Δευτέρα, 30 Μαρτίου 2015

Birdman: Or (The Unexpected Virtue of Ignorance) - (2014)


Υπάρχει μια φλόγα μέσα στη ψυχή του Birdman που καίει σιωπηλά. Είναι μια φλόγα που ξέρεις ότι γεννήθηκε όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί κι ας μη το βλέπεις στην οθόνη, που περιμένει την κατάλληλη στιγμή για να γιγαντωθεί και να θεριέψει, να γίνει μία αδάμαστη και θυμωμένη πυρκαγιά που θα κάψει τα πάντα στο πέρασμά της. Αυτό δεν είναι κάτι που λέω εγώ, άλλωστε ποτέ δεν ήμουν τόσο οξυδερκής στην αντίληψή μου. Είναι όμως μια πραγματικότητα που θα σου εξομολογηθεί κάθε ένας από τους μικρούς ή μεγάλους καλλιτέχνες που υπάρχουν εκεί έξω, κάθε ένας που έχει την ανάγκη να βγάλει από μέσα του το φως, εκθέτοντας τα σωθικά του επάνω στο μέσο που του δόθηκε. Για κάθε ζωγράφο είναι ο καμβάς, για κάθε γλύπτη είναι ο πηλός και για τον σκηνοθέτη είναι το λευκό πανί μέσα σε μια σκοτεινή αίθουσα. Για τον ηθοποιό είναι μια σκηνή γεμάτη προβολείς που τον στοχεύουν, μια παράσταση που θα δώσει μπροστά στα μάτια εκείνων που τον παρακολουθούν, περιμένοντας να τους προκαλέσει το δέος και, αλήθεια, δεν χρειάζεται πάνω από μια στιγμή για να το καταφέρει. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή αναζητά ο Birdman, από την αρχή ακόμα που τον βλέπουμε να αιωρείται στο καμαρίνι του, μέχρι την απρόσμενη αρετή του αφελούς φινάλε.

Πριν την αφέλεια της κατάληξης, όμως, η αρετή προηγείται. Η αρετή και η τέχνη του Iñárritu, ο οποίος μας έχει χαρίσει ένα αδυσώπητο αριστούργημα σπαρακτικού σινεμά (Amores Perros) και τρεις ταινίες βυθισμένες σε ένα δραματικό ρεαλισμό που τσακίζει κόκκαλα και, σε στιγμές, γίνεται αβάσταχτος (21 Grams, Babel, Biutiful). Είναι οι ιστορίες των ανθρώπων που παλεύουν να επιβιώσουν σωματικά και ψυχικά μέσα σε μια ζωή που δεν αντέχουν, θα κάνουν όμως τα πάντα για τα καταφέρουν πληρώνοντας το τίμημα που τους αντιστοιχεί.

Με το Birdman τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά, αφού έρχεται για να εισάγει ένα πιο φανταστικό και σε στιγμές κωμικό στοιχείο στο σινεμά του Iñárritu (αν και ούτε για ένα λεπτό δε γίνεται κωμωδία), εισάγοντας παράλληλα την αναζήτηση της αληθινής ταυτότητας με την οποία φαίνεται να ταυτίζονται τόσο ο σκηνοθέτης όσο και ο πρωταγωνιστής της ταινίας. Ο Birdman δεν αναζητά τον τρόπο για να επιβιώσει ανάμεσα στους ανθρώπους, αυτό το έχει καταφέρει εύκολα στο παρελθόν με τις blockbuster ταινίες όπου πρωταγωνιστούσε. Αναζητά τον τρόπο για να αναγνωριστεί καλλιτεχνικά από εκείνους που σχημάτισαν άποψη από τα αφελή κατορθώματά του και σήμερα δε λένε με τίποτα να αλλάξουν την πεποίθησή τους. Παλεύει για να γίνει σημαντικός και να αγαπηθεί από εκείνους που τον έχουν απορρίψει, κάτι που, αν με ρωτήσεις, είναι ακόμα δυσκολότερο από το να ξεκινάς από το μηδέν, ενώ χρειάζεται όλα τα αποθέματα θάρρους που μπορεί να διαθέτει ένας άνθρωπος για να συγκρατήσει την εσωτερική αγωνία που σαν πυρηνική βόμβα, ετοιμάζεται να εκραγεί.

Η ταύτιση του πρωταγωνιστή με τον ήρωα είναι προφανής, αφού ο Keaton, που 20 χρόνια πριν έπαιξε ένα σούπερ ήρωα στη μεγάλη οθόνη (Batman), υποδύεται σήμερα έναν ηθοποιό που 20 χρόνια πριν έπαιξε ένα σούπερ ήρωα στη μεγάλη οθόνη (Birdman). Και τον βλέπεις μπροστά στα μάτια σου (με τις τυμπανοκρουσίες του Antonio Sanchez στο background) να δίνει τη δική του μάχη, προσπαθώντας να επιβιώσει από την απόγνωση. Δεν αδυνατεί να προσαρμοστεί στην εποχή του. Αντίθετα, την αντιλαμβάνεται πλήρως και απλώς την απορρίπτει. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και επικοινωνίας δεν είναι παρά το μέσο για να εκθέσεις την ουσία της ύπαρξής σου, ο τρόπος που θα επικοινωνήσεις με τους σωστούς ή τους λάθους ανθρώπους που σε ακολουθούν. Αν όμως δεν διαθέτεις ουσία, είσαι απλώς μια εύθραυστη και αναλώσιμη εικόνα που θα ξεχαστεί στο επόμενο upload που θα γίνει viral. Έτσι, ο Birdman αναζητά την ευκαιρία να κάνει κάτι σωστό, με όπλο τη φιλοδοξία να νιώσει τον εαυτό του αγαπητό για όλους τους σωστούς λόγους. Δίνει μια παράσταση ζωής που ισορροπεί ανάμεσα στο χειροκρότημα της αποθέωσης και τον εξευτελισμό του ηθοποιού που περπατάει γυμνός ανάμεσα στους ανθρώπους της Times Square, σε μια από τις πιο ουσιαστικές κινηματογραφικές στιγμές της φετινής χρονιάς – και η εμμονή με τον εγωισμό γίνεται σκόνη σε λίγα μόλις δευτερόλεπτα ανόθευτης πραγματικότητας.

Δίπλα του στέκεται ο Iñárritu, που πάνω από όλα πιστεύει στον ήρωά του, οικοδομώντας μια ιστορία που εξισώνει τον ηθοποιό του Hollywood με τον ηθοποιό του Broadway, μετατρέπει τις ψευδαισθήσεις σε αληθινές αισθήσεις και σου δίνει την εντύπωση ότι παρακολουθείς ένα δίωρο μονόπλανο. Φυσικά, το μονόπλανο υπάρχει (αν και τεχνητό), όχι για να θυμίσει κάποια θεατρική παράσταση (αφού οι διακοπές στο θέατρο υπάρχουν κάθε φορά που σβήνουν τα φώτα και πέφτει η αυλαία), αλλά ως αντανάκλαση της ζωής που κυλά ασταμάτητα και δεν διακόπτει ούτε για ένα δευτερόλεπτο την ακατάπαυστη ορμή της. Μια ορμή που δημιουργεί ένα δικαιολογημένο, σε στιγμές, θυμό που διέπει τους περισσότερους χαρακτήρες της ταινίας, στερεί όμως από το θεατή ένα κομμάτι του συναισθηματικού βάρους που κουβαλάει ο ήρωας, είτε ως καταιγιστικός Birdman είτε ως φημισμένος ηθοποιός που αναζητά την εξιλέωση.

Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, βέβαια, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε το Birdman, όχι για όσα δεν είναι, αλλά για όσα κατάφερε να είναι. Φυσικά, την ιστορία του δεν την συναντάς πρώτη φορά, έχει περάσει ξανά μπροστά από τα μάτια σου, ακόμα κι αν δεν το έχεις καταλάβει με την πρώτη, είτε μέσα σε κάποια σκοτεινή αίθουσα, είτε επάνω σε κάποιο φωτοστολισμένο σανίδι. Αυτός δεν είναι λόγος για να φερθείς χαιρέκακα στο Birdman (και να το απορρίψεις, όπως απέρριψαν οι θεατές τον ίδιο τον ήρωα). Αντιθέτως, πρέπει να το τοποθετήσεις δίπλα σε ταινίες όπως το Opening Night και το All That Jazz, αφού η καρδιά του χτυπάει στους ίδιους ρυθμούς, αν και με διαφορετικό τρόπο. Αρκεί να μη νομίζεις ότι από την πυρκαγιά που προκαλεί ο ήρωας ξεφεύγει και ο ίδιος, αρκεί να μην μπερδέψεις το άρωμα της αλχεμίλλης στην αρχή με αυτό της νεκρικής βιολέτας του φινάλε και πιστέψεις ότι η αφέλεια που μόλις ξεδιπλώθηκε μπροστά σου δεν έχει το δικό της τίμημα.
Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Alice in den Städten (Alice in the Cities, 1974)


Αν ρίξεις το βλέμμα σου στον ουρανό για λίγο, θα νιώσεις ότι θέλεις να πετάξεις. Θα νιώσεις ότι θες να ανέβεις στα σύννεφα και να κοιτάξεις ολόκληρο τον κόσμο από ψηλά, σαν να ‘σουν άγγελος σε μια κρυφή αποστολή που κανένας δεν γνωρίζει και κανένας δεν χρειάζεται να μάθει. 

Αν ρίξεις το βλέμμα σου στη θάλασσα για λίγο, θα νιώσεις την ανάγκη να ανέβεις σε ένα πλοίο για να κατακτήσεις το απέραντο γαλάζιο, σαν ένας ανήσυχος εξερευνητής που κυνηγά να φτάσει στην άλλη άκρη του ορίζοντα. Μη με ρωτήσεις τι υπάρχει εκεί πέρα, ακόμα δεν το έχω προσπαθήσει. 

Αν ρίξεις το βλέμμα σου επάνω στους ανθρώπους, ίσως για λίγο νιώσεις την ανάγκη να ταξιδέψεις και να βρεθείς μαζί τους σε κάποια άγνωστη, μικρή ή μεγαλύτερη, πόλη. Μπορεί να νιώσεις την ανάγκη να βρεθείς σε τόπους που δεν περπάτησες ποτέ, να γνωρίσεις πρόσωπα και να μιλήσεις, να συστηθείς όπως εσένα σου αρέσει γιατί τα ονόματα δεν θα ‘χουν σημασία. Μπορεί να συναντήσεις δεκάδες και να σου δείξουν πράγματα που δεν περίμενες ότι θα μπορούσε κάποιος να σου δείξει, μπορεί ακόμη να μοιραστείς τα πάντα μόνο με ένα πρόσωπο, και όμως να μάθεις έτσι όλα τα μυστικά που βρίσκονται στον κόσμο. Όποιο δρόμο και να επιλέξεις, πάλι κερδισμένος θα βγεις από αυτά που θα έχεις ζήσει, ακόμα κι αν κανένας δεν σου έδειξε το πώς. 

Η μικρή και εύθραυστη Αλίκη ξεκινάει το ταξίδι όταν η μητέρα της (την οποία βλέπουμε μόνο στην αρχή της ταινίας) την αφήνει σε έναν γερμανό δημοσιογράφο για να την μεταφέρει αεροπορικώς από την Νέα Υόρκη στο Άμστερνταμ, με την υπόσχεση να την παραλάβει όταν η ίδια έρθει με την επόμενη πτήση. Όμως για κάποιο άγνωστο λόγο δεν εμφανίζεται ποτέ. Έτσι, οι δύο ήρωες ξεμένουν μόνοι σε μια ξένη χώρα και αποφασίζουν να ξεκινήσουν ένα καινούριο ταξίδι, οδικώς αυτήν τη φορά, από το αεροδρόμιο προς την αναζήτηση της γιαγιάς η οποία κατοικεί σε κάποια επαρχιακή γερμανική πόλη. Είναι το σημείο όπου η ανάγκη της συντροφιάς γεννάται και αναπτύσσεται σταδιακά, το σημείο όπου η Αλίκη πρέπει να απαλλαγεί από την απογοήτευση και τον φόβο που μπορεί να κατακλύζει ένα εννιάχρονο κορίτσι και να ζήσει την περιπέτεια, έστω κι αν είναι ατελής, μαζί με τον άγνωστο συνοδοιπόρο της. 

Αυτός ο συνοδοιπόρος γίνεται ο κατάλληλος κηδεμόνας την κατάλληλη στιγμή, αφού και ο ίδιος αναζητά μια ιστορία που θα συνοδεύει τις φωτογραφίες που τραβάει με τα μάτια της αγαπημένης του Polaroid. Μιας πολυταξιδεμένης φωτογραφικής μηχανής που, όπως όλες οι φωτογραφικές μηχανές, σου δίνει τη δυνατότητα να απαθανατίσεις τους ανθρώπους και τους τόπους που επισκέπτεσαι, νομίζοντας έτσι ότι τους κάνεις δικούς σου, σαν να μην ανήκουν σε κανέναν άλλο, ούτε πριν, ούτε μετά από εσένα. Από τις έρημες αποβάθρες δίπλα στη θάλασσα στην απεραντοσύνη του γαλανόλευκου ουρανού, και από τη μοναξιά των δρόμων στη βουή των σιδηροδρομικών βαγονιών (που όταν βρίσκεσαι μέσα τους, βλέπεις τους ανθρώπους να περνούν), ο Φίλιπ φωτογραφίζει τον κόσμο για να τον δείξει στους ανθρώπους, αφού αυτή είναι η δουλειά του. Ξεχνάει όμως να τον δει με τα δικά του μάτια και συνειδητοποιεί ότι, πριν από οτιδήποτε άλλο, πρέπει να ανακαλύψει τη δική του ιστορία. 

Η Αλίκη πιάνει τον Φίλιπ απ’ το χέρι και τότε η ευφυΐα ενός μικρού κοριτσιού θα ενωθεί με την αφέλεια του ενήλικα. Οι δυο τους, χωρίς προαπαιτούμενα, χωρίς πολλά χρήματα και, κυρίως, χωρίς θαύματα, αλλά με ένα αθώο και γλυκόπικρο τρόπο, θα ταξιδέψουν δίχως συγκεκριμένο προορισμό, αφού οι προορισμοί συνήθως ολοκληρώνουν τα ταξίδια. Θα βρεθούν περιπλανώμενοι στις Πόλεις, θα συναντήσουν τους ανθρώπους, θα ακούσουν μουσική από ένα παλιομοδίτικο jukebox και θα συμφωνήσουν στο πόσο κρίμα είναι να γκρεμίζονται τα παλιά, όμορφα σπίτια. Τίποτα από αυτά που θα ζήσουνε δεν θα τους αλλάξει τη ζωή και τίποτα δεν θα σβηστεί από τη μνήμη τους. Κομμάτια είναι όλα μιας ιστορίας που μπορεί να μοιάζει μινιμαλιστική (αφού δεν διαθέτει ακραίες κορυφώσεις), τους ανήκει όμως ολοκληρωτικά γιατί είναι δική τους. Ευτυχώς, όταν το σινεμά σού διηγείται μια ιστορία που τη νιώθεις δική σου, τότε το ταξίδι γίνεται αμέσως συναρπαστικό. 

Αν ρωτήσεις τον Wenders θα σου πει ότι κάθε ταξίδι είναι συναρπαστικό. Και κάθε συναρπαστικό ταξίδι γίνεται μαγικό, όταν μπορεί να χαρίσει στον ταξιδιώτη ένα κομμάτι από τη μαγεία της ζωής που δεν μπορεί να διακριθεί στην καθημερινότητά μας. Κάθε ταξίδι γίνεται μαγικό όταν αφήνεσαι στο άγνωστο και ταξιδεύεις χωρίς να χρειάζεσαι πυξίδα και συγκεκριμένο στόχο. Όμως ακόμη κι αν υπάρχει κάποιος στόχος, αυτός θα πρέπει να είναι η αφορμή και όχι η αιτία. Γιατί αλήθεια, δεν θυμάμαι κανέναν που να ταξίδεψε με τόλμη προς οποιαδήποτε κατεύθυνση και να συνάντησε κάτι λιγότερο από τον ίδιο του τον εαυτό.
Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Respire (2014)


Είναι αλήθεια, όταν ερωτεύεσαι μπορείς και αναπνέεις καλύτερα από πριν. Δεν χρειάζεται κανένας φιλόσοφος για να το σου το εξηγήσει με τις ρήσεις του, αρκεί να βρεις τον κατάλληλο άνθρωπο και την κατάλληλη στιγμή να συγχρονίσετε τις ανάσες σας. Να φτάσετε στο σημείο που θα κοιτάζεστε στα μάτια, θα ανασαίνετε παρέα, και το μόνο που θα έχει σημασία είναι να βρίσκεστε ο ένας δίπλα στον άλλο, ενώ ο χρόνος θα έχει σταματήσει να κυλάει. Δεν παίρνει πάνω από λίγα λεπτά για να παρουσιάσει η Laurent αυτόν το συγχρονισμό, για να παρουσιάσει τον έρωτα που υπάρχει ως συναίσθημα ανάμεσα σε δύο νεαρά κορίτσια, με την πράξη ωστόσο να παραμένει ανολοκλήρωτη. Ίσως γιατί η Laurent δεν ενδιαφέρεται να μιλήσει για την ομορφιά που αναδύεται μέσα από μια υγιή και πλήρη σχέση, αλλά για την εφηβική αναζήτηση της ταυτότητας, την εξερεύνηση των συναισθημάτων και το πάθος. Ένα πάθος που γεννιέται, αναπτύσσεται και θεριεύει, εκχέοντας δηλητήριο και προκαλώντας συνέπειες που είναι ανεξέλεγκτες και αγγίζουν τις περισσότερες φορές το δράμα.

Η ταινία ξεκινάει όταν η δεκαεφτάχρονη Sarah γνωρίζει την καινούρια της συμμαθήτρια, Charlie, και ανάμεσά τους δημιουργείται μια αναπάντεχη φίλια. Η πρώτη είναι ένα καθημερινό κορίτσι χαμηλών τόνων και χωρισμένων γωνιών που αναζητά από κάπου να πιαστεί και η δεύτερη μια ανεπτυγμένη γυναίκα με τους γονείς απόντες με το μυαλό και το κορμί να βρίσκονται καθημερινά σε μια ελαφρά ερωτική διάθεση. Δύο διαφορετικές προσωπικότητες που έρχονται κοντά και μοιάζουν να μοιράζονται μια συναισθηματική ειλικρίνεια, γρήγορα, όμως συνειδητοποιούν ότι η φιλία (και ο ανεκδήλωτος έρωτάς τους) προδίδεται και μετατρέπεται σε εχθρική εμμονή. Είναι υπέροχος ο τρόπος που η Laurent χρησιμοποιεί τα σώματα, τις κινήσεις και τον περιβάλλοντα χώρο για να εκφράσει όσα δεν εκφράζονται με λόγια. Όσα ποτέ δεν εξομολογούνται, αφήνονται όμως να εννοηθούν, γεμίζοντας τα κάδρα με ανομολόγητα συναισθήματα και ένα πάθος που γίνεται βλαβερό καθώς αγγίζει την υπερβολή. Όμως, αλήθεια, δεν γνωρίζω κανένα πάθος που να μη φτάνει σε αυτό το σημείο. Χρειάζεται τόλμη για να αφεθείς, θα σου πει η σκηνοθέτις, αλλά και δύναμη για να μπορέσεις να ελέγξεις όσα κρύβονται μέσα σου, για να μπορέσεις να καταλάβεις τη διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους που νοιάζονται και εκείνους που εκμεταλλεύονται την πιο ευάλωτη στιγμή σου.

Πρόκειται φυσικά για σινεμά που δεν διστάζει να γίνει ενοχλητικό. Είναι το σινεμά του υπαινιγμού και του συναισθηματικού υπονοούμενου, που εξερευνά τα όρια μεταξύ ειλικρινούς φιλίας και ανόητου ανταγωνισμού και αναπόδραστα οδηγεί τους πρωταγωνιστές στον παραλογισμό. Η Laurent, που εδώ αποκαλύπτει το σκηνοθετικό της προφίλ, χειρίζεται το θέμα της γυναικείας εφηβείας με ευαισθησία και σοβαρότητα, χωρίς να προσπαθεί να εντυπωσιάσει με υπερβολές και σεξουαλικές εκρήξεις. Αντίθετα, χρησιμοποιεί τη σχέση των δύο κοριτσιών προσπαθώντας να καταγράψει την απογοήτευση και τις συνέπειές της στην ψυχολογία και την καθημερινότητα που αλλάζει δραματικά. Η καταγραφή γίνεται μέσα από μια ρεαλιστική ατμόσφαιρα που οφείλει τα μέγιστα στις ερμηνείες των Joséphine Japy και Lou de Laâge, δύο κοριτσιών που θαρρείς ότι εκθέτουν ένα κομμάτι της πραγματικής τους ζωής.

Φτάνοντας στην τελευταία πράξη, σε ένα σκληρό φινάλε που σε κοιτάει κατάματα χωρίς να σε λυπάται, η Laurent θα ολοκληρώσει την ιστορία της με τον σφοδρό συναισθηματισμό της τραγωδίας στην οποία καμιά φορά βυθίζεται η ζωή. Άλλωστε το ξέρεις ότι είναι αλήθεια, όσο ορμητικά και έντονα ερωτεύεσαι, άλλο τόσο μπορείς και να πληγωθείς. Οι στιγμές που μοιράζεσαι με κάποιον κάποτε τελειώνουν, η μοναξιά σού χτυπάει και πάλι την πόρτα κι εσύ παλεύεις να σταματήσεις το καρδιοχτύπι, παλεύεις να επιστρέψεις ξανά στην αθωότητα, όπως τότε, προτού γνωρίσεις τον άνθρωπο που, χωρίς να το καταλάβεις, άλλαξε για πάντα τη ζωή σου. Η Laurent θα μιλήσει ξεκάθαρα γι’ αυτό που δεν θέλεις να ακούσεις, ότι όλες οι ιστορίες δεν έχουν πάντοτε όμορφο και ευτυχισμένο τέλος. Μπορούν όμως να πιαστούν επάνω σου και να σε σημαδέψουν για όσο μπορείς να τις θυμάσαι. Και όσο φυσικά μπορείς να τις αντέξεις.
Chris Zafeiriadis

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Fury (2014)


Ανέκαθεν οι πολεμικές ταινίες χρησιμοποιούσαν την αλήθεια της καταγεγραμμένης ιστορίας, για να αποτυπώσουν ένα κομμάτι της πραγματικότητας του πολέμου και να μεταφέρουν στο θεατή τη φρίκη του να βρίσκεσαι στο πεδίο της μάχης και να παλεύεις για την επιβίωση. Ωστόσο, η κάθε αλήθεια χρησιμοποιείται ως έναυσμα, ή καλύτερα ως πηγή έμπνευσης, για να δημιουργηθεί μια ταινία μυθοπλασίας για τους κινηματογραφόφιλους καταναλωτές και όχι ένα ιστορικό ντοκουμέντο για τους ιστορικά διψασμένους αναλυτές. Κάπως έτσι δίνεται η ευκαιρία στον εκάστοτε σκηνοθέτη να αφηγηθεί μια κινηματογραφική ιστορία όπως αυτός τη φαντάζεται και τη χτίζει στο μυαλό και τη φαντασία του. Φυσικά, όποιος περιμένει να διδαχθεί τα γεγονότα όπως αυτά συνέβησαν είναι τουλάχιστον αφελής, αφού η πραγματική ιστορία δεν διδάσκεται μέσα από τις καλογυαλισμένες υπερπαραγωγές του Hollywood, αλλά μέσα από τα βιβλία που έγραψαν οι ιστορικοί μελετητές.

Ο (αμερικάνος) Ayer δεν χρησιμοποιεί κάποια από τα γεγονότα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου προσπαθώντας να τα αποδώσει με ακρίβεια, αλλά μέσα από αυτά εμπνέεται, γράφει και σκηνοθετεί μια πολεμική ιστορία που, ως προϊόν μυθοπλασίας, σπαρταράει για να προβληθεί στη μεγάλη οθόνη. Το λασπωμένο Fury τοποθετείται τον Απρίλιο του 1945 και ακολουθεί ένα αμερικανικό άρμα μάχης και το πενταμελές πλήρωμά του στην καρδιά της Ναζιστικής Γερμανίας, ένα μέρος στο οποίο ο ίδιος ο σκηνοθέτης αναρωτιέται κατά πόσο ο Θεός έχει τη διάθεση να μπει ανάμεσα στις σφαίρες και το θάνατο για να σώσει έτσι όποιον αξίζει να σωθεί. Ο θάνατος φυσικά βρίσκεται παντού χωρίς να κάνει διακρίσεις, κάτι που φαίνεται ασταμάτητα μέσα στα 134 λεπτά της ταινίας.

Σε αυτό το κομμάτι το Fury δεν μπορεί να απογοητεύσει, μιας και ο Ayer σκηνοθετεί τις πολεμικές σκηνές με μαεστρία, χωρίς να τσιγκουνεύεται ούτε τις σφαίρες ούτε τα πτώματα που αφήνουν πίσω τους οι βόμβες, ούτε και τα αίμα αθώων και ενόχων που βάφει αφειδώς τα χώματα της Ευρώπης. Ο καταιγισμός των πυρών είναι εκκωφαντικός και ο πόλεμος ανελέητος, ικανός να μεταμορφώσει τους ανθρώπους σε κτήνη που ζούνε κι αναπνέουν ανάμεσα στα αποκαΐδια του πολιτισμού μας. Το μανιασμένο άρμα παρελαύνει και εμπλέκεται στις μάχες με θράσος και ισχύ απέναντι στους αντιπάλους του, χωρίς να λυπάται και χωρίς να σταματά έως ότου ολοκληρωθεί η αποστολή του, με τους χαρακτήρες που χτίζει ο Ayer να βρίσκονται παρόντες στις στιγμές που μαίνεται η δράση. Μέχρι το σημείο της οδυνηρής πραγματικότητας του πολέμου, όταν η ακινητοποίηση της ερπύστριας θα αναγκάσει το πλήρωμα να επιλέξει και τελικά να υποκύψει σε μια ύστατη προσπάθεια επιβίωσης και διατήρησης του πολεμικού του ήθους. 

Ωστόσο, το Fury παραμένει στα μάτια μου μια άνιση ταινία. Κι αυτό διότι ο δημιουργός του ενώ γνωρίζει πώς να στήνει τις σκηνές του, ενώ γνωρίζει ότι η ιστορία πρέπει να κλιμακώνεται στην ώρα της και το κάνει με συνέπεια, δεν γνωρίζει σε ποιο σημείο να τοποθετήσει μέσα της το δράμα. Ένα δράμα που αναπτύσσεται περισσότερο εκβιαστικά και λιγότερο ανθρώπινα, που προσπαθεί να επιβιώσει στον παγωμένο αέρα της ταινίας και μέσω των ηρώων αναζητά το Θεό στις πιο ευάλωτες στιγμές τους. Κάπως έτσι η πειθαρχημένη ατμόσφαιρα της κόλασης μοιάζει να εξασθενεί και η φλυαρία, θρησκευτική και συναισθηματική, γίνεται αναπόφευκτη, μετατρέποντας το πολεμικό έπος του Ayer σε μια σχετικά ακίνδυνη ταινία. Μια ταινία που τιμά τις ιδεολογίες που υπηρετεί, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα παραπάνω για να ξεχωρίσει και να μνημονεύεται ως αριστούργημα του είδους.
Chris Zafeiriadis

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2015

Ringu (The Ring, 1998)


Η πιο διάσημη γιαπωνέζικη ταινία μυστηρίου των 90’s είναι ταυτόχρονα και μια από τις πιο τρομακτικές. Μια ταινία αρχέγονα απολαυστική, γιατί πολύ απλά δεν προσπαθεί να σε πλησιάσει με κάποια φτηνή και επιπόλαια μέθοδο αιματοβαμμένης εκπόρνευσης, αλλά καταφέρνει και συνδυάζει το αίνιγμα, τη φρίκη και την αγωνιώδη μάχη για επιβίωση, με έναν παλαιάς κοπής κινηματογραφικό τρόμο, βγαλμένο από τις πιο όμορφες εποχές του φανταστικού σινεμά. Έναν τρόμο άγνωστο, απρόσωπο και επικίνδυνο που γεννάει η χειρουργική λεπτότητα του Hideo Nakata, ο οποίος με ελάχιστα μέσα και συγκεκριμένες κατευθυντήριες προθέσεις, καταφέρνει και δημιουργεί μία από τις πιο αναγνωρίσιμες ταινίες του είδους. Σήμερα, μετά την πρώτη του 15ετία, το Ringu ωριμάζει σαν το καλό κρασί και το βλέπεις να κερδίζει τη μάχη με τον χρόνο που προσπαθεί να φθείρει τα πάντα, χωρίς όμως να αλλοιώνει τα horror χαρακτηριστικά της ταινίας.

Η ιστορία του Ringu αρχίζει με την αναφορά σε μια καταραμένη βιντεοκασέτα, που όποιος την παρακολουθεί δέχεται ένα αγνώστου ταυτότητος τηλεφώνημα και πεθαίνει από άγνωστα αίτια μετά από επτά ημέρες. Όπως ακριβώς συμβαίνει και σε δύο ανέμελα κορίτσια, σε μία υπέροχα κινηματογραφημένη εναρκτήρια σεκάνς που την θυμάσαι για την ψυχολογική αμφισβήτηση, τους τηλεφωνικούς ήχους και τα φοβισμένα μάτια που γεμάτα αγωνία περιμένουν να συναντήσουν τον τρόμο. Κανείς δεν μπορεί να εξηγήσει από πού προήλθε αυτή η βιντεοκασέτα ή ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενό της. Μέσα από τις θολές εικόνες που προβάλλονται στην οθόνη δεν υπάρχει συνοχή, δεν υπάρχει εξήγηση, υπάρχει μόνο μια μοναχική γυναικεία φιγούρα, η οποία εμφανίζεται σιωπηλά για να στοιχειώσει όσους την αντικρίζουν με περιέργεια. Μια περιέργεια που μετατρέπεται σε αποτροπιασμό, όταν η οργή της υπερφυσικής αυτής οντότητας φανερώσει τις σκιές που κρύβουν μέσα τους τον θάνατο - και η καρδιά σταματήσει να χτυπάει.

Τα πάντα στο Ringu λειτουργούν άψογα. Από το μεθοδικό χτίσιμο της αινιγματικής ιστορίας (βασισμένης στην καθημερινότητα μιας εποχής που φαίνεται να μας έχει αποχαιρετήσει ανεπιστρεπτί), την κατάρα ενός βίντεο που δεν ανήκει στον δικό μας κόσμο, και την εξιχνίαση του μυστηρίου από μια δημοσιογράφο, μέχρι την μουχλιασμένη αποκάλυψη ενός ξεχασμένου φονικού και την υπέροχη μουσική που ντύνει το φινάλε, η ταινία μοιάζει με μια επίδειξη υπεραισθητικής οργής. Μια κατάδυση στα όρια μιας παραισθητικής και ανεξήγητης ιστορίας, όπου ως θεατής, καλείσαι να αντιμετωπίσεις τα παγωμένα βλέμματα των πρωταγωνιστών, τα παραμορφωμένα πρόσωπα που σου αποκαλύπτει μια ξεχασμένη Polaroid, τους ψιθύρους που μετουσιώνονται σε κραυγές, και το τρόμο που κατοικεί στις πιο σιωπηλές γωνιές της μνήμης, περιμένοντας υπομονετικά να αφήσει τη δική του θανατηφόρα ηχώ.

Πρόκειται φυσικά για ταινία ατμόσφαιρας και όχι χαρακτήρων. Μιας ατμόσφαιρας που δομείται επάνω στη μακάβρια και αινιγματική αφήγηση του Nakata και αναπτύσσεται ατελώς (γι’ αυτό ίσως να μοιάζει και τόσο πνευματικά εύστοχη), για να καταλήξει σε ένα ανελέητο και επιδέξιο φινάλε. Ένα ανεξέλεγκτο και μαυροφορεμένο κρεσέντο, το οποίο εσωκλείει όλη την οργή μιας ψυχής κατακερματισμένης και έρημης. Μιας ψυχής που φορτώθηκε τις αμαρτίες των ανθρώπων και χάθηκε για πάντα, εγκλωβισμένη στα βάθη ενός εγκαταλελειμμένου πηγαδιού. Μιας ψυχής που δε χωράει μέσα στα κάδρα που την περιορίζουν, δε συγχωρεί τους ανθρώπους και συνεχίζει να σπέρνει κυκλικά (‘ring’) τη φονική κατάρα της σε όσους συνεχίζουν να βρίσκονται στο πέρασμά της. Η ευχή της ψυχικής γαλήνης χάνεται μαζί με τον εγωισμό, την αναίδεια και την αυτάρεσκη ανάγκη του πολιτισμένου ανθρώπου να ικανοποιήσει το αίσθημα της επιβίωσης σε έναν κόσμο που προσπαθεί να κατανοήσει εξόφθαλμα αυτό που δεν καταλαβαίνει, τη στιγμή που θα έπρεπε να συνομιλεί και να χάνεται ελεύθερα μέσα στα ανεξάντλητα κύματα των θαλασσών μας.

Γοητευτικές αλλά ασήμαντες φιλοσοφίες Ανατολής και Δύσης θα μου πεις...
Chris Zafeiriadis