Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Τα Οπωροφόρα της Αθήνας (2010)


Ένας μοναχικός συγγραφέας, το εν τη γενέσει διήγημά του και ο αλαφροΐσκιωτος ήρωάς του, πρωταγωνιστές όλοι σε μια Αθήνα που δείχνει να μην καταλαβαίνει κανέναν.

Ο Λευτέρης Βογιατζής υποδύεται τον συγγραφέα. Ο χώρος όπου γράφει έχει πανοραμική θέα σε ένα εργοτάξιο, ο ίδιος όμως ονειρεύεται δέντρα. Ο μόνος άνθρωπος που συναναστρέφεται είναι η Ιρίνκα, η αλλοδαπή κοπέλα που του καθαρίζει το σπίτι. Η σχέση τους μοιάζει υποτυπώδης, αφού η κοπέλα δε γνωρίζει καλά ελληνικά, ενώ ακούει με συμπάθεια τον συγγραφέα να της ξεδιπλώνει τους ενδιαφέροντες, αλλά μερικές φορές κουραστικούς - έως σαχλούς, προβληματισμούς του για τη λογοτεχνία και το διήγημα που γράφει. Κάποιες στιγμές όμως φαίνεται να τον καταλαβαίνει και να συμμερίζεται την αγωνία του. Ίσως αυτές να είναι και οι πιο σημαντικές για τον Παναγιωτόπουλο, που εδώ μοιάζει να βαδίζει σε περίεργα και κυρίως ασυνήθιστα για τα ελληνικά δεδομένα μονοπάτια.

Ο «οιονεί βαδιζομανής», καρπουζοκέφαλος ή κεφάλας ήρωας του διηγήματος (άψογος ο Νίκος Κουρής στην απόδοση του ρόλου του) τριγυρνά ολημερίς στους δρόμους της πρωτεύουσας αναζητώντας οπωροφόρα δέντρα που κανένας άλλος κάτοικος δε φαίνεται να εκτιμά. Είναι ιδιόρρυθμος και μοιάζει απροσάρμοστος με τα ορειβατικά του σανδάλια και το ψηλόμεσο παντελόνι που συνεχώς ανασηκώνει. Αρκετοί σοβαροφανείς, εξ ορισμού ανόητοι, τον περιφρονούν, θεωρώντας τον τρελό. Στην πραγματικότητα είναι αθώος, ονειροπόλος, αφοπλιστικά ειλικρινής, με μια αφελή παιδικότητα να υποδεικνύει στους άλλους τρόπους για να ξεφύγουν από τη μίζερη και πεζή τους καθημερινότητά, να ξυπνήσουν από το λήθαργό τους. Αυτή είναι η αποστολή του.

Στις ατέρμονες περιπλανήσεις του συναναστρέφεται τύπους περιθωριακούς και ιδιαίτερους, παρέχοντάς σε εμάς που τον παρακολουθούμε διάφορες ασήμαντες πληροφορίες, όπως για παράδειγμα ότι τα μούρα δε χρειάζονται πλύσιμο, καθώς αυτοκαθαρίζονται με τριχοειδείς απολήξεις, ή ότι τα σταγονίδια κατά το φτάρνισμα τρέχουν με ταχύτητα 700 χιλιομέτρων την ώρα.

Σε αυτή την ταινία υπάρχουν σκηνές ευφάνταστες και χιουμοριστικές, αλλά και κάποιες που σε κάνουν να νιώθεις άβολα και αμήχανα. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που δεν θέλεις να την ξαναδείς. Αρχικά καταφέρνει και αποπνέει ρομαντισμό και νοσταλγία, στην πορεία όμως η συνεχής εναλλαγή σκηνών του διηγήματος και σκέψεων του συγγραφέα κουράζει και αποπροσανατολίζει τον θεατή. Υπάρχουν αρκετές ενδιαφέρουσες απόψεις για τη λογοτεχνία, αυτές όμως δεν ενδιαφέρουν τον κάθε θεατή (ο οποίος βέβαια δεν θα πρέπει να ξεχνάει ότι παρακολουθεί την μεταφορά ενός βιβλίου, ποιητικής θα έλεγα, στο σινεμά). Η ταινία μας αφήνει πάντως μια ευχάριστη «επίγευση», όταν φαντασιακό και πραγματικό συμπλέκονται σε μια τελευταία σκηνή, σχεδόν ονειρική.

Γεωργία Βιολιτζή

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Υπέροχη ταινία, τώρα τη βλέπω!!!