Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2015

Whiplash (2014)


Θα ακούσεις το Whiplash να σου τρυπάει τα αυτιά. Θα το νιώσεις να σου επιτίθεται χωρίς έλεος με τους ήχους από τα χτυπήματά του στο ταμπούρο και, στη συνέχεια, να σημαδεύει τη ψυχή σου για να τη συγκλονίσει. Τον στόχο του δεν θα τον βρει σίγουρα, άλλωστε αυτό είναι κάτι που ελάχιστες ταινίες μπορούν να επιτύχουν. Θα καταφέρει όμως να σε κάνει να συλλογιστείς και να έρθεις λίγο πιο κοντά σε αυτό που αγαπάς περισσότερο, αυτό που ζει για πάντα στη καρδιά σου και στο οποίο, χωρίς μεταμέλεια, έχεις αποφασίσει ότι πρέπει να αφιερώσεις το μεγαλύτερο κομμάτι του χρόνου που σου έχει δοθεί. Αυτή είναι και η μεγαλύτερη αρετή μιας ταινίας, να ξεπερνάει , δηλαδή το θέμα της, να ξεπερνάει τους ήρωες και την ιστορία που σου διηγείται και να σε κάνει πλέον να τη βλέπεις προσωπικά. 

Με δυο μπαγκέτες στο χέρι και μια καρδιά να λαχταρά για την αναγνώριση της προσπάθειας και της προοπτικής, ο Andrew πολεμάει, ιδρώνει και πονάει χωρίς στιγμή να κάνει πίσω. Πολεμάει ως ένας νεαρός μουσικός που έχει αποφασίσει να αφιερώσει τη ζωή του στα τύμπανα και το κάνει χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς μέτρο, αφού αυτό είναι το όργανο που επέλεξε για να τον αγαπήσει ανεπιστρεπτί. Ο Andrew ιδρώνει για την επίτευξη του στόχου που έχει βάλει, να γίνει δηλαδή ένας από τους σπουδαίους προσπαθώντας να κερδίσει μια θέση ανάμεσα στους καλύτερους μουσικούς του κόσμου, αφού οτιδήποτε λιγότερο δεν είναι αρκετό. Η μετριότητα λένε, άλλωστε, είναι γι’ αυτούς που επαναπαύονται σε αυτήν, ενώ η κορυφή γι’ αυτούς που επιθυμούν να την κατακτήσουν. Πολεμάει, ιδρώνει και πονάει, επίσης χωρίς μέτρο, όταν ανακαλύπτει ότι πρέπει να πονέσει ακόμα περισσότερο για να αναρριχηθεί και να αναπτύξει τις ικανότητές του, μέχρι να φτάσει στο σημείο της σωματικής και ψυχικής αιμορραγίας. Και μετά να συνεχίσει για ακόμα περισσότερο. 

Σε ένα κόσμο όπου άλλοι φιλιούνται και άλλοι προσποιούνται, όπου κάποιοι παθιάζονται και κάποιοι άλλοι δοκιμάζονται, ο Andrew θα αναζητήσει την ακρίβεια στη μέθοδο. Θα αναζητήσει ένα βλέμμα εμπιστοσύνης που θα τον καθοδηγήσει, με το μυαλό να βρίσκεται στην εκπαίδευση που παρέχει ένα ωδείο και τη ψυχή να εμπνέεται ακούγοντας ασταμάτητα μουσική και αλήθεια, δεν ξέρω άλλο τρόπο για να διδαχτείς αυτή την τέχνη. Η καθοδήγηση έρχεται από το πρόσωπο του Fletcher, ενός αξιοσέβαστου αλλά αυστηρού, προσβλητικού και πιεστικού καθηγητή μουσικής και μαέστρου μιας jazz μπάντας κολοσσιαίων απαιτήσεων. Ενός δασκάλου που δεν ανέχεται τη μετριότητα, χρησιμοποιεί βάρβαρες και αμφισβητούμενες μεθόδους διδασκαλίας και σπρώχνει τους μαθητές στα όριά τους, αναγκάζοντας και απαιτώντας από αυτούς να τα ξεπεράσουν. 

Η συνύπαρξη δασκάλου και μαθητού μέσα στον ίδιο χώρο (δύο ακραίοι αλλά απολαυστικοί χαρακτήρες) ανεβάζει την ένταση στα ύψη, παραμένοντας σε κάθε της δευτερόλεπτο θανατηφόρα ηλεκτρισμένη, με την αδρεναλίνη να κοχλάζει, έτοιμη να εκραγεί και να ξεχυθεί εκτός οθόνης. Κάτι που οφείλεται κυρίως στην απόδοση των Simmons και Teller που εδώ δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό, σαν δύο ασταμάτητοι μαχητές που βρίσκονται στο πεδίο ενός ψυχολογικού πολέμου για την επικράτηση του ισχυρότερου. Από την μία ο Simmons εξαπολύει μια αγριότητα στο βλέμμα και στις κινήσεις του, έτοιμος να κατασπαράξει όποιον βρίσκεται στο πέρασμά του, και από την άλλη ο Teller, με την νεανική ισχυρογνωμοσύνη, το πείσμα και τη θέληση στα μάτια και ματωμένα χέρια του, να παίζει τις νότες χωρίς να χρειάζεται μέτρο, παλεύοντας να αποδείξει ότι είναι ένας καινούριος Buddy Rich που δεν έχει ακόμα αγγίξει την κορυφή. 

Η σύγκρουση φυσικά γίνεται μετωπικά, με τις πληγές να ανοίγουν εκατέρωθεν διάπλατα και τον Chazelle να σκηνοθετεί με αφοσίωση το υλικό του, κατασκευάζοντας μια ταινία που βυθίζεται στην κόλαση της προσωπικής βαναυσότητας που απαιτείται να περάσουν οι ήρωες για να κατακτήσουν ο καθένας το δικό του παράδεισο. Ωστόσο, το Whiplash δεν θα το θυμάμαι για την κατάδυση που επιχειρεί στην παράνοια και τον εφιάλτη ενός υπαρξιακού δράματος, γιατί πολύ απλά αδυνατεί να καταδυθεί εξ΄ολοκλήρου σε αυτό και να γίνει μια εφιαλτικά σπουδαία ταινία. Θα το θυμάμαι, όμως, γιατί καταφέρνει και πραγματεύεται τη σπουδαιότητα του ονείρου, φέρνοντάς το σε σύγκρουση με έναν κόσμο που έχει μάθει να ικανοποιείται από το μέτριο και όχι από το κάτι παραπάνω. Θα το θυμάμαι για την ψυχική απομόνωση των πρωταγωνιστών που μοιάζουν από γεννησιμιού τους έτοιμοι να φτάσουν στα άκρα για να κατακτήσουν το όνειρο και, τέλος, θα το θυμάμαι για την αίσθηση της εξόντωσης που εξαπολύει ένα από τα πιο θυελλώδη και παθιασμένα φινάλε που μας χάρισε τον τελευταίο καιρό η μεγάλη οθόνη.
Chris Zafeiriadis

3 σχόλια:

argiris-cinefil είπε...

Από τις πολύ ευχάριστες εκπλήξεις αυτής της σεζόν.
Η ταινία απλά τα σπάει!!! Τι ένταση, τι πάθος, τι τέμπο, τι εκρηκτικοί διάλογοι, τι σπιρτόζικη σκηνοθεσία αλλά και τι φινάλε!
Υπόκλιση στον εκπληκτικό J.K. Simmons για τον ίσως πιο αξιομνημόνευτο β' αντρικό ρόλο τα τελευταία πολλά χρόνια. Μια από τις λίγες χτυπητές αδυναμίες του σεναρίου ήταν η εντελώς προσχηματική παρουσία του κοριτσιού του Andrew.
Όντως όταν μια ταινία καταφέρνει να σου “μιλάει” προσωπικά είναι πολύ καλύτερο από το να είναι απλά μια βαρετά άψογη ταινία.

4/5: Πολύ καλή

Chris Z. είπε...

Νομίζω η αληθινή έκπληξη ήταν αυτή των δύο πρωταγωνιστών. Και οι δύο τους είναι υπέροχοι, ανεβάζοντας την ταινία αρκετά ψηλά. Ειδικά ο Simmons έχεις δίκιο, τι άνθρωπος είναι αυτός (και τι ατζέντη πρέπει να έχει για να τον βάζει να παίξει σε ταινία του Παπακαλιάτη μετά από το Whiplash; - αρρώστια)

Η προσχηματική παρουσία της κοπελιάς δεν με ενόχλησε πολύ, νομίζω υπήρχε όσο της αναλογούσε συγκριτικά με τη ζωή και την αγάπη του Teller για τα τύμπανα.. Ωστόσο Αργύρη θα 'κλέψω' ένα σχόλιο το οποίο δεν θυμάμαι που το είδα και θα σε ρωτήσω,
φαντάζεσαι τι ταινία θα βλέπαμε αν την είχε σκηνοθετήσει ο Aronofsky?

(Η αργοπορημένη μου απάντηση οφείλεται σε εμπλοκή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, όχι σε αδιαφορία)

Καλησπέρα.

argiris-cinefil είπε...

Καλά θέλει πολύ μεγάλη προσπάθεια για να το καταφέρεις αυτό! (για τον ατζέντη του μιλάω).

Έχεις δίκιο για την κοπελιά. Εκ πρώτης όψεως φαίνεται να είναι προσχηματικός αλλά με μια δεύτερη (καλύτερη) ματιά ο ρόλος της ήταν τόσος όσο της αναλογούσε. Έπρεπε να το είχα αντιληφθεί. Τα ανούσια ρομάνζτα άλλωστε χαλάνε πολλές ταινίες (δυστυχώς στις περισσότερες σημερινές ταινίες έχει γίνει ο κανόνας και όχι η εξαίρεση).

Να σου πω την αλήθεια δυσκολεύομαι να φανταστώ τον Aronofsky για την συγκεκριμένη ταινία για τον εξής απλούστατο λόγο: είναι τόσο απρόβλεπτος, αψυχολόγητος και αταξινόμητος που δεν ξέρω πιο θα ήταν το αποτέλεσμα.

(Ναι το ξέρω ότι δεν θα ήταν από αδιαφορία. Άλλωστε μπορεί να υπάρχουν χίλιοι δυο λόγοι που δεν μπορεί να απαντήσει κάποιος σε ένα σχόλιο)

Την καλησπέρα μου κι από εμένα…