Τρίτη, 6 Απριλίου 2010

The Last House on the Left (1972)

Η αλήθεια είναι ότι ελάχιστοι υπάρχουν πλέον που να εκτιμούν και να διασκεδάζουν παρακολουθώντας το Τελευταίο Σπίτι Αριστερά, κινηματογραφικό ντεμπούτο του απρεπή, θα έλεγε κανείς, Craven. Και αυτό διότι για να φτάσεις στο σημείο να ψάξεις και να ασχοληθείς με τέτοιου είδους ταινίες, θα πρέπει πρώτα να παρακάμψεις την εποχή που ζούμε, μια εποχή υπερφλύαρης διαφήμισης και υπερπροσφοράς της κινηματογραφικής βιομηχανίας, πράγμα σχεδόν αδύνατο, μιας και η ποσότητα των παραγωγών παραμένει τεράστια αλλά και οι ποιότητα πολλών εξ αυτών είναι αρκετά υψηλή. Όποτε και η κινηματογραφική αξία του Σπιτιού μετατρέπεται σιγά σιγά σε μια καθαρά ιστορική πληροφορία, εδραιώνοντας μια (υποβαθμισμένη κατά τον γράφοντα) θέση στις λίστες των αμερικάνικων exploitation και των κακόφημων, βίαιων και φτηνών ταινιών . Είναι όμως το Τελευταίο Σπίτι Αριστερά τόσο «μικρό» ώστε να χαθεί στη λήθη, ξεχασμένο σε σκονισμένα ράφια και αραχνιασμένες γωνίες? Η απάντηση είναι - καθαρά και αμετάφραστα – όχι.

Χωρίς να έχει τα χρήματα, αλλά ούτε και την εμπειρία που θα ήθελε και με παραγωγό/ συνεργάτη του τον Sean S. Cunningham (ο οποίος αργότερα θα ληστέψει τον τρισμέγιστο Bava για να πουλήσει μούρη με το Friday the 13th), o Craven αρπάζει την ιδέα του σεναρίου από το Jungfrukällan του Bergman αφήνοντας έξω όλη την ποιητική αύρα του αυθεντικού και προσαρμόζοντάς το στην Αμερικάνικη αγορά, παρουσιάζει ένα ντελίριο βίας, ασχήμιας και δυσωδίας, που όμοιό του δύσκολα μπορούσες να δεις εκείνη την εποχή (ήταν δυο χρόνια αργότερα όταν ο Hooper έφτιαξε το δικό το σχιζοφρενικό αριστούργημα και διαμέλισε …τους πάντες, ενώ ο Gordon Lewis ήταν too trashy για να εκτιμηθεί αναλόγως).

Ωστόσο, η ηθική της δικαιολογημένης (ή μη) βίας είναι απλά το πρόσχημα για τον Craven (το ίδιο πρόσχημα που χρησιμοποίησε και στο επόμενο The Hills Have Eyes – αλλά εκείνο είναι μια άλλη ιστορία), ο οποίος εδώ προσπαθεί όσο μπορεί περισσότερο να κάνει το όνομά του γνωστό σοκάροντας το ανυποψίαστο κοινό, χωρίς να το γεμίζει με τους προβληματισμούς ενός νέου και σκεπτόμενου καλλιτέχνη. Όμως κάτω από την προφανή και άκρατη σωματική και ψυχολογική βία στην οποία στέκονται οι περισσότεροι, αναβλύζει μια έντονα κοινωνική, αλλά κυρίως πολιτική, σχεδόν αναρχική, διάθεση σχολιασμού και κατάδειξης τόσο των ανθρώπων της δύσης και του κοινωνικού συστήματος το οποίο υπηρετούν, όσο και της ίδιας της (όχι και τόσο αθώας) ανθρώπινης φύσης τους. Ένας σχολιασμός που σήμερα μοιάζει περισσότερο επίκαιρος και εύστοχος από τότε και που δυστυχώς επαληθεύεται με τραγικά τρομακτικούς ρυθμούς.

Η ιστορία των “κακών” που δελεάζουν, απαγάγουν, βιάζουν και τελικά σκοτώνουν τις δύο κοπέλες, η μία με το όνομα Μαίρη (ποτέ δεν είναι τυχαία η επιλογή αυτού του ονόματος) και στη συνέχεια πέφτουν άθελά τους στο σπίτι των ανυποψίαστων γονιών της, είναι χωρισμένη σε δυο μέρη, δυο διαφορετικοί σχολιασμοί, που όμως έχουν κοινή βάση, κοινή διαμόρφωση και φυσικά, κοινό αποτέλεσμα, την εμφυτευτικά καλλιεργήσιμη και ευκόλως εκφραζόμενη ανθρώπινη βία, όπως αυτή εξελίχθηκε και προσαρμόστηκε με τον κοινωνικό άνθρωπο του σήμερα.

Από την μία έχεις το αδιάλλακτο κοινωνικό σύστημα του νέου δυτικού πολιτισμού το οποίο μέσα από την αδιαλλαξία του, πρώτα δημιουργεί ανθρώπους κτήνη (ληστές, ναρκομανείς, βιαστές, μικρόψυχους δολοφόνους και περιπλανώμενους απόκληρους, όλα σε ένα) και στη συνέχεια μέσα από την επιδεικτικά ανεπαρκή λειτουργία του (οι σερίφηδες παρουσιάζονται ως αδαείς, χαζοχαρούμενοι υπαλληλίσκοι οι οποίοι προσπερνάνε τους δολοφόνους χωρίς να τους αντιληφθούν καν) αδυνατεί να τους αναγνωρίσει και κατά συνέπεια να τους περιορίσει, αφήνοντας την αχαλίνωτη βία (τους) να ανα-παραχθεί με περίσσια ευκολία και με αποδέκτες - τις περισσότερες φορές - τα λιγότερο υποψιασμένα, ανύποπτα θύματα.

Από την άλλη υπάρχει μια ευπρεπής καλόβουλη οικογένεια, η οποία ακμάζουσα και ασφαλής όπως είναι μέσα από το καμουφλάζ της αστικής ηρεμίας, απολαμβάνει όλα όσα έχει δημιουργήσει και κατέχει, που όταν όμως βρεθεί αντιμέτωπη με τους βιαστές της αταραξίας της, παρουσιάζει ένα καλά κρυμμένο (αλλά τελικά υπάρχον) πρόσωπο, μια αντεστραμμένη συμπεριφορά που δεν διαφέρει από αυτή των προαναφερθέντων «κακών», ούτε σε μανία, ούτε σε αποτελέσματα (άλλωστε όλοι στο ίδιο σύστημα ανήκουν). Σε αντίθεση με το σουηδικό αριστούργημα, εδώ δεν υπάρχει απόγνωση στα μάτια των γονιών, ούτε μετάνοια για τις πράξεις που ακολουθούν, μόνο εκδικητικό μίσος, αποτέλεσμα μιας απροσδιόριστης αλλά συσσωρευμένης οργής.

Μια οργή η οποία διέπει τους περισσότερους χαρακτήρες της ταινίας και που μοιάζει να εξαπλώνεται και (ακόμα χειρότερα) να μετατρέπεται σε κάτι σύνηθες για τα δικά μας αστικά – και όχι μόνο – κέντρα, αποκαλύπτοντας τον τελικά αναρχικό χαρακτήρα και την εγκληματική ολιγωρία του σημερινού κόσμου, χωρίς διακρίσεις.
Περισσότερο πεσιμιστικό σε σχέση με το remake του Ηλιάδη, το Σπίτι του Craven διαφέρει αλλά κυρίως αχρηστεύει τις torture porn παραγωγές του σήμερα που σκοπό έχουν το οφθαλμόλουτρο και τον εξευτελισμό του θεάματος, κατ’ επέκταση και του θεατή, παρουσιάζοντας ένα αστικό πόλεμο βασισμένο στο ανθρώπινο ένστικτο και τον έμφυτο σαδισμό του. Βέβαια, η ευθαρσής προσέγγιση και ο ωμός ρεαλισμός συνοδεύονται από ένα σφοδρό και δηλωτικό σαρκασμό που αποπνέει ένα τέτοιο φιλμ το οποίο τοποθετεί τα πάντα κάτω από ένα σύμβολο τόσο μεγάλο και ισχυρό όσο και η πίστη μας στην ανθρωπότητα, το σύμβολο μιας γενιάς, όχι της Αμερικής αλλά ολόκληρου του προοδευμένου κόσμου. Ένα μενταγιόν με το σύμβολο της ειρήνης. Καλλιτεχνική ειρωνεία ή ειρωνική πραγματικότητα, όπως και να το πάρεις, the road leads to nowhere που λέει και το τραγούδι…

Chris Zafeiriadis

5 σχόλια:

Annie_Hall είπε...

To ξέρεις ότι αυτό το νοσηρό δημιούργημα τα αγαπάω... Ωραία ανάλυση :) Και μην ξεχνάμε το τρελό βλέμμα του David Hess που ακόμη με στοιχειώνει!

Chris Z. είπε...

Το ξέρεις ότι είναι ελάχιστοι αυτοί που το έχουν δει, πόσο μάλλον αυτοί που τους αρέσει κιόλας. Αν γουστάρεις το βλέμμα του Hess, ρίξε μια ματιά και στο “La casa sperduta nel parco” του Deodato να γουστάρεις ακόμα περισσότερο.

Καλημέρα..

lt.aldo raine είπε...

μεγάλη ταινία! ακόμα θυμάμαι την πρώτη φορα που την είδα.
πολύ αγαπημένος ο craven. πρέπει να είναι από τους λίγους{αν όχι ο μονος}αμερικανους που εκπλήρωσε τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει.

argiris-cinefil είπε...

Φίλε μου, συγχαρητήρια για το blog σου και για τα κείμενά σου.
Είχα διαβάσει και είχα ακούσει τόσα πολλά για την πρώτη ταινία του Wes Craven όπου είχα δημιουργήσει στο μυαλό μου έναν μύθο για αυτήν την ταινία. Άλλα πράγματα είχα στο μυαλό μου και άλλα είδα. Εγώ περίμενα να είναι ατμοσφαιρική, με τρομακτική μουσική κτλ. Ίσως φταίνε τα διάφορα αφιερώματα που είχα διαβάσει κατά καιρούς, όπου πουθενά δεν έλεγαν για την έντονη χιουμοριστική διάθεση της ταινίας αλλά και του σχετικά ανάλαφρου σάουντράκ της.
Κατά τα άλλα όμως η ταινία ήταν όντως σοκαριστική (ειδικά για την εποχή της δεν το συζητώ) αλλά θα έλεγα και για την σημερινή εποχή όπου τα πάντα γίνονται ψηφιακά και χάνεται αυτή η γνησιότητα στο σοκ που προκαλούν. Το ότι η ταινία ήταν low budget και σχεδόν ερασιτεχνική το βάζω στα συν της ταινίας, γιατί την έκανε πιο ρεαλιστική. Εμένα με γοητεύουν οι low budget ταινίες, γιατί οι σκηνοθέτες έχουν τον απόλυτο έλεγχο ολοκληρώνοντας την ταινία όπως ακριβώς την οραματίζονται.
Επίσης ένα άλλο σημαντικό είναι ότι άνοιξε το δρόμο και για άλλες τέτοιου είδους ταινίες όπως “Ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι”, “The Hills Have Eyes”, “Η νύχτα με τις μάσκες” κτλ.
Για μένα ο Κρέιβεν είναι ο αναμφισβήτητος άρχοντας του τρόμου μαζί με τον Ντάριο Αρτζέντο από το 1970 και μετά, γιατί πριν υπήρχε και ο μεγάλος Μάριο Μπάβα.
Ελπίζω να μην στα σκότισα απλά μου αρέσει να κάνω και κάποιες αναφορές. Βλέπω ότι η επόμενή σου ταινία είναι το “The Maltese Falcon” η οποία και είναι από τις αγαπημένες μου ταινίες. Το περιμένω με ανυπομονησία.

3: Καλή

0: Κακή / 1: Μετριότατη / 2: Απλώς ενδιαφέρον / 3: Καλή / 4: Πολύ καλή / 5: Αριστούργημα

Chris Z. είπε...

lt.aldo raine
Χαίρομαι που σου αρέσει… ; ) Η αγάπη κάποιων ανθρώπων τόσο για τις ταινίες του όσο και για τον ίδιο τον Craven είναι η καλύτερη απόδειξη ότι τα κατάφερε . Δεν μπορώ να γνωρίζω κατά πόσο εκπλήρωσε τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει στο κοινό του την εποχή εκείνη, φαίνεται πάντως να δυσκολεύεται τα τελευταία χρόνια έτσι εγκλωβισμένος που μοιάζει στο είδος του. Περιμένω πάντως – όχι με τόση αγωνία είναι η αλήθεια – το καινούριο My Soul to Take και θα τα ξαναπούμε τότε.

Αργύρη,
Ευχαριστώ για την επίσκεψη και τα καλά σου λόγια. Οι μύθοι είναι που κάνουν τις ταινίες μυθικές, ακόμα και αν είναι με μια πιο χαλαρή έννοια. Και για αυτό εμείς μιλάμε τώρα για «εκείνες» τις ταινίες… Όμως, χωρίς να θέλω να κατηγορήσω κανέναν, μην είσαι απόλυτα σίγουρος ότι όσοι μιλάνε και γράφουν για αυτή την ταινία, την έχουν δει κιόλας. Θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί σου ότι η ταινία στέκεται περήφανα και στο σήμερα, έχει αυτό τον αυθορμητισμό και το μεράκι που δύσκολα καταστρέφει το πέρασμα του χρόνου. Για το budget, ξέρεις, όσο περισσότερα χρήματα τόσες περισσότερες γνώμες πάνω στο «προϊόν». Το μοντάζ κάνει θαύματα. Όσο για τις υπέροχες αναφορές σου, θα τα πούμε...
Δεν μου τα σκότισες, όπως λες, ίσα ίσα. Αλλά μη παίρνεις και όρκο ότι το Maltese Falcon θα είναι το επόμενο κείμενο, γυρίζουν διάφορα μέσα στο μυαλό μου. Είναι και αυτή η έλλειψη χρόνου βλέπεις…

Καλησπέρα…