Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2012

The Descendants (2011)


Στα γαλαζοπράσινα νερά της όχι και τόσο μακρινής Χαβάης (με τους όχι και τόσο διαφορετικούς από εμάς, χαβανέζους της), μαθαίνεις ότι η ζωή είναι το ίδιο αμείλικτη και το ίδιο απρόοπτη με οποιοδήποτε άλλο μέρος του κόσμου. Ο Matt (με το ειρωνικά ταιριαστό επίθετο “King”), καλείται να αντιμετωπίσει όχι μόνο τον επικείμενο θάνατο της απόμακρης συζύγου του, αλλά και την ζωή που εκείνη αφήνει σιγά σιγά πίσω της. Καλείται, να επαναφέρει στα ίσια μια οικογένεια με τάσεις αποδόμησης, να επανακαθορίσει φιλίες που έμειναν ατροφικές, να αγαπήσει ξανά εκείνα που ξέχασε να αγαπάει και να συγχωρήσει για πρώτη φορά εκείνα που δεν πίστευε ότι συγχωρούνται. Ο Payne θα πάρει το ευαίσθητο αυτό δράμα και θα εκμαιεύσει ευαίσθητες αλήθειες (για την ζωή), ενώ παράλληλα θα αποκρύψει με μαεστρία κάποιες άλλες (για τον θάνατο), προσαρμόζοντας, τελικά, τους ήρωές του, στο ρου της ιστορίας τους.

Η ταινία εκκινεί με την voice over αφήγηση της πραγματικότητας από τον πρωταγωνιστή της (ο Clooney σε μια performance, ιδανική για nomination) και χωρίς χρονοτριβές, σου μεταφέρει σκέψεις και διαπιστώσεις που κάνεις, την στιγμή που η ζωή σου αλλάζει ρότα. Διότι ακόμα κι αν δεν το έχεις ζήσει, σίγουρα θα έχεις ακούσει ότι ένα δυσάρεστο γεγονός, μια απώλεια ενός δικού σου ανθρώπου, δεν σε φέρνει απλά αντιμέτωπο με περισσότερες ευθύνες και υποχρεώσεις, αλλά αντιμέτωπο με τον ίδιο σου τον εαυτό. Τα σενάρια της ζωής μεταμορφώνονται συνεχώς και εσύ πρέπει να επαναπροσδιορίζεις τους ρόλους που έχεις, σαν χαμαιλέοντας εγκλωβισμένος σε μια αλήθεια που μοιάζει να μη σου ανήκει, είναι όμως εξ ολοκλήρου δική σου. Τότε έρχονται εκείνες οι στιγμές που πρέπει να υποκριθείς, όσο καλύτερα μπορείς, όπως ακριβώς κάνει και ο Mat. Υποκρίνεται στους φίλους ότι είναι σωστός σύζυγος, στα παιδιά του ότι είναι σωστός πατέρας και στον εαυτό του ότι έχει τα πάντα υπό έλεγχο. Εντάξει, αυτό το τελευταίο όχι σε μεγάλο βαθμό, αλλά έτσι κι αλλιώς, την μοναξιά της εσωτερικής εξομολόγησης δεν την μοιράζεσαι με κανέναν. Η ζωή σου δίνει το δικαίωμα να ξεφυσήσεις μπροστά σε εκείνους που σε κοιτάνε, ποτέ όμως δεν σου δίνει το δικαίωμα να τα παρατήσεις.

Όμως ο καθένας από εμάς αντιμετωπίζει την τραγωδία με διαφορετικό τρόπο. Κάποιοι μένουν παρέα με την θλίψη, άλλοι μονομαχούν με τις ευθύνες, άλλοι πάλι πορεύονται με όλα αυτά μαζί. Ο Mat έχει δύο κόρες που πονάνε παράλληλα, νιώθοντας το ίδιο χαμένες με εκείνον. Έτσι, σαστισμένοι όπως είναι και οι τρεις τους, καλούνται να αντιμετωπίσουν εκείνους που σε τέτοιες στιγμές σε κοιτάνε λες και δεν ανήκεις στον δικό τους κόσμο. Τι ακριβώς κοιτάνε ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω, ξέρω όμως ότι το βλέμμα τους είναι καρφωμένο επάνω σου. Και εσύ πρέπει να τους δείξεις μια εικόνα, όχι κατ’ ανάγκη αληθινή, να τους χαρίσεις ένα συναίσθημα, όχι κατ’ ανάγκη αυτό που αισθάνεσαι. Τότε μπορεί εκείνοι που πονάνε περισσότερο να έρθουν πιο κοντά, ενώ κάποιοι άλλοι να απομακρυνθούν ακόμα περισσότερο.

Ο Payne επιλέγει να λούσει τους πονεμένους αυτούς ήρωες με χαβανέζική μουσική και την αύρα του Ειρηνικού Ωκεανού που απλώνεται σε κάθε καρέ της ταινίας. Την ίδια αύρα που είναι λουσμένη και η τραγωδία, μέσω της οποίας ο Mat και οι δύο του κόρες ανακαλύπτουν τον καινούριο τους εαυτό. Και καταλήγουν σαν σύνολο πλέον να γράφουν την δική τους ιστορία.

Αν όμως τελικά με ρωτήσεις πόσο μου άρεσαν οι Απόγονοι, θα σου απαντήσω διφορούμενα. Θα επιλέξω να κρατήσω τις αλήθειες που κρύβουν μέσα τους αλλά δύσκολα θα επανέλθω σε αυτές. Θα ακούσω το σκηνοθέτη με προσοχή, θα του επισημάνω όμως τις ατέλειες στο λόγο του. Έναν λόγο περισσότερο στημένο από όσο θα έπρεπε και λιγότερο αυθόρμητο από αυτό που όφειλε να είναι. Ακόμα κι έτσι όμως, οι Απόγονοι έχουν την δύναμη να παραμείνουν. Να παραμείνουν, τόσο για την αξιοπρέπεια των ελαττωμάτων τους, όσο και για την ειλικρίνεια στα βλέμματά τους.

Chris Zafeiriadis

Παρασκευή, 23 Μαρτίου 2012

Frankenstein (1931)


Ήταν αρχές της δεκαετίας του ’30 όταν ο James Whale χάραζε το όνομά του στην κινηματογραφική πορεία του φανταστικού, με τον Frankenstein να ανήκει σε μια σειρά αρκούντως απολαυστικών ταινιών, που ακόμα και σήμερα, 80 και βάλε χρόνια μετά, παραμένουν το ίδιο σημαντικές και εντυπωσιακές, όπως και τότε. Όχι μόνο για τους προφανείς λόγους επιρροής στη σύγχρονη κινηματογραφία, αλλά και ως τροφή των σημερινών απανταχού φαντασιόπληκτων μυαλών. Μυαλών, που μέσα στην ατέρμονη αδηφαγία τους να ταξιδέψουν σε τόπους και χρόνους μακρινούς, αδιαφορούν για την στεγνή πραγματικότητα που τους περιβάλλει, βυθισμένοι στην αλήθεια περασμένων ταινιών. Αν με ρωτήσεις, μαζί τους ήμουν, ανέκαθεν.

Ο Dr.Frankenstein είναι ίσως ο πιο διάσημος, λαμπρός επιστήμονας των κινηματογραφικών thirties. Είναι εκείνος που πνίγηκε από την παράλογη(;) φιλοδοξία της δημιουργίας ζωής, εκείνος που έκανε πέρα την δική του από τα μάτια του κόσμου για να μπορέσει να αισθανθεί πως είναι να είσαι Θεός για μία ημέρα, ακόμα και αν το συναίσθημα αυτό υπερβαίνει τους ηθικούς φραγμούς που έπρεπε να εμποδίζουν το μεγαλειώδες έργο του.

Ο νεαρός γιατρός του τίτλου σπάει την νεκρική σιωπή και αναγνωρίζει το νεκροταφείο, όχι ως τόπο μοιρολατρίας, αλλά ως τόπο αναζήτησης και εξεύρεσης ανθρώπινων μελών. Γι’ αυτό και μετά από κάθε κηδεία, όταν οι συγγενείς του πρόσφατα αποθανόντος μεταφέρουν το μοιρολόι στη θαλπωρή του σπιτιού τους, εκείνος ξεθάβει τα άψυχα σώματα από το χώμα που τα σκεπάζει, πριν ακόμα οι καμπάνες της εκκλησίας προλάβουν να σωπάσουν. Τα ξεθάβει κάτω από το ακοίμητο βλέμμα του μαυροφορεμένου Χάρου (που τόσο όμορφα τοποθετήθηκε στην άκρη του κάδρου) και το απορημένο βλέμμα του αοράτου Ιησού, που αφού δεν πρόλαβε να συγχωρήσει τον νεκρό από τις αμαρτίες του, γιατί να το κάνει τώρα η επιστήμη;

Τα ανθρώπινα μέλη συλλέγονται και συναρμολογούνται, δημιουργώντας ένα πλάσμα κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του δημιουργού του. Με την διαφορά ότι ο εγκέφαλος που του δίνεται ανήκε σε κάποιον ανώνυμο psycho killer, χαρίζοντας έτσι στο δημιούργημα συμπεριφορές και ένστικτα ενός άφρονος ανθρώπου. Ή τουλάχιστον, έτσι υποστηρίζουν οι ειδικοί στην ταινία. Το Τέρας (ο Boris Karloff στη πιο αστραφτερή στιγμή της καριέρας του) του Dr.Frankenstein λαμβάνει το δώρο της ζωής, χαρίζοντας με την σειρά του στον φιλόδοξο επιστήμονα το συναίσθημα που τόσο αναζητούσε (και ο Colin Clive σε ένα παραλήρημα υπεροχής και ενθουσιασμού, χαράζεται για πάντα στην κινηματογραφική μνήμη, κραυγάζοντας για την “εμψύχωση” του δημιουργήματός του).

Το τέρας του Frankenstein δεν έχει την δύναμη της ομιλίας, έχει όμως ένα από τα πιο εκφραστικά πρόσωπα στην ιστορία του απ-ανθρώπινου κινηματογράφου, εκφωνώντας παράλληλα μερικά από τα πιο απόκοσμα μουγκρητά στην ιστορία των μαυρόασπρων φρικιών. Πανύψηλος, γκριζωπός και (επιεικώς) κακοραμμένος, ο τερατόμορφος αυτός άντρας, απειλεί με την παρουσία του και μόνο, όσους έχουν μάθει να απειλούνται από όλα εκείνα που αδυνατούν να κατανοήσουν. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως ο μόνος χαρακτήρας που τον αντιμετωπίζει σαν φυσιολογικό άνθρωπο είναι ένα άσπιλο και αθώο κοριτσάκι που ζητάει να μοιραστεί μαζί του την χαρά ενός παιχνιδιού, χαρίζοντάς του μερικές κομμένες μαργαρίτες. Εύλογα όμως μια τέτοια παράταιρη παρουσία δεν δύναται να επιβιώσει, ούτε καν να εγκλιματιστεί, σε μια κοινωνία «φυσιολογικών κατοίκων», γι’ αυτό και το κακό δεν αργεί να συμβεί.

Κοιτώντας όμως λίγο καλύτερα στην ταινία του Whale, συνειδητοποιείς ότι ο σκηνοθέτης ουδέποτε πίστεψε ότι το βιβλίο της Mary Shelley μιλάει για ένα αμείλικτο τέρας που τρομοκρατεί γειτονιές και ανθρώπους. Ο φρικιαστικός άντρας μπορεί να διαθέτει τρομακτική όψη, δεν διεκδικεί όμως τίποτα παραπάνω από αυτά που δικαιούται κάθε ζωντανός οργανισμός σε αυτή την ζωή: Λίγη συντροφιά, λίγο ήλιο και μερικά εκατοστά ελευθερίας για να αναπνέει. Ακόμα κι αν διακατέχεται από μια διαφορετικότητα που, στα μάτια των περισσοτέρων, τον μετατρέπει αυτόματα σε αποκρουστικό εχθρό.

Και τότε ολόκληρη η κοινωνία του μικρού χωριού, ξεχνάει τις όποιες διαφορές μπορεί να ενυπάρχουν στους κόλπους της και οργανώνεται για να ικανοποιήσει την υπερχειλίζουσα δίψα της για εκδίκηση: Το τέρας έσφαλε και πρέπει να τιμωρηθεί το γρηγορότερο.

Κάπου εκεί γεννιέται η απορία. Αν σε κάποιο παράλληλο (και παράλογο) σύμπαν, είχαμε την δυνατότητα να διεξάγουμε μια εκ νέου κρανιοτομή σε όλους εκείνους που εκδίκασαν, καταδίωξαν και τελικά εξόρισαν το τέρας του Frankenstein στο ξύλινο μύλο του φλεγόμενου φινάλε, τι είδους ανακαλύψεις θα κάναμε και τι είδους εγκέφαλο θα βρίσκαμε μέσα τους; Και πόσο διαφορετικές θα ήταν οι δικές τους εγκεφαλικές ραβδώσεις από εκείνες του «abnormal brain» που δόθηκε στο άτυχο δημιούργημα της ταινίας; Τα συμπεράσματα των αποτελεσμάτων θα μπορούσαν να μετατρέψουν την ταινία από τρομακτικό κομψοτέχνημα σε τερατώδη πραγματικότητα η οποία δεν μας διαχωρίζει από την όψη αλλά από την διάθεση της ψυχικής μας αταραξίας. Τέρατα, ίσως, κι εμείς, κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν του δικού μας δημιουργού.

Και αυτό είναι πιο τρομακτικό από όλες τις φρίκες που έπλασε o ανθρώπινος νους μαζί.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

Elena (2011)


Στους βραδυκίνητους ρυθμούς μιας διχοτομημένης Ρωσίας, αναπνέουν η Elena και ο Vladimir, δυο μοναχικοί χαρακτήρες που έχουν από καιρό απολέσει την νιότη μιας ξέγνοιαστης ζωής. Εκείνη κοντά στα πενήντα, μάταια προσπαθεί να φροντίσει δυο ανίψια και έναν αδερφό πνιγμένο στην οκνηρία, ενώ εκείνος, αρκετά μεγαλύτερος, έχει ως μοναδικό συγγενή μια άσπονδη κόρη που δεν συνηθίζει να της μιλάει. Η Elena πιστεύει ακόμα στο θεσμό της οικογένειας, ο Vladimir είναι απομακρυσμένος από αυτή. Έχει όμως τα μέσα (έναν πολυτελή βίο και αρκετά χρήματα) για να φροντίσει τον οποιονδήποτε, ενώ η Elena κατέχει μόνο την θέληση.

Ο Zvyagintsev φέρνει κοντά τους δυο αυτούς ανθρώπους, με την γνωριμία τους να κρατάει δέκα χρόνια, ο γάμος τους όμως πολύ λιγότερο. Δεν έχουν σημασία οι λόγοι που οι δύο πρωταγωνιστές έμειναν μόνοι στη ζωή και η αλήθεια είναι ότι δεν θα μάθουμε ποτέ, θα μάθουμε όμως ότι έσμιξαν τις μοναξιές τους για την επίτευξη μιας επιθυμητής συντροφικότητας. Κάπου εκεί τελειώνουν οι κοινές τους ανησυχίες. Η φυσική μοναξιά γιατρεύτηκε όχι όμως και η πνευματική και οι δυο πρωταγωνιστές, παρότι συγκάτοικοι, παραμένουν ψυχικά «μόνοι», κρυμμένοι πίσω από τις εύθραυστες σκέψεις τους (και σε κάνει να αναρωτιέσαι αν στον υπέροχο νέο κόσμο που χτίζουμε brick by brick, υπάρχει ελεύθερη θέση για να σταθεί κάποιος δίπλα μας).

Ο σκηνοθέτης ξεκινάει την ταινία του με ένα υπέροχα αργό, εξωτερικό πλάνο του πολυτελούς σπιτιού του Vladimir και στη συνέχεια περνάει στο καθημερινό εσωτερικό του. Από την ταχύτητα των κινήσεων, την διαφορετικότητα στα βλέμματα και τους λιγοστούς διαλόγους που βγαίνουν από τα χείλη των πρωταγωνιστών, εύκολα γίνεται αντιληπτή η κοινωνική και οικονομική απόσταση που χωρίζει το ζευγάρι, μιας και η Elena, σαν πρώην νοσοκόμα, είναι μεν αναγκαία στη ζωή του ηλικιωμένου Vladimir, μοιάζει όμως να προέρχεται από έναν τελείως διαφορετικό κόσμο. Σε αυτή την απόσταση πατάει ο Zvyagintsev και επάνω της χτίζει το πρώτο μισό της ταινίας, με τα χρήματα να παραμένουν (σ)το αόρατο επίκεντρο. Όταν η Elena χρειάζεται ένα αρκετά μεγάλο ποσό για την ανάγκη του αδερφού της, ο Vladimir παραμένει κυνικός και απρόθυμος να βοηθήσει, αποκαλύπτοντας έναν άνθρωπο που ποτέ δεν κατόρθωσε να ανακαλύψει την σεμνότητα του συναισθήματος, έναντι της λογικής.

Κάπου εκεί έρχεται η υπέροχη, σχεδόν αγωνιώδης, μουσική του Philip Glass να αγκαλιάσει την πρώτη επιθανάτια στιγμή της ταινίας. Η ανακοπή καρδιάς αποκαλύπτει την φυσική φθορά του Vladimir και ταυτόχρονα την αντίστοιχη ψυχική της Elana. Παράλληλα όμως, φέρνει στο προσκήνιο την αποξενωμένη κόρη του πρωταγωνιστή, έναν άνθρωπο ακόμα πιο κυνικό από τον πατέρα της, αυστηρό κριτή μιας ζωής συνώνυμης με την μισανθρωπία και την περιφρόνηση των ανθρωπίνων αξιών. Είναι και αυτά τα γονίδια άλλωστε, όπως μαρτυρά σε μια στιγμή ειλικρινούς ειρωνείας προς τον πατέρα της, τα οποία αδυνατούν να διαφοροποιήσουν τους εξ αίματος χαρακτήρες.

Και τότε Zvyagintsev θα περάσει στο δεύτερο μισό, όπου το σφιγμένο, οικογενειακό δράμα μετατρέπεται σε μια σιωπηρή καταγραφή της μεταμόρφωσης της Elena από άβουλο θύμα σε εκούσιο θύτη, με προφανή πρόξενο την ποθούμενη κληρονομιά. Το έγκλημα πραγματοποιείται χωρίς σταδιακή μετάβαση από τον ηθικό φραγμό στην αμαρτία, και τότε συνειδητοποιείς ότι η σκηνοθετική δεξιοτεχνία του Ρώσου θα σου μιλήσει για την πτώση. Μια πτώση ιδεολογικών, θρησκευτικών και τελικά προσωπικών αξιών η οποία αυτοδικαιολογείται στα πλαίσια του οικογενειακού θεσμού, παραμένει όμως στη φύση της εγκληματική, χαρακτηρίζοντας έναν διαφορετικό θάνατο που προϋπάρχει του φυσικού.

Παρότι αρκετοί είναι εκείνοι που θα σπεύσουν να οριοθετήσουν την Elena μέσα στα κρύα σύνορα της Ρωσίας του 21ου αιώνα, στην ταινία αντανακλάται η ηθική και ιδεολογική κρίση ενός φθίνοντος πολιτισμού χωρίς γεωγραφικά όρια. Με ολοζώντανους χαρακτήρες που κυκλοφορούν ακριβώς δίπλα από εμάς, αργοσαλεύοντας ανάμεσα στην φθορά και την κακεντρέχεια, όχι γιατί το επέλεξαν αλλά γιατί έτσι διδάχτηκαν. Δεν είναι όμως αυτή η καταγραφή που κάνει την ταινία σημαντική. Είναι η αποπνέουσα οικειότητα της εγκληματικής αμαρτίας και η εμφανής εξοικείωση ολόκληρου του δυτικού (μας) κόσμου με αυτό το μοτίβο σκέψεων και πράξεων, γεγονός που μετατρέπει την ιστορία σε παράλληλο και ολοζώντανο, έρπον θρίλερ, έτοιμο να καταπιεί χωρίς φειδώ τους περισσότερους από εμάς.

Μπορεί όμως ο σκηνοθέτης να μη παίρνει σαφή θέση, αφήνοντας τον θύτη στην κρίση του σκεπτόμενου θεατή, κλείνει όμως την ταινία του με το ίδιο υπέροχα αργό, εξωτερικό πλάνο του πολυτελούς σπιτιού, επίσης αγκαλιασμένο από το ανατριχιαστικό πλέον, επιθανάτιο μουσικό μοτίβο του Glass. Ενός σπιτιού που περιόρισε την απόσταση μεταξύ του Vladimir και της Elena, στεγάζοντας όλη την ραθυμία μιας νέας οικογένειας, άφησε όμως απ’ έξω την δικαιοσύνη και την τιμιότητα ως αθέατα αγαθά εκείνων που κατοικούν στα Επουράνια Βασίλεια.

Chris Zafeiriadis

Τετάρτη, 7 Μαρτίου 2012

SUPER (2010)


Ο Frank, ένας απομονωμένος και κοινωνικά αποκεντρωμένος άντρας, μακριά από smiley και shiny happy people laughing, έχει μόνο δύο χαρούμενες αναμνήσεις στη ζωή του, τις δύο μοναδικές στιγμές που ένιωσε χρήσιμος, κάνοντας το σωστό. Όταν τις χάσει και τις δύο ανεπιστρεπτί, θα μεταμορφωθεί σε Crimson Bolt και θα ματώσει όσους περισσότερους εγκληματίες μπορέσει με το σούπερ όπλο του, ένα πορφυρό γαλλικό κλειδί που ματώνει κρανία και σπάει κόκκαλα (στην κυριολεξία).

Θα μπορούσες πολύ εύκολα να κατηγοριοποιήσεις το Super ως μια indie κωμωδία του σωρού, η οποία αναλαμβάνει έναν καθημερινό (και σχεδόν αποτυχημένο σε όλα) άνθρωπο που προσπαθεί να ικανοποιήσει την ανάγκη για αλλαγή στη ζωή του, δημιουργώντας έναν ευτελή σούπερ ήρωα με σκοπό να πατάξει το έγκλημα. Θα ήταν όμως τεράστιο λάθος να δεις αυτή την ταινία με αυτό τον τρόπο, διότι πολύ απλά, κάτω από την αστείρευτη ανοησία και τα καρτουνίστικα ευτράπελα, κρύβεται το δράμα. Ένα δράμα Payne-ικής κοπής, το οποίο δεν αναζητά απλά την από καιρό απολεσθείσα ταυτότητα, αλλά προσπαθεί να αναδείξει το θάρρος της επιμονής και της αργοπορημένης ενηλικίωσης ενός παθητικού ανθρώπου που έχει μάθει να πονά και να υπομένει, όχι γιατί το επέλεξε αλλά γιατί αυτός ήταν ο μόνος δρόμος που του έχουν διδάξει. Μέχρι την στιγμή που θα αλλάξει ρότα, απαρνημένος την μέχρι τώρα κοινή λογική του διάσημου Αμερικάνικου Ονείρου.

Τυλιγμένο με το χιούμορ και την αστειότητα του χαρακτήρα του Frank, το Super δεν είναι μια ταινία αφιερωμένη στην ανθρώπινη ηλιθιότητα και τις επιπτώσεις της στην κοινωνία, αλλά ένα κολάζ χιουμοριστικών συγκρούσεων και αιματηρών διαπλοκών, αφιερωμένο στην εσωτερική δίνη ενός ανθρώπου που τα έχασε όλα αλλά είχε το θάρρος να τα διεκδικήσει ξανά από την αρχή. Ο σκηνοθέτης – σεναριογράφος James Gunn (γαλουχημένος με χιλιάδες σελίδες κόμικ και δεκάδες Troma ταινίες) , μετά το σκουλικιασμένο Slither του 2006, δημιουργεί μια ακόμα κωμική, σπλατερική, σε στιγμές, αντιθρησκευτική, αρκούντως ρεαλιστική και τελικά δραματική ιστορία, την οποία ελάχιστοι θα καταφέρουν να αντικρύσουν, πόσο μάλλον να αναγνωρίσουν, προσπερνώντας τους εύκολους kick-ass εντυπωσιασμούς που διακατέχουν την επιφάνεια της ταινίας.

Αυτό όμως που κάνει το Super να λάμπει είναι η έκβαση της ποθητής ανατροπής. Στον «αλληλέγγυο» κόσμο που χτίσαμε και στην dog-eat-dog κοινωνία που ανήκουμε, οι μικροί επαναστάτες όχι μόνο λαβώνονται αλλά και η επανάσταση σπάνια χαρίζεται σε εκείνους που την διεκδικούν, αλλάζοντας συνεχώς πρόσωπα, αξίες και τροπαιοφόρους. Το ποια θέση θα λάβουμε εμείς στον προσωπικό μας παράδεισο, δεν είναι θέμα επιλογής, αλλά τελικής κατάταξης.

Ξεχωρίζουν οι Rainn Wilson, Kevin Bacon και Liv Tyler στο ρόλο του καλού, του κακού και την όμορφης αντίστοιχα, την παράσταση όμως κλέβει η μικροκαμωμένη Ellen Page η οποία ως η σούπερ βοηθός Boltie, είναι καταιγιστική.

Chris Zafeiriadis

Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

Tomboy (2011)


Καθαρόαιμο δείγμα ευρωπαϊκής κοπής, το Tomboy της writer – director Céline Sciamma, αναπνέει ανάμεσα στην παιδική αφέλεια και την εφηβική αναζήτηση, προσπαθώντας να εντρυφήσει στις ψυχολογική ανησυχίες που διέπουν την συγκεκριμένη ηλικία, παρουσιάζοντας όμως μόνο ένα μέρος αυτών. Δεν θα μπορούσε να είναι και διαφορετικά τα πράγματα, μιας και στην ηλικία των 11-14 όλος ο κόσμος φαντάζει από την μία ελεύθερος προς κατάκτηση και από την άλλη έτοιμος να σε καταβροχθίσει σαν ορεκτικό. Κάπου εκεί αναπνέει και η Laure.

Ο νεαρός αυτός χαρακτήρας (hats off για την μικρή Zoé Héran) θέτει ευθέως αλλά σιωπηλά τα ερωτήματά και την ανησυχία ενός παιδιού στον θεατή. Έχοντας μόλις μετακομίσει σε μια καινούρια γειτονιά (η οποία συνεπάγεται καινούριο σχολείο, καινούριες παρέες και το σημαντικότερο, καινούριο σπίτι, άρα καινούριο προσωπικό περιβάλλον) το μικρό αυτό κορίτσι με το αγορίστικο μαλλί, το αγορίστικο σώμα και την σχεδόν αγορίστικη συμπεριφορά, πρέπει να προσαρμοστεί στα καινούρια δεδομένα της ζωής του. Και θα το κάνει αφήνοντας τους συνομήλικούς της να πιστεύουν ότι η αγορίστικη εμφάνιση είναι η μοναδική αλήθεια. Χρησιμοποιεί έτσι, τον όνομα Michaël για να καμουφλάρει την θηλυκή της φύση, χάριν την προσαρμογής. Και το κάνει άψογα. Στα παιχνίδια, το ποδόσφαιρο, το κολύμπι, ακόμα και στους αιματηρούς καβγάδες που τα νεαρά αγόρια συχνά αρέσκονται να μπλέκουν. Μέχρι και παραλίγο έρωτα καταφέρνει να δημιουργήσει με την συνομήλικη Lisa και αυτή είναι η πτυχή της ανησυχίας που ξεπερνάει την παιδικότητα, εντασσόμενη καθαρά στην αλήθεια της εφηβείας.

Με αυτό τον τρόπο το αγοροκόριτσο του τίτλου μοιράζεται σε δύο κόσμους. Ο ένας εντός του σπιτιού και ο άλλος εκτός. Όσο παραμένει εντός σπιτιού, βρίσκεται μέσα στα όρια της προστατευμένης πραγματικότητας του κοριτσιού, παίζοντας παιχνίδια με τον πατέρα της και διαβάζοντας παραμύθια με την μικρότερή της αδερφή. Όταν όμως περνάει στον έξω κόσμο, οικειοποιείται το αρσενικό και «παλεύει» για την παρουσία του ατόμου στην παρέα, στην αθώα και αγνή αυτή μικρογραφία της κοινωνίας. Έτσι δημιουργείται ένα εύθραυστο μυστικό, με διαφορετική όψη για τους δύο κόσμος. Οι «μέσα» δεν χρειάζεται να μάθουν για τον παρουσία Michaël, ενώ οι «έξω» δεν πρέπει απ’ ουδενί να γνωρίσουνε την Laure.

Η Sciamma αρνείται να αναζητήσει τις ευθύνες του ψέματος. Ή καλύτερα, της απόκρυψης της αλήθειας, αφήνοντας την δουλειά αυτή για τον θεατή. Αναζητά όμως την λύτρωση. Και την βρίσκει την στιγμή της γέννησης ενός νέου ανθρώπου. Η εγκυμονούσα μητέρα της Laure φέρνει στον κόσμο μια νέα ψυχή, έναν νέο άνθρωπο που καλείται και αυτός με την σειρά του να αντιμετωπίσει το καινούριο του περιβάλλον, ενώ παράλληλα αναγκάζει την Laure να ξαναγεννηθεί στη νέα της γειτονιά, παρουσιάζοντας αυτή την φορά την αλήθεια φορεμένη στο σώμα της και μετουσιωμένη σε ένα κοριτσίστικο μπλε φόρεμα. Ρίχνει έτσι την αυλαία, με την Laure τιμωρημένη και συνειδητοποιημένη για τις επιπτώσεις της πράξης της αλλά παράλληλα χαμογελαστή προς έναν κόσμο ο οποίος μοιάζει έτοιμος να γνωρίσει την πραγματική της ταυτότητα.

Chris Zafeiriadis