Τετάρτη, 5 Φεβρουαρίου 2014

Carrie (2013)


Η καλλιτεχνική αναζήτηση μιας γυναίκας αγκαλιάζει την οργή μιας άλλης. Η ομοφυλόφιλη Kimberly Peirce παίρνει ένα από τα ωραιότερα βιβλία της φανταστικής λογοτεχνίας και εν έτει 2014 μας συστήνει ξανά την Carrie White. Μια προσέγγιση προσαρμοσμένη στα δεδομένα της εποχής του διαδικτύου, της γρήγορης ταχύτητας και των social media, όπου  οι πληροφορίες ανταλλάσσονται σε φρενήρεις ρυθμούς, μιας εποχής που τίποτα δεν κρατείται κρυφό, ικανής να αναδείξει, να περιορίσει ή ακόμα και να ταπεινώσει την ανθρώπινη αξία. Ωστόσο, η συγκεκριμένη ιστορία του Stephen King δεν γνωρίζει εποχές, δεν μεταλλάσει τον χαρακτήρα της, ακόμα και αν αυτός εξοικειώνεται με τις σύγχρονες τάσεις.

Η Carrie είναι ένα κορίτσι διαφορετικό από αυτά της ηλικίας της, διαφορετικό και από όλα τα υπόλοιπα. Διαθέτει την ικανότητα της τηλεκίνησης, χωρίς όμως να γνωρίζει αν πρόκειται για θείο χάρισμα ή δαιμόνια κατάρα. Μαζί με τις κρυφές της δυνατότητες που αναπτύσσονται σταδιακά στην ταινία, ανακαλύπτει παράλληλα την ψυχογενή μητρική θρησκοληψία (στα όρια της παράνοιας), τη ματωμένη γυναικεία της φύση, αλλά και την εφηβικά αλαζονική, ενδοσχολική βία. Μια βία που την περιτριγυρίζει στοργικά, περιμένοντας τη στιγμή που θα της επιτεθεί, καταβροχθίζοντας την επιθυμία της κοινωνικής ένταξης που τόσο λαχταρά η Carrie.

Η προσέγγιση της Peirce είναι μέχρι ένα βαθμό πετυχημένη. Μέχρι τη μέση περίπου της ταινίας φαίνεται να αγκαλιάζει το νεαρό κορίτσι, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου μπορεί να αναπτύξει τον μεταφυσικό της χαρακτήρα, να αντιμετωπίσει τον χριστιανικό δογματισμό της μητέρας της (στο πρόσωπο της Julianne Moore που δε με πείθει - εδώ και μια δεκαετία περίπου) και να έρθει σε σύγκρουση με τις αποδοκιμασίες του περίγυρού της. Παράλληλα η σκηνοθέτις αναπτύσσει και την ανάγκη της Carrie για κοινωνική συναναστροφή, χαρίζοντάς της έναν καθαρά ανθρώπινο χαρακτήρα, εμποδίζοντάς την από το να χαρακτηριστεί ως τέρας. Μέσα στα πάθη, δίνεται και ο απαιτούμενος χρόνος στην Carrie για να πειραματιστεί και να προσπαθήσει να κατανοήσει το αφύσικο των δυνάμεων της.

Η συνέχεια όμως δεν είναι η αναμενόμενη, διότι από την μέση περίπου της ταινίας και μέχρι το φινάλε της, η Peirce μοιάζει να αδιαφορεί για την ηρωίδα της, δίνοντας περισσότερο έμφαση στον τρόπο που θα αφηγηθεί την ιστορία και όχι στη βαρύτητά της. Η σκηνή του σχολικού χορού, αν και όμορφα δοσμένη, περιορίζει την Carrie από το να εξαπολύσει την διάσημη οργή της σε όλο της το μεγαλείο. Ταπεινώνεται, οργίζεται και εκδικείται, παραμένοντας όμως μέσα στις ανθρώπινες συντεταγμένες που θέτει η Peirce, γι’ αυτό και η τιμωρία των ενόχων δεν δικαιώνει τον αιματολάγνο θεατή. Ο πανικός, οι κραυγές, το αίμα και ο θάνατος βρίσκονται εκεί, δεν αντιστοιχούν όμως στα όσα προηγήθηκαν και δεν επαρκούν στο να απομένουν την δικαιοσύνη απέναντι στους εμπαιγμούς και την ταπείνωση που υπέστη η Carrie.

Και ενώ γνωρίζεις ότι στα χέρια ενός άλλου σκηνοθέτη (π.χ.Tarantino) θα είχαμε ένα σπουδαίο λουτρό αίματος, με τις απαραίτητες τάσεις υπερβολής (για περισσότερο ξεφάντωμα), συνειδητοποιείς ότι στα χέρια της Peirce έχουμε κάτι διαφορετικό. Έχουμε την ανάδειξη της Chloë Moretz, η οποία αποτινάσσει το αληθινό πρόσωπο του αθώου κοριτσιού (που φορούσε, ας πούμε, στο Hugo) και μεταμορφώνεται, υιοθετώντας με ευκολία τον οργισμένο χαρακτήρα της ηρωίδας του King. Δεν το λένε τύχη αυτό, ούτε  καμουφλάζ, το λένε ταλέντο.

Chris Zafeiriadis

Δεν υπάρχουν σχόλια: