Πέμπτη 3 Ιουνίου 2010

Unmade Beds (2009)

“If they are so secret then it’s almost like as if they are not part of our lives”

Ανεπιτήδευτο, ανεπιτήδειο, ανήσυχο και πνευματικά ανέμελο, το Unmade Beds δεν είναι έχει φτιαχτεί για να μιλήσει για εκκεντρικούς χαρακτήρες, άσπονδες αγάπες, ή πληγωμένους νοσταλγούς ενός χαμένου και μακρινού (πια) ονείρου. Το Unmade Beds φτιάχτηκε από την αναγκαία προσπάθεια αναζήτησης εκείνων που θα θέλαμε αλλά δεν μπορούσαμε να έχουμε, εκείνων που πονάνε αλλά δύσκολα γιατρεύονται και όλων εκείνων που θα έπρεπε να υπάρχουν για να συμπληρώνουν την ζωή μας, αλλά η μοίρα φύσηξε χωρίς να ρωτήσει κανέναν, παίρνοντάς τα όλα μακριά. Ως εκ τούτου, το Unmade Beds έχει την δυνατότητα να μιλάει με διαφορετικό τρόπο στο καθέναν από εμάς. Αρκεί να είμαστε εκεί για να ακούσουμε.

Έχοντας υιοθετήσει την (φυσικά αναγκαία αλλά καλλιτεχνικά υπέροχη) indie νοοτροπία τόσο στη σκέψη όσο και στην εκτέλεση της ταινίας, ο νεαρός Alexis Dos Santos μοιάζει περισσότερο ανήσυχος (αλλά και περισσότερο συγκεντρωμένος) από τους περισσότερους συναδέλφους του που έχουν ασχοληθεί με παρόμοια θεματική και έχοντας πιάσει (και πιαστεί) από τις δύο παράλληλες ιστορίες που συμβαίνουν εδώ, καταφέρνει με μεγάλη ευκολία, όχι να αφουγκραστεί, αλλά να επικοινωνήσει με το ανεκποίητο συναίσθημα μιας παθιασμένης γενιάς έτοιμης να αγαπήσει και να αγαπηθεί, να δημιουργήσει και να δημιουργηθεί, όχι όμως και να συμβιβαστεί.

Ο εικοσάχρονος Ισπανός που βρίσκεται στο Λονδίνο αναζητώντας έναν πατέρα που δεν γνώρισε ποτέ, είναι και ο πιο αντισυμβατικός ήρωας της ταινίας. Μικροκαμωμένος αλλά ευδιάκριτος, αντισεξουαλικός αλλά όμορφος, χαμένος σε έναν κόσμο που αδυνατεί να καταλάβει, μπλέκεται στο παιχνίδι της αναζήτησης ενός ανθρώπου που πρέπει να είναι σημαντικός, πρέπει να τον αποδεχτεί αλλά πάνω απ’ όλα, πρέπει να υπάρχει. Παράλληλα στέκεται η ιστορία μιας πιο καθημερινής κοπέλας (που επίσης βρίσκεται στο Λονδίνο τυχαία) η οποία έχοντας ξεμείνει από τύχη, ψάχνει την ευκαιρία να ερωτευτεί, να πάρει την σωστή στροφή στη ζωή της χωρίς να χρειάζεται να ξέρει τι ακολουθεί. Οι δύο αυτοί ήρωες που μένουν στο ίδιο κοινοβιακό σπίτι χωρίς να έχουν συναντηθεί ποτέ (μέχρι λίγο πριν το φινάλε) μοιράζονται πολλά περισσότερα από αυτά που αρχικά φαίνεται. Ο καθένας προσπαθεί να καλύψει το δικό του συναισθηματικό κενό, να βρει εκείνο που του λείπει, τον άνθρωπο που θα τον συμπληρώσει.

Και αν από τα πρώτα κιόλας λεπτά γνωστοποιείται το ιδιαίτερο προτέρημα του νεαρού σκηνοθέτη να αποφεύγει με εξυπνάδα τα κλισεδιάρικα σκηνοθετικά τρικ, χρησιμοποιώντας την υπέροχη μουσική όχι για να εκβιάσει τον θεατή αλλά για να συμπληρώσει τις καταστάσεις και να εμβαθύνει στους χαρακτήρες (υπέροχη η σκηνή όπου εκείνος χορεύει μόνος μπροστά στον καθρέφτη, όπως λίγα λεπτά αργότερα κάνει και εκείνη, επίσης μόνη, στο δικό της χώρο),σε αυτή την μουσική στην οποία μοιάζει να χρωστάει πολλά η ταινία, τελικά, δεν της χρωστάει τα πάντα.

Βέβαια αν ήθελες θα μπορούσες να ψάξεις για αφηγηματική συνοχή, σκηνοθετική αρτιότητα, εντυπωσιακή φωτογραφία και ό,τι άλλο χαρακτηρίζει μια παραγωγή που θα σε έκανε ευτυχισμένο. Και δύσκολα θα τα έβρισκες. Θα έχανες όμως τον sense-beat χτύπο μιας γενιάς που ανασαίνει δίπλα σου αλλά σε προσπερνάει χωρίς καν να σε κοιτάξει. Διότι εδώ δεν θα βρεις τις απαντήσεις που ψάχνεις, ούτε κάποιο intellectual τρόπο να επιβιώσεις στο χάος της ζωής. Εδώ θα γνωρίσεις τους ανθρώπους του πάρτι και της μουσικής, του φτηνού αλκοόλ και της φασαρίας, αυτούς που συναντιούνται στο δρόμο και παραμένουν εκεί για να χαρούν, που ψάχνουν μια άγνωστη ηλιοβασιλεύουσα παραλία για να κάνουν τις εξομολογήσεις τους, που βάφονται, φιλιούνται, πασαλείφονται με μπογιές και ξέρουν να χαμογελούν κάνοντας έρωτα σε ένα μονό στρώμα στο πάτωμα.

Για να καταφέρεις να γίνεις μέρος όλου αυτού και να νιώσεις την διάχυτη φεστιβαλική αύρα (δεν είναι τυχαία η συμμέτοχη σε αμέτρητα φεστιβάλ του κόσμου) θα πρέπει να κοιτάξεις από το δικό σου ξέστρωτο κρεβάτι. Διότι η πιο ιδιαίτερη ίσως ταινία της χρονιάς έχει ένα μοναδικό χαρακτηριστικό. Όπως ένα παλιό πικάπ επιλέγει ποιους δίσκους που θα παίξει και ποιους όχι, έτσι και αυτή επιλέγει σε ποιους θα αρέσει και ποιους όχι. Το μόνο που μπορείς να κάνεις εσύ σαν θεατής είναι να ανακαλύψεις σε ποια από τις δύο κατηγορίες ανήκεις. Έστω και αν είναι μόνο για μια νύχτα, Live…!!

Chris Zafeiriadis

5 σχόλια:

kioy είπε...

Μπράβο για την αναγνώριση μιας μάλλον εξ' αρχής παρεξηγημένης ταινίας...
Μού άρεσε ο τρόπος που την περιέθαλψες, με μια ενθουσιώδη αγάπη.
Εγώ, ακομπλεξάριστα, θα την χαρακτήριζα κάτι μεταξύ ταινίας και βιντεοκλίπ πάνω σε τρανά συναισθήματα, που η γλώσσα δεν επαρκεί να ανασκάψει...

Θα τοποθετηθώ αναλυτικά το συντομότερο!

Καληνύχτα φίλε!

Chris Z. είπε...

Αγαπητέ, η λέξη κλειδί στο σχόλιο σου ήταν το «κομπλεξάριστα». Ξέρεις, οι παρεξηγήσεις συνήθως δημιουργούνται όταν δεν μπορούμε να κατανοήσουμε κάτι και κατηγορούμε αυτό το κάτι αντί για την δική μας αδυναμία. Δεν ανησυχώ όμως, είμαι σίγουρος ότι η ταινία θα φτάσει εκεί σε αυτούς που πρέπει.
Αναμένω την τοποθέτησή σου…

Ευχαριστώ για το σχόλιο…

Wonder είπε...

πολύ καλό ταινιάκι, ταξιδιάρικο και ονειρεμένο

http://cinematv.wordpress.com/2010/06/04/unmade-beds-2009/

Chris Z. είπε...

Wonder,

;)

The Escapist είπε...

Αναμφίβολα ιδιαίτερη ταινία..θα μπορούσε όντως να είναι videoclip ενός indie συγκροτήματος ή άλμπουμ φωτογραφιών με υπέροχη μουσική επένδυση..