Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

The Missouri Breaks (1976)

Πολύ σοφά και μεθοδικά, ο Arthur Penn ξεκινά την ιστορία του με έναν απαγχονισμό. Έναν άδοξο απαγχονισμό ο οποίος έρχεται σε αντίθεση με τον ευπρεπή καλλωπισμό του (ανεπαρκούς) κοινού που τον παρακολουθεί, καθώς επίσης και με το καταπράσινο υπαίθριο χώρο που τον περιβάλει. Έναν απαγχονισμό ο οποίος τελείται υπό τις διαταγές του αφέντη Νόμου και που υπό την δικαιολογία του “αναγκαίου παραδειγματισμού” καταλήγει τελικά σε ένα one man show για λίγους. Δεν έχει σημασία που ο απαγχονισμένος δεν είχε την ευκαιρία της απολογίας, ούτε καν μιας κανονικής δίκης. Σημασία έχει που ο Νόμος έκανε το “αναγκαίο” καθήκον του.

Το παραπάνω γεγονός αποτελεί αφετηρία για γεγονότα δευτερεύουσας σημασίας, σκοπός των οποίων δεν είναι η δημιουργία ενός, συμβατικού για τα δεδομένα του είδους, γουέστερν (ή «ουέστερν», όπως αποκαλείται από τους ημιακαδημαϊκούς), αλλά η ελεύθερη αποτύπωση μιας συγκεκριμένης εποχής, άρρητα συνδεδεμένης με την αμερικάνικη ιστορία (άλλωστε ο Penn δεν χρειαζόταν (πια) να αποδείξει τις γνώσεις του επί του θέματος).

Μια συμμορία από αλογοκλέφτες, ληστές, μακρυχέρηδες και ονειροπόλους παρανόμους, με αρχηγό τον Tom Logan (Nickolson), όλοι τους φίλοι και “συνεργάτες” του εκλιπόντος, αποφασίζει να μετακομίσει στο επίκεντρο των γεγονότων και να λάβει δραστικά μέτρα. Για να καμουφλαριστούν σε απλούς πολίτες δε, μέχρι και φάρμα αγοράζουν. Ένα ταπεινό αγρόκτημα το οποίο καταφέρνουν να φροντίσουν κιόλας (πετυχημένο σχόλιο για την προκοπή και τη φιλοπονία τους). Από την άλλη, στο τοπίο καταφθάνει ο Robert Clayton (Brando), ένας «ρυθμιστής» όπως αυτοαποκαλείται, που με την εύνοια του νόμου, έχει έρθει για να “ρυθμίσει” την κατάσταση, εξαλείφοντας οποιαδήποτε απειλή από την περιοχή.

Όλο το παραπάνω θα μπορούσε να είναι η υπόθεση ενός υπέροχα κλασικού γουέστερν, όπως το μάθαμε στα 40ς και τα 50ς από τους κλασικούς του είδους. Αλλά δεν είναι. Διότι, όπως αναφέρω παραπάνω, αυτά είναι γεγονότα δευτερεύουσας σημασίας. Η ουσία κρύβεται στην εν-τάση αντιπαραβολή πίσω από τους δύο κεντρικούς πρωταγωνιστές και όλα όσα αυτοί πρεσβεύουν.

Από την μία ένας άνθρωπος που (τελικά) ανακαλύπτει ότι ευχαριστιέται να τριγυρίζει στη φάρμα και να περιποιείται το παρτέρι του, έτοιμος να ερωτευτεί και να ζήσει ήρεμα και πολιτισμένα, μακριά από τις βαρβαρότητες που τόσο αγάπησε. Από την άλλη ο “regulator” χαμίνι, ένας φυγάς και αυτός (η χαίτη του δεν είναι τυχαία), ο οποίος βρήκε την εκφραστική του ελευθερία στα πλαίσια του νόμου. Δεν έχει σημασία που πολλές φορές μιλάνε το λάσο και η καραμπίνα του για αυτόν. Οι ρόλοι του καλού και του κακού αντιστρέφονται, οι έννοιες του σωστού και λάθους παύουν να υφίστανται Τις βίαιες ατάκες των δύο πολλοί ζήλεψαν, όχι τόσο για τις “λέξεις”, αλλά για το ύφος, την οξύτητα, την ειρωνεία και τον σαρκασμό τους.

Ο Penn χτίζει τους χαρακτήρες πρωτίστως σαν ανθρώπους (ξεκινώντας από τον άτυχο απαγχονισμένο) και μετά σαν οτιδήποτε άλλο, αφήνοντας χώρο σε αυτούς τους δύο τιτάνες του κινηματογράφου ελεύθερους να ξεδιπλωθούν «όπως μόνο αυτοί ξέρουν» (όπως θα έλεγε και ένας φίλος από τα παλιά). Και εν τέλει δημιουργεί χαρακτήρες οι οποίοι μοιάζουν πιο επικίνδυνοι χωρίς τα πιστόλια τους, παρά με αυτά.

Οι «Φυγάδες του Missouri» δεν ντρέπονται για τα εγκλήματά τους, είναι περήφανοι για αυτά και μάλιστα ζητάνε να τους αναγνωριστούνε κιόλας. Κάθε τους πράξη τους χαρακτηρίζει. Χαίρονται σαν παιδιά με κάθε τους μικρό ή μεγάλο “κατόρθωμα”. Μπορεί να έχουν χίλιους λόγους να καταφύγουν στη παρανομία, αλλά δεν είναι μίζεροι. Πάνω απ ΄όλα είναι άνθρωποι. Απλά δυσκολεύονται να προσαρμοστούνε στο σήμερα. Στους νόμους του τότε. Στους νόμους που θέσπισαν οι παλιότεροι του είδους όπως ο Ford, ο Hawks, ο Mann και τόσοι άλλοι.

Κλέφτης είναι αυτός που παίρνει κάτι που δεν του ανήκει. Οι «Φυγάδες του Missouri» δεν θεωρούν τους εαυτούς τους κλέφτες διότι παλεύουν για την ελευθερία τους. Αυτή η ελευθερία πηγάζει πρώτα από τον Penn και στη συνέχεια μεταδίδεται και στους πρωταγωνιστές του. Και είναι απόφασή του αυτό. Γιαυτό και οι δικοί του φυγάδες στήνουν τη δική τους φιλελεύθερη γιορτή, χωρίς να ρωτήσουν “τι και πως”, χωρίς να αντιγράφουν και κυρίως, χωρίς να νοιάζονται. Και από ανόητες λογοκλοπές χωρίς μέτρο και ουσία, προτιμώ να αναλώνομαι σε ελεύθερες μεταφράσεις ιδεών και αξιών. Ξανά.


Chris Zafeiriadis

3 σχόλια:

costello είπε...

Ξεχασμένη ταινιάρα, που τη θυμήθηκες;; Ο Άρθουρ Πεν πάντως πάντα είχε έναν εξαιρετικά ευρηματικό τρόπο να διαβάζει το γουέστερν με ανατρεπτικό όσο και ολότελα αποτελεσματικό τροπο (LITTLE BIG MAN, THE CHASE-για μένα το δεύτερο είναι γουέστερν μεταμφιεσμένο σε αστυνομική περιπέτεια).

Michael Corleone είπε...

Καιρό περίμενα τι θα γράψεις για αυτή την ταινία, λόγω Πεν και κυρίως λόγω ενός ιδιότυπου αντι - γουέστερν που λίγοι είδαν αλλά όσοι το έιδαν καλά, εννοώ μέσα του - το εκτίμησαν. Είναι η ελευθερία το υπέρτατο ιδανικό για τον Πεν κι όχι το πιστολίδι. Η συνάντηση των δύο γιγάντων σε μια τέτοια ταινία - στάνταρ εμπορική αποτυχία εκ των προτέρων - δείχνει πως κάποτε οι μεγάλοι παίζανε για τον σκηνοθέτη και τον εαυτό τους. Ξένοιαστοι Καβαλλάρηδες. Όσο για την Καταδίωξη είναι σαφέστερα μια κριτική ματιά στον ρατσισμό του Νότου και τα κρυφά πάθη που σιγοβράζουν και στην δύναμη της εξουσίας μικρόπνοων χαρακτήρων, αλλά και πάλι ύμνος για την ελευθερία, όπως το Μπόνι και Κλάιντ.

Chris Z. είπε...

Ιδιόρρυθμη ναι, ξεχασμένη σίγουρα όχι. Τουλάχιστον όχι από αυτούς που την “είδαν” όπως έπρεπε. Ταλαιπωρημένη ταινία, χτυπημένη από πολλούς στην εποχή της, ακόμα πιο ταλαιπωρημένο κείμενο το οποίο πέρασε από χίλια κύματα μέχρι να καταλήξει τελικά στο blog.

Ευχαριστώ για τις “συμπληρώσεις”
Tην καλησπέρα μου και στους δύο