Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2011

Charade (1963)


Το Charade μπορείς αν το δεις ως μια αισθηματική και ταυτόχρονα ερωτική ιστορία. Ερωτική όχι με την πρόστυχη αλλά με την ανέμελη, χαριτωμένη και σχεδόν παιδική σημασία αυτής της υπέροχης λέξης. Μια ιστορία όπου εκείνη θα γνωρίσει εκείνον και οι δυο τους θα μπλέξουν σε καταστάσεις που θα τους φέρουν κοντά, στη συνέχεια θα τους χωρίσουν αλλά μετά θα τους ξαναφέρουν και πάλι δίπλα δίπλα. Σε αυτή την ιστορία εκείνη και εκείνος θα αναγκαστούν να πούνε αθώα ψέματα, να ομολογήσουν καθημερινές αλήθειες, να δειπνήσουνε μαζί αλλά να ερωτευτούνε χώρια και τελικά να κοιταχτούνε με έναν χαμογελαστό τρόπο, όπως οι άνθρωποι που θέλουν να περνάνε τις ζωές τους ο ένας κοντά στον άλλο.

Το Charade μπορείς επίσης να το δεις σαν μια technicolor περιπέτεια μυστηρίου. Μια περιπέτεια στην οποία εκείνη (παρέα πάντα με εκείνον) θα πρέπει να τρέξει, να χτυπήσει, να κυνηγήσει και να κυνηγηθεί από τους κακούς της ιστορίας και τελικά να αντιμετωπίσει έναν γρίφο τον οποίο παλεύει να λύσει από τα πρώτα κιόλας λεπτά της ταινίας. Σε αυτή την περιπέτεια το σασπένς λένε ότι κυριαρχεί, το κυνηγητό είναι το βασικό παιχνίδι των ηθοποιών και οι χαρακτήρες μπερδεύονται μεταξύ τους όπως τα μικρά παιδιά που παίζουν ελεύθερα στο πάρκο μιας επαρχιακής γειτονιάς.

Ο πιο απολαυστικός όμως τρόπος για να δει κάποιος το Charade (και γι αυτό ίσως να το χαράξει και στην μνήμη του) είναι σαν μια ταινία αφιερωμένη σε μια από τις πιο φημισμένες και ιδιαίτερες πόλεις της Ευρώπης. Μια πόλη που λάμπει κάτω από τις αχτίδες του φεγγαρόφωτος, παίζει κουκλοθέατρο αναπαριστώντας την αέναη ανθρώπινη πραγματικότητα των σχέσεων αρσενικού-θηλυκού και πάει βαρκάδα στα νερά του Σηκουάνα (κατασκοπεύοντας παράλληλα τα ζευγάρια που φιλιούνται στα παγκάκια). Μια ταινία που ψοφάει για περισσότερη Παριζιάνικη φινέτσα αλλά επαναπαύεται στις σκηνοθετικές οδηγίες του απολαυστικού Stanley Doden, ο οποίος χρησιμοποιεί για ακόμα μια φορά την ακτινοβολούσα Audrey Hepburn (παρέα με τον αειθαλή Cary Grant) για να δημιουργήσει μια ρομαντική – τελικά – ταινία ραντεβουδιάρικης διασκέδασης με έμφαση όμως στη κινηματογραφική ποιότητα. Και κάτι τέτοια στις μέρες μας τα συναντάς όλο και πιο σπάνια.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Blue Valentine (2010)

Υπάρχουν διάφοροι τρόποι που μπορεί κάποιος να δει το Blue Valentine. Από την μια μπορεί να το αναγνωρίσει ως την ειλικρινή αποδόμηση της συντροφικότητας δυο ανθρώπων και από την άλλη ως μια δήθεν ερωτική ιστορία εκβιαστικά πονεμένων ψυχών και ρημαγμένων συναισθημάτων. Και η αλήθεια είναι ότι για όλα αυτά θα μπορούσε κάποιος να αραδιάσει σελίδες ολόκληρες. Ο πιο σωστός όμως τρόπος για να κοιτάξει κάποιος τον μελαγχολικό αυτό Βαλεντίνο του κ. Cianfrance είναι σαν το εξαιρετικά δακρυσμένο αντίκτυπο που έχει μια αμφιλεγόμενη αγάπη (και κατ΄ επέκταση μια ακόμα πιο αμφιλεγόμενη σχέση) στο φυσικό καρπό δύο ανθρώπων, το παιδί. Διότι το μόνο που ζητάει μια αθώα ψυχή είναι δυο γονείς ενωμένους σαν μια γροθιά που δεν μπορεί να τους χωρίσει κανείς. Και εδώ δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο.

Πρωταγωνιστές της ιστορία είναι ο Dean και η Cindy (Gosling και Williams αμφότεροι εξαιρετικοί στους ρόλους τους) δυο νεαροί άνθρωποι που συναντήθηκαν από τύχη, έμειναν μαζί πάλι από τύχη και αποφάσισαν να ζήσουν κάτω από τον θεσμό του γάμου, ικανοποιώντας τόσο τον περίγυρό τους όσο και την μεγαλύτερη ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής που είναι να συντροφεύει με κάποιον άλλο άνθρωπο. Ο καθένας βέβαια για τους δικούς του λόγους. Οι δυο τους πηδήχτηκαν μεταξύ τους, πηδήχτηκαν με κάποιους άλλους και τελικά πήδηξαν τις ζωές τους με τρόπο που μπορεί να μην ήταν ο επιδιωκόμενος, ήταν όμως ο πιο αναμενόμενος. Και δυστυχώς γι αυτούς, δεν ερωτεύτηκαν ποτέ.

Από τα πρώτα δευτερόλεπτα ακόμα, ο σκηνοθέτης φροντίζει να κάνει σαφή την απόσταση που χωρίζει τους δυο στο σήμερα. Και μέχρι το τέλος η απόσταση βρίσκεται εκεί, μεγαλώνοντας και τρέφοντας συναισθήματα που δεν πρέπει να υπάρχουν. Από την αμφισβήτηση όμως της αρχής μέχρι την επιβεβαίωση του φινάλε, παρεμβαίνουν στιγμές του παρελθόντος, μελαγχολικά flashbacks που σκοπό έχουν να γνωρίσουν τους δυο χαρακτήρες στον θεατή, παρουσιάζοντας όσα υπήρχαν αλλά χάθηκαν στην πορεία της ζωής. Όπως τα όνειρα και η ελπίδα των δυο για ένα ευτυχισμένο αύριο που όμως έδωσαν την θέση τους σε μια ασφυκτική πραγματικότητα που τους πνίγει χωρίς να τους λυπάται ούτε για μια στιγμή.

Ο σκηνοθέτης παίρνει την σχέση των δύο, την χτυπάει στον τοίχο μέχρι να την κάνει χίλια κομμάτια και στη συνέχεια μάς πετάει ότι έχει απομείνει στα μούτρα. Όσο σπαραγμό και αν κρύβει μέσα της αυτή η ιστορία (που θέλει να φέρει την ετικέτα του ρομαντικού δράματος), θα ήθελα να την είχε σκηνοθετήσει γυναίκα. Ίσως τότε να είχε λίγο παραπάνω συναίσθημα και λιγότερο ρεαλισμό. Και τότε θυμάμαι τα λόγια μιας φίλης που πίστευε ότι κάθε χωρισμός είναι και ένας μικρός θάνατος. Έτσι μοιάζει και έτσι πρέπει να βιώνεται, χωρίς να γνωρίζω τι μπορεί να υπάρχει μετά, για τον καθένα από εμάς. Στην ιστορία του Cianfrance, αυτό που τελικά απέμεινε είναι δυο ερημωμένες ψυχές, κάποια πικραμένα δάκρυα και το πληγωμένο βλέμμα ενός 5χρονου κοριτσιού που κοιτάει τον πατέρα του να απομακρύνεται από κοντά του, απλώνοντας το χέρι αλλά χωρίς να έχει την δύναμη να τον σταματήσει. Όχι πια. Και αυτό πονάει περισσότερο από κάθε μη γενόμενο έρωτα στον κόσμο ολόκληρο.

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2011

The Ward (2010)

“Welcome to Paradise”

Αυτή την ταινία την περίμεναν αρκετοί. Είτε αυτοί που τους αρέσει να παρακολουθούν κινηματογράφο και είχαν ακούσει για την επιστροφή ενός μεγάλου - αλλά «ξεθωριασμένου» πια - σκηνοθέτη του φανταστικού, αλλά ποτέ τους δεν κατάφεραν να κοιτάξουν πέρα από τις μεγάλες του επιτυχίες (Halloween, The Thing, Christine), είτε αυτοί που γνωρίζουν τον Carpenter και που εδώ και χρόνια ζητούσαν κάποιο δείγμα γραφής από τον άνθρωπο που τους δίδαξε τον τρόπο που βλέπονται/φτιάχνονται οι ταινίες τρόμου. Για τους πρώτους, το The Ward είναι μια ταινία της σειράς που δεν προσφέρει τίποτα το ουσιαστικό και η οποία ανήκει στη γενικότερη «παρακμή» στην οποία βρίσκεται ο σκηνοθέτης από τα 90s και έπειτα. Για τους δεύτερους όμως, αυτούς που ακράδαντα πιστεύουν (ή καλύτερα, «νιώθουν) ότι ο Carpenter δεν παρήκμασε ποτέ (In the Mouth of Madness, Vampires, Cigarette Burns, όλα τους b-movie αριστουργήματα) η ταινία αυτή είναι μια ακόμα προσθήκη στη διαμαντένια φιλμογραφία ενός ανθρώπου που ευτυχώς καταφέρνει ακόμα και σήμερα να ευχαριστεί αυτούς που μέχρι τώρα απολάμβαναν τις ταινίες του. Αυτοί είναι που θα τον χειροκροτήσουν ξανά μόλις πέσουν οι τίτλοι τέλους.

Μπορεί ο ενθουσιασμός που αναβλύζει από τις παραπάνω προτάσεις να μοιάζει υπερβολικός (ίσως τελικά και να είναι), αυτό όμως δεν τον χαρακτηρίζει αναληθή για αυτούς που τον αισθάνονται. Ίσως διότι τα τελευταία χρόνια έχει εξαπολυθεί μια ανελέητη επίθεση μέτριων έως άθλιων (ανα)κατασκευασμάτων αμερικάνικων ταινιών που θέλουν να ανήκουν στην λαϊκή (όπως μαθαίνω) κατηγορία του φανταστικού (προσελκύοντας ταυτόχρονα περισσότερο κόσμο στα ταμεία) και που δυστυχώς δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα παραπάνω από εφετζίδικα κολπάκια και σκηνοθετικά αναμασήματα, θεωρώντας αυτόν που τα παρακολουθεί κυρίως «καταναλωτή» και όχι «θεατή», όπως και θα έπρεπε.

Το The Ward, το οποίο διακατέχεται από έναν αέρα κατευθείαν από τα παλιά, δεν ανήκει σε αυτή την κατηγορία. Αντίθετα, με ένα υπέροχο soundtrack και ένα σενάριο το οποίο ελάχιστες αφέλειες διαθέτει, φροντίζει να δώσει αξία στον θεατή ως «θεατή», προσφέροντάς του ένα ατμοσφαιρικό, λαβυρινθώδες ψυχοτρομοκράτημα νυχτερινής αφήγησης. Ένα ψυχοτρομοκράτημα το οποίο τοποθετείται κάπου στα sixties, σε μια ξεχασμένη ψυχιατρική κλινική (παρόμοια με αυτή που τρία χρόνια αργότερα θα φυλακιζόταν ο Michael Myers ), έναν αληθινό «παράδεισο» για να εκκολαφτεί κάποιο ghost story, διαθέτοντας τόσο την απαιτούμενη ελλιπή μυθοπλασία (για να επαληθεύει τον b χαρακτήρα του) όσο και τις απαιτούμενες δόσεις σασπένς (για να επαληθεύσει τις εμμονές του δημιουργού του). Κυρίως όμως διαθέτει ψυχή. Ψυχή, η οποία δεν γνωρίζεται μόνο μέσα από τον κεντρικό χαρακτήρα της εγκλωβισμένης πρωταγωνίστριας, αλλά (παράλληλα) αναγνωρίζεται στον τρόπο με τον οποίο ένας σκηνοθέτης του μεγέθους του Carpenter επιβεβαιώνει την πραγματικότητα της επιστροφής του, προκαλώντας ρίγη συγκίνησης στους εν αγωνία οπαδούς του. Και αυτό είναι κάτι που δεν συμβαίνει συχνά στο σινεμά. Θα έλεγα, μόλις δυο φορές τον χρόνο…

Chris Zafeiriadis