Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Alice in den Städten (Alice in the Cities, 1974)


Αν ρίξεις το βλέμμα σου στον ουρανό για λίγο, θα νιώσεις ότι θέλεις να πετάξεις. Θα νιώσεις ότι θες να ανέβεις στα σύννεφα και να κοιτάξεις ολόκληρο τον κόσμο από ψηλά, σαν να ‘σουν άγγελος σε μια κρυφή αποστολή που κανένας δεν γνωρίζει και κανένας δεν χρειάζεται να μάθει. 

Αν ρίξεις το βλέμμα σου στη θάλασσα για λίγο, θα νιώσεις την ανάγκη να ανέβεις σε ένα πλοίο για να κατακτήσεις το απέραντο γαλάζιο, σαν ένας ανήσυχος εξερευνητής που κυνηγά να φτάσει στην άλλη άκρη του ορίζοντα. Μη με ρωτήσεις τι υπάρχει εκεί πέρα, ακόμα δεν το έχω προσπαθήσει. 

Αν ρίξεις το βλέμμα σου επάνω στους ανθρώπους, ίσως για λίγο νιώσεις την ανάγκη να ταξιδέψεις και να βρεθείς μαζί τους σε κάποια άγνωστη, μικρή ή μεγαλύτερη, πόλη. Μπορεί να νιώσεις την ανάγκη να βρεθείς σε τόπους που δεν περπάτησες ποτέ, να γνωρίσεις πρόσωπα και να μιλήσεις, να συστηθείς όπως εσένα σου αρέσει γιατί τα ονόματα δεν θα ‘χουν σημασία. Μπορεί να συναντήσεις δεκάδες και να σου δείξουν πράγματα που δεν περίμενες ότι θα μπορούσε κάποιος να σου δείξει, μπορεί ακόμη να μοιραστείς τα πάντα μόνο με ένα πρόσωπο, και όμως να μάθεις έτσι όλα τα μυστικά που βρίσκονται στον κόσμο. Όποιο δρόμο και να επιλέξεις, πάλι κερδισμένος θα βγεις από αυτά που θα έχεις ζήσει, ακόμα κι αν κανένας δεν σου έδειξε το πώς. 

Η μικρή και εύθραυστη Αλίκη ξεκινάει το ταξίδι όταν η μητέρα της (την οποία βλέπουμε μόνο στην αρχή της ταινίας) την αφήνει σε έναν γερμανό δημοσιογράφο για να την μεταφέρει αεροπορικώς από την Νέα Υόρκη στο Άμστερνταμ, με την υπόσχεση να την παραλάβει όταν η ίδια έρθει με την επόμενη πτήση. Όμως για κάποιο άγνωστο λόγο δεν εμφανίζεται ποτέ. Έτσι, οι δύο ήρωες ξεμένουν μόνοι σε μια ξένη χώρα και αποφασίζουν να ξεκινήσουν ένα καινούριο ταξίδι, οδικώς αυτήν τη φορά, από το αεροδρόμιο προς την αναζήτηση της γιαγιάς η οποία κατοικεί σε κάποια επαρχιακή γερμανική πόλη. Είναι το σημείο όπου η ανάγκη της συντροφιάς γεννάται και αναπτύσσεται σταδιακά, το σημείο όπου η Αλίκη πρέπει να απαλλαγεί από την απογοήτευση και τον φόβο που μπορεί να κατακλύζει ένα εννιάχρονο κορίτσι και να ζήσει την περιπέτεια, έστω κι αν είναι ατελής, μαζί με τον άγνωστο συνοδοιπόρο της. 

Αυτός ο συνοδοιπόρος γίνεται ο κατάλληλος κηδεμόνας την κατάλληλη στιγμή, αφού και ο ίδιος αναζητά μια ιστορία που θα συνοδεύει τις φωτογραφίες που τραβάει με τα μάτια της αγαπημένης του Polaroid. Μιας πολυταξιδεμένης φωτογραφικής μηχανής που, όπως όλες οι φωτογραφικές μηχανές, σου δίνει τη δυνατότητα να απαθανατίσεις τους ανθρώπους και τους τόπους που επισκέπτεσαι, νομίζοντας έτσι ότι τους κάνεις δικούς σου, σαν να μην ανήκουν σε κανέναν άλλο, ούτε πριν, ούτε μετά από εσένα. Από τις έρημες αποβάθρες δίπλα στη θάλασσα στην απεραντοσύνη του γαλανόλευκου ουρανού, και από τη μοναξιά των δρόμων στη βουή των σιδηροδρομικών βαγονιών (που όταν βρίσκεσαι μέσα τους, βλέπεις τους ανθρώπους να περνούν), ο Φίλιπ φωτογραφίζει τον κόσμο για να τον δείξει στους ανθρώπους, αφού αυτή είναι η δουλειά του. Ξεχνάει όμως να τον δει με τα δικά του μάτια και συνειδητοποιεί ότι, πριν από οτιδήποτε άλλο, πρέπει να ανακαλύψει τη δική του ιστορία. 

Η Αλίκη πιάνει τον Φίλιπ απ’ το χέρι και τότε η ευφυΐα ενός μικρού κοριτσιού θα ενωθεί με την αφέλεια του ενήλικα. Οι δυο τους, χωρίς προαπαιτούμενα, χωρίς πολλά χρήματα και, κυρίως, χωρίς θαύματα, αλλά με ένα αθώο και γλυκόπικρο τρόπο, θα ταξιδέψουν δίχως συγκεκριμένο προορισμό, αφού οι προορισμοί συνήθως ολοκληρώνουν τα ταξίδια. Θα βρεθούν περιπλανώμενοι στις Πόλεις, θα συναντήσουν τους ανθρώπους, θα ακούσουν μουσική από ένα παλιομοδίτικο jukebox και θα συμφωνήσουν στο πόσο κρίμα είναι να γκρεμίζονται τα παλιά, όμορφα σπίτια. Τίποτα από αυτά που θα ζήσουνε δεν θα τους αλλάξει τη ζωή και τίποτα δεν θα σβηστεί από τη μνήμη τους. Κομμάτια είναι όλα μιας ιστορίας που μπορεί να μοιάζει μινιμαλιστική (αφού δεν διαθέτει ακραίες κορυφώσεις), τους ανήκει όμως ολοκληρωτικά γιατί είναι δική τους. Ευτυχώς, όταν το σινεμά σού διηγείται μια ιστορία που τη νιώθεις δική σου, τότε το ταξίδι γίνεται αμέσως συναρπαστικό. 

Αν ρωτήσεις τον Wenders θα σου πει ότι κάθε ταξίδι είναι συναρπαστικό. Και κάθε συναρπαστικό ταξίδι γίνεται μαγικό, όταν μπορεί να χαρίσει στον ταξιδιώτη ένα κομμάτι από τη μαγεία της ζωής που δεν μπορεί να διακριθεί στην καθημερινότητά μας. Κάθε ταξίδι γίνεται μαγικό όταν αφήνεσαι στο άγνωστο και ταξιδεύεις χωρίς να χρειάζεσαι πυξίδα και συγκεκριμένο στόχο. Όμως ακόμη κι αν υπάρχει κάποιος στόχος, αυτός θα πρέπει να είναι η αφορμή και όχι η αιτία. Γιατί αλήθεια, δεν θυμάμαι κανέναν που να ταξίδεψε με τόλμη προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και να συνάντησε κάτι λιγότερο από τον ίδιο του τον εαυτό.
Chris Zafeiriadis

Δεν υπάρχουν σχόλια: