Τετάρτη, 21 Απριλίου 2010

El secreto de sus ojos - The Secret in Their Eyes (2009)

“Los ojos hablan…”

Δεν μου αρέσουν οι συγκρίσεις. Συνήθως χαρακτηρίζονται από ένα κλίμα φανατικού εγωισμού και τις περισσότερες φορές επιφέρουν περισσότερη γκρίνια και δυσανασχέτηση παρά ουσιαστικά αποτελέσματα. Ειδικά μάλιστα όταν πρόκειται για μια ταινία η οποία έχει την ατυχία να βραβεύεται με ένα χρυσό αγαλματίδιο και στην συνέχεια καλείται να το επαληθεύσει, αποδεικνύοντας την αξία της. Η (δια)φήμιση όμως μιας ταινίας δεν θα έπρεπε να περιορίζεται στις βραβεύσεις και τις διακρίσεις αλλά πρώτα απ’ όλα στο περιεχόμενό της. Το «Μυστικό στα Μάτια της» είναι μια ασύγκριτη - από πολλές απόψεις - ταινία.

Για αυτούς που αντιλαμβάνονται τον κινηματογράφο ως κάτι παραπάνω από μια διασκεδαστικά λαϊκή τέχνη, για αυτούς που χαίρονται, λυπούνται, χαμογελάνε και δακρύζουν, για εκείνους που ρουφάνε και απολαμβάνουν τις ταινίες σαν ναρκωτικό, υπάρχουν κάποιες υπερμεγέθεις στιγμές στην ταινία του J. J. Campanella οι οποίες μένουν αξέχαστες. Κάποια αριστοτεχνικά παιχνίδια της κάμερας, μερικές σκοτεινές γωνίες, κάποιες άλλες, περισσότερο φωτεινές, το επικό εξάλεπτο πλάνο του γηπέδου (που σε αφήνει με το… μάτι ανοιχτό), μερικές περίτεχνα καθοριστικές λεπτομέρειες στα βλέμματα και τις κινήσεις των πρωταγωνιστών, οι οποίες αποδεικνύουν ότι οι σκηνοθετικές ικανότητες του αργεντινού είναι κάτι παραπάνω από εντυπωσιακές, το ταλέντο και η φαντασία του βρίσκονται στα ύψη, λεπτομέρειες που είναι ικανές να μετατρέψουν την απλή θέαση της ταινίας σε ασυνήθιστη ηδονική προβολή. Ωστόσο, μια ασύγκριτη ταινία δεν είναι (μόνο) αυτό.

Το secreto de sus ojos ξεκινάει από το σήμερα για να αφηγηθεί το χθες με τρόπο διεισδυτικό, με τρόπο μαγικό. Εικοσιπέντε χρόνια πριν μια νεαρή γυναίκα βιάζεται και δολοφονείται, με τον θάνατός της να αντηχεί έναν χαμένο έρωτα, μια χαμένη ευτυχία που δεν πρόλαβε να ανθίσει. Με την αφορμή ενός βιβλίου, εκείνος θα γυρίσει πίσω στο χρόνο, τότε που ερευνούσε την υπόθεση, ψάχνοντας τις χαμένες απαντήσεις που ποτέ δεν πήρε, εκείνες που μοιάζουν με χαμένες σκηνές ενός μισοτελειωμένου film της δεκαετίας του ‘70. Τότε που μοναδικοί του σύμμαχοι ήταν οι αλάνθαστες εικασίες ενός παραληρούντος - αλλά αφοσιωμένου - μέθυσου φίλου και η ευφυΐα αύρα εκείνης, της φιλόδοξης και όμορφης δικηγόρου με το ακαταμάχητο χαμόγελο (που όμως πρέπει να κερδίσει για να καταφέρει να αντικρίσει).

Με συζητήσεις στο παρόν για το τι μπορεί να είχε συμβεί και συνεχόμενα flashbacks στο παρελθόν για το τι πραγματικά συνέβη, η ταινία είναι πλημμυρισμένη από αλήθειες και νοήματα, μετουσιωμένα στις κινήσεις, τις εκφράσεις και τα βλέμματα των πρωταγωνιστών. Από την φαινομενικά πρόωρη ανακάλυψη του ενόχου μέχρι τον ανέκφραστο αλλά παραμένοντα έρωτα, η πραγματικότητα βρίσκεται εκεί, αδιαμφισβήτητη και σθεναρή, όμως για να την αντιληφθείς (και να την αποδεχτείς) θα πρέπει να κοιτάξεις μέσα στα μάτια των πρωταγωνιστών, να κατανοήσεις εκείνα που δεν λέγονται με λέξεις. Γιατί τα μάτια μπορεί να παραμένουν σιωπηλά, λένε όμως όσα δεν μπορούν να ειπωθούν, εκφράζουν όσα δεν επιτρέπει η λογική να εκφραστούν. Τα μάτια λένε πάντα την αλήθεια.

Για μια ταινία που ξεκινάει με εκείνη να κοιτάζει εκείνον μέσα σε ένα τρένο να φεύγει μακριά χωρίς να μπορεί να τον σταματήσει, μπορείς εύκολα να υποψιαστείς ότι το αποτρόπαιο έγκλημα στο οποίο βασίζεται η πλοκή δεν είναι τίποτα παραπάνω από την αφορμή που ψάχνει ο Campanella για να αφηγηθεί μια παράπλευρη και επίσης ανολοκλήρωτη ιστορία, μια αφήγηση μέσα στην αφήγηση για μια ιδιαίτερη αγάπη που έμεινε ανεκδήλωτη, αλλά ταυτόχρονα αναλλοίωτη στο πέρασμα του χρόνου. Μια αγάπη που έψαχνε απλά την αφορμή για να επαληθευτεί και να εκδηλώσει την ειλικρίνεια του χαρακτήρα της, το μεγαλείο της διαχρονικότητάς της.

Και έπειτα έρχεται το αποκαλυπτικό φινάλε, σφοδρός απόηχος του χαμένου έρωτα και της χαμένης ευτυχίας, αλλά ταυτόχρονα αποθέωση των αιώνιων συναισθημάτων ενός ανθρώπου που δεν ξεχνά, ένα φινάλε που υμνεί εξίσου την ανθρωπιά και την απανθρωπιά, την αγάπη και το μίσος, μετατρέποντας την ταινία σε μια μεγαλειώδη σπουδή πάνω στην πραγματική και ισόβια – γιαυτό και ασύγκριτη – αγάπη. Μια ταινία η οποία θα χαρίσει σε εκείνον την δυνατότητα να αντικρίσει επιτέλους το ακαταμάχητο χαμόγελο που για εικοσιπέντε χρόνια επιθυμούσε, προτού όλα καταλήξουν να είναι μια νοσταλγική ανάμνηση, ή ακόμα, η ανάμνηση μιας ανάμνησης.

“Te amo…”

Chris Zafeiriadis

14 σχόλια:

Penelopi είπε...

Προσθέτω και το τρομοκρατικό, ενός λεπτού, πλάνο στο ασανσέρ...

zisis είπε...

Συμφωνώ για το ασανσέρ, φοβερή στιγμή! Εκπληκτική ταινία!

Chris Z. είπε...

Συμφωνώ και με τους δυο σας. Ειδικά με τις τελευταίες λέξεις του zisi. Σπάνιο δείγμα κινηματογράφου. Πραγματικά εκπληκτική!

Ευχαριστώ για την συμπλήρωση

Καλημέρα..

Andreas Var είπε...

Ωραιο κειμενο Κρις - απαντηση σε αυτους που ελεγαν οτι προκειται περι ασημαντης ταινιας! Πολυ καλη! Και επαυξανω στο "και τι ojos"!

(Να πω την αληθεια μου ομως, δεν ειναι Κορδελα ή Προφητης!)

iro είπε...

Απ΄τις καλύτερες ταινιες που εχω δει τλευταία,πραγματικά!Δεν ανεφερες όμως τη σκηνοθετική σου παρατήρηση για τη σκηνή στο γήπεδο που τόσο σου αρεσε...

Chris Z. είπε...

Andra,
Ευχαριστώ για την επίσκεψη και τον καλό σου λόγο. Όμως δεν μπορώ να φανταστώ ότι υπάρχει κάποιος σοβαρός κινηματογραφόφιλος που να θεωρεί το συγκεκριμένο μια ασήμαντη ταινία. Δεν γίνεται. Μπορώ να καταλάβω αυτούς που δεν το έχουν δει και θυμώνουν μαζί του γιατί «άρπαξε» το χρυσό. Αλλά με τίποτα δεν συγχωρώ αυτούς που το είδαν και συμπεριφέρονται σαν πολιτικοί και όχι σαν πραγματικοί cinefil. Απάντηση σε αυτούς η πρώτη παράγραφος του κειμένου.
Η επαύξησή σου – η χαρά μου.
(Μη την λες την αλήθεια σου, μη την λες…)


Iro,
Την ανέφερα όμως....

Ανώνυμος είπε...

Να προσθέσω πως βασικό ρόλο στην ταινία παίζει και το πολιτικό κλίμα.Η εποχή στα flashback είναι λίγο πριν το πραξικόπημα στην Αργεντινή.

Penelopi είπε...

Την τελευταία λεπτομέρεια δεν την γνώριζα, αλλά έρχεται να ενισχύσει την άποψή μου για το πόσο προσεγμένα και καλοδουλεμένα είναι όλα τα κομμάτια της ταινίας.
Πάντως τελευταία βλέπω και εγώ συχνά σχόλια και συγκρίσεις και συμφωνώ απόλυτα με τον Chris και την 1η παράγραφο για το πόσο λάθος είναι να συγκρίνουμε τις ταινίες. Προσωπικά κρίνω εάν άξιζε η συγκεκριμένη ταινία μια βράβευση παρά το εάν άξιζε σε σχέση με άλλες. Εξάλλου τόσα και τόσα έχουν βραβευτεί με oscar (βλέπε Gwyneth Paltrow) σε αυτήν θα κολλήσουμε;

argiris-cinefil είπε...

Ωραίο το κείμενό σου όπου συμφωνώ σχεδόν σε όλα. Όντως πολύ όμορφη ταινία που σου βγάζει πολλά και ποικίλα συναισθήματα. Πολύ καλοί οι ηθοποιοί καθώς και η σκηνοθεσία της ταινίας η οποία έδινε μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες και αυτό είναι κάτι που πολύ λίγοι σκηνοθέτες το καταφέρνουν με επιτυχία. Είναι μια ταινία που αναμιγνύει πολλά πράγματα και είδη και αυτό ίσως, κατά την γνώμη μου να μην άφησε την ταινία να απογειωθεί. Πάντως άξιζε το όσκαρ που πήρε γιατί ήταν μια δυνατή ταινία και είχε όλο το πακέτο αν και προσωπικά θα ήθελα να το πάρει “Η λευκή κορδέλα” που την θεωρώ μία από τις δύο καλύτερες ταινίες της δεκαετίας του 2000.

3,5: Καλή +)

0: Κακή / 1: Μετριότατη / 2: Απλώς ενδιαφέρον / 3: Καλή / 4: Πολύ καλή / 5: Αριστούργημα

Chris Z. είπε...

Ευχαριστώ τον Ανώνυμο για την επισήμανσή του. Ωστόσο, όσον αφορά την πολιτική, υπάρχουν άλλοι, περισσότερο (να το πω απλά) ειδικοί, για να μιλήσουν για το θέμα. Αντιλαμβάνομαι την σπουδαιότητα της παρατήρησης αλλά εσκεμμένα (και για λόγους προφίλ) αφήνω τον εαυτό μου εκτός. Εύστοχα τοποθετημένος πάντως.

Αγαπητή Πηνελόπη, σε μια εποχή όπου όλοι έχουμε (τουλάχιστον μία) γνώμη και οι περισσότεροι έχουν και από ένα βραβείο στη τσέπη, είναι ανώφελο πια να μιλάμε για βραβεύσεις και διακρίσεις. Πέραν της αναφοράς στα πλαίσια του αθώου κουτσομπολιού, δεν υπάρχει νόημα να προσπαθώ να συγκρίνω τις ταινίες σαν να είναι φρούτα και λαχανικά, τη στιγμή μάλιστα που μπορώ να τις απολαύσω το ίδιο όλες (όσο εγωιστικό και αν ακούγεται). Και πιστεύω ότι είναι άδικο να χαραμίζει κάποιος σοβαρά τον λόγο του και να κρίνει με αυτό τον τρόπο, τόσο για τον ίδιο όσο και για τις ίδιες τις ταινίες. Άλλωστε τέτοιου είδους διαγωνισμοί και διοργανώσεις αποσκοπούν αλλού και όχι σε κάποιον άτυπο αγώνα δρόμου. Αμφισβητούμενες απόψεις ενός εγωιστή ημίτρελου επαρχιώτη θα μου πεις. Και μπορεί να έχεις δίκιο.

Αργύρη welcome back. Χαίρομαι που σου άρεσε το κείμενο. Η προσοχή στις λεπτομέρειες είναι που την κάνει τόσο μαγική την ταινία. Δεν ξέρω αν άξιζε το Oscar, ξέρω όμως ότι αξίζει λίγο παραπάνω προσοχή από αυτή που τις έχει δοθεί μέχρι τώρα. Προσωπικά, η κορυφή της δεκαετίας ανήκει καθαρά, αμετάφραστα και αδιαμφισβήτητα στον Eastwood, χωρίς καμία μετάνοια. Αλλά ποια πιστεύεις ότι είναι η άλλη εκτός από αυτή που αναφέρεις?


Για να επανέλθω όμως στο Secreto de sus ojos, να προσθέσω μια ακόμα λεπτομέρεια που ανακάλυψε ένας φίλος, η χρονιά της δολοφονίας της κοπέλας στην ταινία, είναι η χρονιά που η Πολανσκική Chinatown έκανε την εμφάνισή της στις αίθουσες (‘74). Τυχαίο περιστατικό ή noir λογοπαίγνια, όπως και να το πάρεις, η ζωή είναι γεμάτη εκπλήξεις τελικά.


Σε αυτό το σημείο και μιας και το blog έκλεισε ένα χρόνο ζωής, να ευχαριστήσω άπαντες αναγνώστες, είτε συμμετέχουν ενεργά είτε όχι, και που με την «κριτική» τους στηρίζουν την κινηματογραφική (μας) υποκειμενικότητα. You rule the fuckin’ universe (που έλεγε και ένας παλιόφιλος)…

Την καλησπέρα μου σε όλους…

argiris-cinefil είπε...

Φυσικά και η δεκαετία του 2000 ανήκει στον Eastwood με του οποίου τις ταινίες μεγάλωσα. Εδώ είναι ένα μικρό σχόλιο που είχα κάνει στο blog του φίλου μου του zamouc για τον Eastwood:” Όσο για τον μεγάλο δημιουργό Κλιντ Ίστγουντ με ενοχλεί που μέχρι πρόσφατα τον αναγνώριζαν μόνο ως ηθοποιό (όπου κάποιοι ούτε κι αυτό) και δεν εκτιμούσαν την ιδιαίτερη σκηνοθετική δουλειά του. Όλοι έλεγαν για τους “Ασυγχώρητους” και αδιαφορούσαν για τις υπόλοιπες ταινίες. Και ξαφνικά από το 2003 κι έπειτα όπου κάνει το μεγάλο μπαμ με το αριστουργηματικό “ Σκοτεινό ποτάμι”, αυτοί που δεν ασχολούνταν μαζί του τώρα το κάνουν, όλοι τον αναγνωρίζουν ως μεγάλο δημιουργό (ακόμα κι αυτοί που τον περιφρονούσαν) και γενικά εκεί όπου αδιαφορούσαν για το υπόλοιπο σκηνοθετικό του έργο τώρα ενδιαφέρονται. Η υποκρισία σε όλο το μεγαλείο της. Εγώ πάντα ήμουν υποστηρικτής του σκηνοθετικού του έργου από τις πρώτες κιόλας ταινίες του, ακόμα και στις μέτριές του. Και για μένα το καλύτερό του γουέστερν ως σκηνοθέτης δεν είναι το “Οι ασυγχώρητοι” αλλά το υποτιμημένο, σκληρό και πεσιμιστικό “Περιπλανώμενος πιστολέρο – High Plains Drifter (1973)”.”

Η άλλη ταινία είναι το “Dogville”.
Όπως λέμε και στα γενέθλια κάποιου, να τα εκατοστίσει αυτό το blog.

AcrobatGirl είπε...

Wow εδώ υπάρχει ένας θησαυρός!!! Ένα blog που το έψαχνα καιρό... Δεν έχω άλλοθι, οπότε γίνομαι cinenoxh αμέσως!! :)

crispy είπε...

Το ειδαμε την δευτερα.Ηταν δυο υπεροχες ωρες!Πολυ καλη ταινια εξαιρετικοι ηθοποιοι.Οι σκηνες στο γηπεδο και στο ασανσερ φοβερες!

Chris Z. είπε...

Αργύρη το πώς κάποιος βλέπει και αντιμετωπίζει τον Eastwood είναι καθαρά θέμα χαρακτήρα πλέον. Θα μου πεις, το ίδιο ισχύει για τον κινηματογράφο γενικότερα. Απλά ο συγκεκριμένος δημιουργός (με όλη τη σημασία αυτής της βαρυσήμαντης λέξης) έχει καταθέσει πραγματικά τη ψυχή του σε αυτό που κάνει. Αλλά σημασία έχει να απολαμβάνεις το έργο του και άσε τους άλλους στην ησυχία τους. Αν και από την αναφορά σου στον Πιστολέρο καταλαβαίνω ότι το απολαμβάνεις. Keep walkin’.. (Dogville λες,ε?)

Acrobatgirl - με το περίεργο όνομα – καλωσόρισες στη παρέα μας. Χαίρομαι που βρίσκεις κάτι που σ’ ενδιαφέρει εδώ. Ελπίζω να τα λέμε...

Crispy, και οι δύο ώρες της δεύτερης προβολής ήταν εξίσου υπέροχες, πίστεψέ με. Σκηνές σπάνιες πια. Ευτυχώς…

Καλησπερίζω εναπομείναντες αναγνώστες.