Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

The Martian (2015)


Για να μπορέσεις να έρθεις κοντά και τελικά να φτάσεις στο σημείο να απολαύσεις το Martian για όλα όσα είναι – χωρίς να το κατακρίνεις για όσα δεν κατάφερε να είναι - ίσως θα πρέπει πρώτα να ρίξεις μια ματιά στο παρελθόν του δημιουργού του, από το πιο πρόσφατο έως και το πιο μακρινό. Θα δεις έτσι ότι από τις πρώτες του ημέρες, ο Scott δεν έδειξε μόνο ότι είναι ένας άνθρωπος που αγαπά την επιστημονική φαντασία αλλά κι ένας χαρισματικός αφηγητής, ο οποίος χάρισε στο είδους του sci-fi δύο αριστουργήματα που κατάφεραν να μείνουν αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου (Alien, Blade Runner). Από εκεί κι έπειτα, θα δεις ότι ολόκληρη η πορεία του είχε τα πάνω της (The Duellists, Gladiator, Matchstick Men) αλλά και τα αρκετά κάτω της (G.I. Jane, Black Hawk Down), μερικές αμφίβολες στιγμές κοινωνικού διχασμού (Thelma and Louise, Counselor, Prometheus), καθώς επίσης και μερικές άλλες, διεκπεραιωτικής εμπορικότητας (Body of Lies, Kingdom of Heaven).

Η αναγνώριση και η επιτυχία δεν άργησαν να έρθουν, αυτό όμως που δε ήρθε ποτέ για τον Scott είναι μια προσωπική σφραγίδα που θα χαρακτήριζε τις δημιουργίες μια ξεχωριστή ματιά και μια έκφραση σκέψης επάνω στα θέματά του που θα τον έκαναν ,τουλάχιστον στα μάτια μου, έναν άνθρωπο μοναδικό που θα ξανασυναντούσα σε κάθε νέα του ταινία. Κάπως έτσι, ο Scott παρέμεινε για πάντα ένας (μοντέρνος, ταλαντούχος και αμερικάνος) σκηνοθέτης ικανός για τα καλύτερα αλλά και για τα χειρότερα, ένας σκηνοθέτης που οι ταινίες του δεν διαθέτουν τον προσωπικό στοχασμό ενός ποιητή, αλλά την κοινωνική ψυχαγωγία ενός διασκεδαστή που άλλες φορές βρίσκει τον στόχο του και κάποιες άλλες δεν περνάει ούτε από δίπλα. Αυτό από μόνο του είναι ρίσκο τόσο για τους παραγωγούς που περιμένουν τα εισιτήρια, όσο και για τους σινεφίλ που λαχταράνε μια υπέροχη ταινία. Υπό αυτό το πρίσμα, νομίζω οι πρώτοι βρήκαν τον άνθρωπο που έψαχναν, ενώ οι δεύτεροι έχουν προ πολλού σταματήσει να τον αναζητούν στο πρόσωπο του Scott.

Όλα τα παραπάνω δεν τα αναφέρω για να δικαιολογήσω κάποιο παραστράτημα, ούτε για να αναγάγω κάποια αμφίβολη και επιπόλαιη ταινία του σε αριστούργημα. Θα ήταν όμως τουλάχιστον άδικο να περιμένει κάποιος από τον Scott, σήμερα στα 78 του χρόνια και μετά από είκοσι δύο περίπου ταινίες, να αλλάξει χαρακτήρα και να δει την τέχνη που υπηρετεί διαφορετικά. Όπως θα ήταν άδικο να περιμένει κάποιος από το Martian (του Scott, όχι του Weir) να διαθέτει την απεραντοσύνη μιας Οδύσσειας, τον κωδικοποιημένο και πολυδιάστατο χαρακτήρα ενός Interstellar, ή έστω την εσωτερική ανάγκη της επιστροφής σε έναν δικό σου κόσμο που αβίαστα ένιωθε ο E.T.. Αυτό που μπορεί κάποιος να περιμένει, όμως, είναι μια μοντέρνα ιστορία χαμένη στο διάστημα, μια ιστορία που σκοπό έχει να σε συναρπάσει όσο μπορεί να σε συναρπάσει η ψυχαγωγική ματιά του δημιουργού της και να σε μεταφέρει, έστω και κλασματικά, σε ένα άγνωστο σύμπαν, μακριά από το δικό σου, πάντοτε όμως ανίκανο να σου δώσει τις λύσεις που αναζητάς πίσω στη γη.

Η ταινία ξεκινάει όταν, μετά από ένα ατύχημα, ο αστροναύτης και βοτανολόγος Mark Watney (ενσαρκωμένος από τον θαυμάσιο Matt Damon) ξεμένει στο περιβάλλον τού Κόκκινου Πλανήτη, ενώ το υπόλοιπο πλήρωμα της αποστολής, θεωρώντάς τον νεκρό, ξεκινά το ταξίδι της επιστροφής για τη Γη. Ο Mark αφήνεται έτσι μόνος σε έναν έρημο τόπο, με μοναδικό αντίπαλο τα ψυχικά και βιολογικά του όρια. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οποιοσδήποτε άλλος απλός άνθρωπος είχε βρεθεί στην ίδια κατάσταση θα είχε, δεδομένων των αντιξοοτήτων, χάσει τη ζωή του από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Όμως ο Mark Watney δεν είναι ένας απλός άνθρωπος. Είναι ένας έξυπνος, εφευρετικός, αστείος αλλά και πεισματάρης επιστήμονας που χρησιμοποιεί τις επιστημονικές του γνώσεις για να επιβιώσει και να μπορέσει να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που προκύπτουν το ένα μετά το άλλο, χωρίς να το βάζει κάτω ούτε για ένα λεπτό. Τον παρακολουθούμε λοιπόν να μιλάει σε ένα ηλεκτρονικό ημερολόγιο ώστε να μην τρελαθεί και να κρατάει τον μυαλό του σε συνεχή έλεγχο, αντιμετωπίζοντας την κατάστασή του με σοβαρότητα, χιούμορ αλλά και μια απίθανη ελαφρότητα που του χαρίζει τόσο η προσέγγιση του Scott, όσο και η πανέξυπνη χρήση της μουσικής ντίσκο που είναι και η μόνη μουσική που έχει μαζί του ο Mark.

Στον Άρη βέβαια δεν μπορείς να μείνεις για πολύ, ακόμα κι αν βρεις τον τρόπο να καλλιεργήσεις πατάτες. Γι’ αυτό και, παράλληλα με τον Mark, παρακολουθούμε τις προσπάθειες των επιστημόνων της NASA πίσω στη Γη αλλά και του πληρώματος του σκάφους τού Mark (με κυβερνήτη την υπέροχη Jessica Chastain), οι οποίοι κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να φέρουν τον άνθρωπό τους/μας πίσω. Έναν άνθρωπο που, σύμφωνα με την ιστορία, γίνεται σύμβολο ολόκληρου του δυτικού κόσμου, ενός κόσμου που μοιάζει να παρασύρεται από την αβάσταχτη πραγματικότητα που ζει ο Mark, έχοντας προς στιγμήν ξεχάσει τα ουσιαστικά προβλήματα που μαστίζουν την ανθρωπότητα του δικού μας πλανήτη (αρρώστιες, φτώχια, μεταναστευτικό και ό,τι άλλο προσωπικό κουβαλάει ο καθένας μέσα του).

Είπαμε, όμως, ο Scott είναι ένας διασκεδαστής και η Διάσωση είναι μια διασκεδαστική, σχεδόν εφηβική ταινία που σκοπό έχει να ψυχαγωγήσει όσους βρεθούν στη σκοτεινή αίθουσα για να την απολαύσουν για τις αρετές που διαθέτει. Και θα την απολαύσουν, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο πλάνο του αστρικού ουρανού της. Θα την απολαύσουν για τα ερωτήματα που κοιτάει, που θέλει αλλά δυσκολεύεται να θέσει (πρωτίστως στον εαυτό της), για την ομορφιά της εξερεύνησης ενός άγνωστου τόπου, αλλά και την επιπολαιότητα με την οποία μπορείς να απολαύσεις μια τέτοια ταινία τη στιγμή που την έχεις περισσότερο ανάγκη. Μη τον παρεξηγείς τον Scott, γιατί εδώ γνωρίζει τα όριά του (νιώθοντας και ο ίδιος έφηβος;). Και, για να πω την αλήθεια, είναι προτιμότερο να αναλώνεται σε τέτοιου είδους ελαφρότητες και να αριστεύει, από το να αποδεικνύει την αδυναμία του να διαχειριστεί σοβαρότερες προσεγγίσεις και να αποτυγχάνει. Και ξέρεις, αυτός που δεν βρίσκει ίχνος απόλαυσης στην επιπολαιότητα, στην νεανική διασκέδαση και, τελικά, στην αγωνιώδη ακινδυνότητα μέσα σε μια ψυχαγωγική ταινία, δεν έχει ιδέα τι πάει να πει ψυχαγωγικό σινεμά.

Ή απλώς, σινεμά.

Chris Zafeiriadis 

Τετάρτη, 21 Οκτωβρίου 2015

Back to the Future (1985)


Αν κοιτάξεις την Επιστροφή στο Μέλλον σήμερα θα διαπιστώσεις ότι τα χαρακτηριστικά που την έκαναν διάσημη όχι μόνο δεν έχουνε αλλοιωθεί, αλλά της έχουν χαρίσει μια αναπάντεχη νοσταλγία που δεν θα μπορούσε να υπάρχει στην εποχή της. Δεν είναι μόνο η ιστορία που σε μαγνητίζει με το χωροχρονικό της ταξίδι και την αγωνία της έκβασής της, ούτε η πειστική απλοϊκότητα στα πρόσωπα των πρωταγωνιστών που πηγαίνουν πέρα-δώθε στο χρόνο προσπαθώντας να τον κατακτήσουν. Αν κοιτάξεις την Επιστροφή στο Μέλλον σήμερα, θα μπορέσεις να ανακαλύψεις αφέλειες που αγαπήθηκαν χωρίς ντροπή στην εποχή τους, κινηματογραφικές λεπτομέρειες που ακτινοβολούν ευφυΐα και χαρακτηριστικά ανθρώπων που τους βλέπεις σήμερα και σε πιάνουν αμήχανα τα γέλια. Αν, φυσικά, δεν σε πιάσουν πρώτα τα κλάματα, αναλογιζόμενος ότι από τότε που γύρισαν αυτή την ταινία έχουν περάσει τόσα χρόνια που άλλαξαν σχεδόν τα πάντα στο πέρασμά τους, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού σου. 

Τουλάχιστον δύο γενιές ανθρώπων εμπλέκονται σε αυτήν την ευφάνταστη ιστορία, η οποία ξεκινάει από το 1985, επιβιβάζεται σε μια DeLorean γεμάτη κλεμμένο πλουτώνιο που ανήκε σε Λίβυους τρομοκράτες (αλήθεια, που το βρήκαν αυτοί;) και πιάνει τα 140χμλ/ώρα για να ταξιδέψει τριάντα χρόνια πίσω στο χρόνο, στην ήδη καταγεγραμμένη πραγματικότητα του 1955. Μία στιλάτη DoLorean, επιστημονικά ανακατασκευασμένη και ρυθμισμένη από τα χέρια του Dr. Emmett Brown, τον οποίο ενσαρκώνει ο υπέροχος Christopher Lloyd και του οποίου αυτός είναι μάλλον ο πιο χαρακτηριστικό του ρόλος, από τη Φωλιά του Κούκου μέχρι και τα πρόσφατα Πιράνχας που συμμετείχε με χιούμορ. Ένας πεισματάρης καθηγητής, που χρειάζεσαι ακριβώς μηδέν δευτερόλεπτα για να συμπαθήσεις, χαμένος στις σκέψεις και τις εμμονές, χρησιμοποιεί διαφορετικές επιστημονικές μεταβλητές που δεν αναλύονται στην ταινία - έτσι κι αλλιώς, δεν θα καταλαβαίναμε τίποτα - διαστρεβλώνοντας με ευκολία τις μοριακές δομές και τους νόμους της φυσικής. Ανακαλύπτει έτσι το ταξίδι στο χρόνο, που μεταξύ μας, από μόνο του ως ιδέα είναι συναρπαστική, δεν καταφέρνει όμως να γίνει και ο ίδιος ταξιδιώτης, τουλάχιστον όχι σε αυτό το επεισόδιο. 

Το ταξίδι συμβαίνει κατά λάθος και κατ’ ανάγκη με επιβάτη τον νεαρό Marty McFly, έναν ταχύτατο και ασταμάτητο Michael J. Fox που δίνει τη δική του μάχη, προσπαθώντας να προφυλάξει την ιστορία που επρόκειτο να αλλάξει, όχι μόνο για να σώσει τη δική του πραγματικότητα, αλλά για να διορθώσει και τα ελαττώματά της. Στο πισωγύρισμα των τριάντα χρόνων ο Marty συναντάει κάθε λογής γνωστές και άγνωστες φυσιογνωμίες του τόπου του, συμπεριλαμβανομένων και δύο ανθρώπων που αργότερα θα γίνουν η οικογένειά του. Σε κάνει έτσι να σκέφτεσαι πόσο ανατριχιαστικό και λάθος είναι να βρίσκεσαι πρόσωπο με πρόσωπο με τους γονείς σου και να έχετε την ίδια ηλικία. Να τους γνωρίζεις με τις ομορφιές της νιότης, τα πάθη και τις ανασφάλειες που δεν σου έδειξαν ποτέ γιατί απλώς είναι οι γονείς σου και δεν σου πέρασε ποτέ από το μυαλό πόσο πολύ μπορεί να μοιάζετε στη συμπεριφορά, τις σκέψεις και τον τρόπο που αντιδράτε σε κάθε τι μικρό ή μεγάλο συμβαίνει σε αυτή τη ζωή. 

Μέσα από αυτό το ταξίδι δεν θα αλλάξουν και πολλά από την παγκόσμια ιστορία. Οι αρχηγοί κρατών, η rock μουσική, τα sneakers και το skate θα παραμείνουν όπως τα ξέρεις, ενώ παράλληλα θα αναγνωρίσεις και το αναμενόμενο σε τέτοιου είδους ταινίες. Την υπαρξιακή ανησυχία των χαρακτήρων, δηλαδή, και τη προσπάθειά τους να νικήσουν τους νόμους της φυσικής, διατηρώντας τους εαυτούς τους σε μια συγκεκριμένη χρονική βεβαιότητα. Ταυτόχρονα, όμως, θα νιώσεις και την ανάγκη τους να νικήσουν τον χρόνο και να ικανοποιήσουν έτσι μια ανθρώπινη ευχή. Την ανάγκη να ταξιδέψουν, να βιώσουν και να γνωρίσουν τον τόπο και την ιστορία, πριν και μετά από αυτούς. Βέβαια, ως θεατής πρέπει να είσαι υποψιασμένος. Όταν ο Spielberg παρουσιάζει και ο Zemeckis σκηνοθετεί ένα σενάριο που απορρίφθηκε περίπου 40 φορές μέχρι να γίνει ταινία, η ανικανοποίητη ευχή της εμπειρίας μπορεί να ικανοποιηθεί, έστω κι αν είναι στη μεγάλη οθόνη. Πρόκειται φυσικά για δύο αμετανόητους παραμυθάδες, επιρρεπείς στο να αψηφούν τους κανόνες που προστάζει η λογική, τους αποδέχεται όμως ο κινηματογράφος μέσα από μια διασκεδαστική και αφελή παραδοξότητα. 

Ο Marty ταξίδεψε από το 1985 που ήταν η εποχή του, τριάντα χρόνια πίσω και συνάντησε ό,τι τον είχε διαμορφώσει, προτού ακόμα ο ίδιος γεννηθεί. Σήμερα που είμαστε στο 2015, τριάντα χρόνια μετά, το Back to the Future κάνει άλλο ένα άλμα, αυτή τη φορά εμπρός, και ενώνει ακόμα μια γενιά με τις προηγούμενες, σαν να μη πέρασε μια μέρα από το πρώτο ταξίδι της DeLorean. Ο ήχος του ρολογιού στην κεντρική πλατεία μπορεί να έχει σωπάσει, ο χρόνος όμως δεν μπορεί να σταματήσει ένα ταξίδι με κατεύθυνση το παρελθόν και επιστροφή ξανά στο μέλλον. Ένα μέλλον που τούτη τη φορά, είναι το δικό μας.

Chris Zafeiriadis