Πέμπτη, 26 Αυγούστου 2010

Στρέλλα (A Woman's Way) - (2009)

“Οικογένεια, η κατάρα των trans…”

Ήταν πριν από δέκα περίπου χρόνια όταν ο Πάνος Κούτρας δεχόταν με χαμόγελο τις μούντζες για τον γιγαντιαίο μουσακά του, ενώ σήμερα - με το ίδιο χαμόγελο πάντα - τις επιστρέφει όλες στα μούτρα εκείνων που αδυνατούσαν τότε να αναγνωρίσουν την ιδιαίτερη προσωπικότητα ενός σύγχρονου Έλληνα δημιουργού. Είναι και ο πολιτισμός μας τέτοιος που μέσα στον εξωραϊσμό μιας άκρως ξενοφοβικής και υποκριτικής χώρας, αδυνατεί να αποδεχτεί το διαφορετικό, το ξένο, εκείνο που νιώθει ότι απειλεί την φαινομενική γαλήνη που με τόσο κόπο έχει χτίσει. Και είναι υπέροχος ο τρόπος με τον οποίο ο Κούτρας καταφέρνει σε 16 μόλις χιλιοστά, να χωρέσει όλη αυτή την “γαλήνη” και στη συνέχεια να την κομματιάσει, σκορπίζοντας με ένα πονεμένο πάθος τα κομμάτια της στα πολύβουα σοκάκια μιας ξεθωριασμένης Αθήνας.

Όμως η Στρέλλα δεν έχει σκοπό να διαταράξει την γαλήνη αυτού του τόπου, ούτε καν να την αλλοιώσει. Η Στρέλλα είναι γαλήνια από μόνη της γιατί έχει αποδεχτεί την φύση της. Και ως τρανσεξουαλικός αλλά κυρίως ανθρώπινος χαρακτήρας που είναι, πορεύεται με τις αρχές και τα πιστεύω ενός φυσιολογικού ατόμου, με τις ίδιες ανάγκες και τα ίδια πάθη που υπάρχουν σε καθέναν από εμάς. Η πόρνη που έβλεπε τα τρένα να περνούν, το μόνο που ψάχνει είναι η ανάγκη της συντροφικότητας, η ανάγκη της οικογένειας. Μιας οικογένειας που στερήθηκε από την ζωή και τα ντροπιαστικά παιχνίδια που της έπαιξε, μιας οικογένειας η οποία δεν χρειάζεται καν να είναι φυσιολογική. Αρκεί μόνο να είναι η δική της.

Παράλληλα, ο σκηνοθέτης ξετυλίγει το κουβάρι ενός άλλου απόκληρου. Ο μόλις αποφυλακισμένος Γιώργος φαίνεται να ψάχνει κάτι παρόμοιο με την Στρέλλα. Μόνο που ο δικός του κόσμος χωράει σε μια χούφτα μέσα. Έφταιξε, πλήρωσε, έχασε και τώρα επανέρχεται για να διεκδικήσει ξανά. Ο Κούτρας φέρνει τον Γιώργο κοντά στη Στρέλλα, όχι για να παλέψουν ενάντια στην νομοτέλεια ενός κόσμου που δεν τους ανήκει, αλλά ως αναπόσπαστο κομμάτι του, να αποδεχτούν την μοίρα τους και να συνεχίσουν. Να αποδεχτούν τα πάθη τους, όλα όσα τους χωρίζουν και όλα όσα τους ενώνουν. Για μια ζωή.

Με μια τρυφερή κινηματογράφηση η οποία πατάει γερά στις βάσεις της δεξιοτεχνικής αφήγησης ενός αδιαμφισβήτητου ταλέντου, ο σκηνοθέτης πετυχαίνει έναν πρωτοφανή για τα δεδομένα των ηρώων του, ουμανισμό, αναγκάζοντας τον θεατή όχι απλά να αποδεχτεί την φύση - και κατ’ επέκταση, την μοίρα - των δύο, αλλά να βιώσει έστω και λίγο από το δράμα τους, χωρίς ταμπού, χωρίς προκαταλήψεις και κυρίως, χωρίς ενοχές. Άλλωστε ο άνθρωπος αυτό που αισθάνεται είναι και αυτό που νιώθει πράττει.

Αυτός είναι και ο λόγος που το Κούτρας φτιάχνει αυτή την αμαρτωλή ταινία βασισμένη σε έναν περήφανο χαρακτήρα, ο οποίος μπορεί να είναι τρανσεξουαλικά ίδιο-όμορφος, διαθέτει όμως περισσότερο τσαγανό από τους διάφορους «λεβέντες» με τους οποίους συναναστρέφεται καθημερινά. Η Στρέλλα με τα χίλια λόγια των περαστικών, ζει μια ρομαντική και ταυτόχρονα δραματική ελεγεία αγάπης, η οποία της αλλάζει τη ζωή και καταλήγει στην πραγματοποίηση της πιο ανώμαλης αλλά ειλικρινούς ονείρωξης. Και ανάθεμα αν έχει σημασία από πού προέρχεται η χαρά όταν σε κάνει να χαμογελάς και η συγκίνηση όταν σε κάνει να δακρύζεις. Η ζωή μπορεί να είναι πουτάνα αλλά καμιά φορά σου χαρίζει τις στιγμές εκείνες που δεν πρόλαβες να ζήσεις, που δεν πρόλαβες να δεις για να χαρείς, ούτε όμως και να κλάψεις. Μια αληθινή ζωή που λέγαμε και πριν λίγο καιρό…

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

Roman Holiday (1953)

Αν έπρεπε να επιλέξω την καλύτερη ταινία της σκηνοθετικής ευφυΐας που λέγεται William Wyler είμαι (σχεδόν) σίγουρος ότι δεν θα διάλεγα τις Διακοπές στη Ρώμη. Ομοίως, αν έπρεπε να επιλέξω την καλύτερη εμφάνιση της λατρεμένης Andrey στην μεγάλη οθόνη, ούτε και η Princess Ann θα ήταν στη κορυφή των προτιμήσεών μου. Αν όμως έπρεπε να επιλέξω την πιο απολαυστική, ανάλαφρη και ταυτόχρονα διδακτική ταινία ενός ζεστού καλοκαιριού, τότε σίγουρα το Roman Holiday θα χτύπαγε πρωτιά, και μάλιστα με την χαρακτηριστική ευκολία μιας επάξια διαχρονικής δημιουργίας.

Παίρνοντας τα καλύτερα συστατικά της screwball κωμωδίας των thirties και forties και αναμιγνύοντάς τα με την ρομαντική διάθεση ενός απρόσμενου έρωτα, ο Wyler καταφέρνει εδώ με μαεστρία να δημιουργήσει μια παραμυθένια ιστορία, τοποθετώντας τους πρωταγωνιστές του σε μια από τις ωραιότερες πόλεις της Ευρώπης. Η πολυδιαφημισμένη περιοδεία καλής θέλησης της πριγκίπισσας Ann καταφθάνει στη Ρώμη με βασιλική (φυσικά) υποδοχή για το νεότερο μέλος της, που όμως δεν δείχνει να έχει διάθεση να προσαρμοστεί στις υποχρεώσεις της υψηλής κοινωνικής της τάξης. Ακολουθεί όμως την συμβουλή του γιατρού που της λέει ότι «το καλύτερο πράγμα που έχεις να κάνεις είναι να κάνεις ό,τι θέλεις για λίγο».

Η ταινία αρχίζει και τελειώνει σε ένα μεγαλοπρεπές παλάτι, με τις απαραίτητες χαιρετούρες και θεατρινισμούς που επιβάλει μια υψηλή θέση, στο ενδιάμεσο όμως παρεμβάλλονται τα γεγονότα μιας αναγκαίας απόδρασης. Η Ann απαρνείται την πριγκηπική της ιδιότητα, «δραπετεύει» και φορτώνεται σε έναν αμερικανό δημοσιογράφο ("ωραίος" ο Gregory Peck) ο οποίος την περιθάλπει αρχικά, την ερωτεύεται όμως τελικά, χαρίζοντάς της την πολυτέλεια της ημερήσιας ελευθερίας. Μια ημέρα διακοπών στα πασίγνωστα σοκάκια της Ιταλικής πρωτεύουσας, μια ξενάγηση στα πιο γνωστά μνημεία της πόλης, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας , όπου η Ann θα ζήσει σαν κανονικός άνθρωπος, τρώγοντας παγωτό και κάνοντας τις ευχές που θα μπορούσε να κάνει μια κοινή κοπέλα. Και εδώ είναι όλη η ουσία της ταινίας.

Με φόντο μια υπέροχα ασπρόμαυρη Ρώμη, ο Wyler καταφέρνει να ευτελίσει τα υλικά αγαθά και τα Υψηλά πλούτη, αναδεικνύοντας τα άλλα, εκείνα που δεν αγοράζονται με διαμάντια και ζαφείρια, ούτε με δερμάτινα πορτοφόλια και χρυσές πιστωτικές (για να φέρω την ταινία και στη δική μας εποχή). Γιατί η ουσία τις περισσότερες φορές κρύβεται στα απλά πράγματα, σε ένα ήσυχο περίπατο, σε μια βόλτα με μια βέσπα, σε ένα παγωτό που προσπαθεί να μη λιώσει, σε ένα βλέμμα ειλικρίνειας και ένα χαμογελαστό πρόσωπο που στέκεται δίπλα σου κοιτάζοντάς σε τρυφερά. Και αυτά είναι που χαίρεται η Ann για πρώτη φορά στην βαθύπλουτη ζωή της.

Προσπαθώντας να κλέψει λίγη από την αιωνιότητα της πόλης, η ταινία μοιάζει σήμερα τόσο όμορφη όσο και οι αθάνατοι πρωταγωνιστές της. Όσο ασπρόμαυρα και αν είναι τα τοπία, τόσο αδυνατούν να ξεθωριάσουν, όσο ξεπερασμένη και αν μοιάζει η παραμυθιακή ιστορία, τόσο αγέραστη φαίνεται σήμερα. Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα. “Η ζωή δεν είναι πάντα όπως θα θέλαμε να είναι”, γι αυτό και ο κ.Wyler θα τελειώσει την αφήγησή του απορρίπτοντας τον κομφορμισμό του παραμυθιού, χαρίζοντας όμως τόσο στους ήρωες του όσο και σε εμάς τους θεατές το μόνο πράγμα που δεν θα μπορέσει ποτέ κανείς να μας πάρει μακριά. Τις αναμνήσεις μιας υπέροχης μέρας. Αυτές οι διακοπές θα μείνουν αξέχαστες…

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 12 Αυγούστου 2010

The Maltese Falcon (1941) - Uncut English Version

“Well, if you loose a son it’s possible to get another. But there’s only one Maltese falcon…”

And this was only the beginning – one could say- for the director, who not only founded what was later to be known as American Noir, but managed with his first directorial debut to shape a whole cinematic era, creating a timeless film, unfading in the history of our beloved art.

But....
While this might have been the beginning for a somewhat boldacious review on the larger-than-life, cinematic Maltese Falcon, yet, I believe that above all else such a gesture presupposes a confession, necessary on my part, to the (equally) boldacious readers. Besides, I think I owe it, for a multitude of reasons.

With regard to my taste and cinematic development, the director/auteur in question is not only a widely recognisable figure in the long history of cinematic art. He is first and foremost an artist of (bottomless) inspiration, (mentoring) talent and an object of (personal) admiration, both for the way he conducted his earthy life and for the indisputable value of his work. Therefore, the present piece (more a personal tribute than a film review) is a subjective look and not an objective approach to the Falcon. So now I can take the whole thing from the beginning.

Filmed in a still incubatory era for Western cinema, The Maltese Falcon was there at the birth of three major components of its thereafter development. First of all, the film releases the 42-year-old Bogart from (relative) obscurity, granting him one of the defining roles in his career (along with the mighty High Sierra of the same year), and giving us an idoladored actor whose performance bewitches even in its nth repeat. Second, it announces the directorial presence of Huston, who upon realising that screenwriting is not fulfilling him, embarks on a directorial debut, which in turn resulted in a mythical now film. Third and foremost, The Maltese Falcon will signal the birth of American Noir, presenting cinema goers (and especially the devoted fans of the genre) with a perfect measuring device, against which they were to judge the noirs to follow. And in my opinion few were the films that have achieved so much with such meagre means to their disposal.

Of course all of the above meant very little back then. Cinematic history had already been written in the 1930s with Hawks, Capra, Vidor, Whale, the Marx Brothers and Chaplin being the major celluloid soloists (Keaton would be my personal preference for reasons which far exceed the limits of this piece). With such cinematic history to live up to, the anticipated success of Huston’s Falcon – being the third attempt to adapt the Dashiell Hammett novella – was limited, a thing of wonder bearing in mind that it was left to a vagabond, insignificant and inexperienced director.

Yet it was Huston’s creative restlessness, story-telling genius and professional dedication that transformed the film into a pioneering masterpiece. “Every scene to be shot is to be the key scene of the film” advised the studio producer, and Huston set out to realise exactly this. A diamond falcon, imperious, ageless and magnificent as this one is, becomes the object of desire for many of film’s characters (prophesying the profit-driven Sierramadrics). Its power lies not in transforming people, but in magnetising those with the most intense, self-centred, indelible features. A vain Mafioso (Greenstreet), a deceiving female (Astor) a small-time crook of short stature (Lorre) and an unscrupulous private eye (Bogart) will clash and confront each others’ lies, quick-witted minds and instincts, in order to find themselves in the most desirable position in the whole story.

The Private Eye, who happens to combine the features of all of the above characters, will be the first beloved of the Hustonian universe. With the camera accentuating his expressive powers, Bogart defends an outdated code of honour; he will scorn and reject the stuff that dreams are made of, at the same time as he rejects the (doubtful) love of the female, leaving only echoes of false promises and lost opportunities to reverberate in an empty room. He will end up alone, alone in uncompromised honour; the loner who never surrendered to anyone but us, who until today, seventy years later marvel at the strength and integrity of his character.

And this was only the beginning...

Chris Zafeiriadis
(Translated by Sylvia Karastathi)