Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Αναπαράσταση (1970)


Η μοίρα ήθελε την Αναπαράσταση μαυρόασπρη. Χωρίς χρώματα, χωρίς φανταχτερά ανθίσματα και χωρίς τις πρόσχαρες φωνές ενός χαρούμενου τόπου. Την ήθελε μουντή, πλημμυρισμένη με την έντονη αντίθεση του λευκού με το μαύρο και τις ανθρωπόμορφες σκιές που εσωκλείονται ανάμεσά τους. Την αντίθεση μεταξύ της χαράς και του μοιρολογιού, της αγνότητας και της ατιμίας, της αθωότητας και της ενοχής, χαρακτηριστικά όλα ενός θλιμμένου τόπου που νοσεί.

Σε ένα μικρό σπίτι της ορεινής Ηπείρου, σε μια από τις τόσες φτωχικές καλύβες εκείνης της χώρας (εν μέσω δικτατορικής κατοχής και μεταπολεμικής αναδιάρθρωσης), συντελείται ένα φονικό. Ένας Έλληνας μετανάστης που επιστρέφει μετά από χρόνια στην ξενιτιά, θα νιώσει μια απάνθρωπη θηλιά να τυλίγεται στον λαιμό του και θα αφήσει την τελευταία του πνοή στον τόπο που τον γέννησε. Μια γυναίκα που τον (ξ)έχασε και ένας εραστής που ποτέ δεν έπρεπε να γνωρίσει, θα κλέψουν τη ζωή αυτού του ανθρώπου, κηδεύοντάς τον με απόλυτη μυστικότητα στην αυλή του σπιτιού του και στη συνέχεια θα έρθουν αντιμέτωποι με την ιστορία. Το έγκλημα όπως έγινε, δεν θα σου το δείξει ούτε για μια στιγμή, ο σκηνοθέτης. Θα σου δείξει όμως την αναπαράστασή του.

Για τον Αγγελόπουλο η Ελλάδα θα είναι πάντοτε ένας τόπος πονεμένος. Ένας απέραντος καμβάς πάνω στον οποίο αναπνέουν οι συμβολικοί πρωταγωνιστές του, αυτοί που πονάνε πραγματικά, προσπαθώντας να αιχμαλωτίσουν το όνειρο. Είτε αυτό είναι η αναγέννησή τους μέσα σε ένα καλύτερο (και λυτρωτικό) αύριο, είτε η μελαγχολική συνειδητοποίηση του τόπου από τον οποίο έρχονται και στον οποίο, ίσως, καταλήξουν. Όπως και στις υπόλοιπες ταινίες του σκηνοθέτη, έτσι και εδώ, σου δίνεται η δυνατότητα να κοιτάξεις πέρα από τις μαυρόασπρες εικόνες (και την επιφάνεια στην οποία κείτεται το έγκλημα) για να μπορέσεις να αποκωδικοποιήσεις, έστω ένα μέρος μόνο, του ονείρου.

Στα γκριζωπά καρέ της Αναπαράστασης ιχνογραφείται η ψυχή του Ελληνισμού που κατοικεί στα πέτρινα σπίτια και τους χωμάτινους δρόμους της φτωχικής επαρχίας. Μιας επαρχίας, απλωμένης στις ξερές πλαγιές και τα αγκαθωτά αγριόχορτα των βουνοκορφών, πνιγμένης στα λασπόνερα μιας πραγματικότητας που δεν είχε μέχρι τώρα την ευκαιρία να ανθίσει. Ή μάλλον, που την είχε, αλλά την έχασε κάπου στο ρου της ιστορίας. Μιας πραγματικότητας που κυλάει αργά και σιωπηλά, εκτεινόμενη στο πλάτος του τόπου και του χρόνου, όπως και τα περισσότερα πλάνα-σεκάνς της ταινίας. Σε αυτόν τον στερημένο θαρρείς, από ανθρώπους τόπο, με τα ρημαγμένα σπίτια και την ταπεινωμένη γη, θα ακούσεις τους γέροντες να σου μιλάνε. Θα σου μιλήσουν με φωνή τρεμάμενη και δακρυσμένη γι’ αυτά που πέρασαν και εκείνα που έρχονται, για τη μοναξιά, τη φτώχια και την εγκατάλειψη όπως την ζούνε καθημερινά, ή καλύτερα, όπως τους επέβαλε η μοίρα να την ζούνε. Για την μετανάστευση που “κέρδισε” τους περισσότερους συγχωριανούς τους, την ίδια στιγμή που η Ελλάδα τους “έχανε”. Τελικά θα σου μιλήσουν και για τον θάνατο, χωρίς καμιά (ωραίο)ποίηση.

Το έγκλημα αναπαρίσταται από ανθρώπους του νόμου (και του κουτσομπολιού), οι οποίοι πρέπει να μάθουν ποιος από τους δύο ενόχους πέρασε την θηλιά στον λαιμό του θύματος, προσπαθώντας έτσι να αντικρύσουν την λάθος αλήθεια. Για τον Αγγελόπουλο όμως, η αλήθεια είναι μια μαυροφορεμένη πραγματικότητα, η οποία κατοικεί στα ευρύτερα πλαίσια αυτού του τόπου. Η Ελένη ποτέ δεν σκότωσε τον άντρα της, αλλά ο τόπος θανάτωσε τον “ξένο” που (αυτό)εξορίστηκε. Διότι όταν αποχωρείς από έναν τόπο, χάνεις το αύριο που έρχεται. Αναπόφευκτα, σε χάνει και αυτό.

Στο αψηλάφητο έλος της Τυμφαίας συντελείται το φονικό του Κώστα Γούση, συμβολικό δείγμα των ανθρώπων που “έφυγαν” για ένα καλύτερο αύριο, αφήνοντας στον τόπο μια ανοιχτή πληγή την οποία η σκόνη κανενός χρόνου δεν μπορεί να κρύψει. Έτσι γίνεται, κάποιοι φεύγουν και χάνονται από προσώπου ελληνικής γης, ενώ κάποιοι άλλοι μένουν να φροντίσουν την Ελλάδα, με καθήκον να πορεύονται με ό,τι τους έχει απομείνει. Λίγο ψωμί, λίγο τυρί, ένα ποτήρι τσίπουρο και την αγάπη της οικογένειας που έχουν λησμονήσει. Ακόμα και αν η λησμονιά μετατρέπεται σιγά-σιγά σε σιωπηλό και αναπόφευκτο θάνατο.

Κάποιοι λένε ότι κάθε θάνατος είναι μοναδικός, διαφορετικός από τον επόμενο που θα ‘ρθει. Αφήνει όμως πάντα μια θέση κενή για την ζωή που έρχεται. Μια ζωή γεμάτη πρωταγωνιστές που δεν το βάζουν κάτω, που ακόμα και αν πονάνε, έχουν το θάρρος να ονειρεύονται. Στο χωμάτινο μνήμα του Κώστα Γούση, θα φυτευτούν (και θα ανθίσουν) κρεμμυδάκια, αντανακλώντας την μικροκαμωμένη ελπίδα (πάντα όμως, ελπίδα) ενός τόπου που έχει μάθει να ανθίζει κάτω υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Και τις γελαστές φωνές των παιδιών, που με τόση σοφία τοποθέτησε ο Αγγελόπουλος στο τέλος της ταινίας, να σκίζουν την σιωπή και να ακούγονται απ’ άκρη σ’ άκρη, σε ολόκληρη την επικράτεια. Σαν μικροί θεοί, έτοιμοι να επέμβουν την κατάλληλη στιγμή για να μας σώσουν, χαρίζοντάς μας το αύριο (Πότε, αλήθεια, ήταν η τελευταία φορά που άκουσες το γέλιο παιδιών έξω απ’ το παράθυρό σου;).

Και αν τελικά με ρωτήσεις, θα σου πω ότι η Αναπαράσταση δεν αναπαριστά τίποτα παραπάνω από τη νόσο κάθε χώρας που χάνει τους ανθρώπους της. Όμως ο τόπος στον οποίο αναφέρεται δεν είναι αλλοτινός. Τώρα που το παρελθόν μοιάζει να συναντάει το παρόν στην Ελλάδα του 2012, η χώρα μοιάζει να νοσεί για άλλη μια φορά. Έτσι η Αναπαράσταση γίνεται μια ταινία που την έχουμε ανάγκη, σήμερα, που η θηλιά βρίσκεται και πάλι στον λαιμό, περισσότερο από ποτέ. Και αν αφήνει κάτι για να μας διδάξει, δεν είναι η προειδοποίηση ενός (ακόμα) επικείμενου θανάτου αλλά η ανάγκη που έχουμε όλοι μας να ακούσουμε και πάλι τα παιδιά. Να τα ακούσουμε να γελάνε , να παίζουν και να τραγουδάνε, ανέμελα και ελεύθερα μέσα στις αυλές μας.

(Αφιερωμένο)
Chris Zafeiriadis

2 σχόλια:

V.anessa Kiou είπε...

Πολυ ωραια ταινια,πολυ ωραιο κειμενο.

Chris Z. είπε...

Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια Βανέσσα... ;)