτωση και αποπροσανατολισμό. Έτσι, τα περισσότερα πλάνα της ταινίας ντύνονται με φυσικούς και απλούς ήχους της καθημερινότητας. Ήχους που στη σημερινή εποχή πρέπει να προσπαθήσεις για να τους αντιληφθείς, αφού συνήθως καλύπτονται από φωνές και υστερίες, χωρίς να μας δίνεται η δυνατότητα να τους απολαύσουμε. Στις Διακοπές, όμως, η απλότητα έχει τη τιμητική της. Μια σιωπηλή απλότητα πολύτιμη στις μέρες μας, που ξεκινάει από την έμφαση στη λεπτομέρεια των κινήσεων, φιλτράρεται από ένα σύμπλεγμα αμέτρητων συμπτώσεων και καταλήγει σε μια πληθώρα απίθανων gag, κατασκευασμένων με την αστείρευτη υπομονή και το καλλιτεχνικό πείσμα του δημιουργού. Σοφά μελετημένες καταστάσεις αποδόμησης της καθημερινότητας, που διακωμωδούν κάθε έννοια κοινωνικής συνοχής και ηρεμίας, βρίσκουν τις ρίζες τους στο βουβό σινεμά των περασμένων χρόνων και προκαλούν με χαρακτηριστική άνεση το χαμόγελο στα χείλη των θεατών.

Ο Tati έχει τόσα πολλά να σου πει που δεν ξέρω αν χωράνε μέσα στα κάδρα του. Καταφέρνει όμως και σου τα λέει όλα με έναν υπέροχο, σχεδόν σιωπηλό, τρόπο. Θα τον ακούσεις να σου μιλάει χωρίς να χρειάζεται τις λέξεις, θα σου πει ιστορίες ολόκληρες για εσένα και για μένα, με περιττή στοργή και με εικόνες που δεν θα φύγουν ποτέ από κοντά σου, βυθισμένες σε ένα χιούμορ που αγγίζει επίπεδα ευφυΐας. Τότε θα νιώσεις ότι η παρέα με τον κύριο Ιλό είναι το ίδιο σημαντική με τους ανθρώπους που έχεις γύρω σου. Εκείνους που αδιαφορούν χαριτωμένα για όσα σου συμβαίνουν κι εκείνους που νοιάζονται, ίσως λίγο παραπάνω από όσο θα περίμενες. Ανακαλύπτεις έτσι ότι κάθε επόμενη προβολή της ταινίας έχει και κάτι παραπάνω να σου προσφέρει, μια ακόμα ιστορία που θα σου διηγηθεί ο δημιουργός κι εσύ θα τον ακούς σιωπηλά με μάτια όλο λαχτάρα. Μέχρι να συνειδητοποιήσεις ότι κι εσύ στο ίδιο σύμπαν ανήκεις, απλά δεν το καταλαβαίνεις με την πρώτη. Ίσως γιατί σε τράβηξαν οι ξεκούρδιστοι ήχοι μιας χαλασμένης σακαράκας, ίσως γιατί μαγνητίστηκες από τα κύματα της θάλασσας που βλέπεις να πηγαινοέρχονται, εκεί δίπλα στη νεαρή κοπέλα με το λευκό μαγιό που δεν έχει σταματήσει να σου χαμογελάει.

Ανεκτίμητο αυτό στις μέρες μας.

Chris Zafeiriadis 

Τετάρτη, 12 Αυγούστου 2015

Blackhat (2015)


Υπάρχουν δύο κόσμοι παράλληλοι επάνω στη γη. Ο ένας είναι αυτός που βλέπουμε κι ακούμε καθημερινά γύρω μας, ο κόσμος, δηλαδή, στον οποίο ανήκουμε και μέσα σε αυτόν συναναστρεφόμαστε με κάθε λογής χαρακτήρες, μιλάμε, μαλώνουμε, φιλιόμαστε και πυροβολούμε με όπλα ατομικής και μαζικής καταστροφής τους διπλανούς μας. Ο άλλος κόσμος είναι ο εικονικός, αυτός που δεν φαίνεται ποτέ με γυμνό μάτι και λειτουργεί υπογείως με έναν ηλεκτρονικό τρόπο, επικοινωνώντας με αλγόριθμους, γλώσσες μηχανής και στατιστικά υπολογιστών. Είναι ένας κόσμος που διαχειρίζονται λίγοι και ικανοί, ενώ η εξουσία δεν ανήκει στους πλουσιότερους ή σε εκείνους με τις περισσότερες γνωριμίες, αλλά σε εκείνους που οι εφαρμοσμένες ηλεκτρονικές τους ικανότητες φαίνονται απεριόριστες. Φυσικά, όπως σε κάθε κόσμο, έτσι και εδώ ο πόλεμος υφίσταται, επηρεάζοντας ταυτόχρονα τις δύο αυτές πραγματικότητες με τρόπο που πολλές φορές δεν αντιλαμβάνεται ένας απλός πολίτης σαν εμάς.

Το Blackhat, από τα πρώτα κιόλας λεπτά του, σπεύδει να διαχωρίσει την δύναμη αυτών των δύο κόσμων, αναδεικνύοντας την (αόρατη) απόσταση που υπάρχει μεταξύ τους αλλά και την απόσταση που διαμορφώθηκε στο πέρασμα των χρόνων μεταξύ των ανθρώπων που τους κατοικούν. Η σύγκρουση εξουσίας και συμφερόντων δεν αργεί να έρθει, δρομολογώντας έτσι έναν αόρατο πόλεμο, όπου οι τρομοκράτες του κυβερνοχώρου (με πυρηνικές απειλές στην κατοχή τους) καταδιώκονται από τους κυβερνητικούς πράκτορες, μέσα σε μια ζούγκλα όπου φυσικά ο ισχυρότερος επικρατεί. Στο πλαίσιο αυτής της καταδίωξης, ένας βαρυποινίτης χάκερ δέχεται να συνεργαστεί με τις μυστικές υπηρεσίες της κυβέρνησης με αντάλλαγμα τη μείωση της ποινής του, αναδεικνύοντας/ έτσι τόσο την ανάγκη των δύο κόσμων για συνύπαρξη, όσο και την αλληλεξάρτησή τους.

Το Blackhat μοιάζει μια ταινία που εμπνέεται από τη σύγχρονη ηλεκτρονική ιστορία (Stuxnet) και μέσα από τα κρυπτογραφημένα δεδομένα της προσπαθεί να αντιμετωπίσει την μοναχικότητα του ανθρώπου. Του ανθρώπου που παλεύει για να διατηρήσει τις αξίες του, του ανθρώπου που περιπλανιέται χωρίς να γνωρίζει ακριβώς τι είναι αυτό που ωθεί τις επιλογές του, και, τελικά, του ανθρώπου που προσπαθεί να νικήσει την μοναξιά που του επιβάλει η ζωή. Δεν είναι κάτι που δεν έχεις ξαναδεί στο σινεμά του Mann. Είναι όμως μια αναμέτρηση, η οποία ξεκινά αρκετά χρόνια πριν, από τις ψυχαναλυτικές ημέρες ενός σπουδαίου δημιουργού, και φτάνει σήμερα στην ανάγκη κατανόησης ενός σύγχρονου λαβύρινθου στον οποίο βρέθηκαν παγιδευμένοι οι ήρωές του. Το Blackhat μοιάζει με ταινία κατασκευασμένη περισσότερο γι’ αυτούς και λιγότερο για εμάς που την παρακολουθούμε. Αν με ρωτήσεις για την πιθανότητα να τους μοιάζουμε, άλλοι λιγότερο και κάποιοι άλλοι περισσότερο, δεν μπορώ να μιλήσω, γιατί αυτό καλείται να το απαντήσει ο καθένας από εμάς ξεχωριστά.

Δεν ξέρω αν τα τεχνολογικά χαρακτηριστικά είναι τόσο ενδελεχώς μελετημένα, αλλά, για να πω την αλήθεια, δεν έχει και τόση σημασία, μιας και η καρδιά της ταινίας χτυπάει σε διαφορετικό σημείο, δίνοντάς σου να καταλάβεις γιατί ο Mann είναι ένας από τους σπουδαιότερους δημιουργούς της εποχής μας. Θα δεις έτσι ήρωες, αντιήρωες και πολυπρόσωπους εχθρούς να κυνηγιούνται και να συγκρούονται στο ηλεκτρονικό και αστικό τοπίο, με σκηνές δράσεις τόσο υπέροχα κινηματογραφημένες και αυστηρά προσηλωμένες στη λεπτομέρεια που θα κολλήσουν το βλέμμα σου επάνω στην οθόνη. Θα δεις ένα επιπόλαιο και καχύποπτο (προς τη λάθος κατεύθυνση) σύστημα να αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει αυτούς που έχει καταδικάσει για να αντιμετωπίσει την αληθινή απειλή, αποκαλύπτοντας έτσι ότι όσα χτίσαμε στο πέρασμα των χρόνων παραμένουν τρωτά και ευάλωτα, αφού τα προστατεύουμε με τον πιο ακατάλληλο τρόπο. Τέλος, θα δεις τον Chris Hemsworth να προσπαθεί ως high-tech ιδιοφυία να διασώσει την ακεραιότητά του – έναν ήρωα που βρέθηκε από το περιθώριο στο επίκεντρο και από εκεί πάλι πίσω στο σημείο όπου τα φώτα της πόλης δεν μπορούν να φωτίσουν. Δίπλα του στέκονται οι άνθρωπου της αστικής καθημερινότητας, καταδικασμένοι και αυτοί με έναν δικό τους τρόπο, αναζητώντας την ηθική και τον τρόπο να αποφύγουνε το λάθος, αναζητώντας το κατάλληλο είδος διακομιστή για την επικοινωνία με τον κάθε διπλανό τους.


Καθώς το Blackhat ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια σου, θα διαπιστώσεις ότι πρόκειται για ένα τεχνολογικό θρίλερ που κινείται μεταξύ ανατολής και δύσης, που έχει αρκετές ατέλειες σε σχέση με το παρελθόν του δημιουργού του, αφήνει όμως μια ιδιόμορφη αλλά υπέροχη υπαρξιακή αίσθηση καμουφλαρισμένης ψηφιακής και αστικής μελαγχολίας. Μιας μελαγχολίας σπάνιας (που δεν θα αντιληφθούν οι κυνικοί), η οποία σε φέρει πιο κοντά στην αλήθεια ότι οι δύο κόσμοι που περιγράφονται στην αρχή της ταινίας μοιράζονται πολλά περισσότερα από όσα αρχικά αφήνεται να εννοηθεί. Η τελική σύγκρουση δεν γίνεται φυσικά σε κάποιο post apocalyptic βιομηχανοποιημένο τοπίο απρόσωπης ηλεκτρονικής δυαδικότητας, αλλά στην πραγματικότητα των αληθινών ανθρώπων που ζούνε κι αναπνέουν για μερικές στιγμές ανόθευτης ελευθερίας. Στον ίδιο τόπο που έζησαν και οι ήρωες του Mann, πολέμησαν και τελικά αγάπησαν με πάθος, ό,τι είναι αυτό που αξίζει να αγαπηθεί.

Chris Zafeiriadis