Παρασκευή 11 Ιουνίου 2010

The Maltese Falcon (1941)

“Well, if you loose a son it’s possible to get another. But there’s only one Maltese falcon…”

Και αυτό ήταν μόνο η αρχή, θα μπορούσαμε να πούμε, για έναν σκηνοθέτη ο οποίος όχι μόνο θεμελίωσε αυτό που λίγο αργότερα θα αποκαλούσαμε αμερικανικό νουάρ, αλλά κατάφερε με αυτή εδώ την πρώτη του προσωπική σκηνοθετική δημιουργία, να χαρακτηρίσει μια ολόκληρη κινηματογραφική εποχή, δημιουργώντας μια από τις διαχρονικότερες και πιο αναλλοίωτες ταινίες στην ιστορία της αγαπημένης μας τέχνης.

Ενώ όμως κάπως έτσι θα μπορούσε να είναι η αρχή ενός θρασύτολμου κειμένου τοποθετημένου και αφιερωμένου στο υπερμεγέθες κινηματογραφικό Γεράκι της Μάλτας, εντούτοις, πριν από όλα τα υπόλοιπα, πιστεύω ότι μια τέτοια πράξη, προϋποθέτει μια προσωπική και κυρίως αναγκαία εξομολόγηση προς τους (επίσης) θρασύτολμους αναγνώστες. Άλλωστε, νομίζω πως κάτι τέτοιο, για πολλούς λόγους, το οφείλω.

Όσον αφορά το γούστο και την προσωπικότητα του γράφοντος, ο εν λόγω σκηνοθέτης-δημιουργός δεν αποτελεί απλά μια ευρέως αναγνωρισμένη φιγούρα στην μακρά ιστορία της έβδομης τέχνης. Αποτελεί κυρίως μια προσωπικότητα (αστείρευτης) έμπνευσης, (διδακτικού) ταλέντου και (προσωπικού) θαυμασμού, τόσο προς το πρόσωπό και τον βίο του, όσο και στο αδιαφιλονίκητο έργο του. Ως εκ τούτου, το παρόν (περισσότερο προσωπικό και λιγότερο κινηματογραφικό) κείμενο χαρακτηρίζεται μάλλον ως μια υποκειμενική ματιά και όχι ως μια αντικειμενική προσέγγιση του Γερακιού. Οπότε τώρα μπορώ να τα πάρω όλα από την αρχή (όσο σχετικό και αν ακούγεται αυτό).

Σε μια κινηματογραφικά εκκολαπτόμενη ακόμα εποχή για την Δύση, το Γεράκι της Μάλτας αποτελεί την γέννηση τριών σημαντικών παραμέτρων για την μετέπειτα εξέλιξη του κινηματογράφου. Πρώτον, βγάζει από την (σχετική πάντα) αφάνεια τον σαρανταδυάχρονο τότε Bogart, χαρίζοντάς σε αυτόν έναν από τους χαρακτηριστικότερους ρόλους της καριέρας του (παράλληλα με το επίσης πανύψηλο High Sierra της ίδιας χρονιάς) και σε εμάς έναν ειδωλολατρεμένο ηθοποιό που όσες φορές και αν τον παρακολουθήσεις στην οθόνη τόσες θα καταφέρει να σε μαγέψει. Δεύτερον, σηματοδοτεί την σκηνοθετική πια παρουσία του Huston ο οποίος αντιλαμβάνεται ότι η σεναριογραφή δεν τον γεμίζει όσο θα ήθελε, χαρίζοντας στον εαυτό του ένα αδιαμφισβήτητο ντεμπούτο και σε εμάς μια μυθική πλέον ταινία. Τρίτον και σημαντικότερον, το Γεράκι της Μάλτας θα σημάνει την γέννηση του αμερικάνικου νουάρ, χαρίζοντας σε όλους (και ιδίως στους λάτρεις του είδους) ένα διαχρονικό μέτρο σύγκρισης όσων θα (το) ακολουθήσουν. Και νομίζω ότι ελάχιστες είναι οι ταινίες οι οποίες έχουν καταφέρει τόσα πολλά με τα ελάχιστα που διέθετε ο δημιουργός τους.

Όλα αυτά βέβαια ελάχιστη σημασία είχαν εκείνη την εποχή. Άλλωστε η ιστορία είχε ήδη γραφτεί στα thirties με τον Hawks, τον Capra, τον Vidor, τον Whale, τους αδελφούς Marx και τον Chaplin να δίνουν το δικό τους κινηματογραφικό ρεσιτάλ (αν και προσωπικά πάντα μου άρεσε περισσότερο ο Keaton, αλλά αυτό είναι μια ιστορία η οποία δεν χωράει εδώ). Οπότε και η επιδιωκόμενη επιτυχία του Γερακιού, η τρίτη κατά σειρά προσέγγιση της νουβέλας του Dashiell Hammett, από έναν περιπλανώμενο, άσημο και άπειρο σκηνοθέτη φάνταζε ως κάτι το ακατόρθωτο.

Όμως η καλλιτεχνική ανησυχία, η αφηγηματική δεινότητα και η επαγγελματική αφοσίωση του Huston μετέτρεψαν την ταινία σε πρωτοποριακό αριστούργημα. «Κάθε σκηνή που γυρίζεται είναι η σπουδαιότερη της ταινίας» του είχε πει ο παραγωγός και αυτός έβαλε σκοπό να το κάνει πραγματικότητα. Ένα αδαμάντινο γεράκι, αγέρωχο, αγέραστο και μεγαλοπρεπές όπως είναι, αποτελεί το αντικείμενο του πόθου των περισσοτέρων χαρακτήρων (κατά ένα profit-ικό τρόπο sierramadrικοί όλοι τους), έχοντας την δύναμη όχι να μεταλλάσσει τους ανθρώπους αλλά να μαγνητίζει εκείνους με τα πιο έντονα, εγωκεντρικά και κυρίως ανεξίτηλα χαρακτηριστικά. Ένας φίλαυτος μαφιόζος (Greenstreet), μια ψεύτρα γυναίκα (Astor) ένας μικροκαμωμένος μικροαπατεώνας (Lorre) και ένας αδίστακτος ντέντεκτιβ (Bogart) θα συγκρουστούν με τα ψέματά, την ευστροφία και τα ένστικτά τους, διεκδικώντας το πολυπόθητη θέση τους στην ιστορία.

Αυτός ο τελευταίος, που τυχαίνει να διαθέτει και όλα τα χαρακτηριστικά των υπολοίπων, θα είναι και ο πρώτος αγαπημένος του Hustonικού σύμπαντος. Κατέχοντας την εκφραστική δύναμη που του χαρίζει η κάμερα και υπερασπιζόμενος έναν χαμένο κώδικα ηθικής, θα απαξιώσει και θα αρνηθεί το υλικό από τα οποία φτιάχνονται τα όνειρα ενώ ταυτόχρονα θα απαρνηθεί και τον (αμφίβολο) έρωτα εκείνης, αφήνοντας μόνο την ηχώ των χαμένων υποσχέσεων και τον χαμένων ευκαιριών να σιγοσβήνει σε ένα άδειο δωμάτιο. Θα μείνει μόνος, αλλά ως ο μόνος τίμιος που δεν χαρίστηκε σε κανέναν, παρά μόνο σε εμάς που ακόμα και σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά, θαυμάζουμε την δύναμη και το ακέραιο ενός τέτοιου χαρακτήρα.

Και αυτό ήταν μόνο η αρχή.

Chris Zafeiriadis

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Μοναδικη!

argiris-cinefil είπε...

Πολύ ωραίο το κείμενό σου όπου συμφωνώ σε όλα όσα λες.
Μία ταινία μύθος που όπως είπες αποτελεί μία τις διαχρονικότερες και πιο αναλλοίωτες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Και φυσικά το πιο σημαντικό είναι ότι σηματοδοτεί την γέννηση του αμερικανικού φιλμ νουάρ όπου έθεσε τις βάσεις, τους κώδικες αλλά και όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτελείται αυτό το είδος. Για μένα είναι ένα από τα πιο σημαντικά κινηματογραφικά είδη όπου επηρέασε καθοριστικά την μετέπειτα πορεία του κινηματογράφου, στήνοντας έτσι έναν ολόκληρο μηχανισμό πίσω από αυτό το είδος δίνοντας την ευκαιρία σε σκηνοθέτες και ηθοποιούς να αναδειχτούν ή να κάνουν καριέρα μέσα από το φιλμ-νουαρ, δίνοντας ανεπανάληπτα αριστουργήματα καθώς και πολλά αλλά πραγματάκια τα οποία δανείστηκαν μετέπειτα κι άλλα κινηματογραφικά είδη. Όλος αυτός ο ενθουσιασμός μου είναι επειδή υπερλατρεύω το φιλμ νουάρ όπου και είναι το αγαπημένο μου κινηματογραφικό είδος.

Όσον αφορά το σινεμά του Χιούστον (από τους αγαπημένους μου), για μένα εκτός από τεράστιο είναι και διαχρονικότατο και πολυμορφικό διότι έχει κάνει τα πάντα και με μεγάλη επιτυχία: γούεστερν, φιλμ νουαρ, μιούζικαλ, γκανγστερικές, θρίλερ, πολεμικές, εποχής, δράματα, ιστορικές, μαύρες κωμωδίες, ψυχολογικές.

Ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ είναι ανεπανάληπτος όπου με αυτόν τον ρόλο άρχισε να χτίζει τον μύθο του όπως επίσης και το στιλ που θα χαρακτήριζε τους μετέπειτα ρόλους του. Το High Sierra το λάτρεψα.

5: Αριστούργημα

0: Κακή / 1: Μετριότατη / 2: Απλώς ενδιαφέρον / 3: Καλή / 4: Πολύ καλή / 5: Αριστούργημα

Mike είπε...

Απο τα κλασικοτερα και σπουδαιοτερα φιλμ νουαρ, χαρις κυριως στον μαγκα πρωταγωνιστη Μπογκαρντ αλλα και τον βιρτουοζο Χιουστον που βρισκεται αναμεσα και στους δικους μου αγαπημενους σκηνοθετες!

Chris Z. είπε...

Ανδρέα, Αργύρη και Mike,

Σας ευχαριστώ θερμά για την συμμετοχή σας εδώ. Μεγάλη μου η χαρά που συμφωνούμε και οι τέσσερις - ο καθένας με τον τρόπο του – για την μοναδική αυτή ταινία. Ευτυχώς ο κόσμος αντιλαμβάνεται το καλό cinema του χθες, τα σχόλιά μας το αποδεικνύουν. Αυτές οι ταινίες δεν θα ξεχαστούν ποτέ…

Την καλημέρα μου..

Chris Karpis είπε...

Πολύ καλή ταινία, αν και προσωπικά προτιμώ τη ζούγκλα της ασφάλτου. Αυτό δεν υποβαθμίζει το γεράκι βεβαίως, που είναι απο τα υπερ-κλασικά νουάρ. Ο Χιούστον είναι εγγύηση

Chris Z. είπε...

Ο Huston είναι εγγύηση και νομίζω πως οι κινηματογραφόφιλοι ποτέ δεν θα συμφωνήσουν στο ποια ειναι η καλύτερη ταινία του. Άλλωστε, τι να πρωτοπιάσεις και τι να αφήσεις...

Την καλημέρα μου.