Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Drive (2011)


Κάπου εκεί, στους αφιλόξενους δρόμους ενός κόσμου που τον έχει απορρίψει, ο ανώνυμος πρωταγωνιστής της ταινίας συστήνεται ως ένας ιδανικός οδηγός αυτοκινήτων. Ένας οδηγός που κατέστησε τον κίνδυνο καλύτερό του φίλο και αντικατέστησε τους ανθρώπους της ζωής του με μια σιωπηλή μοναξιά που τσακίζει κόκκαλα. Όπως και ο ίδιος άλλωστε. Θαρρείς πως οι δικοί του άνθρωποι, για κάποιο λόγο που δεν θα μάθουμε ποτέ, αποφάσισαν να (παρα)μείνουν απόντες, κρατώντας μια αόρατη απόσταση ασφαλείας από το αινιγματικό προφίλ του ανώνυμου πρωταγωνιστή.

Ο Nicolas Winding Refn ανάβει την μηχανή του και ξεκινάει με μια αριστουργηματικά σκοτεινή σκηνή μινιμαλιστικής καταδίωξης, οδηγικού εντυπωσιασμού και δεξιοτεχνικής υπεροχής, η οποία μέσα απ’ την υπνωτική βαθυχρωμία που την διακρίνει, δίνει την θέση της στους ομορφότερους τίτλους που φορέθηκαν σε ταινία τα τελευταία είκοσι χρόνια. Από εκεί και έπειτα γνωρίζεις πλέον ότι ο σκηνοθέτης έχει το βλέμμα του στραμμένο σε μια άλλη εποχή, η οποία πέρασε μόλις πριν λίγο από μέσα μας, αφήνοντας ένα παντοτινό σημάδι σε όλους. Εκ της συνειδήσεως αυτό.

Το Drive δεν είναι το αριστούργημα των ακαδημαϊκών (ακόμα και αν κουβαλάει στο πορτμπαγκάζ του βαρυσήμαντα βραβεία και διακρίσεις), είναι όμως το αριστούργημα των ευαίσθητων θεατών. Εκείνων που έχουν το θάρρος να κοιτάνε πέρα από τις εικόνες, το στιλ, την φόρμα και τους οποιουσδήποτε κανόνες θεσπίζουν την δημιουργία μιας ταινίας, αναζητώντας - και τελικά ανακαλύπτοντας - αυτό που θα τους κάνει να καρδιοχτυπήσουν μέσα στην σκοτεινή αίθουσα. Λίγο πιο στιλισαρισμένο από τα κλασσικά heist movies και λίγο πιο ανέμελο από τα στιλισαρισμένα αριστουργήματα που το έχουν επηρεάσει, το Drive αφιερώνεται εξ’ ολοκλήρου στον νεαρό πρωταγωνιστή του. Και όλα όσα αυτός δεν κατάφερε να κατακτήσει μέχρι τώρα. Σιωπηλά βυθισμένο στη neon μελαγχολία όσων δικαιούμασταν από την ζωή αλλά δεν μας «έτυχαν» ακόμα.

Πριν και μετά την ταινία ο ανώνυμος οδηγός είναι μόνος. Δεν γνωρίζουμε τίποτα γι’ αυτόν και δεν θα μάθουμε ποτέ τις λεπτομέρειες. Στην διάρκεια των 100 λεπτών όμως, γίνεται δικός μας. Έχοντας μάθει να διαχειρίζεται τον κίνδυνο της ασφάλτου, ο απρόσωπος κασκαντέρ, ντουμπλάρει ακριβοπληρωμένους πρωταγωνιστές σε επικίνδυνες κινηματογραφικές σκηνές. Αυτός παίρνει το ρίσκο, εκείνοι παίρνουν την δόξα. Τα κάνει αυτά η ζωή. Χάνει όμως με αυτό τον τρόπο την θέση του πρωταγωνιστή. Παράλληλα χάνει και την ζωή που τον προσπερνάει χωρίς να τον ρωτήσει, καθιστώντας τον παράταιρο από την κοινωνία που τον περιβάλλει. Τους λόγους, είπαμε, δεν θα τους μάθουνε ποτέ. Θα μάθουμε όμως την ελπίδα και την προσδοκία, ακριβώς την στιγμή που θα συναντήσει εκείνη. Τότε το βλέμμα του θα αλλάξει και το πρόσωπό του θα φορέσει επιτέλους ένα απρόσμενο χαμόγελο, μικρού παιδιού.

Κάπως έτσι, το Drive αποκαλύπτεται. Από τις σοφής λιτότητας σκηνές ενστικτώδους βίας μέχρι τις slow motion ερωτικές ματιές (βγαλμένες κατευθείαν από το σινεμά του Wong Kar-wai), η ταινία οδηγεί τον νεαρό πρωταγωνιστή της στην λυτρωτική πραγματοποίηση του ονείρου (όπως θα παραλλήλιζε κάποιος ρομαντικός την υπνωτική ατμόσφαιρα του φινάλε). Δεν έχει σημασία αν τελικά κερδίζει το κορίτσι ή όχι. Αρκεί που εκείνη του έδωσε την ευκαιρία, έστω και αν δεν τον ανα-γνωρίσει ποτέ κανείς, να γίνει για πρώτη φορά ο ήρωας που πότε δεν ήταν. Την δυνατότητα να οδηγεί πλέον με το δικό του πρόσωπο, μεταμορφωμένος από απρόσωπος κομπάρσος σε πρωταγωνιστή μιας ταλαιπωρημένης Πόλης γεμάτη ανώνυμους Αγγέλους.

Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

The Sugarland Express (1974)


Πριν αρχίζω να αραδιάζω τα γραφόμενά μου για το ντεμπούτο του κ.Spielberg για την μεγάλη οθόνη, θα έπρεπε ίσως να κάνω μια μικρή, πλην όμως σημαντική, εξομολόγηση: Ξεκινώντας να τοποθετώ τις διάφορες σκέψεις για το επικείμενο γραπτό μου, συνειδητοποίησα ότι αναζητούσα τα κοσμητικά εκείνα επίθετα που θα αναδείκνυαν και θα παρουσίαζαν την συγκεκριμένη ταινία σαν ένα μικρό αριστούργημα, χαμένο ίσως κάτω από την διασημότητα των ταινιών που το ακολούθησαν. Όμως πάντα αριστούργημα. Λίγο πριν ολοκληρώσω τις σκέψεις μου «θυμήθηκα» (όπως πολλάκις έχει αποδείξει η ιστορία) ότι κάποιες ταινίες δεν έχουν ανάγκη από επιχρυσωμένα επίθετα, ούτε χρειάζονται οποιουδήποτε είδους φανφαρολογίας από πολυλογάδες σαν και του λόγου μου για να αποδειχθούν σπουδαίες. Διότι πολύ απλά η σπουδαιότητα τους έγκειται σε εκείνα που δεν φαίνονται στις μπροστινές εικόνες της, αλλά σε εκείνα που πηγάζουν από την προσωπικότητα του καθενός που τις παρακολουθεί. Κάπως έτσι, το Sugarland Express έχει διαφορετική αξία για τον καθένα από εμάς, κυρίως όμως για τον διάσημο δημιουργό του. Έναν δημιουργό τον οποίο θα βρεις στις μικρές λεπτομέρειες που κάνεις δεν προσέχει και φυσικά ελάχιστη σημασία έχουν για την κριτική στην παρούσα στιγμή.

Η ταινία ξεκινάει με ένα υπέροχο πλάνο του αμερικανικού επαρχιακού αυτοκινητόδρομου, παρμένο κατευθείαν από τον εξοντωτικό Duel, με τον ήχο των βενζινοκίνητων κινητήρων να διαπερνά την ατμόσφαιρα. Κάπου εκεί, ξεπροβάλλει και η νεαρή πρωταγωνίστρια (υπέροχη η Goldie Hawn την οποία για κάποιο λόγο δεν καταφέραμε ποτέ να ερωτευτούμε στην διάρκεια της καριέρα της), με σκοπό να «κλέψει» το έτερόν της ήμισυ από ένα επαρχιακό κρατητήριο. Ως μοναδική πρόθεση των δύο, είναι να ξαναπάρουν στα χέρια τους τον δίχρονο γιό τους, τον οποίο η πρόνοια αποφάσισε να τους στερήσει. Με αυτό τον τρόπο ξεκινάει μια σκονισμένη καταδίωξη, παρόμοια με εκείνη του Duel, μόνο που εδώ ο Spielberg εισάγει για πρώτη φορά και το στοιχείο της οικογένειας (το οποίο αποκωδικοποιείται πλήρως εδώ). Έτσι, μια ιστορία που πασχίζει να αποδείξει ότι once an outlaw, always an outlaw, μετατρέπεται σε μια αγνή αφιέρωση σ’ ένα νεαρό ζευγάρι που για χάριν της οικογενειακής συνένωσης, είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει όλη την σεριφο-βλαχιά της αμερικανικής αφέλειας. Οι δύο ανυπότακτοι νέοι επικηρύσσονται μονομιάς (κάτι σαν Bonnie και Clyde αλλά χωρίς τα εγκλήματα των τελευταίων) και όταν δεκάδες περιπολικά κυνηγάνε δύο τέτοιους μικροδραπέτες, σε κάνει να αναρωτιέσαι ποιος ασχολείται με όλους τους υπόλοιπους παράνομους αυτής της χώρας.

Βέβαια η ιστορία των δύο, αν και αληθινή, πάσχει από παντού. Δεν νοείται δηλαδή να καταδιώκεσαι από δεκάδες αντιπρόσωπους του νόμου και να θεωρείς ότι θα καταφέρεις να ζήσεις το όνειρο. Νομίζω όμως ότι έτσι αναδεικνύεται ένας ασυνήθιστος ρομαντισμός ο οποίος σιγά σιγά μοιάζει να εξαλείφεται από την καθημερινότητά μας. Ένας ρομαντισμός εμπλουτισμένος με μια soundtrack-ική φυσαρμόνικα, εφηβική ανυπομονησία και μπόλικο χιούμορ, όχι κατασκευασμένο αλλά ανόθευτο και ανεπιτήδευτο, σαν αυτό που μας χαρίζει που και που η ζωή (και στο οποίο λίγα χρόνια αργότερα θα αφιερωθούν οι περιπέτειες του μεγάλο Indy - και όχι μόνο).

Για να ολοκληρώσω: Μπορείς να ισχυριστείς ότι η ταινία στερείται καλλιτεχνικής σπουδαιότητας που θα την τοποθετήσει στο δημιουργικό πάνθεο του σκηνοθέτη (αν και τα περισσότερα πλάνα με τις παρθένες συγκρούσεις και τις φασαριόζικες ρήξεις, είμαι σίγουρος ότι τα ζηλεύουν ακόμα και σήμερα αρκετοί χολιγουντιακοί). Οφείλεις όμως να παραδεχτείς ότι μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους στο ηλιοβασιλεματικό φινάλε, η κινηματογράφηση της εκκεντρικής ιστορίας του ανυπότακτου αυτού ζευγαριού (το οποίο δεν χαρίστηκε σε κανέναν πλην του ισχυρότερου θεσμού), διαθέτει και, για να είμαστε ειλικρινείς, υπόκωφα συστήνει τα χαρακτηριστικά ενός εκ των σπουδαιότερων δημιουργών της κινηματογραφικής κουλτούρας. Γι’ αυτό και, εμμέσως, την απολαμβάνεις περισσότερο από όσο νομίζεις. Και ας μη το πιάνεις με την πρώτη.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Super 8 (2011)


Υπάρχουν κάθε λογής άνθρωποι. Κάθε λογής χαρακτήρες και κάθε λογής γούστα και παραξενιές. Μέσα σε αυτή την πληθώρα επιλογών που έχει δοθεί τριγύρω, υπάρχουν εκείνοι οι οποίοι δεν χωράνε στον δικό μας κόσμο. Ή για να το πω καλύτερα, που ο κόσμος μας δεν τους είναι αρκετός. Γι αυτό και αρέσκονται στο να καταναλώνουν ιστορίες από το υπερπέραν, με πλάσματα από άλλους πλανήτες, τεχνολογίες που ακόμα δεν έχουν ανακαλυφθεί στη γη και κοσμικά σκάφη που κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση από τον ορθολογισμό των υπολοίπων θνητών. Γι’ αυτούς τους ανθρώπους, η φαντασία ισούται με την δύναμή τους. Εκεί βρίσκεται η δική τους πραγματικότητα η οποία μπορεί να αλλάζει χίλιες μορφές το δευτερόλεπτο, παραμένει όμως ο τόπος στον οποίο αναπνέουν με ευχαρίστηση και ηδονή. Η σχέση αυτών των ανθρώπων με το Super8 είναι άμεση και αλληλοεπιδράσιμη.

Για την κινηματογραφική καριέρα του J.J. Abrams δεν έχεις να πεις και πολλά. Είναι ελάχιστες οι καταθέσεις του στη μεγάλη οθόνη, πράγμα που σε κάνει ελαφρώς δύσπιστο ως προς τις ικανότητές του. Ωστόσο, μέσα από την τηλεοπτική του καριέρα (την οποία δεν κρύβω ότι σε στιγμές έχω απολαύσει) γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι ο συγκεκριμένος κύριος αγαπάει το φανταστικό. Είτε αυτό βρίσκεται στα σενάρια τα οποία υπογράφει, στις σειρές που σκηνοθετεί, στα βιβλία που έχει διαβάσει, είτε ακόμα και στο σινεμά που έχει παρακολουθήσει. Γι αυτό το τελευταίο δεν υπάρχει αμφιβολία. Το Super8 έχει την ικανότητα να παλινδρομεί ανάμεσα στις επιρροές που τον έπλασαν σε αυτό που είναι σήμερα, τις - σκόπιμες - αναφορές στο σινεμά που έχει αγαπήσει και την έμψυχη ανάγκη της προσωπικής του δημιουργίας. (Σε αυτή την τελευταία πρόταση μπορείς να χωρέσεις όλα τα αφελή monster movies των 30’s-40’s-50’s, την παιδική φαντασίωση αλλά και τη λαχτάρα για ανακάλυψη/επινόηση/δημιουργία, την τεχνολογία που πέρασε, την τεχνολογία που έρχεται, την φιλοσοφία και τις «τυπικότητες» του sci-fi genre και οτιδήποτε άλλο έτυχε να διαβάσεις στα πολυάριθμα και πολύγνωμα γραπτά που κυκλοφορούν γι’ αυτή την ταινία).

Κάπου εκεί επεμβαίνει ο διάσημος παραγωγός του Super 8. Ένας πολυπράγμων δημιουργός ο οποίος έχει καταθέσει πολλάκις την άποψή του για τον τρόπο που πρέπει να βλέπουμε και να απολαμβάνουμε το σινεμά και πολλά από τα χαρακτηριστικά του βρίσκονται εξόφθαλμα μέσα στην ταινία. Ίσως κάποιος να υποστηρίζει ότι η παρουσία του λειτουργεί ανασταλτικά για τον Abraams του οποίου ο χώρος περιορίζεται επικίνδυνα, κάποιος άλλος όμως θα σκεφτεί ότι ο συγκεκριμένος κύριος, ουδέποτε λειτούργησε ως διεκπεραιωτής, παρά μόνο ως ένας αφοσιωμένος έφηβος που υπηρετεί την φαντασία και το ένστικτό του, εμπνέοντας τους κατά καιρούς συνεργάτες του. Δεν γνωρίζω πού ακριβώς βρίσκεται η αλήθεια και δεν έχω να σου πω τίποτα παραπάνω (όπως φαντάζομαι ούτε η ταινία) αν δεν ανήκεις σε εκείνους που γαλουχήθηκαν με το είδος . Γνωρίζω όμως ότι αν είσαι λάτρης όλων όσων αναφέρονται παραπάνω, το πιθανότερο είναι όχι μόνο να απολαύσεις την ταινία αλλά το χαμόγελό σου να χαθεί πολύ αργότερα από το πέσιμο των τίτλων τέλους (και την α λα close encounters απογείωση του εξωγήινου αεροσκάφους).

Βλέπεις, η πραγματικότητα για τον καθένα είναι διαφορετική. Εδώ φαίνεται μέσα από την super8 κάμερα των πιτσιρικάδων πρωταγωνιστών (και ως πρωταγωνιστές μπορείς να εκλάβεις οποιονδήποτε από τους συντελεστές θέλεις), η οποία εν μέσω δημιουργίας μιας casablancικής σκηνής αποχωρισμού, λοξοδρομεί, «βλέποντας» - και στη συνέχεια αποκαλύπτοντας - την δική της πραγματικότητα. Το τι βλέπει ο καθένας από εμάς στη συνέχεια, είναι καθαρά θέμα πίστης.

Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

The Thing from Another World (1951)


Το πρώτο πράγμα που αντικρίζει κάποιος παρακολουθώντας την ταινία του Nyby (μετά το πασίγνωστο σηματάκι της RKO), είναι το όνομα του Howard Hawks στη θέση του παραγωγού και στη συνέχεια έρχεται ο τίτλος της ταινίας. Ούτε που θυμάμαι πόσες φορές έχω παρακολουθήσει το λογότυπο του τίτλου να σκίζει την οθόνη, σα να θέλει να επιτεθεί, προσπαθώντας να εισβάλλει στον δικό μας κόσμο. Βέβαια, γι’ αυτό δεν ευθύνεται ο ίδιος ο Nyby αλλά η Carpenterική Νύχτα με τις Μάσκες όπου ο εκεί μικρός πρωταγωνιστής παρακολουθεί έντρομος την συγκεκριμένη ταινία από μια μικρή τηλεόραση (πριν ακόμα το αριστουργηματικό remake του ‘82 γίνει πραγματικότητα). Αλλά αυτό είναι ένα άλλο κείμενο, yet to be released…

Το Thing from Another World θέλει να αφιερωθεί στην δύναμη και την εξυπνάδα του ανθρώπου. Ως αντιπροσωπευτικό δείγμα του είδους επιλέγονται κάποιοι στρατιωτικοί, ένας επιστήμονας, ένας δημοσιογράφος και μια γραμματέας, όλοι τους αμερικανοί και όλοι τους αντιμέτωποι με την ανακάλυψη και στη συνέχεια την επιθετική μανία ενός διαφορετικού είδους από κάποιο μακρινό πλανήτη που δεν γνωρίζουμε. Ένα άλλο είδος body snatcher το οποίο κουβαλάει στην πλάτη του εκατομμύρια χρόνια ξεχασμένης ιστορίας, θαμμένα στους πάγους της γης. Σε αυτό το κατάλευκο τοπίο του Βορείου Πόλου, με το χιόνι να επιβεβαιώνει την λευκή κυριαρχία του απέναντι στα υπόλοιπα χρώματα και το βαρομετρικό να χαμηλώνει απότομα, κάνοντας παρέα στον χαμηλό φωτισμό που πρωταγωνιστεί στην ταινία, το ανθρώπινο είδος επιβιώνει με το μίνιμουμ των απωλειών. Ίσως γιατί στα 50΄ς ακόμα δεν είχε ανακαλυφθεί το αναλώσιμο της ανθρώπινης φύσης, ίσως γιατί η αμερικάνικη κοινωνία δεν ήταν ακόμα έτοιμη να δεχτεί την ευπάθεια της εύπλαστης νοημοσύνης της.

Κάπου εκεί θα γίνουν και οι απαραίτητες, πλην όμως ευγενικές, για την εποχή, νύξεις, για τους διάφορους εχθρούς που απειλούσαν την τότε Αμερική. Γεγονός παραμένει ότι αυτή η χώρα ποτέ δεν σταμάτησε να αναμετριέται με ένα απροσδιόριστο θεριό και η αχρωμία του ασπρόμαυρου φιλμ δεν εμπόδισε κάποιους να το χρωματίζουν με τα πιο έντονα χρώματα. Δεν έχει όμως καμία σημασία, διότι ο χρόνος κυλάει και η ταινία μετά από πενήντα χρόνια αναπνέει ακόμα, δίνοντας τροφή στους σεναριογράφους της εποχής μας. Και αν θελήσεις να με ρωτήσεις, θα σου απαντήσω ευθέως ότι εμείς δεν έχουμε καμία δουλειά να κοιτάμε καχύποπτα και υποψιασμένα μια ταινία η οποία κατάφερε να επηρεάσει από το Rio Bravo έως και το Alien. Δεν της αξίζει νομίζω. Άλλωστε θαρρώ πως αυτοί οι ελάχιστοι που θα την αναζητήσουν σήμερα, δεν έχουν τίποτα κοινό με εκείνους που ανακαλύπτανε τότε σημεία και τέρατα (εδώ κυριολεκτικά). Ο χρόνος αποδαιμονοποίησε το …Thing μετατρέποντάς το σε ένα απολαυστικό εργαλείο της ακόρεστης φαντασίας (μας).

Εντούτοις, το πράγμα από τον άλλο κόσμο φέρνει στο νου απορίες και πραγματικότητες από τον δικό μας. Απορίες που γεννιούνται στα πρώτα χρόνια της ζωής και πραγματικότητες που μαθαίνουμε μέχρι να έρθει ο θάνατος. Ανάμεσα στα δύο παρουσιάζει αθάνατες αλήθειες για το ανθρώπινο είδος. Παγκόσμιες. Από την “knowledge is more important than life” άποψη της πάντα εντυπωσιασμένης επιστήμης, μέχρι το kill-or-be-killed αίσθημα που διακατέχει εκείνους που μάχονται. Και στην ολοκλήρωση αποφαίνεται: Η ανθρωπότητα πάντοτε θα έλκεται από το αλλόκοτο, το διαφορετικό από εκείνη. Αλλά και πάντοτε θα το φοβάται. Γι αυτό και κάθε άνθρωπος έχει στραμμένο το βλέμμα προς τον δικό του ουρανό. Ο καθένας φαντάζομαι για τους δικούς του λόγους.

Chris Zafeiriadis