Σάββατο, 11 Αυγούστου 2012

Rosemary's Baby (1968)


Γνήσιο δείγμα auteurίστικης καλλιτεχνίας, το Μωρό της Ρόζμαρι έχει την δύναμη να γοητεύει. Από τους πανοραμικούς εναρκτήριους τίτλους και την αρκούντως μεθυστική μουσική του Christopher Komeda, η ταινία του Πολωνού σε μαγεύει σαν καλοκαιρινή πανσέληνος που ρίχνει απλόχερα τη φεγγαρόφωτη λάμψη της στα κορμιά των ανθρώπων. Και οι άνθρωποι, έτσι φεγγαροφωτισμένοι όπως είναι, χαμογελάνε, επιθυμούνε, κοιτάζουν γοητευμένοι και κρατιούνται χέρι-χέρι, κλείνουν τα μάτια και ονειρεύονται χωρίς φειδώ, θαρρείς και είναι το μόνο που τους έχει απομείνει να κάνουν στον άληκτο τούτο κόσμο. Έναν κόσμο αυθόρμητα θρησκόληπτο, αφιερωμένο και χτισμένο μέχρι την τελευταία του λεπτομέρεια πάνω σε φρονήματα, αξίες, ιστορίες και πεποιθήσεις εκατοντάδων χιλιάδων ετών, που μέχρι και σήμερα έχουμε την ανάγκη να πιστεύουμε. Και η πίστη είναι ένα από τα μεγαλύτερα όπλα του σύγχρονου και πολιτισμένου ανθρώπου. Μια από τις μεγαλύτερες αδυναμίες, επίσης.

Αντίθετα με όσα λέγονται, γράφονται και όσα τελικά ισχυρίζονται οι θεοσεβούμενοι (γι’ αυτό ίσως και θεοφοβούμενοι) επικριτές της ταινίας, το Μωρό της Ρόζμαρι παραμένει μια βαθύτατα χριστιανική ταινία. Δεν θα μπορούσε  να χαρακτηριστεί διαφορετικά μια ιστορία η οποία ασπάζεται με ευλάβεια τις θρησκευτικές αξίες της Δύσης, καταφέρνοντας τελικά να μιλήσει για τους ανθρώπους στο σύνολό τους, με ή χωρίς αυτές. Άλλωστε κάποια από τα διακριτικά της ανθρώπινης ύπαρξης παραμένουν όμοια σε όποια ομάδα (θρησκευτική, πολιτική ή γεωγραφική) και αν ανήκει κάποιος. Ο μεφιστοφελισμός του βιβλίου του Ira Levin μπορεί να κυριαρχεί σαν ιδέα, παράγει όμως αμέτρητους συνειρμούς για μια καταπιεσμένη κοινωνία που πάσχει αντί να θεραπεύει, διχάζει αντί να ενώνει και τελικά συνωμοτεί, παραδομένη αβίαστα σε εκείνον που έχει την δύναμη να πραγματοποιήσει τα ονειρικά απωθημένα της. Και η κάμερα του Polanski, με την ειρωνεία και τον ανορθολογισμό της να καλπάζουν στα περισσότερα καρέ, ξεγυμνώνει με την ίδια ευλάβεια το μεγαλείο της αδυναμίας, ξεγυμνώνοντας παράλληλα αέναες αλήθειες του ανθρωπίνου γένους, ανεξαρτήτως θρησκείας.

Η ιστορία της Ρόζμαρι και του μεφιστοφελικού της τέκνου μοιάζει από τα θεμέλιά της αφιερωμένη στην επιθυμία. Επιθυμία η οποία ξεχειλίζει από τους πρώτους ακόμα διαλόγους, όταν οι επικείμενοι γονείς βρίσκονται προς αναζήτηση στέγης. Κάπου εκεί, η πρώτη κιόλας λαχτάρα της Μητέρας πραγματοποιείται, για να δώσει την θέση της σε εκείνες που θα ακολουθήσουν. Το μεγαλοπρεπές διαμέρισμα αποκτάται και μαζί το όνειρο της μητρότητας αρχίζει να εκκολάπτεται, δημιουργώντας μια «νέα αρχή», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει η Ρόζμαρι, για το νεαρό ζευγάρι. Από εκεί και έπειτα το έργο των σατανολάτρων ακολούθων μπαίνει σε εφαρμογή, με το νεαρό κορίτσι να πρωταγωνιστεί σε μια συνουσία μυστική και να βιάζεται τόσο σωματικά όσο και πνευματικά, ταλαντευόμενη μεταξύ δια-νοητικής φθοράς και αντικειμενικής αφθαρσίας.

Μέχρι το μνημειώδες φινάλε και την αποκάλυψη της αποτρόπαιης αλήθειας(;), ο Polanski θα αποδεσμεύσει το κοινό από όλες τις προκαταλήψεις που μπορεί να δεσμεύουν τους ανθρώπους και θα χρησιμοποιήσει το άμορφο Κακό (άλλωστε, ούτε το μωρό, ούτε ο διάσημος πατέρας του εμφανίζονται ποτέ στην οθόνη) χτίζοντας μια αρραγή εωσφορίζουσα ατμόσφαιρα για να μαγέψει τους απαιτητικούς, να προσβάλει τους ευκολόπιστους και να ικανοποιήσει τόσο την τελευταία επιθυμία της υπέροχης πρωταγωνίστριας όσο και τους ακριβοθώρητους μάρτυρες της Ιδέας. Μιας Ιδέας η οποία μπορεί να ακολουθεί ένα διαφορετικό μονοπάτι, παραμένει όμως ένα Ιδανικό για το οποίο κάποιοι θα σκότωναν και άλλοι θα θυσίαζαν ακόμα και την ζωή τους για την υπεράσπισή του.

Αν όμως κάτι απομένει μετά τους συναισθηματικά ακραιφνείς τίτλους τέλους δεν είναι  η (μη) αποδοχή της μυθολογίας, αλλά η επικράτηση της προσωπικής μας επιθυμίας. Επιθυμίας να έρθουμε ξανά κοντά, κάνοντας έρωτα χωρίς περιττές αυταπάτες, βυθισμένοι στη δική μας ερεβώδη πραγματικότητα. Με ένα ποτήρι ερυθρό κρασί να μεθάει τη στιγμή και το αιώνιο φως του μακρινού φεγγαριού να λούζει τα αμαρτωλά μας ένστικτα  αφυπνίζοντας παράλληλα τα πιο ανομολόγητά μας πάθη. Left hand path

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2012

Tyrannosaur (2011)



Με δάκρυα στα μάτια και στην καρδιά οργή…

Ο Τυραννόσαυρος ξεκινάει με έναν θάνατο. Ένας άντρας αποχαιρετά τον πιο πιστό, τετράποδο φίλο του, θάβοντάς τον στην αυλή που κάποτε ένιωσε σαν στο σπίτι του και στη συνέχεια μένει μόνος να κουβαλά το βάρος της ανάμνησης. Αποχαιρετά το μοναδικό ίσως πλάσμα που κατάφερε να (τον) αγαπήσει, μέσα σε ένα κόσμο λουσμένο στο θυμό και την απογοήτευση των κατοίκων του. Θυμό και απογοήτευση που γεννοβολούν το θάνατο, προκαλώντας παράλληλα θλίψη και οργή για έναν τόπο στον οποίο έτυχε να ανήκουμε όλοι, χωρίς σύνορα και χωρίς γεωγραφικούς προσδιορισμούς. Κάπου εκεί, συνειδητοποιείς ότι αυτός άντρας έχει από καιρό αποχαιρετήσει την πίστη του, άκρατο σύμβολο μιας ολόκληρης εποχής η οποία πενθεί χωρίς να το καταλαβαίνει, πλημυρισμένη από ανθρώπους που είτε ξέχασαν να αγαπήσουν τους εαυτούς τους, είτε τους αγάπησαν περισσότερο από όσο το άξιζαν.

Η ταινία του Considine (με το συναισθηματικό βάρος ενός ...τυραννόσαυρου) μιλάει για τον άνθρωπο με τις πιο αδυσώπητες αλήθειες. Τον άνθρωπο που εγκλωβισμένος σε ένα ζοφερό παρόν, πιο εύκολα καταστρέφει απ’ ό,τι δημιουργεί, πιο εύκολα θυμώνει απ’ ό,τι χαμογελάει, πιο εύκολα απογοητεύεται απ’ ό,τι προσπαθεί. Και τελικά, πιο εύκολα απεχθάνεται απ’ ό,τι καταφέρνει να αγαπήσει. Θαρρείς και η αγάπη έχει εκλείψει απ’ το σήμερα, θαρρείς ότι κοντοστάθηκε στο χτες, αδυνατώντας να ρίξει το βλέμμα της σε εκείνους που το έχουνε ανάγκη. Εκείνους τους ψυχογραφημένα ευάλωτους που έχασαν τον δρόμο τους χωρίς να το καταλάβουν, που νιώθουνε την θλίψη χωρίς να το συνειδητοποιούν.

Ο Joseph και η Hannah (με το θρησκευτικό αντίκτυπο των ονομάτων τους) έχουν από καιρό χάσει τον δρόμο τους, περικυκλωμένοι από ανθρώπους που δεν ζήτησαν ποτέ. Ανθρώπους που τους περιβάλλουν σαν τύραννοι, χαμένοι και αυτοί σε ένα σάπιο τόπο που τους ανήκει ολοσχερώς. Ανθρώπους που ψάχνουν από κάπου να πιαστούν, σαν συναισθηματικοί ναυαγοί που ζητούν βοήθεια από τον Θεό, αναζητώντας μια συγχώρεση που δεν τους δόθηκε ποτέ. Αλήθεια όμως, πότε ήταν η τελευταία φορά που βοήθησε κάποιον ο Επουράνιος Πατέρας; Πότε ήταν η τελευταία φορά που μας έλουσε στο φως, φωτίζοντας παράλληλα το σκοτάδι που μας περιβάλλει όλους; Ο Θεός δεν αγγίζει, δεν παίρνει θέση και δε βοηθά ποτέ κανέναν, μονάχα παρατηρεί περιμένοντας να αλλάξουμε ρότα, να βρούμε τη δύναμη να προχωρήσουμε προς τη σωστή κατεύθυνση. Τα θαύματα που είχαμε στη διάθεσή μας, νομίζω τα έχουμε εξαντλήσει προ πολλού. Παρόλα αυτά, ο παράδεισος δεν έχει χαθεί.

Διότι στη ζωή που μας έτυχε δεν υπάρχει καλός η κακός άνθρωπος, υπάρχει μόνο ο τρόπος που διαχειρίζεσαι τα συναισθήματά σου. Όπως δεν υπάρχει εξυπνάδα ή αφέλεια, υπάρχει ο τρόπος που διαχειρίζεσαι το μυαλό σου. Ίσως ακόμα να μην υπάρχει θεός ή διάβολος αλλά ο τρόπος που χωρίς φειδώ διαχειρίζεσαι τις προσευχές σου. Μέσα σε όλα αυτά έρχεται για όλους η στιγμή που πρέπει να αμφισβητήσουμε τις πεποιθήσεις μας, αμφισβητώντας παράλληλα τις μέχρι τώρα επιλογές μας. Ίσως τότε καταφέρουμε να αποδεσμευτούμε από τα αόρατα δεσμά που μας κρατούν αιχμάλωτους, ίσως τότε καταφέρουν να κοιτάξουμε ο ένας τον άλλο στα μάτια, λυτρωμένοι και ελεύθεροι, ο καθένας από εμάς ηγέτης στη δική του Εδέμ.

Chris Zafeiriadis