Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

In Time (2011)


Κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι στο μυαλό του Niccol κατοικούν μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες ιδέες της σύγχρονης κινηματογραφίας. Ιδέες που είτε καταλήγουν σε σκεπτόμενες, πολυδιάστατες και φιλμικά απολαυστικές «πραγματικότητες» (Gattaca, Truman Show, Terminal), είτε σε μερικώς αναπτυσσόμενες ταινίες, ημιτελούς προσανατολισμού (Lord of War). Ιδέες, μέσα στις οποίες μπορείς να ανιχνεύσεις από κοινωνικές αμφιβολίες και πολιτικές αβεβαιότητες, έως και κρυμμένες αναρχικές επαναστάσεις (μόνο που η απρόσωπη κουκούλα δεν έχει εισέλθει ακόμα στην βιομηχανία του θεάματος, η επανάσταση όμως το έχει κάνει εδώ και καιρό), γεγονός που σε στιγμές προσδίδει μια αποπνέουσα αλληγορία στο έργο του συμπαθή Νέο-Ζηλανδού .

Στην παραπάνω διαπίστωση εντάσσεται ολοσχερώς το In Time. Μια απαστράπτουσα ιδέα η οποία εσωκλείει μέσα της την πιο εύστοχη κοινωνικοοικονομική αλληγορία της σύγχρονης πραγματικότητας στην οποία έχει παραδοθεί το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Μια πραγματικότητα η οποία θέλει τον κόσμο χωρισμένο σε διαφορετικά επίπεδα, με τους ελάχιστους έχοντες, κατέχοντες, πλεονέκτες, ευφόρους, πνιγμένους στην πολυτελή αφθονία του απομονωμένου τους κόσμου, αριστοκράτες, να ζούνε υψηλά και εις βάρος των μειονεκτούντων και κοινωνικά αδύναμων μελών της πλειονότητας των ανθρώπων, εκμεταλλευόμενοι την δύναμη της εξουσίας (που προφανώς έχουν κερδίσει με το αζημίωτο). Με την διαφορά ότι στην κοινωνία που έπλασε ο Niccol, ο χρόνος είναι το ανταλλάξιμο (και επιζητούμενο) προϊόν, με αυτούς που το(ν) διαθέτουν σε αφθονία να δύναται να ζούνε εις τους αιώνας των αιώνων, και εκείνους που ξεμένουν να πεθαίνουν σαν αδέσποτα καταμεσής του πεζοδρομίου (αμφότεροι στάσιμοι στην εξοχότατη ηλικία των 25).

Σε αυτό το περιβάλλον, με την πρωτοφανή έλλειψη θρησκείας και πίστης σε κάτι το ανώτερο (Θεός δεν υπάρχει, εκκλησίες, νεκροταφεία και λοιποί τόποι λατρείας παραμένουν εκτός, ενώ η ελεημοσύνη έχει βρει καταφύγιο σε συνοικιακά καταστήματα με neon επιγραφές διαθεσιμότητας), ο Niccol θα στήσει τον δικό του πόλεμο των κόσμων. Έναν πόλεμο που φέρνει αντιμέτωπους από την μία έναν επαναστατημένο ήρωα από το γκέτο των φτωχών (με περιορισμένη διάρκεια ζωής) και από την άλλη ένα ολόκληρο καπιταλιστικό σύστημα προορισμένο να «ζει» όσο υπάρχουν οι κοινωνικά αδύναμοι να το υπηρετούν, «πληρώνοντας» ατελείωτες ώρες από την ζωή τους, για την διαιώνιση των εκλεκτών.

Και ενώ οι προβληματισμοί και οι αρετές της ταινίας προσπαθούν να ανθίσουν μέσα στην ροή της ιστορίας (από το αδηφάγο σύστημα συντήρησης ανθρώπων και την επίτευξη της σταθερότητας σε μια αγέραστη ομορφιά, μέχρι τα εκφραστικά βλέμματα των πρωταγωνιστών - Timberlake και Murphy αμφότεροι εκπλήσσουν ερμηνευτικά), τα μειονεκτήματα της ταινίας εμφανίζονται όταν αρχίζει να ξεμένει σιγά-σιγά και η ίδια από χρόνο. Όσο δηλαδή τα δευτερόλεπτα κυλούν ανεκμετάλλευτα πάνω από την επιφανειακή αφήγηση, τόσο αντιλαμβάνεσαι ότι από ένα ενθουσιώδες μυαλό σαν του Niccol θα ήθελες μια πιο διεισδυτική κριτική, ικανή να αντικαταστήσει τα ελαχίστης σημασίας ανθρωποκυνηγητά και αμαξοσυγκρούσεις του τελευταίου μισάωρου.

Ανθρωποκυνηγητά τα οποία ναι μεν επαληθεύουν τον επιδιωκόμενο blockbuster χαρακτήρα της παραγωγής (και αν είσαι blockbusterάκιας θα σε αφήσουν πλήρως ικανοποιημένο), από την άλλη όμως στερούν από την ιδέα μια ενδεχόμενη στοχαστική σεναριακή ανάπτυξη η οποία θα απογείωνε το όλο εγχείρημα και θα του χάριζε περισσότερο χρόνο αναπνοής και αναγνώρισης ανάμεσα στον σωρό του είδος που υπηρετεί.

Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

The Artist (2011)


Στην εποχή που ζούμε και αναπνέουμε, είναι σχεδόν αδύνατο να βρεις ανθρώπους που μεγάλωσαν μαζί με τον βουβό κινηματογράφο. Μπορείς όμως να βρεις ανθρώπους που τον αγάπησαν και τον έμαθαν, σαν να’ ναι κομμάτι του εαυτού τους. Από κάτι τέτοιους παρελθοντολάτρες είναι φτιαγμένο το Artist, όχι όμως μόνο για αυτούς, αλλά και για όλους τους υπόλοιπους που αγαπάνε την τέχνη του σινεμά. Διότι το Artist μπορεί να μην διαθέτει πολυλογάδες ηθοποιούς και πολύχρωμους διαλόγους, διαθέτει όμως τους σιωπηλούς ήχους μιας άλλης εποχής, μιας εποχής όπου οι θεμελιώδεις μηχανισμοί την τέχνης που αγαπήσαμε γοήτεψαν το κοινό, προσφέροντας απλόχερα την μαγεία της σκοτεινής αίθουσας. Όπως ακριβώς συμβαίνει και εδώ, με το κοινό, θεωρώ, να παραμένει το ίδιο διψασμένο, όπως και τότε.

Η ιστορία απλή. Ένας διάσημος ηθοποιός του βωβού κινηματογράφου γνωρίζει μια άσημη και φιλόδοξη νέα και ενώ η καριέρα εκείνου παίρνει την κατιούσα με την έλευση του ομιλούντος, εκείνης απογειώνεται στα αστέρια. Η λάμψη εκείνου ξεθωριάζει και σιγά-σιγά σβήνεται, ενώ εκείνης ολοένα και γιγαντώνεται, έτοιμη να κατακτήσει και τον πιο μακρινό ουρανό. Ο ανεκδήλωτος έρωτας των δυο όμως παραμένει. Μέχρι όμως την στιγμή της φανέρωσης, όπου τα συναισθήματα θα κατακτήσουν τις ασπρόμαυρες εικόνες στο πανί.

Κάπως έτσι αντιλαμβάνεσαι ότι η μαγεία της ταινίας δεν κρύβεται στην πρωτοτυπία της ιστορίας αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή προσφέρεται. Και η προσφορά στην προκειμένη περίπτωση ξεχειλίζει από χιουμοριστικά ευτράπελα, δραματουργικές ανισορροπίες, αφθονία εύληπτων, πλην όμως αναλλοίωτων στον χρόνο, συναισθημάτων (για κάθε λογής συναισθηματία θεατή) και ένα πρωταγωνιστικό δίδυμο που κλέβει καρδιές. Με εκείνον να σου μιλάει διαρκώς με τις ευφραδείς εκφράσεις του προσώπου του (αναδεικνύοντας το φως που μπορεί να ακτινοβολεί ένας ηθοποιός) και εκείνη να σου κλείνει συνεχώς το μάτι (κουνώντας με μια σαγηνευτική χάρη τους υπέροχους γοφούς της).

Ίσως τότε συνειδητοποιήσεις ότι η μαγεία της 7ης τέχνης κρύβεται στην απλότητά της. Δεν χρειάζονται εκκωφαντικές ορθοφωνίες, εντυπωσιακά τεχνάσματα και τεχνολογικά επιτεύγματα για να μαγευτείς. Μοναχά μια ευανάγνωστη ιστορία και έναν άνθρωπο να σου διηγηθεί την δική του αλήθεια. Και η αλήθεια του Hazanavicius είναι η αγάπη του. Μια αγάπη που όχι μόνο δεν ξεθωριάζει αλλά μένει αναλλοίωτη στον χρόνο, υπενθυμίζοντάς σου ότι για να μπορέσεις να αγαπηθείς θα πρέπει πρώτα να αγαπήσεις, ξεκινώντας από τον ίδιο σου τον εαυτό. Έτσι ο Αρτίστας μπορεί να αναπνέει το οξυγόνο της αυγής, διαθέτει όμως όλα εκείνα τα συστατικά που έχουν την δύναμη να γοητεύσουν τον θεατή κάθε εποχής. Με την γοητεία του να πλημμυρίζει και τα 24 καρέ κάθε δευτερολέπτου που θα περάσουν μπροστά από τα μάτια σου.

Chris Zafeiriadis

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Midnight in Paris (2011)


Κάπου εδώ, σ’ αυτόν τον άγνωστο τόπο, γεμάτο από κάθε λογής ανθρώπους, πρόσωπα και χαρακτήρες, έρχεσαι. Γεννιέσαι χωρίς επίγνωση και χωρίς σκέψη, αλλά με ψυχή βαθειά. Μια ψυχή που αγαπά, ποθεί , πονά, και λαχταρά όλο και περισσότερα, συνήθως πολλά, κάποια από τα οποία δεν θα καταφέρει ποτέ της να έχει.

Σε αυτόν τον ίδιο κόσμο μεγαλώνεις και μαθαίνεις. Γνωρίζεις την ιστορία, τις αξίες, τις αναποδιές, κάποιους από τους ανθρώπους που στέκονται δίπλα σου και κάποιους άλλους που στάθηκαν πριν από σένα, στο ίδιο ακριβώς σημείο. Αν είσαι τυχερός, ίσως να γνωρίσεις και τον εαυτό σου. Θα μάθεις ποια είναι εκείνα που σε κάνουν να χαμογελάς, εκείνα που σε κάνουν να δακρύζεις σαν μικρό παιδί και όλα εκείνα που κάνουν την ψυχή σου να λαχταρά για το λίγο παραπάνω. Και κάπου μέσα σε όλο αυτό τον λαβύρινθο επιλογών και συναισθηματικών (απο)προσανατολισμών, συνειδητοποιείς ότι πολλά από αυτά που γνωρίζουμε στη μικρή πορεία της ζωής, δεν είναι της εποχής μας. Μπορεί να είναι όμως αυτά που θα αγαπήσουμε με όλη μας την καρδιά. Και στα οποία θα χαρίσουμε ένα κομμάτι της άφθαρτης ψυχής μας.

Μέσα σε όλα αυτά, έχεις μάθει και να ονειρεύεσαι.

Μπορεί οι εμπειρίες της ζωής να είναι περιορισμένες, στα όνειρα όμως δεν μπαίνουν όρια και φραγμοί. Όταν ονειρεύεσαι μπορείς να ζήσεις τα πάντα, να ταξιδέψεις σε όποιο μέρος θέλεις, με όποιον εσύ θέλεις. Και να χαμογελάσεις. Μπορείς ακόμα και να ερωτευτείς (“in love with a fantasy”) βιώνοντας ξανά την νιότη, όπως τότε. Και ξέρεις, κάποιοι έρωτες, λένε οι ρομαντικοί, κρατάνε για πάντα. Για τον Woody Allen το όνειρο ξεκίνησε από πολύ νωρίς. Και δεν τελείωσε ποτέ. Όπως δεν θα πρέπει να τελειώνει για κανέναν άνθρωπο. Το ίδιο ισχύει και για τον έρωτα. Μέσα στα 45 χρόνια της καλλιτεχνικής του παρουσίας κατάφερε να αφηγηθεί μερικές μόνο από τις ιστορίες που είχε στο μυαλό του, για όλους εμάς που τον κοιτάμε με μάτια ορθάνοιχτα και χαμογελαστά. Και ο μπαγάσας, λέει πάντοτε την αλήθεια, περιγράφοντάς μας όπως πραγματικά είμαστε, ακόμα και όταν εμείς αδυνατούμε να το συνειδητοποιήσουμε. Και τις περισσότερες φορές ταυτίζει την δική του ψυχή βαθειά, με την δική μας.

Το Midnight in Paris δεν είναι τίποτα παραπάνω από το μεταμεσονύχτιο όχημα για ένα ακόμα όνειρο. Μόνο που αυτή την φορά μοιάζει να είναι αυτεξούσιο. Με τις αρετές του όχι κρυμμένες αλλά εξόφθαλμα διασκορπισμένες μπροστά στα μάτια μας. Ο Woody Allen, ο ρομαντικός αυτός περιηγητής, παραμυθάς, τραγουδοποιός, ονειρευτής και ό,τι άλλο θέλεις εσύ να είναι, αφήνει την φαντασία του ελεύθερη, να δείχνει τον δρόμο σε εμάς τους υπόλοιπους. Με την jazz μουσική του, τα πολύχρωμα τοπία και τους ευγενείς του ήρωες που λαχταρά να συναντήσει. Αυτούς τους τεράστιους φιλόσοφους της ζωής με τους οποίους έχουν γαλουχηθεί γενεές ολόκληρες ονειροπολούντων ταξιδευτών. Και δεν είναι η πρώτη φορά που τους συναντάει κανείς στο έργο του. Στο (υποτιμημένο) Anything Else, ας πούμε, οι Fitzgeralds ήταν παρόντες. Απλά στο Παρίσι αυτόπροσωποποιούνται χωρίς καμία ντροπή.

Έρχεται όμως μια στιγμή στη ζωή κάθε ανθρώπου να αντιμετωπίσει μια αέναη πραγματικότητα. Από τον κόσμο που γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και απολαύσαμε, θα πρέπει να αναχωρήσουμε, δίνοντας την θέση μας στους επόμενους. Όλοι μας κάποια στιγμή θα συναντήσουμε ένα ψηλό μελαχρινό άντρα, ο τελευταίος φίλος που θα κάνεις, λένε, και σε αυτόν θα πρέπει να εκμυστηρευτείς την ψυχή σου. Ίσως τότε βρεις την δύναμη να κάνεις και τον προσωπικό σου απολογισμό. Θα αναμετρηθείς με τους αγγέλους και τους δαίμονές σου, να χωρίσεις τον κόσμο σε εχθρούς και φίλους. Αυτούς που σε κρίνουν για όλα όσα δεν είσαι και εκείνους που σε αγαπούν για όλα όσα κατάφερες να είσαι. Οι πρώτοι δεν σε αφορούν, οι δεύτεροι όμως είναι αυτοί που σε έχουν διαμορφώσει. Με αυτούς θέλεις να μιλήσεις, να γελάσεις και να πιεις ακόμα ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Θα θελήσεις να ταξιδέψεις κοντά τους, να τους φέρεις δίπλα τους. Άλλωστε, το αντίδοτο στον θάνατο είναι ο πόθος, όπως ισχυρίζεται και ο T. Williams. Το Midnight in Paris με κάνει να μη φοβάμαι το σούρουπο της ζωής ούτε για μια στιγμή. Το ίδιο, φαντάζομαι, ισχύει και για τον δημιουργό του.

Και τότε καταλαβαίνεις ότι το βροχερό Παρίσι των 20’s είναι η από καρδιάς εξομολόγηση ενός μεγάλου δημιουργού. Το Gran Torino ενός ιδιοφυούς καλλιτέχνη που εκτίθεται χωρίς ίχνος φόβου και ανησυχίας, και τον οποίο είμαι σίγουρος στο μέλλον, κάποιοι άλλοι ονειροπόλοι θα ταξιδεύουν στη δική μας εποχή για να τον συναντήσουν. Για μια κουβέντα μόνο, να γελάσουν με τα χάλια τους και να χαμογελάσουν με τις αρετές τους, όπως κάνουμε και εμείς σήμερα, περήφανοι που βαδίζουμε πλάι πλάι μαζί με έναν τέτοιο φιλόσοφο.

Μη κάνεις όμως το λάθος και ξεχαστείς διότι το Παρίσι είναι ένας διαφορετικός τόπος για τον καθένα από εμάς. Τα μεσάνυχτα θα σου διδάξουν, δείχνοντάς σου απλά τον δρόμο. Κάπου εκεί ο Gil θα αναγνωρίσει στο πρόσωπο εκείνης την μετενσάρκωση μιας άλλης, ιδανικής φαντασίωσης. Εκείνης που ζει παράλληλα με σένα και λαχταρά να περπατήσει μαζί σου στη νυχτερινή βροχή. Έτσι το όνειρο μετατρέπεται σε βίωμα αναντικατάστατο. Αθάνατο. Ένα βίωμα μέσα από το οποίο θα μάθεις ότι η πιο όμορφη εποχή που θα γνωρίσεις είναι η εποχή που θα ζήσεις. Και ότι για να αφηγηθείς μια όμορφη ιστορία δεν χρειάζεται να πιστεύεις στα παραμύθια, αλλά στα όνειρά σου.

Chris Zafeiriadis

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

2011 – A Year with the Devil’s Music

Ακούω τριγύρω από πολλούς μουσικόφιλους ότι το 2011 ήταν μια εξαιρετική χρονιά. Και συμφωνώ. Μέσα σε αυτό το έτος έφτασαν στα αυτιά μας αρκετές μουσικές, πολλές από τις οποίες θεωρούνται ήδη κλασικές στο είδος τους . Στη σκληρή μουσική, τη μουσική του διαβόλου και των σατανάδων, με τους μασκαρεμένους τραγουδοποιούς και τους μακρυμάλληδες φωνακλάδες, τα διαμάντια ερχόντουσαν το ένα μετά το άλλο, λες και η καλλιτεχνική έμπνευση είχε χτυπήσει ταβάνι για τους περισσότερους, καθιστώντας έτσι το 2011 μια από τις – μουσικά - απολαυστικότερες περιόδους στις ζωές των περισσοτέρων από εμάς. Στην παρακάτω λίστα δεν αναφέρονται τα σπουδαιότερα, ούτε τα καλύτερα, αλλά εκείνα που επιβεβαίωσαν με τον καλύτερο τρόπο την ειλικρίνεια των προθέσεών τους. Στην παρακάτω λίστα δεν υπάρχει καμία χάρη και φυσικά καμία αντικειμενικότητα. Αυτό όμως, είναι και το πιο διασκεδαστικό.

1. The Devil's Blood - The Thousandfold Epicentre


2. Sun of Nothing – The Guilt of Felling Alive


3. Esoteric - Paragon of Dissonance


4. Ash Borer - Ash Borer


5. Graveyard - Hisingen Blues


6. Moonsorrow - Varjoina Kuljemme Kuolleiden Maassa


7. Blood Ceremony - Living with the Ancients


8. Oranssi Pazuzu – Kosmonument


9. Primordial - Redemption At The Puritans Hand


10. Terra Tenebrosa - The Tunnels


11. Negative Plane - Stained Glass Revelations


12. 40 Watt Sun - The Inside Room


13. Necros Christos - Doom of the Occult


14. Ravencult - Morbid Blood


15. Execration - Odes Of The Occult


16. Demonaz - March Of The Norse


17. Skull Fist - Head öf the Pack


18. Orchid – Capricorn


19. Craft – Void


20. Bong - Beyond Ancient Space


21. Cardinals Folly - Such Power Is Dangerous!



Για ό,τι ξεχάστηκε, αμελήθηκε ή απλά δεν έφτασε ποτέ στα αυτιά μου, πάντα θα υπάρχει η ευκαιρία της επόμενης μέρας. Ήταν να πω κάτι τετριμμένο εδώ αλλά θα το αφήσω για εκείνους που το έχουν πραγματικά ανάγκη. Καλή χρονιά σε όλους…

Chris Zafeiriadis